ΑΠΟΦΑΣΗ
Omdahl κατά Νορβηγίας της 22.04.2021, προσφυγή αριθ. 46371/18, οριστική την 06.09.2021
Βλ. εδώ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τμήμα, Πέμπτο Τμήμα, υπό την προεδρία της Síofra O’Leary
Κρίσιμη ουσιαστική διάταξη: άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, αστικό σκέλος, ειδικότερα η απαίτηση εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου. Διαδικαστικές διατάξεις: άρθρα 34 και 35 ΕΣΔΑ
Αντικείμενο: Κατά πόσον η δημόσια διαχείριση και διανομή κληρονομίας, η οποία διήρκεσε είκοσι δύο έτη και τέσσερις μήνες και λειτούργησε ως δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου επιλύθηκε μεγάλος αριθμός αυτοτελών διαφορών μεταξύ των κληρονόμων, συμβιβαζόταν με την απαίτηση της εύλογης διάρκειας του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ
Διατακτικό: Η προσφυγή κρίθηκε παραδεκτή. Μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ, ομόφωνα
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, Νορβηγός υπήκοος και εγγονός επιχειρηματία ο οποίος δραστηριοποιούνταν στον ναυτιλιακό κλάδο και διέθετε ναυτιλιακή εταιρεία, παραπονέθηκε ότι η δημόσια διαχείριση της κληρονομίας, η οποία άρχισε τον Μάιο του 1993 και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015, υπερέβη την εύλογη διάρκεια. Η κληρονομία περιλάμβανε εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο ακινήτων, μετοχές και καταπίστευμα στις Μπαχάμες, του οποίου η ύπαρξη αποκαλύφθηκε μόλις το 2002.
Τα εθνικά δικαστήρια, σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας επί της ουσίας, απέρριψαν την αναγνωριστική αγωγή και την αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου. Το ΕΔΔΑ εξέτασε αυτεπαγγέλτως την εφαρμογή του άρθρου 6 και δέχθηκε ότι, με βάση τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης νορβηγικής διαδικασίας και τις οικείες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση της κληρονομίας περιείχε αμφισβητούμενα και μη αμφισβητούμενα στοιχεία και δεν μπορούσε να εξαιρεθεί από το πεδίο του άρθρου 6.
Επί της ουσίας, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η διαχείριση της κληρονομίας αποτέλεσε πλαίσιο εντός του οποίου επιλύθηκαν πολυάριθμες αυτοτελείς διαφορές, τη διάρκεια καθεμίας από τις οποίες ο προσφεύγων δεν είχε προσβάλει ειδικώς. Έλαβε υπόψη την εξαιρετική πολυπλοκότητα της υπόθεσης, την απουσία συγκεκριμένων και αποδεδειγμένων περιόδων αδράνειας των αρχών, το γεγονός ότι δεν είχαν υποδειχθεί πρόσθετα, συγκεκριμένα και νομικώς διαθέσιμα μέτρα επιτάχυνσης, τα δικονομικά δικαιώματα των λοιπών κληρονόμων και τον μετριασμό των δυσμενών συνεπειών μέσω ενδιάμεσων διανομών. Έκρινε ότι η εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια οφειλόταν στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και όχι σε ελλείψεις του νομικού και δικονομικού πλαισίου και, συνεπώς, δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση εξετάζει ένα ασυνήθιστο ζήτημα: πώς εφαρμόζεται η απαίτηση της εύλογης διάρκειας όταν η αιτίαση δεν αφορά μία αυτοτελή δίκη, αλλά μια μακρά διαδικασία-πλαίσιο, εντός της οποίας διεξάγονται πολυάριθμες χωριστές δίκες και διαδικαστικές ενέργειες.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η συνολική διαδικασία εμπίπτει στο άρθρο 6, αλλά προσάρμοσε τα καθιερωμένα κριτήρια στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Δεν θεώρησε ότι η διάρκεια των είκοσι δύο ετών και τεσσάρων μηνών ήταν αφ’ εαυτής αδιάφορη ή γενικά αποδεκτή. Έκρινε, ειδικότερα, ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση η εξαιρετική διάρκεια δεν αρκούσε για τη διαπίστωση παραβίασης, δεδομένης της εξαιρετικής πολυπλοκότητας, της έλλειψης αποδεδειγμένων καθυστερήσεων καταλογιστέων στο Κράτος και της φύσης της αιτίασης όπως αυτή είχε διατυπωθεί.
Για τον προσφεύγοντα, το πρακτικό δίδαγμα είναι πρωτίστως δικονομικό: η επιλογή μεταξύ προσβολής της συνολικής διαδικασίας και προσβολής της διάρκειας συγκεκριμένων επιμέρους δικών μπορεί να επηρεάσει ουσιωδώς το εύρος και την ένταση του ελέγχου, χωρίς πάντως να προδικάζει αυτομάτως την έκβαση της υπόθεσης.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Ο O.A. Knutsen, παππούς του προσφεύγοντος, απεβίωσε στις 24 Απριλίου 1993. Είχε δραστηριοποιηθεί στον χώρο της ναυτιλίας και κατείχε ναυτιλιακή εταιρεία, μολονότι η οικογένεια είχε απωλέσει τον έλεγχό της λόγω οικονομικών δυσχερειών κατά τη δεκαετία του 1980. Η περιουσία του ανερχόταν περίπου σε 100 εκατομμύρια νορβηγικές κορώνες και τα χρέη της σε περίπου 10 εκατομμύρια. Κληρονόμοι κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν τρία τέκνα και δύο εγγόνια. Στις 5 Μαΐου 1993 άρχισε η δημόσια διαχείριση της κληρονομίας ενώπιον του δικαστηρίου κληρονομιών και διορίστηκε δικηγόρος ως διαχειριστής.
Η πρώτη από τις σχετικές δίκες ασκήθηκε ήδη στις 15 Σεπτεμβρίου 1993 και περατώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 20ής Δεκεμβρίου 1995. Ακολούθησαν πολυάριθμες διαφορές, ιδίως ως προς το δικαίωμα ορισμένων κληρονόμων να λάβουν αυτούσια περιουσιακά στοιχεία βάσει της διαθήκης και κωδικέλλου. Οι διαφορές αυτές παρεμπόδισαν επί σειρά ετών τη ρευστοποίηση των ακινήτων και τη διανομή του προϊόντος τους. Αποφάσεις του δικαστηρίου κληρονομιών για τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ακυρώθηκαν ή μεταρρυθμίστηκαν κατ’ έφεση.
Καταπίστευμα που είχε συστήσει ο κληρονομούμενος στις Μπαχάμες και διαχειριζόταν τράπεζα με έδρα το Λονδίνο αποκαλύφθηκε μετά τον θάνατο της μητέρας του προσφεύγοντος το 2002. Τον Δεκέμβριο του 2005 καθένα από τα παιδιά και τα εγγόνια του κληρονομουμένου έλαβε 5,5 εκατομμύρια NOK από το καταπίστευμα. Προέκυψαν, ωστόσο, νέες διαφορές ως προς το αν ορισμένα ποσά ανήκαν στην κληρονομία, καθώς και σύνθετα φορολογικά ζητήματα, τα οποία διευκρινίστηκαν οριστικά από τις φορολογικές αρχές κατά τον χειμώνα του 2010.
Την 1η Ιουλίου 2010 πραγματοποιήθηκε ενδιάμεση διανομή 10 εκατομμυρίων NOK ανά κλάδο κατιόντων. Η σχετική έφεση απορρίφθηκε στις 7 Ιουνίου 2011 και, την 1η Νοεμβρίου 2011, το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια για περαιτέρω ένδικο μέσο. Παράλληλα διεξάγονταν δίκες για τον τρόπο πώλησης μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων, για την εξαίρεση δικαστή και για την πώληση μετοχών εταιρείας ακινήτων και εργοστασίου ιχθυελαίων. Οι περισσότερες πωλήσεις ολοκληρώθηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2013 και οι εναπομείνασες εταιρείες λύθηκαν τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Η τελική διανομή αποφασίστηκε την 1η Αυγούστου 2014. Η έφεση απορρίφθηκε στις 27 Νοεμβρίου 2014 και, στις 7 Απριλίου 2015, η Επιτροπή Αδειών Ενδίκων Μέσων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρνήθηκε να επιτρέψει περαιτέρω προσφυγή. Η τελική διανομή καταβλήθηκε στις 16 Απριλίου 2015, με περίπου 18,9 εκατομμύρια NOK ανά οικογενειακό κλάδο. Συμπληρωματική διανομή αποφασίστηκε στις 10 Αυγούστου 2015, χωρίς να συνεπάγεται περαιτέρω καταβολή στους κληρονόμους, και κατέστη οριστική και εκτελεστή τον Σεπτέμβριο του 2015. Η δημόσια διαχείριση ολοκληρώθηκε είκοσι δύο έτη και τέσσερις μήνες μετά την έναρξή της.
Στις 9 Μαρτίου 2016 ο προσφεύγων ενήγαγε το Νορβηγικό Δημόσιο ενώπιον του Πρωτοδικείου του Όσλο, ζητώντας την αναγνώριση παραβίασης του άρθρου 6 § 1 και αποζημίωση. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή στις 15 Σεπτεμβρίου 2016, κρίνοντας ότι, παρά την εξαιρετικά μεγάλη συνολική διάρκεια, δεν είχαν αποδειχθεί περίοδοι αδράνειας ή άλλες καθυστερήσεις καταλογιστέες στο Κράτος.
Το Εφετείο, με απόφαση της 22ας Μαρτίου 2018 και «εκφράζοντας ορισμένες αμφιβολίες», κατέληξε επίσης ότι δεν υπήρξε παραβίαση. Επισήμανε ότι η συνήθης δημόσια διαχείριση κληρονομίας διαρκούσε από ένα έως τρία έτη, αλλά χαρακτήρισε την προκείμενη περίπτωση εξαιρετική λόγω της έκτασης της περιουσίας, των πολυάριθμων διαφορών, των ενδίκων μέσων, των φορολογικών θεμάτων, των δυσχερειών ρευστοποίησης και της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Στις 21 Ιουνίου 2018 η Επιτροπή Αδειών Ενδίκων Μέσων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια προσφυγής. Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ — Εύλογη διάρκεια της δημόσιας διαχείρισης και διανομής κληρονομίας — Μη παραβίαση
Παραδεκτό
Η Κυβέρνηση δεν προέβαλε ένσταση περί μη εφαρμογής του άρθρου 6. Το Δικαστήριο υπενθύμισε, πάντως, ότι όφειλε να εξετάσει το ζήτημα αυτεπαγγέλτως, διότι αυτό συνδεόταν με τη δικαιοδοσία του ratione materiae.
Στη νορβηγική διαδικασία, όπως την περιέγραψαν οι διάδικοι, συνυπήρχαν αμφισβητούμενα και μη αμφισβητούμενα στοιχεία. Μολονότι παρουσίαζε και χαρακτηριστικά «υπηρεσίας» προς τους κληρονόμους, ως εναλλακτική της ιδιωτικής διανομής, μπορούσε να κινηθεί ακριβώς επειδή υπήρχαν διαφορές ως προς τα δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων, το δε αποτέλεσμά της ήταν καθοριστικό για τα δικαιώματα αυτά. Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να εξαιρεθεί από τον έλεγχο του άρθρου 6 και η αιτίαση δεν ήταν απαράδεκτη ratione materiae.
Η προσφυγή δεν ήταν ούτε προδήλως αβάσιμη ούτε απαράδεκτη για άλλον λόγο του άρθρου 35 και κηρύχθηκε παραδεκτή.
Επί της ουσίας
Γενικές αρχές
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας εκτιμάται υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση:
- την πολυπλοκότητα,
- τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος,
- τη συμπεριφορά των αρμόδιων αρχών,
- το διακύβευμα για τον προσφεύγοντα.
Μόνον οι καθυστερήσεις που είναι καταλογιστέες στο Κράτος μπορούν να δικαιολογήσουν διαπίστωση παραβίασης. Ωστόσο, ακόμη και σε συστήματα όπου η δικονομική πρωτοβουλία ανήκει στους διαδίκους, η συμπεριφορά τους δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την υποχρέωση να εξασφαλίζουν ταχεία εκδίκαση. Το Κράτος οφείλει να οργανώνει το δικαστικό του σύστημα κατά τρόπο που να ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του άρθρου 6 § 1.
Κρίσιμη περίοδος και προσαρμογή των κριτηρίων
Η δημόσια διαχείριση και διανομή της κληρονομίας διήρκεσε είκοσι δύο (22) έτη και τέσσερις (4) μήνες. Το Δικαστήριο υπογράμμισε, όμως, ότι η διαχείριση αποτέλεσε το πλαίσιο εντός του οποίου επιλύθηκαν πολυάριθμες διαφορετικές νομικές διαφορές μέσω χωριστών διαδικασιών. Χαρακτήρισε το στοιχείο αυτό ουσιώδες γνώρισμα της υπόθεσης.
Δέχθηκε ότι, εφόσον κατά το εσωτερικό δίκαιο η διαχείριση εξακολουθούσε όσο εκκρεμούσαν οι επιμέρους διαφορές, η συνολική διάρκειά της έπρεπε να εξεταστεί υπό το πρίσμα αυτό. Η διαδικασία ως σύνολο δεν παρουσίαζε σε όλα της τα στάδια τα χαρακτηριστικά «διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων». Ο προσφεύγων δεν είχε παραπονεθεί ειδικώς για τη διάρκεια κάποιας από τις επιμέρους δίκες, ούτε είχε υποβάλει στο παρελθόν σχετική προσφυγή στο ΕΔΔΑ. Κατά συνέπεια, τα κριτήρια του εύλογου χρόνου έπρεπε να προσαρμοστούν στο αντικείμενο της συγκεκριμένης αιτίασης.
Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι η αιτίαση είχε εξεταστεί λεπτομερώς από τα εθνικά δικαστήρια σε δύο βαθμούς, τα οποία είχαν εφαρμόσει ευσυνείδητα τα κριτήρια της νομολογίας του. Η απόφαση του Εφετείου, ως τελική απόφαση επί της ουσίας, αποτελούσε το «φυσικό επίκεντρο» της εποπτικής εξέτασης του ΕΔΔΑ.
Πολυπλοκότητα
Το Εφετείο είχε διαπιστώσει εξαιρετική πολυπλοκότητα: σημαντικό ενεργητικό, μεγάλο αριθμό διαφορών που επηρέασαν ιδίως τη δυνατότητα πώλησης των ακινήτων, διαφορές για τη διανομή περιουσιακών στοιχείων αυτούσιων, τη μετατροπή στοιχείων σε χρήμα και την πώληση μετοχών, δυσχέρειες στις ίδιες τις πωλήσεις, επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και σύνθετα φορολογικά ζητήματα από το καταπίστευμα.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε προσκομίσει στοιχεία ικανά να καταδείξουν ότι οι διαπιστώσεις του Εφετείου ήταν εσφαλμένες. Η διαφορά σχετικά με την απαίτηση προτεραιότητας και το δικαίωμα δύο κληρονόμων να επιλέξουν περιουσιακά στοιχεία αυτούσια ήταν ένας μόνον από τους πολυάριθμους παράγοντες που συνέβαλαν στη συνολική διάρκεια. Το Δικαστήριο δεν βρήκε έρεισμα για να επικρίνει την ουσία της εφετειακής απόφασης της 23ης Οκτωβρίου 1997, ανεξαρτήτως των συνεπειών που αυτή ενδέχεται να είχε για την πρόοδο της διαχείρισης.
Συμπεριφορά των αρχών και του προσφεύγοντος
Ο προσφεύγων δεν είχε προβάλει ενώπιον του Εφετείου συγκεκριμένες περιόδους καθαρής αδράνειας, πλην του χρόνου επεξεργασίας των ζητημάτων του καταπιστεύματος, το οποίο, πάντως, αποκαλύφθηκε σχεδόν δέκα χρόνια μετά την έναρξη της διαχείρισης.
Δεν είχε επίσης υποστηριχθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι υπήρχαν συγκεκριμένα πρόσθετα πρακτικά μέτρα που το Κράτος μπορούσε και όφειλε νομίμως να λάβει. Το Εφετείο δεν είχε διακρίνει ποια περαιτέρω ουσιώδη μέτρα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί και είχε διαπιστώσει ότι η πρόοδος δεν παρεμποδίστηκε από έλλειψη πόρων. Το δικαστήριο κληρονομιών είχε επιχειρήσει να μετριάσει τις συνέπειες της μεγάλης διάρκειας, ιδίως μέσω ενδιάμεσων διανομών.
Το πλήθος των αποφάσεων και των κρίσεων επί ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των ετών αποτέλεσε, κατά το ΕΔΔΑ, ένδειξη — και όχι αμάχητη απόδειξη — ότι οι επιμέρους διαδικασίες, εξεταζόμενες αυτοτελώς, δεν είχαν διαρκέσει μη εύλογο χρόνο.
Ως προς τον προσφεύγοντα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο δικαιοπάροχός του ήταν οι πλέον ενεργοί από πλευράς δικαστικών ενεργειών, είχαν όμως και αυτοί ασκήσει αγωγές και ένδικα μέσα. Παρατήρησε επιπλέον ότι αρκετές από τις διαδικασίες που κίνησαν οι συγκληρονόμοι ευδοκίμησαν, γεγονός που υποδήλωνε ότι αυτοί είχαν θεμιτό συμφέρον να επιλύσουν τις σχετικές αξιώσεις.
Το ΕΔΔΑ αντιδιέστειλε την υπόθεση από την Oliveira Modesto κ.α. κατά Πορτογαλίας, όπου οι προβαλλόμενες διαδικαστικές δυσχέρειες και οι περίοδοι αδράνειας είχαν παραμείνει ανεξήγητες από την Κυβέρνηση. Στην Omdahl, αντιθέτως, είχε προηγηθεί λεπτομερής έλεγχος κάθε φάσης από το Εφετείο, χωρίς να εντοπιστούν συγκεκριμένα κενά. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η γενική επίκληση της ακραίας συνολικής διάρκειας δεν ήταν επαρκής για να ανατρέψει τις εθνικές διαπιστώσεις.
Διακύβευμα
Η αιτίαση δεν στρεφόταν κατά συγκεκριμένης διαφοράς, αλλά κατά της διαχείρισης της κληρονομίας ως συνόλου. Το ΕΔΔΑ συμφώνησε ότι το είδος της διαδικασίας και το διακύβευμα δεν επέβαλλαν ιδιαίτερες απαιτήσεις ταχύτητας. Σημειώνεται, ως ένταξη στο ευρύτερο νομολογιακό πλαίσιο και όχι ως κρίση της παρούσας απόφασης, ότι αυξημένη επιμέλεια απαιτείται κατά πάγια νομολογία σε άλλες κατηγορίες υποθέσεων, όπως οι εργατικές διαφορές, οι οικογενειακές υποθέσεις και όσες αφορούν την υγεία ή την προσωπική κατάσταση.
Το δικαστήριο κληρονομιών είχε επανειλημμένως επιχειρήσει να μετριάσει τις δυσμενείς συνέπειες μέσω ενδιάμεσων διανομών. Η κατάσταση διέφερε, επομένως, από την Kolasiński κατά Πολωνίας, όπου ο προσφεύγων δεν είχε πρόσβαση σε κεφάλαια όσο διαρκούσε η διαδικασία. Το ΕΔΔΑ επισήμανε, πάντως, ότι το σημαντικό ενεργητικό δεν συνέβαλε μόνο στην πολυπλοκότητα, αλλά συνεπαγόταν και σημαντικά περιουσιακά συμφέροντα για τους κληρονόμους.
Συμπέρασμα
Το Δικαστήριο δεν βρήκε έρεισμα για να κρίνει ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν σφάλει κατά την εφαρμογή των σχετικών νομολογιακών κριτηρίων. Δέχθηκε ότι, παρά την εξαιρετικά μεγάλη συνολική διάρκεια, η υπόθεση χαρακτηριζόταν από έκτακτες περιστάσεις και ότι η διάρκεια δεν οφειλόταν σε ελλείψεις του νομικού και δικονομικού πλαισίου για τη διαχείριση των κληρονομιών.
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Το Δικαστήριο, συνεδριάζοντας ως Τμήμα: κήρυξε ομόφωνα την προσφυγή παραδεκτή και έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Το Δικαστήριο δέχεται ότι η διάρκεια της διαδικασίας οφειλόταν αποκλειστικά σε εξαιρετικές περιστάσεις και όχι σε οποιασδήποτε μορφής ελλείψεις του νομικού και δικονομικού πλαισίου για τη διαχείριση των κληρονομιών. Το Δικαστήριο έλαβε συναφώς υπόψη την πληροφορία ότι η διαχείριση των κληρονομιών θανόντων προσώπων, σύμφωνα με το εσωτερικό δικονομικό καθεστώς και την πρακτική, διαρκεί κανονικά από ένα έως τρία έτη» (§ 66).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η Omdahl αποτελεί ιδιαίτερα ασυνήθιστο και αυστηρά πραγματολογικό παράδειγμα μη διαπίστωσης παραβίασης, παρά συνολική διάρκεια είκοσι δύο ετών και τεσσάρων μηνών. Ισχυρό σημείο της είναι ότι προσδιορίζει με ακρίβεια το πραγματικό αντικείμενο της αιτίασης και αποφεύγει τη μηχανική εφαρμογή των κριτηρίων του εύλογου χρόνου. Προβληματικό σημείο είναι ότι η επιχειρηματολογία της στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στις διαπιστώσεις του εθνικού Εφετείου και δεν αναπτύσσει εκτενή, αυτοτελή εξέταση του κατά πόσον η συνολική διάρθρωση της νορβηγικής διαδικασίας μπορούσε να είχε αποτρέψει τη συσσώρευση διαδοχικών διαφορών επί δύο και πλέον δεκαετίες.
Πρώτον. Η εφαρμογή του άρθρου 6 είναι λειτουργική και εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας. Η Omdahl δεν διακηρύσσει ότι κάθε δημόσια διαχείριση κληρονομίας εμπίπτει στο άρθρο 6. Δέχεται ότι η συγκεκριμένη νορβηγική διαδικασία δεν μπορούσε να εξαιρεθεί, επειδή περιείχε αμφισβητούμενα και μη αμφισβητούμενα στοιχεία και το αποτέλεσμά της ήταν αποφασιστικό για τα περιουσιακά δικαιώματα των κληρονόμων.
Η προσέγγιση είναι λειτουργική και όχι τυπολογική. Ο χαρακτηρισμός μιας διαδικασίας από το εθνικό δίκαιο ως «υπηρεσίας» προς τους κληρονόμους δεν είναι καθοριστικός, όταν η διαδικασία επιλύει στην πράξη διαφορές ως προς αστικά δικαιώματα. Η διαπίστωση αυτή προστατεύει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 από τυπικούς εθνικούς χαρακτηρισμούς, αλλά δεν καταργεί την ανάγκη εξατομικευμένου ελέγχου. Πηγή: ΕΔΔΑ, Omdahl v. Norway, §§ 46-48, HUDOC.
Δεύτερον. Η διατύπωση της αιτίασης επηρέασε ουσιωδώς τον έλεγχο. Ο προσφεύγων προσέβαλε τη διάρκεια της συνολικής διαδικασίας και όχι τη διάρκεια συγκεκριμένης επιμέρους δίκης. Από τη διατύπωση αυτή το Δικαστήριο άντλησε δύο συνέπειες: α) η διαχείριση δεν είχε σε όλα της τα στάδια τα χαρακτηριστικά διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και β) τα κριτήρια, ιδίως το διακύβευμα «στη διαφορά», έπρεπε να προσαρμοστούν σε μια αιτίαση που δεν αφορούσε μία συγκεκριμένη διαφορά.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι η προσβολή επιμέρους δίκης θα οδηγούσε σε διαπίστωση παραβίασης. Θα επέτρεπε, όμως, σαφώς πιο εστιασμένο έλεγχο συγκεκριμένων περιόδων αδράνειας, διαδικαστικών ενεργειών και καθυστερήσεων καταλογιστέων στις αρχές. Πηγή: ΕΔΔΑ, Omdahl v. Norway, §§ 54-55, 59, HUDOC.
Τρίτον. Η μεγάλη διάρκεια δεν δημιούργησε αυτοτελές τεκμήριο παραβίασης. Η Omdahl δεν θεσπίζει γενικό κανόνα ότι η μεγάλη διάρκεια στερείται αποδεικτικής σημασίας. Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, όμως, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η συνολική διάρκεια δεν αρκούσε, χωρίς την ταυτοποίηση συγκεκριμένων περιόδων αδράνειας ή συγκεκριμένων μέτρων που το Κράτος παρέλειψε να λάβει, για να ανατραπεί η αναλυτική κρίση του εθνικού Εφετείου.
Η θέση αυτή είναι συμβατή με τον εξατομικευμένο χαρακτήρα του ελέγχου του άρθρου 6, ενέχει, όμως, έναν πρακτικό αποδεικτικό κίνδυνο. Σε μια διαδικασία τόσο μεγάλη και σύνθετη, ακόμη και οι διάδικοι δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν τον ακριβή αριθμό των επιμέρους διαφορών. Η απαίτηση πλήρους χαρτογράφησης των περιόδων καθυστέρησης μπορεί, στην πράξη, να δημιουργήσει για τον προσφεύγοντα ιδιαίτερα βαρύ αποδεικτικό φορτίο.
Η παρατήρηση αυτή αποτελεί κριτική αποτίμηση του συντάκτη. Το Δικαστήριο δεν αντέστρεψε τυπικά το βάρος απόδειξης, ούτε εφαρμόζεται στις υποθέσεις εύλογου χρόνου αυστηρός κανόνας κατανομής του. Το πρακτικό αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι ανάλογο: ελλείψει συγκεκριμένων υποδείξεων εκ μέρους του προσφεύγοντος, οι εθνικές διαπιστώσεις παραμένουν αλώβητες. Πηγή: ΕΔΔΑ, Omdahl v. Norway, §§ 50, 59, 62, HUDOC.
Τέταρτον. Η ταχύτητα οριοθετείται από τα δικαιώματα των λοιπών διαδίκων. Το άρθρο 6 επιβάλλει στα κράτη να εξασφαλίζουν ταχεία εκδίκαση, αλλά προστατεύει συγχρόνως την κατ’ αντιμωλία διαδικασία, την πρόσβαση σε δικαστήριο και την αποτελεσματική άσκηση ενδίκων μέσων. Πολλές από τις ενέργειες των συγκληρονόμων ήταν επιτυχείς και δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν συλλήβδην παρελκυστικές.
Η Omdahl αναδεικνύει, επομένως, ότι η υποχρέωση επιτάχυνσης δεν επιτρέπει τον περιορισμό νόμιμων δικονομικών δικαιωμάτων χωρίς επαρκές έρεισμα. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη ενεργών διαδίκων δεν απαλλάσσει αυτομάτως το Κράτος από την υποχρέωση αποτελεσματικής διαχείρισης της υπόθεσης.
Οι ενδιάμεσες διανομές συνεκτιμήθηκαν επειδή περιόρισαν τις πραγματικές δυσμενείς συνέπειες για τους κληρονόμους και επηρέασαν την αξιολόγηση του διακυβεύματος. Δεν αποτελούν γενικό λόγο άρσης της κρατικής ευθύνης ούτε μπορούν να θεραπεύσουν από μόνες τους μια κατά τα λοιπά αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Πηγή: ΕΔΔΑ, Omdahl v. Norway, §§ 53, 61, 63, HUDOC.
Πέμπτον. Επικουρικότητα και όρια της απόφασης. Το Δικαστήριο χαρακτήρισε την απόφαση του Εφετείου «φυσικό επίκεντρο» του εποπτικού του έργου. Η προσέγγιση εξηγείται από τη λεπτομερή ουσιαστική εξέταση της αιτίασης από τα εθνικά δικαστήρια σε δύο βαθμούς.
Η Omdahl δεν πρέπει, ωστόσο, να μεταφέρεται μηχανικά σε υποθέσεις στις οποίες δεν έχει προηγηθεί αντίστοιχα λεπτομερής εθνικός έλεγχος ή στις οποίες το κράτος δεν μπορεί να εξηγήσει συγκεκριμένες περιόδους αδράνειας.
Παραμένουν ανοιχτά τρία ζητήματα:
- κατά πόσον το άρθρο 6 ανέχεται δικονομικό σχεδιασμό που επιτρέπει σε διαδοχικές παρεμπίπτουσες διαφορές να δεσμεύουν μια κληρονομία επί δεκαετίες,
- ποια θα ήταν η κρίση αν είχε προσβληθεί ειδικά η διάρκεια ορισμένης επιμέρους διαδικασίας, όπως εκείνης που κατέληξε στην απόφαση του Εφετείου της 23ης Οκτωβρίου 1997, και όχι η ουσία της ίδιας της απόφασης,
- πώς θα αξιολογούνταν η υπόθεση αν ο προσφεύγων στερούνταν κάθε πρόσβαση σε κεφάλαια και δεν είχαν πραγματοποιηθεί ενδιάμεσες διανομές.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Omdahl v. Norway, §§ 56, 58, 65-66, HUDOC.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α) Frydlender κατά Γαλλίας [GC] και Comingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας [GC]. Οι αποφάσεις αυτές παγιώνουν τα βασικά κριτήρια του εύλογου χρόνου: πολυπλοκότητα, συμπεριφορά του προσφεύγοντος, συμπεριφορά των αρχών και διακύβευμα. Οι «περιστάσεις της υπόθεσης» αποτελούν το συνολικό πλαίσιο της εκτίμησης και όχι ένα πέμπτο αυτοτελές κριτήριο. Η Omdahl δεν μεταβάλλει τα κριτήρια, αλλά τα εφαρμόζει προσαρμοσμένα σε μια διαδικασία-πλαίσιο. Πηγή: HUDOC, Frydlender v. France [GC], no. 30979/96, 27.06.2000, § 43, Comingersoll S.A. v. Portugal [GC], no. 35382/97, 06.04.2000, § 19.
Β) Humen κατά Πολωνίας [GC] και Proszak κατά Πολωνίας. Οι αποφάσεις θεμελιώνουν την αρχή ότι μόνο οι καθυστερήσεις που είναι καταλογιστέες στο Κράτος μπορούν να στηρίξουν διαπίστωση παραβίασης. Στην Omdahl η αρχή ήταν καθοριστική, όχι επειδή το ΕΔΔΑ χαρακτήρισε τους συγκληρονόμους «δικομανείς», αλλά επειδή δεν εντοπίστηκαν συγκεκριμένες περίοδοι αδράνειας των αρχών και μεγάλο μέρος της διάρκειας συνδεόταν με πολυάριθμες, ενίοτε βάσιμες, διαφορές και ένδικα μέσα. Πηγή: HUDOC, Humen v. Poland [GC], no. 26614/95, 15.10.1999, § 66, Proszak v. Poland, 16.12.1997, § 40, Reports 1997-VIII.
Γ) Sürmeli κατά Γερμανίας [GC]. Η Sürmeli συμπληρώνει την προηγούμενη αρχή: ακόμη και όταν οι διάδικοι έχουν τη δικονομική πρωτοβουλία, τα δικαστήρια εξακολουθούν να έχουν ευθύνη για την ταχεία εξέλιξη της δίκης. Η Omdahl δεν διαπίστωσε αφηρημένα ότι το Κράτος στερούνταν κάθε δυνατότητα επιτάχυνσης. Έλαβε υπόψη ότι δεν είχαν υποδειχθεί συγκεκριμένα πρόσθετα μέτρα, ότι δεν διαπιστώθηκε έλλειψη πόρων και ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν λάβει μέτρα ενεργού διαχείρισης. Πηγή: HUDOC, Sürmeli v. Germany [GC], no. 75529/01, 08.06.2006, § 129.
Δ) Siegel κατά Γαλλίας και Zongorová κατά Σλοβακίας. Οι αποφάσεις αυτές παρατέθηκαν mutatis mutandis για την εξέταση διαδικασιών που περιείχαν αμφισβητούμενα και μη αμφισβητούμενα στοιχεία και θεμελιώνουν το ratione materiae σκέλος της Omdahl. Πηγή: HUDOC, Siegel v. France, no. 36350/97, 28.11.2000, ECHR 2000-XII, § 33, Zongorová v. Slovakia, no. 28923/06, 19.01.2010.
Ε) Gilligan κατά Ιρλανδίας. Αφορούσε διαδικασίες βάσει του ιρλανδικού Proceeds of Crime Act 1996, όπου διαδοχικές χωριστές δίκες, κινηθείσες κυρίως με πρωτοβουλία των προσφευγόντων, ανάγονταν όλες στο αρχικό μέτρο δέσμευσης. Το Δικαστήριο εξέτασε το σύνολο των διαδικασιών ενιαία και δέχθηκε διάρκεια ελαφρώς άνω των είκοσι ετών σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Η Gilligan παρατέθηκε mutatis mutandis ως μεθοδολογική αναλογία και αποτελεί συναφές έρεισμα, αλλά όχι υπόθεση ταυτόσημη με την Omdahl ούτε ειδικό προηγούμενο για τη διαχείριση κληρονομίας. Πηγή: HUDOC, Gilligan v. Ireland, no. 55276/17, 18.03.2021, §§ 45-46.
ΣΤ) Kolasiński κατά Πολωνίας. Αφορούσε διαδικασία διανομής κατά την οποία ο προσφεύγων δεν είχε πρόσβαση σε κεφάλαια όσο η υπόθεση εκκρεμούσε. Η Omdahl τη διέκρινε ρητά λόγω των ενδιάμεσων διανομών. Οι πρόσθετες διαφορές ως προς την περιορισμένη πολυπλοκότητα και τις περιόδους αδράνειας στην Kolasiński προέρχονται από τη συγκριτική ανάλυση του νορβηγικού Εφετείου, την οποία παρέθεσε το ΕΔΔΑ, και πρέπει να διακρίνονται από τη στενότερη αντιπαραβολή που έκανε το ίδιο το ΕΔΔΑ στην § 63. Πηγή: HUDOC, Kolasiński v. Poland, no. 46243/99, 01.02.2005, Omdahl v. Norway, §§ 35, 63.
Ζ) Komanický κατά Σλοβακίας (αριθ. 2). Η απόφαση χρησιμοποιήθηκε για την κρίση ότι το είδος της συγκεκριμένης διαδικασίας και το διακύβευμα δεν απαιτούσαν ιδιαίτερα επείγουσα μεταχείριση. Πηγή: HUDOC, Komanický v. Slovakia (no. 2), no. 56161/00, 02.10.2007, § 108.
Η) Oliveira Modesto κ.α. κατά Πορτογαλίας. Η υπόθεση αντιδιαστέλλεται ρητά. Εκεί, οι προβαλλόμενες διαδικαστικές δυσχέρειες και οι περίοδοι αδράνειας παρέμεναν ανεξήγητες από την Κυβέρνηση. Στην Omdahl είχε προηγηθεί λεπτομερής έλεγχος της εξέλιξης της διαδικασίας χωρίς να διαπιστωθούν αντίστοιχα κενά. Πηγή: HUDOC, Oliveira Modesto and Others v. Portugal, no. 68445/10, 29.01.2019, §§ 70, 72.
Θ) Selmani κ.α. κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η Selmani δεν καθιερώνει γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάζει αυτεπαγγέλτως οποιαδήποτε διάταξη της Σύμβασης. Επιβεβαιώνει τη στενότερη αρχή ότι το ΕΔΔΑ οφείλει να βεβαιώνεται για τη δικαιοδοσία του ratione materiae, ακόμη και όταν η Κυβέρνηση δεν έχει προβάλει σχετική ένσταση. Πηγή: HUDOC, Selmani and Others v. the former Yugoslav Republic of Macedonia, no. 67259/14, 09.02.2017, § 27.
Τα ακόλουθα λήμματα Ι έως ΙΓ παρατίθενται αποκλειστικά ως συγκριτικό πλαίσιο. Δεν αποτελούν έρεισμα της κρίσης ούτε παρατίθενται από το ίδιο το Δικαστήριο.
Ι) Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, C-185/95 P, το ΔΕΚ αναγνώρισε ότι το δικαίωμα εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου αποτελεί γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου και έλαβε υπόψη τη σημασία της υπόθεσης, την πολυπλοκότητα και τη συμπεριφορά των μερών και των δικαστικών αρχών, μειώνοντας το πρόστιμο λόγω της υπερβολικής διάρκειας ενώπιον του τότε Πρωτοδικείου. Στη Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής, C-40/12 P, το ΔΕΕ, σε τμήμα μείζονος συνθέσεως, απομακρύνθηκε από τη λύση αυτή και έκρινε ότι το προσήκον και αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για την υπερβολική διάρκεια ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι η αγωγή αποζημίωσης του άρθρου 340 § 2 ΣΛΕΕ και όχι η μείωση του προστίμου. Η σύγκλιση των κριτηρίων είναι σαφής, αλλά το θεσμικό και δικονομικό πλαίσιο διαφέρει: οι αποφάσεις του ΔΕΕ αφορούσαν τη διάρκεια διαδικασιών ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης και όχι συνολική διαχείριση κληρονομίας με πολυάριθμες εθνικές επιμέρους δίκες. Πηγή: ΔΕΚ, Baustahlgewebe GmbH κατά Επιτροπής, C-185/95 P, 17.12.1998, ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), Gascogne Sack Deutschland GmbH κατά Επιτροπής, C-40/12 P, 26.11.2013, curia.europa.eu.
ΙΑ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Το Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 διευκρινίζει ότι καθυστερήσεις σε αστικές διαδικασίες οι οποίες δεν δικαιολογούνται από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης ή από τη συμπεριφορά των διαδίκων πλήττουν την αρχή της δίκαιης ακρόασης του άρθρου 14 § 1 ΔΣΑΠΔ. Η ομοιότητα με την Omdahl εντοπίζεται στα κριτήρια δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Το Γενικό Σχόλιο δεν αντιμετωπίζει, όμως, το ειδικό ζήτημα μιας μεικτής διαδικασίας-πλαισίου όπως η νορβηγική διαχείριση κληρονομίας. Πηγή: Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, Γενικό Σχόλιο αρ. 32, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007, § 27.
ΙΒ) Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην Genie Lacayo κατά Νικαράγουας το Διαμερικανικό Δικαστήριο χρησιμοποίησε τρία κριτήρια, αντλημένα ρητώς από τη νομολογία του ΕΔΔΑ: την πολυπλοκότητα του αντικειμένου, τη δικονομική δραστηριότητα του ενδιαφερομένου και τη συμπεριφορά των δικαστικών αρχών. Στη μεταγενέστερη Valle Jaramillo κ.α. κατά Κολομβίας πρόσθεσε την επίπτωση της διάρκειας στη νομική κατάσταση του θιγομένου. Το τέταρτο αυτό κριτήριο παρουσιάζει σαφή λειτουργική αντιστοιχία με το «what was at stake» της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Οι διαμερικανικές υποθέσεις, όμως, αφορούσαν κυρίως ποινικές έρευνες και σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων και δεν είναι άμεσα συγκρίσιμες με περιουσιακή κληρονομική διαδικασία. Πηγή: Corte IDH, Genie Lacayo v. Nicaragua, 29.01.1997, Serie C No. 30, § 77, Valle Jaramillo y otros v. Colombia, 27.11.2008, Serie C No. 192, § 155, corteidh.or.cr.
ΙΓ) Αφρικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών. Στην Wilfred Onyango Nganyi κ.α. κατά Τανζανίας το Αφρικανικό Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου του άρθρου 7 § 1 στοιχ. δ΄ του Αφρικανικού Χάρτη και διέταξε το κράτος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς άρση των διαπιστωθεισών παραβιάσεων. Η υπόθεση επιβεβαιώνει τη διαπεριφερειακή σημασία της κρατικής υποχρέωσης ενεργού επιτάχυνσης, αλλά αφορά ποινική διαδικασία και δεν προσφέρει ειδικό προηγούμενο για κληρονομικές διαφορές. Πηγή: Αφρικανικό Δικαστήριο, Wilfred Onyango Nganyi and 9 Others v. United Republic of Tanzania, αριθ. 006/2013, απόφαση επί της ουσίας της 18.03.2016.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ
- Το αντικείμενο της αιτίασης πρέπει να προσδιορίζεται με ακρίβεια. Όταν εντοπίζεται συγκεκριμένη επιμέρους δίκη με αυτοτελείς καθυστερήσεις, πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα ειδικής προσβολής της διάρκειάς της, παράλληλα, όπου είναι δικονομικά εφικτό, με την αιτίαση για τη συνολική διαδικασία.
- Η μεγάλη διάρκεια πρέπει να συνοδεύεται από αναλυτικό χρονολόγιο. Απαιτείται καταγραφή συγκεκριμένων περιόδων αδράνειας, επαναλαμβανόμενων αναβολών, καθυστερήσεων στην καθαρογραφή ή διαβίβαση της δικογραφίας και μέτρων τα οποία οι αρχές μπορούσαν νομίμως να λάβουν.
- Τα σχετικά επιχειρήματα πρέπει να προβάλλονται ήδη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η Omdahl αποδίδει επανειλημμένως σημασία στο ότι ορισμένοι ισχυρισμοί ή συγκεκριμένα μέτρα δεν είχαν προβληθεί ενώπιον του Εφετείου.
- Οι ενδιάμεσες διανομές, οι εντολές ενεργού διαχείρισης και η απόρριψη προδήλως αβάσιμων ενδίκων μέσων μπορούν να συνεκτιμηθούν υπέρ του Κράτους. Η σημασία τους εξαρτάται από το αν πράγματι περιορίζουν τη βλάβη ή επιταχύνουν τη διαδικασία και δεν είναι αφ’ εαυτής καθοριστική.
ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
- Frydlender v. France [GC], 27.06.2000, no. 30979/96 • Comingersoll S.A. v. Portugal [GC], 06.04.2000, no. 35382/97 • Humen v. Poland [GC], 15.10.1999, no. 26614/95 • Proszak v. Poland, 16.12.1997, no. 25086/94 • Sürmeli v. Germany [GC], 08.06.2006, no. 75529/01 • Selmani and Others v. the former Yugoslav Republic of Macedonia, 09.02.2017, no. 67259/14 • Siegel v. France, 28.11.2000, no. 36350/97 • Zongorová v. Slovakia, 19.01.2010, no. 28923/06 • Gilligan v. Ireland, 18.03.2021, no. 55276/17 • Kolasiński v. Poland, 01.02.2005, no. 46243/99 • Komanický v. Slovakia (no. 2), 02.10.2007, no. 56161/00 • Oliveira Modesto and Others v. Portugal, 29.01.2019, no. 68445/10 • Grässer v. Germany, 05.10.2006, no. 66491/01 (παρατεθείσα από το εθνικό Εφετείο) • Grela v. Poland, 13.01.2004, no. 73003/01 (παρατεθείσα από το εθνικό Εφετείο) • Koral v. Poland, 05.11.2002, no. 52518/99 (παρατεθείσα από το εθνικό Εφετείο) • Lupeni Greek Catholic Parish and Others v. Romania [GC], 29.11.2016, no. 76943/11 (παρατεθείσα από το εθνικό Εφετείο) • Baustahlgewebe GmbH v. Commission, C-185/95 P, ΔΕΚ, 17.12.1998 (συγκριτικό πλαίσιο) • Gascogne Sack Deutschland GmbH v. Commission, C-40/12 P, ΔΕΕ, 26.11.2013 (συγκριτικό πλαίσιο) • Genie Lacayo v. Nicaragua, Διαμερικανικό Δικαστήριο, 29.01.1997, Serie C No. 30 (συγκριτικό πλαίσιο) • Valle Jaramillo y otros v. Colombia, Διαμερικανικό Δικαστήριο, 27.11.2008, Serie C No. 192 (συγκριτικό πλαίσιο) • Wilfred Onyango Nganyi and 9 Others v. Tanzania, Αφρικανικό Δικαστήριο, αριθ. 006/2013, απόφαση επί της ουσίας της 18.03.2016 (συγκριτικό πλαίσιο)
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΟ ECHRCASELAW
- Η διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων και η συστημική παραβίαση του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου από τα ελληνικά δικαστήρια — https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/kritiki/arthrografia/i-diadikasia-ton-pilotikon-apofaseon-kai-i-susthmiki-paraviasi-tou-dikaiomatos-dieksagogis-tis-dikhs-entos-eulogou-xronou-apo-ta-ellhnika-dikasthria/
- The right to be tried within a reasonable time and the restoration of the party’s «presumptive» prejudice — https://www.echrcaselaw.com/en/echr-decisions/critique/articles/%CF%84he-right-to-be-tried-within-a-reasonable-time-and-the-restoration-of-the-partys-presumptive-prejudice/
- Η διαδικασία επαναπρόσληψης δημοσίων υπαλλήλων που είχαν απολυθεί διήρκεσε 6 έτη! Παραβίαση εύλογης διάρκειας της δίκης — https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/idiadikasiaepanaproslipsisdimosiwnipallilwnpoueixanapolitheidiirkese6etiparaviasievlogisdiarkeiastisdikis/
