ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 16ης Ιουλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης – Άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ – Εφαρμογή από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού – Απόφαση εθνικής αρχής ανταγωνισμού για τη διενέργεια ελέγχου – Έρευνα στις εγκαταστάσεις των οικείων επιχειρήσεων – Κατάσχεση επαγγελματικών εγγράφων που περιλαμβάνονται σε επικοινωνίες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου – Ένταλμα εκδοθέν από την εισαγγελική αρχή – Άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και των επικοινωνιών – Δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων – Δικονομικές απαιτήσεις – Έλλειψη προηγούμενης έγκρισης από δικαστή »
Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑258/23 έως C‑260/23,
με αντικείμενο τρεις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal da Concorrência, Regulação e Supervisão (δικαστήριο ανταγωνισμού, ρυθμίσεως και εποπτείας της αγοράς, Πορτογαλία) με αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2023, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 24 Απριλίου 2023, στο πλαίσιο των δικών
IMI – Imagens Médicas Integradas S. A. (C‑258/23),
Synlabhealth II S. A. (C‑259/23),
SIBS – Sociedade Gestora de Participações Sociais S. A.,
SIBS, Cartões – Produção e Processamento de Cartões S. A.,
SIBS Processos – Serviços Interbancários de Processamento S. A.,
SIBS International S. A.,
SIBS Pagamentos S. A.,
SIBS Gest S. A.,
SIBS Forward Payment Solutions S. A.,
SIBS MB S. A. (C‑260/23)
κατά
Autoridade da Concorrência,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, I. Jarukaitis, O. Spineanu-Matei, M. Condinanzi και F. Schalin, προέδρους τμημάτων, S. Rodin (εισηγητή), E. Regan, N. Piçarra, A. Kumin, N. Jääskinen, S. Gervasoni και N. Fenger, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: L. Medina,
γραμματέας: L. Carrasco Marco, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 3ης Ιουνίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η IMI – Imagens Médicas Integradas S. A., εκπροσωπούμενη από την A. Dias Henriques, τον R. Oliveira, την M. Rodrigues Caldeira και τον M. Valente, advogados,
– η Synlabhealth II S. A., εκπροσωπούμενη από τον A. Martins Ferreira, advogado,
– η SIBS – Sociedade Gestora de Participações Sociais S. A. κ.ά., εκπροσωπούμενη από τον M. de Abreu Castelo Branco, τον J. Pateira Ferreira και τον C. Pinto Correia, advogados,
– η Autoridade da Concorrência, εκπροσωπούμενη από την D. Cardoso, την A. Cruz Nogueira και την S. Parodi, advogadas,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη C. Alves, την P. Barros da Costa και την A. Oliveira Santos,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Halajová, τον M. Smolek και τον J. Vláčil,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Κ. Μπόσκοβιτς,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την F.‑L. Göransson,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Berghe, τον P. Caro de Sousa και την E. Rousseva,
– η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, εκπροσωπούμενη από την C. Simpson, την E. Gromnicka και την M.‑M. Joséphidès,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο τριών ένδικων διαφορών μεταξύ πλειόνων επιχειρήσεων και της Autoridade da Concorrência (Αρχής Ανταγωνισμού, Πορτογαλία) σχετικά με τη νομιμότητα μέτρων αναζήτησης, εξέτασης, συλλογής και κατάσχεσης αποδεικτικών στοιχείων στους χώρους των εν λόγω επιχειρήσεων στο πλαίσιο ερευνών για αντίθετες στον ανταγωνισμό πρακτικές που αντιβαίνουν στο άρθρο 101 ή στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη ΛΕΕ
3 Το άρθρο 101 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«1. Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:
α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,
β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων,
γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού,
δ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,
ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.
2. Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες.
[…]»
4 Κατά το άρθρο 102 ΣΛΕΕ:
«Είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της.
Η κατάχρηση αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως:
α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,
β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διαθέσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών,
γ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,
δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.»
Ο Χάρτης
5 Το άρθρο 7 του Χάρτη έχει ως εξής:
«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.»
6 Κατά το άρθρο 8 του Χάρτη:
«1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.
[…]»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003
7 Η αιτιολογική σκέψη 26 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Εξάλλου, η μέχρι σήμερα κτηθείσα πείρα έχει καταδείξει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα επαγγελματικά έγγραφα φυλάσσονται συχνά στην κατοικία των ιθυνόντων και των στελεχών της εκάστοτε επιχείρησης. Για λόγους διασφάλισης της αποτελεσματικότητας των ελέγχων, οι υπάλληλοι της Επιτροπής και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από αυτήν θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να εισέρχονται σε όλους τους χώρους στους οποίους ενδεχομένως φυλάσσονται επαγγελματικά έγγραφα, περιλαμβανομένων των ιδιωτικών κατοικιών. Ωστόσο, η άσκηση της εξουσίας αυτής θα πρέπει να γίνεται ύστερα από άδεια δικαστικής αρχής.»
8 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, «[ο]σάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου [101], παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ], οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο [101 ΣΛΕΕ] στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε τυχόν καταχρηστική πρακτική που απαγορεύεται από το άρθρο [102 ΣΛΕΕ], εφαρμόζουν επίσης το άρθρο [102 ΣΛΕΕ]».
9 Το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών είναι αρμόδιες να εφαρμόζουν τα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Προς τον σκοπό αυτό, δύνανται, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, να εκδίδουν τις ακόλουθες αποφάσεις:
– για την παύση της παράβασης,
– για τη λήψη προσωρινών μέτρων,
– για την αποδοχή ανάληψης δεσμεύσεων,
– για την επιβολή προστίμου, χρηματικής ποινής ή κάθε άλλης κύρωσης προβλεπόμενης από την εθνική τους νομοθεσία.
Εάν με βάση τις πληροφορίες που διαθέτουν διαπιστώσουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μιας απαγόρευσης, δύνανται επίσης να αποφαίνονται ότι δεν συντρέχει λόγος δράσης από μέρους τους.»
10 Το άρθρο 20 του ίδιου κανονισμού, σχετικά με τις «Εξουσίες ελέγχου της Επιτροπής», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί κάθε αναγκαίο έλεγχο σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.
2. Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου έχουν την εξουσία:
α) να εισέρχονται σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων·
β) να ελέγχουν τα βιβλία καθώς και κάθε άλλο έγγραφο επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής του·
γ) να λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των εν λόγω βιβλίων και εγγράφων·
[…]
3. Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου ασκούν τις εξουσίες τους αφού προηγουμένως επιδείξουν γραπτή εντολή, στην οποία προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, καθώς και οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 23 σε περίπτωση ελλιπούς επίδειξης των ζητούμενων βιβλίων ή λοιπών επαγγελματικών εγγράφων ή σε περίπτωση που αποδειχθούν ανακριβείς ή παραπλανητικές οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που έχουν υποβληθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή ενημερώνει την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος σε εύθετο χρόνο πριν από τη διενέργεια αυτού.
4. Οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων οφείλουν να υποβάλλονται στους ελέγχους που η Επιτροπή έχει διατάξει με απόφασή της. Στην απόφαση προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, καθορίζεται η ημερομηνία έναρξής του και μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 23 και 24, καθώς και το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο. Η Επιτροπή εκδίδει τις σχετικές αποφάσεις κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος.
[…]
6. Σε περίπτωση που οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή διαπιστώσουν ότι μια επιχείρηση εναντιώνεται στη διενέργεια ελέγχου που έχει διαταχθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τους παρέχει κάθε αναγκαία συνδρομή, ζητώντας εφόσον κρίνεται σκόπιμο, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, προκειμένου να καταστούν ικανοί να ασκήσουν τα ελεγκτικά τους καθήκοντα.
7. Εάν για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 6 απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ζητείται ή άδεια αυτή. Η εν λόγω άδεια μπορεί επίσης να ζητηθεί ως προληπτικό μέτρο.
[…]»
11 Το άρθρο 21 του κανονισμού 1/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έλεγχος άλλων χώρων», έχει ως εξής:
«1. Η Επιτροπή μπορεί με απόφασή της να διατάξει τη διενέργεια ελέγχου σε οποιοδήποτε άλλο χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι φυλάσσονται εκεί βιβλία ή άλλα έγγραφα που συνδέονται με την επιχείρηση και το αντικείμενο του ελέγχου, τα οποία ενδέχεται να είναι σχετικά για την απόδειξη σοβαρής παράβασης του άρθρου [101] ή [102 ΣΛΕΕ], συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών των επιχειρηματιών, διευθυνόντων συμβούλων και λοιπών μελών του προσωπικού των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων.
2. Στην απόφαση διευκρινίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, ορίζεται η ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσει ο έλεγχος και αναφέρεται το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο. Μνημονεύονται ιδίως οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν την Επιτροπή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν υπόνοιες κατά την έννοια της παραγράφου 1. Η Επιτροπή λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου θα διενεργηθεί ο έλεγχος.
3. Απόφαση λαμβανόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς προηγούμενη άδεια της εθνικής δικαστικής αρχής του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Η εθνική δικαστική αρχή ελέγχει τη γνησιότητα της απόφασης της Επιτροπής καθώς και ότι τα σχεδιαζόμενα μέτρα καταναγκασμού δεν είναι αυθαίρετα ούτε υπέρμετρα αυστηρά σε σχέση, ιδίως, με τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης, τη σημασία των ζητούμενων αποδείξεων, την εμπλοκή της συγκεκριμένης επιχείρησης και τη λογική προσδοκία ότι τα λογιστικά βιβλία και έγγραφα που αποτελούν αντικείμενο ελέγχου φυλάσσονται στους χώρους για τους οποίους ζητείται η άδεια. Η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή, απ’ ευθείας ή μέσω της αρχής ανταγωνισμού του κράτους μέλους, λεπτομερείς εξηγήσεις για τα στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου να ελεγχθεί η αναλογικότητα των σχεδιαζόμενων μέτρων καταναγκασμού.
Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν νομιμοποιείται ούτε να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα του ελέγχου ούτε να ζητήσει να του προσκομισθούν οι πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στο φάκελο της Επιτροπής. Η αρμοδιότητα για τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης της Επιτροπής ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο.
[…]»
Ο ΓΚΠΔ
12 Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1) (στο εξής: ΓΚΠΔ), ορίζει στο άρθρο 9, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», τα εξής:
«1. Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[…]
ζ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για λόγους ουσιαστικού δημόσιου συμφέροντος, βάσει του δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους, το οποίο είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο στόχο, σέβεται την ουσία του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων και προβλέπει κατάλληλα και συγκεκριμένα μέτρα για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων,
[…]».
Η οδηγία (ΕΕ) 2019/1
13 Η οδηγία (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ 2019, L 11, σ. 3), διαλαμβάνει στις αιτιολογικές σκέψεις 30 έως 34 τα ακόλουθα:
«(30) Οι εξουσίες έρευνας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού θα πρέπει να είναι επαρκείς, ώστε να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις που ενέχει το ψηφιακό περιβάλλον όσον αφορά την επιβολή και θα πρέπει να επιτρέπουν στις [εθνικές αρχές ανταγωνισμού] να παραλαμβάνουν όλες τις πληροφορίες που αφορούν μια υπό έρευνα επιχείρηση ή ένωση αυτών σε ψηφιακή μορφή, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που προκύπτουν με εγκληματολογικές μεθόδους, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο οι πληροφορίες είναι αποθηκευμένες, π.χ. σε φορητό υπολογιστή, κινητό τηλέφωνο, άλλες ψηφιακές συσκευές ή αποθήκευση στο υπολογιστικό νέφος.
(31) Οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να διενεργούν όλους τους απαραίτητους ελέγχους στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, εφόσον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν να αποδείξουν εύλογες υπόνοιες για παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαιτούν προηγούμενη άδεια εθνικής δικαστικής αρχής για τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων.
(32) Για να είναι αποτελεσματική, η εξουσία διενέργειας ελέγχων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού θα πρέπει να τους δίνει πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι προσβάσιμες στην επιχείρηση ή στην ένωση επιχειρήσεων ή στο πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου και σχετίζεται με την υπό έρευνα επιχείρηση ή ένωση. Αυτό θα πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνει την εξουσία αναζήτησης εγγράφων, φακέλων ή δεδομένων σε μέσα που δεν προσδιορίζονται επακριβώς εκ των προτέρων. Χωρίς αυτή την εξουσία θα ήταν αδύνατη η απόκτηση των πληροφοριών που απαιτούνται για την έρευνα, εάν οι επιχειρήσεις ή ενώσεις κωλυσιεργούν ή αρνούνται να συνεργαστούν. Η εξουσία εξέτασης βιβλίων ή αρχείων θα πρέπει να καλύπτει όλες τις μορφές επικοινωνίας, όπως τα ηλεκτρονικά μηνύματα, ανεξαρτήτως εάν φαίνεται ότι δεν έχουν αναγνωσθεί ή έχουν διαγραφεί.
(33) Για να ελαχιστοποιηθεί η περιττή παράταση της διάρκειας των ελέγχων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να συνεχίζουν να αναζητούν και να επιλέγουν αντίγραφα ή αποσπάσματα βιβλίων και αρχείων που σχετίζονται με την επαγγελματική δραστηριότητα της υπό έλεγχο επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων στους χώρους της αρχής ή σε άλλους καθορισμένους χώρους. Οι έρευνες δεν θα πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα υπεράσπισης των επιχειρήσεων.
(34) Η πείρα δείχνει ότι αρχεία επιχειρήσεων μπορεί να φυλάσσονται στις κατοικίες των διευθυντών, διοικητικών στελεχών και λοιπών μελών του προσωπικού των επιχειρήσεων ή των ενώσεων επιχειρήσεων, ιδίως λόγω της αυξημένης χρήσης πιο ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να έχουν την εξουσία να εισέρχονται σε οποιοδήποτε χώρο, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών κατοικιών, εφόσον αποδεικνύουν εύλογες υπόνοιες ότι φυλάσσονται εκεί επιχειρηματικά αρχεία δυνάμενα να συμβάλουν στη στοιχειοθέτηση παράβασης του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Για να ασκηθεί η εξουσία αυτή, θα πρέπει προηγουμένως η εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού να έχει λάβει άδεια από εθνική δικαστική αρχή, η οποία μπορεί να είναι η εισαγγελία σε ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα. Τούτο δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις να αναθέτουν τα καθήκοντα εθνικής δικαστικής αρχής σε εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού ενεργούσα ως δικαστική αρχή ή κατ’ εξαίρεση να επιτρέπουν τη διενέργεια τέτοιων ελέγχων με τη συγκατάθεση των ελεγχόμενων. […]»
14 Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξουσία διενέργειας ελέγχων σε χώρους επιχειρήσεων», ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να διενεργούν όλους τους αναγκαίους αιφνιδιαστικούς ελέγχους σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί ή οριστεί από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού για τη διενέργεια τέτοιων ελέγχων έχουν κατ’ ελάχιστο την εξουσία:
α) να εισέρχονται σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων·
β) να ελέγχουν τα βιβλία, καθώς και άλλα αρχεία που σχετίζονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους και έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση η υπό έλεγχο οντότητα·
γ) να λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των εν λόγω βιβλίων ή αρχείων και, όταν το κρίνουν σκόπιμο, να συνεχίζουν την έρευνα πληροφοριών και να επιλέγουν αντίγραφα ή αποσπάσματα στους χώρους των εθνικών αρχών ανταγωνισμού ή αλλού·
[…]
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων υποχρεούνται να υποβάλλονται στους ελέγχους κατά την παράγραφο 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι, όταν μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων αντιτίθεται σε έλεγχο διαταχθέντα από εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού και/ή για τον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια από εθνική δικαστική αρχή, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να προσφεύγουν στην αναγκαία συνδρομή της αστυνομίας ή ισοδύναμης αρχής επιβολής του νόμου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διενέργεια του ελέγχου. Η εν λόγω συνδρομή μπορεί επίσης να ληφθεί ως προληπτικό μέτρο.
3. Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της εθνικής νομοθεσίας όσον αφορά την προηγούμενη άδεια των εν λόγω ελέγχων από την εθνική δικαστική αρχή.»
15 Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξουσία ελέγχου άλλων χώρων», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι βιβλία ή άλλα αρχεία που συνδέονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα και το αντικείμενο του ελέγχου τα οποία ενδέχεται να είναι σημαντικά για την απόδειξη παράβασης του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ φυλάσσονται σε χώρους, σε γήπεδα ή σε μεταφορικά μέσα εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών των διευθυντών, διοικητικών στελεχών και λοιπών μελών του προσωπικού των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να διενεργούν αιφνιδιαστικούς ελέγχους στους εν λόγω χώρους, γήπεδα και μεταφορικά μέσα.
2. Οι εν λόγω έλεγχοι δεν διενεργούνται χωρίς προηγούμενη έγκριση εθνικής δικαστικής αρχής.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί ή οριστεί από την εθνική αρχή ανταγωνισμού για τη διενέργεια ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαθέτουν τουλάχιστον τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) και στο άρθρο 6 παράγραφος 2.»
16 Κατά το άρθρο 32 της ίδιας οδηγίας, «[τ]α κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα είδη αποδεικτικών στοιχείων που γίνονται δεκτά ως τέτοια ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού περιλαμβάνουν έγγραφα, προφορικές δηλώσεις, ηλεκτρονικά μηνύματα, καταγραφές και κάθε άλλο αντικείμενο το οποίο περιέχει πληροφορίες, ανεξαρτήτως της μορφής του και του μέσου επί του οποίου είναι αποθηκευμένες οι πληροφορίες.»
Το πορτογαλικό δίκαιο
17 Το άρθρο 34 του Constituição da República Portuguesa (Συντάγματος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας), το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαραβίαστο της κατοικίας και της αλληλογραφίας», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Η κατοικία και το απόρρητο της αλληλογραφίας και άλλων μέσων ιδιωτικής επικοινωνίας είναι απαραβίαστα.
[…]
4. Απαγορεύεται στις δημόσιες αρχές να παρεμβαίνουν στην αλληλογραφία, στις τηλεπικοινωνίες ή σε οποιονδήποτε άλλον τρόπο επικοινωνίας, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία περί ποινικής δικονομίας.»
18 Ο lei n.o 19/2012 que aprova o novo regime da concorrência, revogando as Leis n.os 18/2003, de 11 de junho, e 39/2006, de 25 de agosto, e procede à segunda alteração à Lei n.º 2/99, de 13 de janeiro (νόμος 19/2012 περί εγκρίσεως του νέου νομικού καθεστώτος για τον ανταγωνισμό, ο οποίος κατήργησε τους νόμους 18/2003, της 11ης Ιουνίου, και 39/2006, της 25ης Αυγούστου, και τροποποίησε για δεύτερη φορά τον νόμο 2/99 της 13ης Ιανουαρίου), της 8ης Μαΐου 2012 (Diário da República, σειρά 1, αριθ. 89) (στο εξής: νόμος περί ανταγωνισμού), ορίζει, στο άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 5, τα εξής:
«3. Ο παρών νόμος ερμηνεύεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές που δεν μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
[…]
5. Στο πλαίσιο των άρθρων 101 και 102 [ΣΛΕΕ], η εφαρμογή του παρόντος νόμου πρέπει να τηρεί τις γενικές αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον [Χάρτη].»
19 Κατά το άρθρο 18 του νόμου αυτού:
«1. Κατά την άσκηση των εξουσιών επιβολής κυρώσεων, η Αρχή ανταγωνισμού δύναται, μέσω των υπηρεσιών ή των υπαλλήλων της, να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες:
[…]
c) να διενεργεί, στους χώρους, στα γήπεδα ή στα μέσα μεταφοράς των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, πράξεις αναζήτησης, εξέτασης, ανάκτησης και κατάσχεσης αποσπασμάτων κειμένων και άλλων εγγράφων, σε οποιοδήποτε μέσο, οσάκις τέτοιες ενέργειες είναι αναγκαίες για την απόκτηση αποδεικτικού στοιχείου·
[…]
2. Οι ενέργειες που προβλέπονται στα σημεία c) και d) της προηγούμενης παραγράφου υπόκεινται σε λήψη άδειας χορηγούμενης από την αρμόδια δικαστική αρχή.
[…]»
20 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου ορίζει ότι οι κατασχέσεις εγγράφων, ανεξαρτήτως της φύσης ή του μέσου αποθήκευσής τους, επιτρέπονται, διατάσσονται ή επικυρώνονται με απόφαση της δικαστικής αρχής.
21 Το άρθρο 20, παράγραφος 6, του ίδιου νόμου προβλέπει ότι σε περίπτωση κατάσχεσης σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα εγγράφων που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο, απαιτείται για τις προμνησθείσες κατασχέσεις η προηγούμενη άδεια του ανακριτή.
22 Στην αρχική μορφή του, το άρθρο 21 του νόμου περί ανταγωνισμού είχε ως εξής:
«Αρμόδιοι να χορηγούν άδεια για τις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχεία c και d, και στο άρθρο 20, είναι η εισαγγελική αρχή του δικαστηρίου της έδρας της Αρχής ανταγωνισμού ή, εάν προβλέπεται ρητώς, ο ανακριτής του ίδιου δικαστηρίου.»
23 Κατόπιν τροποποίησής του με τον lei n.o 17/2022 (νόμο 17/2022), της 17ης Αυγούστου 2022, το άρθρο 21 του νόμου περί ανταγωνισμού ορίζει τα ακόλουθα:
«Η αρμόδια δικαστική αρχή του δικαστηρίου της έδρας της [Αρχής ανταγωνισμού] εξουσιοδοτείται να χορηγεί άδεια για τις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχεία a έως d, στο άρθρο 19 και στο άρθρο 20.»
Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
24 Η Αρχή ανταγωνισμού κίνησε διαδικασίες έρευνας σε πλείονες οικονομικούς τομείς στην Πορτογαλία για τη διαπίστωση της ύπαρξης αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών που παραβαίνουν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, οι εν λόγω έρευνες αφορούσαν πιθανή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων για αύξηση των τιμών υπηρεσιών τηλεραδιολογίας προς νοσοκομειακά καταστήματα της εθνικής υπηρεσίας υγείας (υπόθεση C‑258/23), πιθανή σύμπραξη τιμών για εξετάσεις διάγνωσης της νόσου Covid‑19 προς τις πορτογαλικές αρχές δημόσιας υγείας (υπόθεση C‑259/23) και υποψία καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης στον τομέα της επεξεργασίας πληρωμών (υπόθεση C‑260/23).
25 Στο πλαίσιο αυτό, η Αρχή ανταγωνισμού έκρινε αναγκαίο να προβεί σε ελέγχους στους χώρους των εταιριών ΙΜΙ – Imagens Médicas Integradas S. A. και Synlabhealth II S. A. καθώς και του ομίλου SIBS (στο εξής: προσφεύγουσες των κύριων δικών), προκειμένου να εξετάσει, να συλλέξει και να κατασχέσει αποδεικτικά στοιχεία. Οι αιτήσεις προς την αρμόδια δικαστική αρχή, ήτοι την πορτογαλική εισαγγελική αρχή, για τη λήψη άδειας για τους ελέγχους αυτούς έγιναν δεκτές.
26 Σύμφωνα με τα εντάλματα που εξέδωσε η εισαγγελική αρχή, η Αρχή ανταγωνισμού είχε την εξουσία, αφενός, να κατασχέσει οποιοδήποτε έγγραφο συνδεόταν άμεσα ή έμμεσα με αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές, ιδίως τα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και έγγραφα που προορίζονταν να γνωστοποιήσουν πληροφορίες μεταξύ των διαφόρων επιπέδων ιεραρχίας και να προετοιμάσουν τη λήψη των αποφάσεων στον τομέα της εμπορικής πολιτικής των οικείων επιχειρήσεων, και, αφετέρου, να εξετάσει και να λάβει αντίγραφα των πληροφοριών που περιλαμβάνονταν σε αυτά. Ειδικά ως προς τα σχεδιαζόμενα μέτρα ελέγχου όσον αφορά την ΙΜΙ και τη Synlabhealth II, τα εν λόγω εντάλματα απέκλειαν την κατάσχεση αποδεικτικών στοιχείων από τους χώρους υγειονομικής περίθαλψης και αρχειοθέτησης εγγράφων που καλύπτονταν από το ιατρικό απόρρητο.
27 Κατά τη διάρκεια των ελέγχων που διενεργήθηκαν από τον Ιανουάριο του 2021 έως τον Μάρτιο του 2022 στους χώρους των προσφευγουσών των κύριων δικών, η Αρχή ανταγωνισμού εξέτασε την ηλεκτρονική αλληλογραφία των υπαλλήλων των εν λόγω επιχειρήσεων και προέβη στην κατάσχεση ηλεκτρονικών αρχείων που θεωρήθηκαν κρίσιμα για τις έρευνές της. Συνεπώς, κατέσχεσε, αντιστοίχως, 1 405, 731 και 10 797 ηλεκτρονικά αρχεία.
28 Οι θιγόμενες επιχειρήσεις αμφισβήτησαν τη νομιμότητα των ελέγχων ενώπιον του Tribunal da Concorrência, Regulação e Supervisão (δικαστηρίου ανταγωνισμού, ρυθμίσεως και εποπτείας της αγοράς, Πορτογαλία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
29 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο νόμος περί ανταγωνισμού παρέχει στην Αρχή ανταγωνισμού την εξουσία να κατάσχει έγγραφα, ανεξαρτήτως της μορφής τους, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγουμένως ληφθεί άδεια από την εισαγγελία. Τονίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 20 του νόμου περί ανταγωνισμού, προηγούμενη άδεια χορηγούμενη από δικαστή απαιτείται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, ήτοι όταν η άδεια αφορά ελέγχους που πρόκειται να διενεργηθούν στην κατοικία φυσικού προσώπου, σε τραπεζικό ίδρυμα και σε δικηγορικό ή ιατρικό γραφείο.
30 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει επίσης ότι οι διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου διαπνέονται από τη λογική του ποινικού δικαίου ότι η παρέμβαση του ανακριτή επιβάλλεται όταν ένα μέσο συλλογής αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να θίξει θεμελιώδη δικαιώματα, ενώ, στις άλλες περιπτώσεις, η έγκριση του ελέγχου από την εισαγγελική αρχή, ως αρμόδια δικαστική αρχή, θεωρείται επαρκής.
31 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει, κατ’ αρχάς, ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία των αρμόδιων πορτογαλικών δικαστηρίων, η διενέργεια ελέγχου σε επιχείρηση για τη διαπίστωση της ύπαρξης αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών δεν μπορεί να θίξει θεμελιώδη δικαιώματα. Ειδικότερα, τα μηνύματα των υπαλλήλων της επιχείρησης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «αλληλογραφία» προστατευόμενη από το άρθρο 7 του Χάρτη, όταν διαβιβάζονται μέσω των εταιρικών συστημάτων επικοινωνίας της επιχείρησης αυτής.
32 Εν συνεχεία, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στις διατάξεις του κανονισμού 1/2003 σχετικά με τις εξουσίες έρευνας της Επιτροπής. Αναφέρει ότι, βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί κάθε αναγκαίο έλεγχο σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων και, ιδίως, να ελέγχει συναφώς τα βιβλία καθώς και κάθε άλλο «έγγραφο επαγγελματικής δραστηριότητας», ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής του. Κατά το άρθρο 21 του εν λόγω κανονισμού, είναι επίσης δυνατοί οι έλεγχοι σε άλλους χώρους, όπως η κατοικία των επιχειρηματιών, διευθυνόντων συμβούλων και λοιπών μελών του προσωπικού, κατόπιν άδειας της αρμόδιας δικαστικής αρχής. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 26 του ίδιου κανονισμού χαρακτηρίζει τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στα εταιρικά συστήματα επικοινωνίας ως «επαγγελματικά έγγραφα».
33 Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει την οδηγία 2019/1 σχετικά με τις εξουσίες των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 30 και 32 καθώς και από το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι οι εν λόγω αρχές πρέπει να έχουν την εξουσία να λαμβάνουν όλες τις πληροφορίες σχετικά με την επιχείρηση την οποία αφορά ένα μέτρο έρευνας, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες οι πληροφορίες αυτές. Προς τον εν λόγω σκοπό, οι συγκεκριμένες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να κατάσχουν οποιαδήποτε αλληλογραφία, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μηνυμάτων.
34 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, επιπρόσθετα, ότι, βάσει του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 5, ο νόμος περί ανταγωνισμού πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών που δεν είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Επίσης, εντός του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων αυτών, η εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου πρέπει να τηρεί τον Χάρτη.
35 Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι τα επίμαχα έγγραφα στις υπό κρίση υποθέσεις αφορούν την εμπορική δραστηριότητα των επιχειρήσεων υπό έρευνα. Εν προκειμένω, κάθε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έχει υπηρεσιακό χαρακτήρα, δεδομένου ότι αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία των επιχειρήσεων αυτών, οι οποίες επιβάλλουν μονομερώς στους υπαλλήλους τους τους όρους χρήσης του συγκεκριμένου μέσου επικοινωνίας κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης που τους συνδέει. Επιπλέον, σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς των εν λόγω επιχειρήσεων, ένα τέτοιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προορίζεται αποκλειστικά για υπηρεσιακή χρήση. Επομένως, απαγορεύεται η χρήση του για προσωπικούς σκοπούς ή για σκοπούς που εμπίπτουν στην ιδιωτική ζωή του εργαζομένου.
36 Αντιθέτως, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των υπαλλήλων τους πρέπει να προστατεύονται ως «αλληλογραφία» και ότι τέτοια έγγραφα δεν μπορούν να κατασχεθούν στο πλαίσιο έρευνας που αφορά αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές απαγορευόμενες από τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Επικουρικώς, υποστηρίζουν ότι για την κατάσχεση των εν λόγω μηνυμάτων απαιτείται, εν πάση περιπτώσει, προηγούμενη άδεια ανακριτή.
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal da Concorrência, Regulação e Supervisão (δικαστήριο ανταγωνισμού, ρυθμίσεως και εποπτείας της αγοράς) αποφάσισε να αναστείλει τις ενώπιόν του διαδικασίες και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστούν “αλληλογραφία”, κατά την έννοια του άρθρου 7 του [Χάρτη], τα επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση επαγγελματικά έγγραφα, τα οποία διαβιβάστηκαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου;
2) Αντιβαίνει στο άρθρο 7 του [Χάρτη] η κατάσχεση επαγγελματικών εγγράφων τα οποία προκύπτουν από επικοινωνίες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ διευθυνόντων συμβούλων και υπαλλήλων επιχειρήσεων, όταν διερευνώνται συμφωνίες και πρακτικές που απαγορεύονται δυνάμει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 81 ΕΚ);
3) Αντιβαίνει στο άρθρο 7 του [Χάρτη] η κατάσχεση των ως άνω επαγγελματικών εγγράφων, κατόπιν προηγούμενης άδειας δικαστικής αρχής, εν προκειμένω της εισαγγελικής αρχής, η οποία, αφενός, είναι επιφορτισμένη να εκπροσωπεί το κράτος, να προασπίζεται τα συμφέροντα που ορίζει ο νόμος, να ασκεί ποινικές διώξεις βάσει της αρχής της νομιμότητας και να προασπίζεται τη δημοκρατική νομιμότητα κατά τα προβλεπόμενα στο Σύνταγμα [της Πορτογαλικής Δημοκρατίας] και, αφετέρου, ενεργεί ανεξάρτητα από τα λοιπά όργανα της κεντρικής, περιφερειακής και τοπικής διοίκησης;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
38 Με απόφαση της 14ης Ιουνίου 2023, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 54, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τη συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑258/23, C‑259/23 και C‑260/23 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης.
39 Στις 5 Μαρτίου 2024 οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις ανατέθηκαν στο τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί χωρίς να λάβει χώρα επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αλλά με ανάπτυξη προτάσεων επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
40 Μετά την ανάπτυξη των προτάσεων στις 20 Ιουνίου 2024, κηρύχθηκε η περάτωση της προφορικής διαδικασίας.
41 Στις 9 Οκτωβρίου 2024 το Δικαστήριο αποφάσισε, λόγω της αποχώρησης του εισηγητή δικαστή μετά τη λήξη της θητείας του, να αναθέσει εκ νέου τις υπό κρίση υποθέσεις σε νέο εισηγητή δικαστή.
42 Εκτιμώντας, μεταξύ άλλων, ότι το ζήτημα σχετικά με την επίδραση της απόφασης της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο) (C‑548/21, EU:C:2024:830), στην απάντηση που πρέπει να δοθεί ως προς το τρίτο προδικαστικό ερώτημα καθεμιάς από τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις απαιτούνταν να υποβληθεί στην κρίση τμήματος διευρυμένης σύνθεσης, το τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 60, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αναπέμψει τις υποθέσεις αυτές ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως.
43 Στις 18 Μαρτίου 2025 το Δικαστήριο αποφάσισε να αναπέμψει τις εν λόγω υποθέσεις ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου και διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
Επί του παραδεκτού
44 Οι προσφεύγουσες των κύριων δικών αμφισβήτησαν το παραδεκτό των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως στο σύνολό τους.
45 Πρώτον, ισχυρίζονται, κατ’ ουσίαν, ότι οι αιτήσεις αυτές δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι αλυσιτελή.
46 Κατ’ αρχάς, στην υπόθεση C‑258/23 η ΙΜΙ φρονεί ότι το αιτούν δικαστήριο παρέλειψε να παράσχει στο Δικαστήριο τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου αυτό να είναι σε θέση να κατανοήσει το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της σχετικής υπόθεσης της κύριας δίκης, καθώς και να αντιληφθεί τα τιθέμενα νομικά ζητήματα. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι το αιτούν δικαστήριο δεν γνωστοποίησε στο Δικαστήριο την απόφαση 91/2023 του Tribunal Constitucional (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Πορτογαλία), της 16ης Μαρτίου 2023, στην υπόθεση 559/2020, με την οποία κρίθηκε αντισυνταγματικός ο κανόνας που επιτρέπει στην Αρχή ανταγωνισμού να ερευνά και να κατάσχει μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έχουν ανοιχτεί με έγκριση της εισαγγελικής αρχής, δεν διασφαλίζεται ότι η απάντηση που θα δοθεί από το Δικαστήριο στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα θα είναι όσο το δυνατόν πληρέστερη και χρήσιμη. Εν συνεχεία, όσον αφορά την υπόθεση C‑259/23, η Synlabhealth II θεωρεί επίσης ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως παραλείπει να μνημονεύσει πλείονα πραγματικά περιστατικά που είναι ουσιώδη για την κατανόηση της διαφοράς της κύριας δίκης, τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις καθώς και τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των εν λόγω εθνικών διατάξεων και των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Τέλος, σχετικά με την υπόθεση C‑260/23, οι εταιρίες του ομίλου SIBS υποστηρίζουν ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι αλυσιτελή όσον αφορά το αντικείμενο της συγκεκριμένης διαφοράς, το οποίο συνεπάγεται την εκτίμηση της νομιμότητας των επίμαχων μέτρων υπό το πρίσμα του πορτογαλικού δικαίου και όχι του Χάρτη.
47 Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, καθόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί επ’ αυτών (απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
48 Επομένως, συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας για τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, την οποία πλέον απηχεί το άρθρο 94, στοιχεία αʹ και βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, η ανάγκη να δοθεί χρήσιμη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης για το εθνικό δικαστήριο επιτάσσει να ορίσει το εν λόγω δικαστήριο το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Περαιτέρω, όπως ορίζει το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, είναι απολύτως αναγκαίο η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να περιλαμβάνει τους λόγους που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος των οικείων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και τη σχέση την οποία το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C‑333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50 Επιπρόσθετα, οι πληροφορίες που παρέχονται με την απόφαση περί παραπομπής δεν πρέπει μόνο να καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να δώσει χρήσιμη απάντηση, αλλά πρέπει επίσης να επιτρέπουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης(απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C‑333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Εν προκειμένω, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνουν επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κατανοήσει τόσο το νομικό και πραγματικό πλαίσιο των διαφορών των κύριων δικών όσο και την έννοια και το περιεχόμενο των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους υπέβαλε τις αιτήσεις αυτές στο Δικαστήριο και τη σχέση που, κατά τη γνώμη του, υφίσταται μεταξύ των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Χάρτη, τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, και των διατάξεων του πορτογαλικού δικαίου που έχουν εφαρμογή στις εν λόγω διαφορές.
52 Συναφώς, από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτές ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έκταση της προστασίας την οποία παρέχει το άρθρο 7 του Χάρτη έναντι των μέτρων κατάσχεσης επαγγελματικών εγγράφων που περιλαμβάνονται σε επικοινωνίες μεταξύ διευθυντικών στελεχών και υπαλλήλων επιχειρήσεων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σε πλαίσιο που εμπίπτει στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και, ιδίως, των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.
53 Η ερμηνεία από το Δικαστήριο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως θα επιδράσει στην εξέταση από το αιτούν δικαστήριο της νομιμότητας των κατασχέσεων εγγράφων που διενήργησε η Αρχή ανταγωνισμού χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως άδεια από δικαστή.
54 Επιπλέον, από το περιεχόμενο τόσο των γραπτών παρατηρήσεων όσο και των παρεμβάσεων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση καθίσταται σαφές ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν καμία δυσχέρεια να κατανοήσουν το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να αντιληφθούν την έννοια και το περιεχόμενο των πραγματικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα προδικαστικά ερωτήματα καθώς και τους λόγους για τους οποίους το αιτούν δικαστήριο έκρινε αναγκαία την υποβολή τους, και, εν τέλει, να λάβουν θέση πλήρως και λυσιτελώς επί του ζητήματος.
55 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος απαραδέκτου που προβλήθηκε από τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης.
56 Δεύτερον, στην υπόθεση C‑259/23, η Synlabhealth II υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, η Αρχή ανταγωνισμού υπερέβη τα όρια του εντάλματος της εισαγγελικής αρχής κατά τη διενέργεια των ελέγχων και των κατασχέσεων στους χώρους της εταιρίας αυτής καθώς και ότι η ίδια δεν έτυχε ακροάσεως επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων, κατά παράβαση των διαδικαστικών απαιτήσεων βάσει του πορτογαλικού δικαίου, με συνέπεια να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης περί παραπομπής. Δεδομένου ότι δεν έχουν αποδειχθεί όλες οι κρίσιμες περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να αποφανθεί ή, τουλάχιστον, να αναστείλει τη διαδικασία εν αναμονή της απόφασης του Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείου Λισσαβώνας, Πορτογαλία) επί της εφέσεως που άσκησε η ίδια κατά της αποφάσεως περί παραπομπής στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση C‑260/23, οι εταιρίες του ομίλου SIBS ισχυρίζονται ομοίως ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης διαφοράς της κύριας δίκης δεν είχαν αποδειχθεί, ούτε καν συζητηθεί.
57 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει σε ποιο στάδιο της διαδικασίας επιθυμεί να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Coleman, C‑303/06, EU:C:2008:415, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ότι το Δικαστήριο έχει επιληφθεί αιτήσεως ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, η οποία προφανώς δεν είναι άσχετη προς το υποστατό ή το αντικείμενο των διαφορών των κύριων δικών, και διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία για να απαντήσει λυσιτελώς στα υποβληθέντα ερωτήματα, οφείλει να αποφανθεί επ’ αυτών χωρίς να θέσει ζήτημα ως προς τα οικεία πραγματικά περιστατικά, τα οποία εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει, εν συνεχεία, αν τούτο παρίσταται αναγκαίο (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Coleman, C‑303/06, EU:C:2008:415, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
59 Κατά συνέπεια, πρέπει επίσης να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος απαραδέκτου που προβλήθηκε από τις προσφεύγουσες των κύριων δικών.
60 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι παραδεκτά.
Επί της ουσίας
61 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη δεσμεύουν τα κράτη μέλη μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Η εν λόγω διάταξη επιβεβαιώνει την πάγια νομολογία ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης προορίζονται να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά όχι πέραν των συγκεκριμένων καταστάσεων [βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 19, καθώς και της 6ης Μαρτίου 2025, D. K. (Αφαίρεση υποθέσεων από δικαστή), C‑647/21 και C‑648/21, EU:C:2025:143, σκέψη 38].
62 Δεδομένου ότι οι διαφορές των κύριων δικών άπτονται ζητήματος σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τους ελέγχους που διενεργούνται από εθνική αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο ερευνών για παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, καταστάσεων εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, οι διατάξεις του Χάρτη έχουν εφαρμογή.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
63 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7 του Χάρτη έχει την έννοια ότι εμπίπτουν στην έννοια των «επικοινωνιών» του άρθρου αυτού τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επαγγελματικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται μεταξύ των υπαλλήλων και των διευθυντικών στελεχών μιας επιχείρησης μέσω του συστήματος ηλεκτρονικής επικοινωνίας της.
64 Ειδικότερα, διευκρινίζεται ότι, μολονότι το αιτούν δικαστήριο κάνει λόγο για «αλληλογραφία», το άρθρο αυτό αναφέρεται πλέον σε «επικοινωνίες». Όπως προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), η λέξη «επικοινωνίες» αντικατέστησε τη λέξη «αλληλογραφία», προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της τεχνολογίας.
65 Από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη προκύπτει ότι, στον βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), η έννοια και το περιεχόμενό τους συμπίπτουν με την έννοια και το περιεχόμενο που τους προσδίδονται σε αυτή. Πάντως, η συγκεκριμένη διάταξη δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παράσχει ευρύτερη προστασία.
66 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 7 του Χάρτη, το οποίο αφορά το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε εκείνα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, πρέπει να δοθεί στο εν λόγω άρθρο 7 η ίδια έννοια και το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2010, McB., C‑400/10 PPU, EU:C:2010:582, σκέψη 53, της 15ης Νοεμβρίου 2011, Dereci κ.λπ., C‑256/11, EU:C:2011:734, σκέψη 70, και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 70).
67 Πλην όμως, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι οι προερχόμενες από τον επαγγελματικό χώρο επικοινωνίες, όπως και εκείνες που προέρχονται από τον χώρο της κατοικίας, είναι δυνατό να εμπίπτουν στις έννοιες της «ιδιωτικής ζωής» και της «αλληλογραφίας» του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διευκρινίσει ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί αν τυγχάνουν εφαρμογής οι έννοιες αυτές, η εύλογη προσδοκία όσον αφορά την προστασία και τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής αποτελεί σημαντικό κριτήριο αλλά όχι κατ’ ανάγκην αποφασιστικό (βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 5ης Σεπτεμβρίου 2017, Bărbulescu κατά Ρουμανίας, CE:ECHR:2017:0905JUD006149608, § 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
68 Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ότι οι υποκλοπές τηλεπικοινωνιών συνιστούν επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, οι υποκλοπές αυτές συνιστούν επίσης περιορισμό της άσκησης του αντίστοιχου δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 71).
69 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις κατασχέσεις ηλεκτρονικών μηνυμάτων στο πλαίσιο έρευνας διενεργούμενης στον επαγγελματικό ή εμπορικό χώρο φυσικού προσώπου ή στους χώρους εμπορικής εταιρίας, οι οποίες συνιστούν επίσης επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος το οποίο εγγυάται το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 72).
70 Επιπλέον, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 31 των προτάσεων της 20ής Ιουνίου 2024, ο χαρακτηρισμός των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ως «αλληλογραφίας», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, και, ως εκ τούτου, ως «επικοινωνιών», κατά την έννοια του άρθρου 7 του Χάρτη, δεν εξαρτάται από το αν τα μηνύματα αυτά έχουν παραδοθεί στον παραλήπτη τους, αν διαβάστηκαν, αν δεν διαβάστηκαν ή αν διαγράφηκαν, αν απεστάλησαν από τον επαγγελματικό χώρο ή με χρήση επαγγελματικού εξοπλισμού (απόφαση του ΕΔΔΑ της 11ης Ιανουαρίου 2024, Arregui κατά Ισπανίας, CE:ECHR:2024:0111JUD004254118, § 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), ή μέσω επαγγελματικού συστήματος επικοινωνίας (απόφαση του ΕΔΔΑ της 3ης Απριλίου 2007, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:2007:0403JUD006261700, § 41 και 42), αν η διεύθυνση του αποστολέα ή του παραλήπτη είναι η διεύθυνση νομικού προσώπου (απόφαση του ΕΔΔΑ της 14ης Μαρτίου 2013, Bernh Larsen Holding AS κ.ά. κατά Νορβηγίας, CE:ECHR:2013:0314JUD002411708, § 106), ή αν το περιεχόμενό τους έχει ή δεν έχει ιδιωτικό χαρακτήρα (απόφαση του ΕΔΔΑ της 16ης Δεκεμβρίου 1992, Niemietz κατά Γερμανίας, CE:ECHR:1992:1216JUD001371088, § 32 in fine).
71 Επομένως, το γεγονός ότι, λόγω της μορφής ή του περιεχομένου του, ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επαγγελματικό» δεν σημαίνει ότι το μήνυμα αυτό στερείται την προστασία την οποία παρέχει το άρθρο 7 του Χάρτη στις επικοινωνίες. Συναφώς, στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 5ης Σεπτεμβρίου 2017, Bărbulescu κατά Ρουμανίας (CE:ECHR:2017:0905JUD006149608, § 74), η οποία αφορούσε ιδιωτικά μηνύματα που εστάλησαν από επαγγελματικό υπολογιστή, διευκρινίστηκε ότι κανόνας που τίθεται από τον εργοδότη για την επιβολή στους υπαλλήλους της υποχρέωσης να απέχουν από κάθε προσωπική δραστηριότητα στον χώρο εργασίας τους καθώς και της απαγόρευσης χρήσης των πόρων της επιχείρησης για προσωπικούς σκοπούς δεν ασκεί επιρροή ως προς τον χαρακτηρισμό των ως άνω μηνυμάτων ως «αλληλογραφίας» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.
72 Τέλος, η προστασία αυτή εκτείνεται επίσης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παράγονται από τη διαβίβαση τέτοιων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επαγγελματικής φύσεως, τα οποία χαίρουν επίσης της προστασίας του άρθρου 8 του Χάρτη (απόφαση του ΕΔΔΑ της 16ης Οκτωβρίου 2007, Wieser και Bicos Beteiligungen GmbH κατά Αυστρίας, CE:ECHR:2007:1016JUD007433601, § 45).
73 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 7 του Χάρτη έχει την έννοια ότι εμπίπτουν στην έννοια των «επικοινωνιών» του άρθρου αυτού τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επαγγελματικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται μεταξύ των υπαλλήλων και των διευθυντικών στελεχών μιας επιχείρησης μέσω του συστήματος ηλεκτρονικής επικοινωνίας της.
Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
74 Με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7 του Χάρτη έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην κατάσχεση, για την οποία έχει προηγουμένως ληφθεί άδεια από δικαστική αρχή όπως η πορτογαλική εισαγγελική αρχή που είναι αυτοτελής και επιφορτισμένη, μεταξύ άλλων, με την κίνηση, υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, ποινικών διώξεων καθώς και με την προάσπιση της δημοκρατικής νομιμότητας, ηλεκτρονικών μηνυμάτων επαγγελματικού χαρακτήρα μεταξύ των υπαλλήλων και των διευθυντικών στελεχών μιας επιχείρησης κατά τη διάρκεια ελέγχου που διενεργείται από αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο έρευνας για παραβάσεις του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
75 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο τελευταίο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Επιπλέον, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη του κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους δεν παρέπεμψε το εθνικό δικαστήριο με τα ερωτήματά του [αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, Tissier, 35/85, EU:C:1986:143, σκέψη 9, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 60].
76 Ειδικότερα, το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, ένα εθνικό δικαστήριο διατύπωσε το προδικαστικό ερώτημα παραπέμποντας σε ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να του χρησιμεύσουν για την έκδοση απόφασης επί της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί, ανεξαρτήτως του αν στα υποβληθέντα ερωτήματα γίνεται μνεία των στοιχείων αυτών. Συναφώς, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο και, ιδίως, από το σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
77 Εν προκειμένω, με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τη νομιμότητα κατασχέσεων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αντάλλαξαν οι υπάλληλοι μιας επιχείρησης με τα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης αυτής, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενήργησε η Αρχή ανταγωνισμού σε επαγγελματικούς ή εμπορικούς χώρους της εν λόγω επιχείρησης στο πλαίσιο έρευνας για παράβαση των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν για τις κατασχέσεις αυτές μπορεί να ληφθεί άδεια από δικαστική αρχή, όπως η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, ή αν τέτοιες κατασχέσεις απαιτούν κατ’ ανάγκην προηγούμενη άδεια από δικαστή.
78 Μολονότι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 7 του Χάρτη, το οποίο αναγνωρίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του καθώς και της κατοικίας του και των επικοινωνιών του, εντούτοις, στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι τα έγγραφα τα οποία αφορούν οι επίδικες στις κύριες δίκες κατασχέσεις δεν εμπίπτουν αποκλειστικά στην έννοια των «επικοινωνιών» του εν λόγω άρθρου 7, αλλά εμπίπτουν επίσης στην έννοια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προστατεύονται από το άρθρο 8 του Χάρτη. Ειδικότερα, το γεγονός ότι οι συγκεντρωθείσες πληροφορίες εντάσσονται στο πεδίο της επαγγελματικής δραστηριότητας δεν είναι ικανό να άρει τον χαρακτηρισμό τους ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [πρβλ. απόφαση της 3ης Απριλίου 2025, Ministerstvo zdravotnictví (Δεδομένα που αφορούν τον εκπρόσωπο νομικού προσώπου), C‑710/23, EU:C:2025:231, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
79 Συναφώς, επιβάλλεται επίσης να υπομνησθεί ότι το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνδέεται στενά με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του άρθρου 7 του Χάρτη, το οποίο συμπληρώνει (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, Volker und Markus Schecke και Eifert, C‑92/09 και C‑93/09, EU:C:2010:662, σκέψη 47, καθώς και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Storstockholms Lokaltrafik, C‑422/24, EU:C:2025:980, σκέψη 40).
80 Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθούν και να γίνει δεκτό ότι, με αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην κατάσχεση, χωρίς προηγούμενη άδεια δικαστή, μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των υπαλλήλων μιας επιχείρησης με τα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης αυτής κατά τη διάρκεια ελέγχου διενεργούμενου από την εθνική αρχή ανταγωνισμού στους επαγγελματικούς ή εμπορικούς χώρους της εν λόγω επιχείρησης για την οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει διαπράξει παραβάσεις του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
81 Όσον αφορά την έκταση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη, υπενθυμίζεται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους εντός της κοινωνίας (αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2022, Ligue des droits humains, C‑817/19, EU:C:2022:491, σκέψη 112, καθώς και της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 45).
82 Ειδικότερα, το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη ορίζει ότι επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στην άσκηση των δικαιωμάτων όπως εκείνα που κατοχυρώνονται στα εν λόγω άρθρα 7 και 8, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται στον νόμο, ότι σέβονται το βασικό περιεχόμενο των οικείων δικαιωμάτων και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων [αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, Volker und Markus Schecke και Eifert, C‑92/09 και C‑93/09, EU:C:2010:662, σκέψη 50, καθώς και της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Google (Διαγραφή συνδέσμων προς φερόμενο ως ανακριβές περιεχόμενο), C‑460/20, EU:C:2022:962, σκέψη 57].
83 Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι κατασχέσεις μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κατά τη διάρκεια ελέγχων στον επαγγελματικό ή εμπορικό χώρο φυσικού προσώπου ή στους χώρους εμπορικής εταιρίας συνιστούν περιορισμό της άσκησης του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 72).
84 Επιπλέον, όσον αφορά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των διευθυντικών στελεχών και των υπαλλήλων μιας επιχείρησης καθώς και επαγγελματικά έγγραφα που περιλαμβάνονται στα μηνύματα αυτά, προκύπτει ότι, κατά το μέτρο που τα εν λόγω μηνύματα και έγγραφα ενδέχεται επίσης να περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η κατάσχεσή τους, στην οποία προβαίνει η εθνική αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο έρευνας, συνιστά επίσης περιορισμό της άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη.
85 Επομένως, τέτοιοι περιορισμοί είναι δυνατοί μόνον εφόσον προβλέπονται στον νόμο και σέβονται το βασικό περιεχόμενο των οικείων δικαιωμάτων καθώς και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους αναγνωρίζει η Ένωση.
86 Σχετικά, κατά πρώτον, με την απαίτηση της τήρησης της αρχής της νομιμότητας, αυτή πληρούται εν προκειμένω. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι τα επίδικα στις διαφορές των κύριων δικών μέτρα βασίζονται στα άρθρα 18 έως 21 του νόμου περί ανταγωνισμού, τα οποία επιτρέπουν, μεταξύ άλλων, στην Αρχή ανταγωνισμού να διενεργεί, στους χώρους των επιχειρήσεων για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν διαπράξει παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, «πράξεις αναζήτησης, εξέτασης, ανάκτησης και κατάσχεσης αποσπασμάτων κειμένων και άλλων εγγράφων, σε οποιοδήποτε μέσο, οσάκις τέτοιες ενέργειες είναι αναγκαίες για την απόκτηση αποδεικτικού στοιχείου».
87 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τον σεβασμό του βασικού περιεχομένου των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, σημειώνεται ότι, μολονότι μέτρα έρευνας και κατάσχεσης εγγράφων, όπως τα επίδικα μέτρα στις διαφορές των κύριων δικών, συνεπάγονται πρόσβαση σε επικοινωνίες κατά την έννοια του άρθρου 7 του Χάρτη, εντούτοις αποσκοπούν αποκλειστικά στην απόκτηση πρόσβασης στο περιεχόμενο των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ηλεκτρονικών μηνυμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της έρευνας, όπως αυτό ορίζεται στην απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου. Επίσης, τα εν λόγω μέτρα αφορούν μηνύματα που έχουν ανταλλαγεί μέσω των επαγγελματικών συστημάτων επικοινωνίας των οικείων επιχειρήσεων, καθώς και έγγραφα και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων που απασχολούνται στις επιχειρήσεις αυτές, τα οποία περιορίζονται, κατ’ αρχήν, σε πτυχές της επαγγελματικής ζωής των συγκεκριμένων φυσικών προσώπων, αποκλειομένων των πληροφοριών σχετικά με την ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή κατά την έννοια του άρθρου 7.
88 Εξάλλου, η κατάσχεση των επαγγελματικών επικοινωνιών των διευθυντικών στελεχών και των υπαλλήλων μιας υπό έρευνα επιχείρησης δεν συνεπάγεται, κατά κανόνα, ούτε απεριόριστη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ούτε γενικευμένη πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, δεδομένου ότι η συλλογή των εν λόγω δεδομένων που περιέχονται στις συγκεκριμένες επικοινωνίες περιορίζεται σε εκείνα τα δεδομένα που συνδέονται με τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορές τις οποίες αφορά η έρευνα της Αρχής ανταγωνισμού. Επιπλέον, τα δεδομένα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς άλλους από τη διακρίβωση της ύπαρξης των παράνομων συμπεριφορών. Επομένως, εφόσον, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβανομένου του ΓΚΠΔ, η εθνική νομοθεσία οριοθετεί τους σκοπούς της επεξεργασίας των συλλεγόμενων δεδομένων και θεσπίζει κανόνες που διέπουν την επεξεργασία αυτή, περιλαμβανομένων της αποθήκευσης και της διαβίβασης των εν λόγω δεδομένων, οι επίδικες στις διαφορές των κύριων δικών κατασχέσεις μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ικανές να θίξουν το βασικό περιεχόμενο του άρθρου 8 του Χάρτη.
89 Υπό τις συνθήκες αυτές, με την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι οι κατασχέσεις εγγράφων τις οποίες αφορούν οι διαφορές των κύριων δικών δεν θίγουν το βασικό περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
90 Κατά τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα αν, εν προκειμένω, οι εν λόγω επεμβάσεις ανταποκρίνονται σε σκοπό γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, επισημαίνεται ότι οι έλεγχοι και οι κατασχέσεις επικοινωνιών και άλλων εγγράφων και ηλεκτρονικών φορέων, που διενεργούνται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού όταν εφαρμόζουν, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 5 του κανονισμού 1/2003, τα άρθρα 101 ή 102 ΣΛΕΕ, αποσκοπούν στον εντοπισμό πρακτικών αντίθετων προς τις διατάξεις αυτές. Επομένως, οι εξουσίες έρευνας των εθνικών αρχών ανταγωνισμού έχουν ως σκοπό να παράσχουν τη δυνατότητα στις συγκεκριμένες αρχές να εκπληρώσουν την αποστολή τους, η οποία συνίσταται στη μέριμνα για την τήρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς που επιδιώκουν την αποφυγή της νόθευσης του ανταγωνισμού σε βάρος του γενικού συμφέροντος, των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών, συμβάλλοντας έτσι στη διασφάλιση της οικονομικής ευημερίας εντός της Ένωσης (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2002, Roquette Frères, C‑94/00, EU:C:2002:603, σκέψη 42).
91 Συνεπώς, όπως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, από το πρωτόκολλο (αριθ. 27) σχετικά με την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό, το οποίο προσαρτάται στη ΣΛΕΕ και στη ΣΕΕ, η εσωτερική αγορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 ΣΕΕ και στο άρθρο 26, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, περιλαμβάνει σύστημα που εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό, ο οποίος είναι απαραίτητος για τη λειτουργία της (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 2011, TeliaSonera Sverige, C‑52/09, EU:C:2011:83, σκέψη 20, της 22ας Μαρτίου 2022, bpost, C‑117/20, EU:C:2022:202, σκέψη 46, καθώς και της 22ας Μαρτίου 2022, Nordzucker κ.λπ., C‑151/20, EU:C:2022:203, σκέψη 51). Ο ρόλος των εθνικών αρχών ανταγωνισμού στην αποτελεσματικότητα του συστήματος αυτού και η συμβολή τους στην εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, τα οποία αποτελούν, κατά πάγια νομολογία, διατάξεις δημόσιας τάξης (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, International Skating Union κατά Επιτροπής, C‑124/21 P, EU:C:2023:1012, σκέψη 192 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), είναι συναφώς αναγκαίος. Επομένως, η διασφάλιση ανόθευτου ανταγωνισμού πρέπει να θεωρηθεί ως σκοπός γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενος από την Ένωση, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.
92 Όσον αφορά, κατά τέταρτον, την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η αναλογικότητα μέτρων τα οποία συνεπάγονται επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη επιτάσσει την τήρηση των απαιτήσεων της καταλληλότητας και της αναγκαιότητας καθώς και της απαίτησης που αφορά τον ανάλογο χαρακτήρα των μέτρων αυτών σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 63 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
93 Οι περιορισμοί τους οποίους επιδέχονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνει ο Χάρτης δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου, εξυπακουομένου ότι, εφόσον υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων για την επίτευξη των επιδιωκόμενων θεμιτών σκοπών, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές. Επιπλέον, σκοπός γενικού συμφέροντος δεν μπορεί να επιδιωχθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πρέπει να συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία θίγει το μέτρο, μέσω ισόρροπης στάθμισης μεταξύ, αφενός, του σκοπού γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, των οικείων δικαιωμάτων, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι προκαλούμενες δυσχέρειες δεν είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Επομένως, κατά την εκτίμηση της δυνατότητας δικαιολόγησης ενός περιορισμού των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της επέμβασης την οποία συνεπάγεται ο περιορισμός αυτός και να ελέγχεται αν η σημασία του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος τελεί σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη σοβαρότητα (αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2022,Luxembourg Business Registers, C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 64, καθώς και της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Orde van Vlaamse Balies κ.λπ., C‑694/20, EU:C:2022:963, σκέψη 41).
94 Περαιτέρω, προκειμένου να πληροί την απαίτηση περί αναλογικότητας, η επίμαχη ρύθμιση η οποία συνεπάγεται την επέμβαση πρέπει επίσης να προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες που να διέπουν το περιεχόμενο και την εφαρμογή των προβλεπόμενων από αυτήν μέτρων και να επιβάλλουν ελάχιστες απαιτήσεις, ούτως ώστε τα υποκείμενα των δεδομένων να διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις για την αποτελεσματική προστασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων τους από κινδύνους κατάχρησης. Ειδικότερα, η εν λόγω ρύθμιση πρέπει να ορίζει υπό ποιες περιστάσεις και συνθήκες μπορεί να ληφθεί μέτρο επεξεργασίας τέτοιων δεδομένων, προκειμένου να διασφαλίζεται κατά τον τρόπο αυτό ότι η επέμβαση θα περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 65 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
95 Εν προκειμένω, πρώτον, οι εξουσίες έρευνας και κατάσχεσης ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εγγράφων και άλλων επαγγελματικών δεδομένων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού αποσκοπούν στη διαπίστωση της ύπαρξης αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών απαγορευόμενων από τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και συμβάλλουν, κατά συνέπεια, στην επίτευξη του σκοπού γενικού συμφέροντος που επισημάνθηκε στη σκέψη 91 της παρούσας απόφασης και συνίσταται στη διασφάλιση του ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς. Η σημασία του σκοπού αυτού μπορεί να δικαιολογήσει επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
96 Δεύτερον, όσον αφορά την απαίτηση της αναγκαιότητας, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι αυτή πληρούται όταν ο σκοπός που επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα δεν μπορεί εύλογα να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα των οικείων προσώπων, μεταξύ άλλων τα δικαιώματα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη [αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 126, καθώς και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 88].
97 Συναφώς, προκύπτει ότι, προς τον σκοπό της δίωξης και της διαπίστωσης της ύπαρξης αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών που αντιβαίνουν στα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, κανένα άλλο μέσο, εξίσου αποτελεσματικό και λιγότερο περιοριστικό των δικαιωμάτων σεβασμού των επικοινωνιών και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν εμφανίζεται ως ικανοποιητική εναλλακτική λύση σε σχέση με την κατάσχεση εγγράφων που περιλαμβάνονται σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ των διευθυντικών στελεχών και των υπαλλήλων της επιχείρησης την οποία αφορούν τα μέτρα ελέγχου της Αρχής ανταγωνισμού.
98 Όπως υπογράμμισε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στο σημείο 21 των προτάσεων που εκφώνησε στις 23 Οκτωβρίου 2025, τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα οποία έχουν ανταλλαγεί σε επαγγελματικό πλαίσιο με χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων επικοινωνίας αποτελούν μία από τις κύριες πηγές που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές ανταγωνισμού προκειμένου να διαπιστώσουν την ύπαρξη συμπεριφοράς αντίθετης προς τον ανταγωνισμό. Επομένως, το δικαίωμα της αρχής ανταγωνισμού να παράγει αντίγραφα ολόκληρων συνόλων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εμπίπτει στην εξουσία ελέγχου την οποία διαθέτει η αρχή αυτή [βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά την εξουσία που απονέμει στην Επιτροπή το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής, C‑606/18 P, EU:C:2020:571, σκέψη 63]. Συναφώς, το άρθρο 32 της οδηγίας 2019/1 αναφέρει τα ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να θεωρούνται παραδεκτά ενώπιον των εθνικών αρχών ανταγωνισμού. Το να στερηθούν, κατ’ αρχήν, οι εν λόγω αρχές την εξουσία να κατάσχουν τέτοιες επαγγελματικές ηλεκτρονικές επικοινωνίες θα μπορούσε να θίξει την αποτελεσματική επιδίωξη της καταπολέμησης των περιπτώσεων συμπράξεων και καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης εντός της εσωτερικής αγοράς, την οποία επιτάσσουν τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ.
99 Ωστόσο, εφόσον ένα κράτος μέλος θεωρήσει αναγκαία τη διενέργεια ερευνών και κατασχέσεων προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, η νομοθεσία και η πρακτική του στον τομέα αυτό πρέπει να παρέχουν επαρκείς και κατάλληλες εγγυήσεις έναντι πιθανών καταχρήσεων (πρβλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ, της 25ης Φεβρουαρίου 1993, Funke κατά Γαλλίας, CE:ECHR:1993:0225JUD001082884, § 57, καθώς και της 21ης Δεκεμβρίου 2010, Société Canal Plus και λοιποί κατά Γαλλίας, CE:ECHR:2010:1221JUD002940808, § 54 in fine).
100 Τρίτον, όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα του περιορισμού της άσκησης των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη λόγω της κατάσχεσης των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σημειώνεται ότι ο περιορισμός αυτός πρέπει να εκτιμάται στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, λαμβανομένου υπόψη, σε κάθε περίπτωση, του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων της συγκεκριμένης περίπτωσης [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 89].
101 Στο πλαίσιο περιορισμού λόγω κατασχέσεων διενεργούμενων στη διάρκεια ελέγχων από αρχή ανταγωνισμού, στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα του επιβληθέντος περιορισμού ως προς την άσκηση του επίμαχου θεμελιώδους δικαιώματος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες επήλθε ο εν λόγω περιορισμός.
102 Σχετικά με τη σοβαρότητα του περιορισμού τον οποίο συνεπάγεται η επίμαχη στις κύριες δίκες ρύθμιση που επιτρέπει την κατάσχεση, χωρίς προηγούμενη δικαστική έγκριση, από την εθνική αρχή ανταγωνισμού μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο πλαίσιο έρευνας που αφορά πρακτικές αντίθετες προς τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ, επισημαίνεται ότι η κατάσχεση επαγγελματικής αλληλογραφίας από εθνική αρχή ανταγωνισμού οριοθετείται κατά κανόνα από διαδικαστικές εγγυήσεις που αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη διαφύλαξη της ασφάλειας, της ακεραιότητας και της εμπιστευτικότητας των δεδομένων αυτών. Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 33 των προτάσεων που εκφώνησε στις 23 Οκτωβρίου 2025, κάθε έρευνα που διενεργούν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει να στηρίζεται σε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση για διενέργεια ελέγχου βάσει υπονοιών σχετικά με παράβαση από την επιχείρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού τους οποίους προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ. Όσον αφορά την κατάσχεση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον οι υπάλληλοι της εθνικής αρχής ανταγωνισμού χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό λογισμικό έρευνας, η διαδικασία ευρετηρίασης, η οποία προηγείται της αναζήτησης εμπορικών πληροφοριών στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έρευνας, πρέπει να πραγματοποιείται με τη χρήση λέξεων-κλειδιών που καθορίζονται σε σχέση με το προκαθορισμένο αντικείμενο έρευνας.
103 Ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες επήλθε ο περιορισμός της άσκησης του επίμαχου θεμελιώδους δικαιώματος, υπενθυμίζεται ότι πρέπει, κατ’ αρχήν, να γίνεται διάκριση μεταξύ της περίπτωσης που ο έλεγχος διενεργείται στους επαγγελματικούς χώρους μιας επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων και της περίπτωσης που ο έλεγχος διενεργείται σε άλλους χώρους, συμπεριλαμβανομένης της ιδιωτικής κατοικίας φυσικού προσώπου.
104 Μολονότι το θεμελιώδες δικαίωμα του απαραβίαστου της κατοικίας συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης που εκφράζεται πλέον στο άρθρο 7 του Χάρτη και αντιστοιχεί στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, εντούτοις η δημόσια παρέμβαση είναι δυνατόν να βαίνει πέραν των τιθέμενων ορίων συναφώς όταν πρόκειται για χώρους ή δραστηριότητες επαγγελματικού ή εμπορικού χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψεις 19 και 20 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
105 Ειδικότερα, οι ελεγκτικές εξουσίες των αρχών ανταγωνισμού είναι, κατ’ αρχήν, σαφώς καθορισμένες, είτε πρόκειται για τον αποκλεισμό από το πεδίο έρευνάς τους των εγγράφων που δεν έχουν επαγγελματικό χαρακτήρα, για το δικαίωμα δικαστικής αρωγής, για το δικαίωμα του σεβασμού του απορρήτου της αλληλογραφίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών είτε, ακόμη, για την υποχρέωση αιτιολογήσεως της απόφασης περί ελέγχου και για τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψη 31 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να συμμορφώνονται προς τον ΓΚΠΔ στο πλαίσιο των ερευνών που διενεργούν.
106 Επιπλέον, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ προκύπτει ότι, όσον αφορά τις έρευνες στους επαγγελματικούς χώρους μιας επιχείρησης, η έλλειψη προηγούμενης άδειας, από δικαστή, για τη διενέργεια ελέγχου, ο οποίος θα μπορούσε να οριοθετήσει ή να ελέγξει τη διενέργεια του ελέγχου αυτού, μπορεί να αντισταθμιστεί από τον εκ των υστέρων δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της αναγκαιότητας ενός τέτοιου μέτρου διεξαγωγής αποδείξεων υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω έλεγχος είναι αποτελεσματικός υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης. Η προϋπόθεση αυτή σημαίνει ότι οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να εξασφαλίσουν πραγματικό δικαστικό έλεγχο του επίδικου μέτρου και της εκτέλεσής του τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής άποψης. Όταν έχει ήδη πραγματοποιηθεί πράξη που έχει κριθεί παράτυπη, το διαθέσιμο μέσο έννομης προστασίας πρέπει να παρέχει στον ενδιαφερόμενο κατάλληλη επανόρθωση (πρβλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 2023, Casino, Guichard-Perrachon και AMC κατά Επιτροπής, C‑690/20 P, EU:C:2023:171, σκέψη 38 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).
107 Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που υπομνήσθηκαν ανωτέρω σχετικά με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που διέπουν την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού δεν απαιτούν να έχει ληφθεί προηγουμένως δικαστική άδεια για τη διενέργεια ελέγχου σε επαγγελματικό χώρο. Συναφώς, το άρθρο 20, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 1/2003 και το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1, τα οποία αφορούν τους ελέγχους που διενεργούνται στους επαγγελματικούς χώρους των επιχειρήσεων, αντιστοίχως, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, δεν απαιτούν προηγούμενη άδεια εθνικού δικαστηρίου ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, ακόμη και σε περίπτωση κατάσχεσης μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αλλά παραπέμπουν, συναφώς, στις υποχρεώσεις που επιβάλλει το εθνικό δίκαιο καθόσον επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής για την άσκηση των εξουσιών ελέγχου των εθνικών αρχών ανταγωνισμού.
108 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη δεν αντιτίθενται, κατ’ αρχήν, σε ρύθμιση κράτους μέλους κατ’ εφαρμογήν της οποίας, στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με εικαζόμενη παράβαση του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, η εθνική αρχή ανταγωνισμού προβαίνει, εντός επαγγελματικού ή εμπορικού χώρου, στην κατάσχεση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των οποίων το περιεχόμενο σχετίζεται με το αντικείμενο του ελέγχου χωρίς να διαθέτει προς τούτο προηγούμενη άδεια από δικαστή.
109 Πάντως, πρέπει να διευκρινιστεί, πρώτον, ότι, ελλείψει τέτοιας προηγούμενης άδειας από δικαστή, η προστασία των ατόμων έναντι αυθαίρετων προσβολών από πλευράς της δημόσιας εξουσίας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη απαιτεί νομικό πλαίσιο και αυστηρή οριοθέτηση των οικείων μέτρων. Επομένως, τόσο ο έλεγχος όσο και η κατάσχεση μπορούν να είναι συμβατές με τις διατάξεις αυτές μόνον αν η εσωτερική νομοθεσία και πρακτική παρέχουν επαρκείς και κατάλληλες εγγυήσεις έναντι των καταχρήσεων και της αυθαιρεσίας (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 77). Οι εν λόγω εγγυήσεις πρέπει να λαμβάνουν τη μορφή πλήρους εκ των υστέρων δικαστικού ελέγχου των μέτρων. Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 106 της παρούσας αποφάσεως, ο έλεγχος αυτός πρέπει να παρέχει κατάλληλη επανόρθωση στους ενδιαφερομένους, καθιστώντας επίσης δυνατή την εκτίμηση του παραδεκτού των συγκεντρωθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
110 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι έλεγχοι και οι κατασχέσεις δεν πραγματοποιήθηκαν χωρίς να έχει κινηθεί διαδικασία για τη λήψη προηγούμενης άδειας, δεδομένου ότι είχε ληφθεί άδεια από δικαστική αρχή, ήτοι την πορτογαλική εισαγγελική αρχή, η οποία, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, λειτουργεί αυτοτελώς σε σχέση με τα λοιπά όργανα της κεντρικής, περιφερειακής και τοπικής εξουσίας και είναι επιφορτισμένη, μεταξύ άλλων, με την κίνηση, υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, των ποινικών διώξεων και με την προάσπιση της δημοκρατικής νομιμότητας. Η άδεια που χορηγήθηκε από την εν λόγω δικαστική αρχή φαίνεται να συμβάλλει στην αυστηρή νομική πλαισίωση των ελέγχων και κατασχέσεων που πραγματοποιεί η εθνική αρχή ανταγωνισμού, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό της σκοπιμότητας, της διάρκειας και της ουσιαστικής έκτασής τους.
111 Επομένως, όταν, όπως στις υποθέσεις των κύριων δικών, η προηγούμενη άδεια δεν έχει χορηγηθεί από δικαστή, αλλά από τον εισαγγελέα, είναι πρωταρχικής σημασίας να παρέχεται στους ενδιαφερομένους πρόσβαση σε μια τέτοια διαδικασία εκ των υστέρων δικαστικού ελέγχου ανταποκρινόμενου πλήρως στις απαιτήσεις που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 106 και 109 της παρούσας αποφάσεως.
112 Δεύτερον, επιβάλλεται να διατυπωθεί επιφύλαξη όσον αφορά τους ελέγχους που συνεπάγονται την κατάσχεση κινητών τηλεφώνων, υπολογιστών ή οποιουδήποτε άλλου ηλεκτρονικού φορέα που δεν ανήκει στις επιχειρήσεις των οποίων οι χώροι τελούν υπό έρευνα, αλλά σε φυσικά πρόσωπα, όπως τα διευθυντικά στελέχη και οι υπάλληλοί τους.
113 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο ανέφερε ότι το σύστημα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαφορών των κύριων δικών «περιορίζεται σε υπηρεσιακή χρήση» και ότι η χρήση του για προσωπικούς σκοπούς και σκοπούς που άπτονται της ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων «απαγορεύεται» από τους εσωτερικούς κανονισμούς των οικείων επιχειρήσεων. Μολονότι οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως κάνουν λόγο για έρευνα πραγματοποιηθείσα εντός του συστήματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή των θυρίδων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των υπαλλήλων, εντούτοις δεν διευκρινίζουν ποιοι είναι οι φορείς αποθήκευσης των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στα οποία είχαν πρόσβαση οι υπάλληλοι της Αρχής ανταγωνισμού. Επομένως, από την ανάγνωση του εντάλματος που εξέδωσε η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, το οποίο αναφέρεται σε «κάθε ηλεκτρονικό φορέα ή υπολογιστή», δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι σχετικοί υλικοί φορείς να περιλαμβάνουν κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή άλλους ηλεκτρονικούς φορείς που δεν ανήκαν στις επιχειρήσεις, αλλά στα διευθυντικά στελέχη και τους υπαλλήλους τους.
114 Πλην όμως, καίτοι, στο πλαίσιο ελέγχου που διενεργεί μια αρχή ανταγωνισμού στους επαγγελματικούς χώρους μιας επιχείρησης, οι υπάλληλοι της εν λόγω αρχής καλούνται να κατάσχουν τα κινητά τηλέφωνα, τους υπολογιστές και κάθε είδους ηλεκτρονικούς φορείς που δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη επιχείρηση αλλά στα διευθυντικά στελέχη και τους υπαλλήλους της, εντούτοις η πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονται στις συσκευές αυτές πρέπει, ενδεχομένως κατόπιν σφράγισής τους, να υποβάλλονται στον προηγούμενο έλεγχο δικαστή ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής.
115 Ειδικότερα, δεδομένου ότι οι εν λόγω συσκευές μπορούν να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα για ιδιωτικούς και για επαγγελματικούς ή εμπορικούς σκοπούς, η πρόσβαση σε αυτές μπορεί να αφορά, αναλόγως του περιεχομένου των συσκευών, όχι μόνον δεδομένα κίνησης και θέσης, αλλά και φωτογραφίες και ιστορικό πλοήγησης στο διαδίκτυο ή, ακόμη, ιδιωτικές επικοινωνίες [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 92].
116 Επομένως, η πρόσβαση σε ένα τέτοιο σύνολο δεδομένων μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα να συναχθούν πολύ ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων, όπως είναι οι καθημερινές του συνήθειες, οι μόνιμοι ή προσωρινοί τόποι διαμονής, οι καθημερινές και άλλες μετακινήσεις του, οι ασκούμενες δραστηριότητές του, οι κοινωνικές συναναστροφές του και τα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία συχνάζει. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εμπίπτουν τα δεδομένα αυτά σε ιδιαίτερη κατηγορία δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ. Συνεπώς, η πρόσβαση στα δεδομένα που είναι αποθηκευμένα σε τέτοιες συσκευές μπορεί να συνεπάγεται σοβαρή, αν όχι ιδιαιτέρως σοβαρή, επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψεις 93 έως 95].
117 Προκειμένου ιδίως να διασφαλιστεί ότι η αρχή της αναλογικότητας τηρείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με στάθμιση όλων των κρίσιμων στοιχείων, είναι ουσιώδες, όταν η πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ενέχει τον κίνδυνο σοβαρής ή, ακόμη, ιδιαίτερα σοβαρής επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων, η πρόσβαση αυτή να εξαρτάται από τη διενέργεια προηγούμενου ελέγχου είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 102].
118 Ο εν λόγω προηγούμενος έλεγχος απαιτεί το δικαστήριο ή η ανεξάρτητη διοικητική αρχή που είναι επιφορτισμένη με τη διενέργειά του να διαθέτει όλες τις αρμοδιότητες και να παρέχει όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις ώστε να διασφαλίζεται ο συγκερασμός των επίμαχων έννομων συμφερόντων και δικαιωμάτων. Όσον αφορά ειδικότερα έλεγχο διενεργούμενο από αρχή ανταγωνισμού, ο έλεγχος αυτός απαιτεί να είναι σε θέση το εν λόγω δικαστήριο ή η εν λόγω αρχή να διασφαλίσει δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, των έννομων συμφερόντων που συνδέονται με τις ανάγκες της έρευνας και, αφετέρου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των προσώπων των οποίων τα δεδομένα αφορά η πρόσβαση [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 103].
119 Συναφώς, επιβάλλεται να τονιστεί επιπρόσθετα ότι εναπόκειται, κατ’ αρχήν, μόνο στο εθνικό δίκαιο να καθορίσει τους κανόνες σχετικά με το παραδεκτό των συλλεγομένων αποδεικτικών στοιχείων, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις που ρυθμίζονται από το εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ., C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791, σκέψεις 222 έως 225).
120 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην κατάσχεση, χωρίς προηγούμενη άδεια δικαστή, μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των υπαλλήλων μιας επιχείρησης με τα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης αυτής κατά τη διάρκεια ελέγχου διενεργούμενου από την εθνική αρχή ανταγωνισμού στους επαγγελματικούς ή εμπορικούς χώρους της εν λόγω επιχείρησης για την οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει διαπράξει παραβάσεις του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπεται αυστηρό νομικό πλαίσιο των εξουσιών της συγκεκριμένης αρχής καθώς και κατάλληλες και επαρκείς εγγυήσεις έναντι των καταχρήσεων και της αυθαιρεσίας, όπως είναι ο αποτελεσματικός εκ των υστέρων δικαστικός έλεγχος των οικείων μέτρων.
Επί των δικαστικών εξόδων
121 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
έχει την έννοια ότι:
εμπίπτουν στην έννοια των «επικοινωνιών» του άρθρου αυτού τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επαγγελματικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται μεταξύ των υπαλλήλων και των διευθυντικών στελεχών μιας επιχείρησης μέσω του συστήματος ηλεκτρονικής επικοινωνίας της.
2) Τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται στην κατάσχεση, χωρίς προηγούμενη άδεια δικαστή, μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των υπαλλήλων μιας επιχείρησης με τα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης αυτής κατά τη διάρκεια ελέγχου διενεργούμενου από την εθνική αρχή ανταγωνισμού στους επαγγελματικούς ή εμπορικούς χώρους της εν λόγω επιχείρησης για την οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει διαπράξει παραβάσεις του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπεται αυστηρό νομικό πλαίσιο των εξουσιών της συγκεκριμένης αρχής καθώς και κατάλληλες και επαρκείς εγγυήσεις έναντι των καταχρήσεων και της αυθαιρεσίας, όπως είναι ο αποτελεσματικός εκ των υστέρων δικαστικός έλεγχος των οικείων μέτρων.
(υπογραφές)
