ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Π. χήρας Χ. Ν. το γένος Γ. Δ. και 2) Π. Ν. του Χ. , κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αμανατίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ν. του Α. , κατοίκου … και 2) Μ. Ν. του Α. , κατοίκου … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Στεργιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-02-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 03-03-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 3-3-2022 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ …/2022 , ΕΑΚ …/2022 αριθ. δικ. …/2022) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 19/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο … , Ε. – Α. Μ. , η επίδοση αυτής στις αναιρεσείουσες έλαβε χώρα στις 3-2-2022 και η κατάθεση της αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 4-3-2022, ήτοι εντός τριάντα ημερών (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. , προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023 ΑΠ 1381/2022). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023), ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 133/2022). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 55/2023, 41/2023, ΑΠ 385/2022). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 385/2022). Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγόμενου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1005/2022).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 19/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 27-2-2018 με αριθ. Έκθ. Καταθ. …/2018 αγωγή, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες λόγω αδικοπραξίας και επικουρικά λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 169/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ερήμην των εναγόμενων, η οποία αφού έκρινε ότι τεκμαίρονται ομολογημένοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των εναγόντων λόγω της ερημοδικίας των εναγόμενων αναγνώρισε την υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλλουν το αιτούμενο ποσό των 21.629,89 ευρώ σε καθένα εξ αυτών καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 1000 ευρώ λόγω της αδικοπραξίας και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της. Μετά την άσκηση από τις εναγόμενες – αναιρεσείουσες της από 21-3-2019 έφεσή τους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία αφού εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ , η αγωγή ως προς την κύρια βάση της κρίθηκε ορισμένη – αφού απορρίφθηκε η σχετική ένσταση των εναγόμενων περί αοριστίας αυτής – και νόμιμη και ακολούθως έγινε δεκτή αυτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν στους ενάγοντες το αιτούμενο ποσό των 21.629,89 ευρώ σε καθένα εξ αυτών καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 1.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 22.629,89 ευρώ σε καθένα των εναγόντων, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της ως νόμω αβάσιμη. Με τον πρώτο και τρίτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14, 1, και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον οικείο λόγο της έφεσης των εναγόμενων -εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών , δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, που άσκησαν κατ’ αυτών οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι , είναι επαρκώς ορισμένη παρότι δεν γίνεται μνεία των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αδικοπραξία και δη την αδικοπρακτική απάτη. Με τον τρίτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι αόριστη ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα για το λόγο ότι δεν αναφέρεται σε αυτή καμία ενέργεια με την οποία η δεύτερη αναιρεσείουσα εισέπραξε το σύνολο ή μέρος του ποσού που αξιώνουν. Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , επισκόπηση της από 27-2-2018 με αριθ. Έκθ. Καταθ. …/ 2018 αγωγής, που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκθέτουν ότι τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στο σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντος το έτος 1988 πατέρα τους Α. Ν. , κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ αυτών, δεδομένου ότι και η έτερη κληρονόμος αυτού, Α. Ν. , μητέρα τους απεβίωσε το έτος 2015, καταλείποντας αυτούς μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της. Ότι ο ανωτέρω πατέρας τους, το έτος 1962 μετοίκησε στο Κογκό Αφρικής, όπου δημιούργησε επιχείρηση με αντικείμενο το γενικό εμπόριο και τις μεταφορές. Ότι στην επιχείρηση αυτή εισήλθε το έτος 1968 με ποσοστό στις κερδοζημίες 1/3 ο ήδη αποβιώσας αδελφός του πατέρα τους, Χ. Ν. , σύζυγος της πρώτης εναγόμενης και πατέρας της δεύτερης, οι οποίες τυγχάνουν μοναδικές κληρονόμοι αυτού. Ότι τα ως άνω αδέλφια λειτούργησαν την επιχείρηση αυτή μαζί, κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ήτοι 2/3 ο πατέρας τους και 1/3 ο θείος τους, έως το έτος 1974, κατά το οποίο, λόγω επανάστασης που πραγματοποιήθηκε στη Χώρα του Κογκό, δημεύθηκε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία όλων των ομογενών που εργάζονταν τότε εκεί. Ότι μετά την εξέλιξη αυτή τα δύο αδέλφια αποχώρησαν από το Κογκό, ενώ επέστρεψαν σε αυτό το έτος 1976, κατά το οποίο δημιούργησαν με τα ίδια ποσοστά συμμετοχής (2/3 και 1/3 αντίστοιχα) νέα επιχείρηση γενικού εμπορίου και μεταφορών, την οποία λειτούργησαν έως το έτος 1980, οπότε και ο πατέρας των εναγόντων επέστρεψε μόνιμα στην Ελλάδα. Ότι στις αρχές του έτους 2013 πληροφορήθηκαν από άλλους ομογενείς του Κογκό, ότι αυτοί, μέσω του Συνδέσμου Ελλήνων του Κογκό, είχαν αναθέσει σε δικηγορικό γραφείο του Βελγίου να διεκδικήσει ανάλογες αποζημιώσεις για τις δημευθείσες από το κράτος του Κογκό περιουσίες τους. Ότι, ενόψει αυτού, απευθύνθηκαν στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, προκειμένου να τους πληροφορήσουν σχετικά με τη διεκδίκηση αποζημίωσης και εκ μέρους τους, οι οποίες ωστόσο, τους δήλωσαν ψευδώς ότι δεν γνώριζαν για ενδεχόμενη τέτοια διεκδίκηση. Ότι ακολούθως, οι ίδιοι (ενάγοντες) πληροφορήθηκαν το Νοέμβριο του έτους 2013 ότι οι εναγόμενες είχαν αναθέσει κρυφά από αυτούς την υπόθεση της διεκδίκησης της άνω αποζημίωσης μέσω του Συνδέσμου Ελλήνων του Κογκό σε δικηγορικό γραφείο του Βελγίου. Ότι πράγματι δόθηκε αποζημίωση για τη δημευθείσα επιχείρηση του πατέρα τους, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 92.699,55 ευρώ, εκ του οποίου παρακρατήθηκε το ποσό των 27.809,87 ευρώ από το δικηγορικό γραφείο του Βελγίου ως αμοιβή του, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 64.889,69 ευρώ, εισπράχθηκε την 25-02-2013 από τις εναγόμενες και δη στον τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης για λογαριασμό και των δύο εναγομένων.
Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν, ότι οι εναγόμενες δήλωσαν ψευδώς στο Σύνδεσμο Φιλελλήνων του Κογκό και στο άνω δικηγορικό γραφείο ότι η επίμαχη επιχείρηση ανήκε εξ ολοκλήρου στο σύζυγο και πατέρα τους, προκειμένου να τους εξαπατήσουν και να προβούν αυτοί στην καταβολή του συνόλου της αποζημίωσης στις ίδιες, το οποίο και πέτυχαν, αφού εισέπραξαν αυτές το σύνολο του χρηματικού ποσού, αντί του 1/3 του ποσού αυτού, που πράγματι δικαιούνταν. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες, ζητούσαν κατόπιν παραδεκτής τροπής του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να τους καταβάλουν, σε ολόκληρο η καθεμία, το ποσό των 43.259,79 ευρώ, ως κληρονόμων της περιουσίας του πατέρα τους και επικαλούμενοι ότι από την εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, η οποία συνιστά την αξιόποινη πράξη της απάτης, υπέστησαν και ηθική βλάβη , ζητούσαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν σε ολόκληρο η καθεμία, το ποσό των 10.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών. Επικουρικά οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να τους καταβάλουν το παραπάνω ποσό, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, κατά την κύρια βάσης της, με την οποία διώκεται αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο και δη από τα άρθρα 914,926 297, 298, 299, 481, 932 ΑΚ και 386 ΠΚ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα διαλαμβάνει με επάρκεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν α) την παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά των εναγόμενων – αναιρεσειουσών ήτοι την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα ότι οι εναγόμενες δήλωσαν ψευδώς στο Σύνδεσμο Φιλελλήνων του Κογκό και στο άνω δικηγορικό γραφείο ότι η επίμαχη επιχείρηση ανήκε εξ ολοκλήρου στο σύζυγο και πατέρα τους, προκειμένου να τους εξαπατήσουν και να προβούν αυτοί στην καταβολή του συνόλου της αποζημίωσης στις ίδιες β) την πρόκληση σε αυτούς (ενάγοντες) από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ποσού 21.629,89 ευρώ σε καθένα εξ αυτών, από την καταβολή στις ίδιες (εναγόμενες) του συνόλου της αποζημίωσης που έλαβαν παρανόμως, στις 25-2-2013 (στον τραπεζικό λογαριασμό της η πρώτη εναγόμενη για λογαριασμό και των δύο εναγόμενων) καθώς και γ) τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και της προεκτεθείσας ζημιογόνου συμπεριφοράς αυτών (εναγόμενων), η οποία ήταν ικανή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει την εν λόγω ζημία, η οποία και επήλθε με την παράνομη είσπραξη από τις εναγόμενες του ποσού των 43.259,79 ευρώ που ανήκε στους ενάγοντες ως κληρονόμων του Α. Ν. , έτσι ώστε να θεμελιώνονται οι ένδικες από αδικοπραξία αξιώσεις των εναγόντων – αναιρεσίβλητων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής τους βλάβης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή, εκτιμώντας κυριαρχικώς τα εκτιθέμενα σ’ αυτή ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, ως ορισμένη, στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις περί αδικοπραξίας, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων, ούτε έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, γεγονότα που δεν εκτίθενται στην αγωγή, ούτε και παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.
Συνεπώς, οι πρώτος, και τρίτος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 14,1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : “…Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στο σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντος το έτος 1988 πατέρα τους Α. Ν. , κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ αυτών, δεδομένου ότι και η έτερη κληρονόμος αυτού, Α. Ν. , μητέρα τους, απεβίωσε το έτος 2015, καταλείποντας αυτούς μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της. Ο προαναφερόμενος πατέρας τους το έτος 1962 μετοίκησε από την Ελλάδα, μαζί με την οικογένειά του, στην πόλη Μπούνια του Κογκό Αφρικής, όπου το έτος 1964 δημιούργησε επιχείρηση με αντικείμενο το γενικό εμπόριο και τις μεταφορές, η οποία παρουσίασε σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Ακολούθως, ο Χ. Ν. , αδελφός του πατέρα των εναγόντων, ο οποίος ήδη απεβίωσε και μοναδικοί κληρονόμοι του τυγχάνουν οι εναγόμενες, η πρώτη ως σύζυγος και η δεύτερη ως τέκνο του, ήδη εκκαλούσες, το έτος 1963 μετοίκησε και αυτός από την Ελλάδα στην πόλη Μπούνια του Κογκό, επίσης για εργασία. Ο πατέρας των εναγόντων, ο οποίος ήδη λειτουργούσε την παραπάνω επιχείρησή του, κατά το έτος 1965 προσέλαβε τον αδελφό του αρχικά ως εργαζόμενο, ακολούθως δε το έτος 1968 δέχθηκε να εισέλθει ως συνέταιρος του με ποσοστό συμμετοχής του στις κερδοζημίες της επιχείρησης 1/3, ενώ ο πατέρας τους διατήρησε ποσοστό 2/3 στα κέρδη και τις ζημίες της μέχρι τότε εξ ολοκλήρου ανήκουσας σε αυτόν ως άνω επιχείρηση. Έτσι, από το 1968 μέχρι το 1974 συνέχισαν να λειτουργούν από κοινού την ως άνω επιχείρηση με τα προαναφερόμενα ποσοστά συμμετοχής τους σε αυτή ο καθένας τους.
Περαιτέρω, κατά το έτος 1974 στο Κογκό πραγματοποιήθηκε επανάσταση, λόγω δε της επικράτησής της, δημεύθηκε από το κράτος του Κογκό κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία όλων των ομογενών που εργάζονταν τότε εκεί, συμπεριλαμβανομένης και της άνω επιχείρησης, χωρίς να καταβληθεί τότε καμία αποζημίωση. Λόγω της έκτακτης αυτής κατάστασης ο πατέρας των εναγόντων επέστρεψε οικογενειακώς στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε δε πάλι στο Κογκό το έτος 1976, όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1980. Κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα δημιούργησε άλλη επιχείρηση γενικού εμπορίου και μεταφορών μαζί με τον αδελφό του Χ. Ν. , τα δε ποσοστά συμμετοχής τους και σε αυτήν παρέμειναν τα ίδια, όπως και στην προηγούμενη εταιρία, ήτοι ο πατέρας των εναγόντων συμμετείχε στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 2/3 ενώ ο αδελφός του κατά το 1/3.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες αρχές του έτους 2013 πληροφορήθηκαν από άλλους ομογενείς, που βρίσκονταν και αυτοί για εργασία στο Κογκό μέχρι το έτος 1974 και των οποίων οι περιουσίες είχαν επίσης δημευθεί από το κράτος του Κογκό, ότι μέσω του Συνδέσμου των Ελλήνων του Κογκό, είχαν αναθέσει σε δικηγορικό γραφείο του Βελγίου, τη διεκδίκηση αποζημίωσης για τις δημευθείσες περιουσίες τους που βρίσκονταν στο Κογκό και ότι είχαν λάβει και τις αποζημιώσεις τους. Κατόπιν τούτου, οι ενάγοντες επικοινώνησαν με τις εναγόμενες συγγενείς τους, ζητώντας πληροφορίες για το θέμα της αποζημίωσης από τη δήμευση της κοινής ως άνω επιχείρησης, που ανήκε στον πατέρα τους και στον αδελφό του Χ. Ν. κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά. Πλην όμως, οι εναγόμενες δήλωσαν πλήρη άγνοια για το θέμα αυτό. Ακολούθως, οι ενάγοντες, με τις από 25-10-2013 και 29-10- 2013 αιτήσεις τους απευθύνθηκαν εγγράφως στο Σύνδεσμο Φιλελλήνων του Κογκό καθώς και στο δικηγορικό γραφείο του Βελγίου, το οποίο είχε χειριστεί δικαστικά τις υποθέσεις αυτές, ζητώντας πληροφορίες για την υπόθεση της αποζημίωσης, που δικαιούνταν και αυτοί να λάβουν. Το Νοέμβριο του έτους 2013, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι οι εναγόμενες είχαν αναθέσει κρυφά από αυτούς και με πρόθεση να τους ζημιώσουν, την υπόθεση μέσω του Συνδέσμου Ελλήνων του Κογκό σε δικηγορικό γραφείο του Βελγίου, ζητώντας, χωρίς να το δικαιούνται, ολόκληρη την αποζημίωση από το κράτος του Κογκό για τη δήμευση όλης της ως άνω κοινής επιχείρησης. Ειδικότερα το συνολικό ποσό της αποζημίωσης για την όλη κοινή επιχείρηση καθορίστηκε στο ποσό των 92.699,55 ευρώ, από το οποίο παρακρατήθηκε το ποσό των 27.809,87 ευρώ από το δικηγορικό γραφείο του Βελγίου για την αμοιβή του και τα έξοδα του για την υπόθεση, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 64.889,69 ευρώ, κατατέθηκε στις 25-02-2013 σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, η οποία το έλαβε για τον εαυτό της αλλά και για λογαριασμό της κόρης της δεύτερης εναγόμενης, ενώ αυτές δικαιούνταν μόνο το 1/3 αυτού, ήτοι 21.629,89 ευρώ. Σημειωτέο ότι το δικηγορικό γραφείο του Βελγίου, που ανέλαβε την υπόθεση για την αποζημίωση της επιχείρησης “…”, απαντώντας σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έστειλε ο πρώτος ενάγων, τον ενημέρωσε ότι ενήργησε μόνο με βάση στοιχεία που είχε από το Σύνδεσμο Φιλελλήνων του Κογκό. Ενόψει τούτου, καθίσταται σαφές ότι οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ψευδώς στο Σύνδεσμο Φιλελλήνων του Κογκό ότι η ως άνω επιχείρηση ανήκε εξ ολοκλήρου στον Χ. Ν. , του οποίου τυγχάνουν κληρονόμοι, ενώ γνώριζαν ότι η επιχείρηση αυτή ανήκε στον πατέρα των εναγόντων κατά ποσοστό 2/3 και στο Χ. Ν. ανήκε μόνο κατά το 1/3, με τη συμπεριφορά τους δε αυτή εξαπάτησαν το Σύνδεσμο Φιλελλήνων αλλά και το βελγικό δικηγορικό γραφείο και τους οδήγησαν να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να λάβουν τη συνολική αποζημίωση για τη δήμευση της κοινής επιχείρησης “…”.
Περαιτέρω, όταν οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν αρχές του έτους 2013 ότι κινούνται διαδικασίες για την καταβολή αποζημίωσης μέσω του Συνδέσμου Ελλήνων του Κογκό με την ανάθεση των υποθέσεων αυτών σε δικηγορικό γραφείο του Βελγίου, σε επικοινωνία που είχαν με τις εναγόμενες, τους δήλωσαν ψευδώς άγνοια για το θέμα, ενώ ήδη είχαν αναθέσει κρυφά από τους ενάγοντες και με πρόθεση να τους ζημιώσουν, την υπόθεση διεκδίκησης της αποζημίωσης, μέσω του Συνδέσμου Ελλήνων του Κογκό, σε δικηγορικό γραφείο του Βελγίου, ζητώντας, χωρίς να το δικαιούνται, ολόκληρη την αποζημίωση, παραθέτοντας ψευδή στοιχεία, ότι δηλαδή ήταν οι μοναδικές κληρονόμοι της επιχείρησης “…” και ακολούθως ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσοστό αποζημίωσης που ανήκε στους ενάγοντες , ήτοι το ποσό των 43.259,79 ευρώ. Επομένως, οι ενάγοντες από την προεκτεθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγόμενων υπέστησαν θετική περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη, κατά τα ανωτέρω, στο ποσό των 21.629,89 ευρώ για κάθε ενάγοντα (43.259,79:2)…. Τέλος, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων, οι ενάγοντες στενοχωρήθηκαν και υπέστησαν ηθική βλάβη, καθόσον βίωσαν έντονη στενοχώρια και ψυχική ταλαιπωρία. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες το είδος της αδικοπραξίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε, την υπαιτιότητα των εναγόμενων, το μέγεθος της οικονομικής ζημίας των εναγόντων, την οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών καθώς και όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία, κρίνει ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση που δικαιούνται ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο. Μετά ταύτα, το σύνολο της περιουσιακής και μη ζημίας των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 22.629,89 ευρώ (21.629,89+1.000) για καθένα εξ αυτών. Επομένως, βάση τα ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, σε ολόκληρο η καθεμία, σε έκαστο των εναγόντων, το ποσό των 22.629,89 ευρώ…”.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλομένη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 914, 926 297, 298, 299,481 932 ΑΚ και 386 ΠΚ καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε με βάση τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου. Ειδικότερα το Εφετείο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των ως άνω άρθρων δέχτηκε ανέλεγκτα ότι: 1) όταν οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν αρχές του έτους 2013 ότι κινούνται διαδικασίες για την καταβολή αποζημίωσης μέσω του Συνδέσμου Ελλήνων του Κογκό με την ανάθεση των υποθέσεων αυτών σε δικηγορικό γραφείο του Βελγίου, για τις δημευθείσες περιουσίες τους που βρίσκονταν στο Κογκό και ότι είχαν λάβει και τις αποζημιώσεις τους, σε επικοινωνία που είχαν με τις εναγόμενες οι τελευταίες τους δήλωσαν ψευδώς άγνοια για το θέμα, αποκρύπτοντας ότι είχαν αναθέσει κρυφά από τους ενάγοντες και με πρόθεση να τους ζημιώσουν, την υπόθεση διεκδίκησης της αποζημίωσης, μέσω του Συνδέσμου Ελλήνων του Κογκό, σε δικηγορικό γραφείο του Βελγίου, ζητώντας, χωρίς να το δικαιούνται, ολόκληρη την αποζημίωση, παραθέτοντας ψευδή στοιχεία, ότι δηλαδή ήταν οι μοναδικές κληρονόμοι της επιχείρησης “…” και ακολούθως ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσοστό αποζημίωσης που ανήκε στους ενάγοντες, ήτοι το ποσό των 43.259,79 ευρώ, 2) ότι οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ψευδώς στο Σύνδεσμο Φιλελλήνων του Κογκό ότι η ως άνω επιχείρηση ανήκε εξ ολοκλήρου στον Χ. Ν. , του οποίου τυγχάνουν κληρονόμοι, ενώ γνώριζαν ότι η επιχείρηση αυτή ανήκε στον πατέρα των εναγόντων κατά ποσοστό 2/3 και στο Χ. Ν. ανήκε μόνο κατά το 1/3, με τη συμπεριφορά τους δε αυτή εξαπάτησαν το Σύνδεσμο Φιλελλήνων αλλά και το βελγικό δικηγορικό γραφείο και τους οδήγησαν να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να λάβουν τη συνολική αποζημίωση για τη δήμευση της κοινής επιχείρησης “…”, 3) Ότι το συνολικό ποσό της αποζημίωσης για την όλη κοινή επιχείρηση καθορίστηκε στο ποσό των 92.699,55 ευρώ, από το οποίο παρακρατήθηκε το ποσό των 27.809,87 ευρώ από το δικηγορικό γραφείο του Βελγίου για την αμοιβή του και τα έξοδα του για την υπόθεση, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 64.889,69 ευρώ, κατατέθηκε στις 25-02-2013 σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, η οποία το έλαβε για τον εαυτό της αλλά και για λογαριασμό της κόρης της δεύτερης εναγόμενης, ενώ αυτές δικαιούνταν μόνο το 1/3 αυτού, ήτοι 21.629,89 ευρώ, 4) ότι οι ενάγοντες από την προεκτεθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγόμενων υπέστησαν θετική περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη, κατά τα ανωτέρω, στο ποσό των 21.629,89 ευρώ για κάθε ενάγοντα (43.259,79:2) και 5) ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων, οι ενάγοντες στενοχωρήθηκαν και υπέστησαν ηθική βλάβη, καθόσον βίωσαν έντονη στενοχώρια και ψυχική ταλαιπωρία και λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες το είδος της αδικοπραξίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε, την υπαιτιότητα των εναγόμενων, το μέγεθος της οικονομικής ζημίας των εναγόντων, την οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών καθώς και όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία, το Εφετείο έκρινε ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση που δικαιούνται ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, ποσό το οποίο κρίθηκε εύλογο με την προσβαλλομένη. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες επικαλούνται την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά, με τον ως άνω λόγο κατά το πιο πάνω μέρος του, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη κι έτσι ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που αποτελούν επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του (ΑΠ 2104/2007). “Πράγματα”, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Αντίθετα, δεν αποτελούν “πράγματα” η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1627/2011). “Πράγματα” δεν είναι τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 430/2011), η άρνηση ή όχι της αγωγής (ΑΠ. Ολ. 469/1984, ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009), η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (ΑΠ 1915/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2104/2007), η αξιοπιστία των μαρτύρων (ΑΠ 282/1975). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, 1668/2005 ΑΠ, 448/1996).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 331/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 88/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τις αναιρεσείουσες έγγραφο με αίτημα αναβολής της δίκης (κατ’ άρθρο 241 ΚΠολΔ) που είχε κατατεθεί επί προγενέστερης αγωγής των εναγόντων του έτους 2016 και το οποίο περιείχε πρακτικό συμβιβασμού που δεν ολοκληρώθηκε, καθώς και το περιεχόμενό του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού είναι έγγραφο και άρα δεν αποτελεί “πράγμα” κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά είναι αποδεικτικό μέσο. Επίσης με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το ως άνω έγγραφο του αιτήματος αναβολής της δίκης (κατ’ άρθρο 241 ΚΠολΔ) που περιείχε πρακτικό συμβιβασμού που δεν ολοκληρώθηκε, το οποίο νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες προς ανταπόδειξη του ισχυρισμού τους ότι δεν είχαν πρόθεση ιδιοποίησης του ως άνω ποσού της αποζημίωσης. Ωστόσο από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη “… όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και υποβάλλονται μαζί με επίσημη μετάφρασή τους επικυρωμένη από αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο (άρθρο 454 ΚΠολΔ)…” σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των προαναφερόμενων εγγράφων, πέραν του ότι δεν είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις των αναιρεσειουσών κρίση του, ούτε να κάνει ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση τούτων.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.
Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002, 1021/2002, 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Oλ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 48/1986, 1011/1994). Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 45/2025, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015). Κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, εξώδικη ομολογία είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, και όχι τρίτου προσώπου, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ως αληθές ένα γεγονός αμφισβητούμενο, το οποίο βλάπτει τα έννομα συμφέροντα αυτού που ομολογεί. Ο διάδικος που επικαλείται την εξώδικη ομολογία του αντιδίκου του πρέπει να αναφέρει ότι την επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και να προσκομίσει και το κρίσιμο έγγραφο (ΑΠ 1352/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο του αιτήματος αναβολής της δίκης (κατ’ άρθρο 241 ΚΠολΔ) που είχε κατατεθεί επί προγενέστερης αγωγής των εναγόντων του έτους 2016 και περιείχε πρακτικό συμβιβασμού που δεν ολοκληρώθηκε από το οποίο συνάγεται εξώδικη ομολογία περί άφεσης χρέους. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης περί εξώδικης ομολογίας είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείουσες προέβαλαν παραδεκτώς τον ισχυρισμό αυτό με λόγο έφεσης ως εκκαλούσες. Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και του δικογράφου της από 21-3-2019 έφεσης των αναιρεσειουσών – εκκαλουσών – εναγόμενων, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε με λόγο έφεσης (κατ’ εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ λόγω της ερημοδικίας των εναγόμενων στον πρώτο βαθμό) και ως εκ τούτου ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προτείνεται το πρώτον ο ως άνω ισχυρισμός περί εξώδικης ομολογίας, είναι απαράδεκτος κατ’ άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ ούτε δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2022 αίτηση της 1) Π. Ν. και 2) Π. Ν. για αναίρεση της υπ’αριθ. 19/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΗΓΗ areiospagos.gr
