Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Η υποκλοπή τηλεφωνικών επικοινωνιών διευθυντή φυλακής κατά τη διάρκεια ποινικής έρευνας για εικαζόμενη κατάχρηση εξουσίας, η αποθήκευση των πληροφοριών και η χρήση τους σε πειθαρχική διαδικασία που οδήγησε στην απόλυσή του συνιστούσαν επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Ωστόσο, η επέμβαση ήταν σύμφωνη με τον νόμο, επεδίωκε θεμιτό σκοπό και ήταν αναγκαία σε δημοκρατική κοινωνία. Ο προσφεύγων είχε πραγματική πρόσβαση σε δικαστήριο και σε διαδικασία κατ’ αντιμωλία. Το ΕΔΔΑ ομόφωνα δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ και κατά πλειοψηφία (έξι ψήφοι έναντι μίας) δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Virginijus Adomaitis (γεν. 1968), Λιθουανός υπήκοος, κάτοικος Pilviškiai, ήταν διευθυντής του σωφρονιστικού καταστήματος Kybartai. Στις 22 Ιουνίου 2015 η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων του Τμήματος Φυλακών κίνησε ποινική έρευνα σε βάρος του για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας (άρθρο 228 § 1 του Ποινικού Κώδικα). Στις 30 Ιουνίου 2015 το Περιφερειακό Δικαστήριο Βίλνιους εξουσιοδότησε την υποκλοπή των τηλεφωνικών και λοιπών ηλεκτρονικών επικοινωνιών του, η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα μηνών, ήτοι του μέγιστου νομικά επιτρεπτού χρόνου. Μεταξύ Ιουνίου 2015 και Ιουνίου 2016 τοποθετήθηκαν κρυφές συσκευές υποκλοπής στο γραφείο του εντός της φυλακής.
Στις 23 Ιουνίου 2016 η ποινική πληροφοριακή έρευνα περατώθηκε λόγω έλλειψης ενοχοποιητικών στοιχείων. Παρά ταύτα, ο εισαγγελέας επέτρεψε τη χρήση του συλλεγέντος υλικού σε πειθαρχικές διαδικασίες βάσει του άρθρου 19 § 3 του Νόμου περί Ποινικής Πληροφοριακής Δραστηριότητας. Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης στις 26.09.2016 και 03.11.2016 επιβλήθηκαν στον προσφεύγοντα δύο πειθαρχικές ποινές (αυστηρή επίπληξη και απόλυση) για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα: παράνομη οργάνωση εσωτερικών διαγωνισμών υπέρ οικείων προσώπων, σύναψη σύμβασης τηλεπικοινωνιών χωρίς δημόσιο διαγωνισμό και χρήση υπηρεσιακού αυτοκινήτου για προσωπικούς σκοπούς.
Ο προσφεύγων εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Η καταγγελία του προς τον Γενικό Εισαγγελέα (04.08.2017) και η προσφυγή στο Περιφερειακό Δικαστήριο Βίλνιους (25.09.2017) κατά της νομιμότητας των μέτρων απορρίφθηκαν. Οι διοικητικές δικαστικές αρχές (Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο Βίλνιους, 22.12.2020· Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, 29.04.2021) απέρριψαν τις αιτιάσεις, στηριζόμενες ιδίως στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου Λιθουανίας της 18.04.2019.
Το ΕΔΔΑ ομόφωνα διαπίστωσε μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ και κατά πλειοψηφία (6-1) μη παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Η Δικαστής Koskelo διατύπωσε μερικώς μειοψηφούσα γνώμη.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Αστικό σκέλος. Δίκαιη δίκη. Μη παραβίαση
Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η υπόθεση πρέπει να διακριθεί από τα πραγματικά περιστατικά της Drakšas κατά Λιθουανίας (31.07.2012), όπου ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει αποτελεσματικά τη νομιμότητα της υποκλοπής. Στην παρούσα υπόθεση, ο προσφεύγων υπέβαλε τις αιτιάσεις του τόσο στον εισαγγελέα, ο οποίος εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση, όσο και στο δικαστήριο, το οποίο εξέτασε αναλυτικά τη νομιμότητα και αναλογικότητα των μέτρων. Ο προσφεύγων είχε λάβει γνώση επαρκών εγγράφων ώστε να διατυπώσει τις αξιώσεις του στον αναγκαίο βαθμό (σε αντιδιαστολή με Pocius κατά Λιθουανίας της 06.07.2010). Η διεξαγωγή της διαδικασίας ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Βίλνιους εγγράφως δεν σημαίνει αφ’ εαυτής ότι η εξέταση ήταν τυπική: κανένας εκπρόσωπος κρατικού φορέα δεν συμμετείχε, διασφαλίζοντας την ισότητα των όπλων. Ο προσφεύγων δεν στερήθηκε ουσιαστικής πρόσβασης στα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η απόλυσή του, καθώς κατά τη διάρκεια των πειθαρχικών δικαστικών διαδικασιών του κοινοποιήθηκαν όλα τα αποχαρακτηρισθέντα έγγραφα. Η απόφαση περί απόλυσης στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων, συμπεριλαμβανομένων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφω, και όχι αποκλειστικά στο υλικό της υποκλοπής.
Άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Ιδιωτική ζωή. Μη παραβίαση (κατά πλειοψηφία, 6-1)
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η υποκλοπή, η αποθήκευση και η αποκάλυψη των πληροφοριών στις πειθαρχικές διαδικασίες αποτέλεσαν επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Η υποκλοπή τηλεφωνικών επικοινωνιών αποτελεί πολύ σοβαρή επέμβαση στα δικαιώματα του ατόμου και μόνο πολύ σοβαροί λόγοι, θεμελιωμένοι σε εύλογη υποψία εμπλοκής σε σοβαρή εγκληματική δραστηριότητα, δικαιολογούν την χορήγηση αδείας για υλοποίησή της (Iordachi κ.ά. κατά Μολδαβίας της 10.02.2009, § 51).
Νομιμότητα: Η επέμβαση είχε νομοθετική βάση στον Νόμο περί Ποινικής Πληροφοριακής Δραστηριότητας και εξουσιοδοτήθηκε δικαστικά. Η χρήση του υλικού στις πειθαρχικές διαδικασίες επιτρεπόταν ρητά από το άρθρο 19 § 3 του ίδιου νόμου, διάταξη της οποίας η συνταγματικότητα επιβεβαιώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο (18.04.2019).
Θεμιτός σκοπός: Πρόληψη αταξίας ή εγκλήματος και προστασία δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Ο προσφεύγων υποπτευόταν ότι χορηγούσε κρατουμένους αθέμιτα προνόμια έναντι αμοιβής, πράξεις που υπονομεύουν τη δημόσια εμπιστοσύνη στη δημόσια υπηρεσία και εγκυμονούν κίνδυνο πρόωρης αποφυλάκισης.
Αναγκαιότητα και αναλογικότητα: Η εξουσιοδότηση στηρίχθηκε σε συγκεκριμένες πληροφορίες. Κατά τη διάρκεια τρίμηνη ανανέωσης παρουσιάστηκαν νέα περιστατικά. Η υποκλοπή δεν υπερέβη τον ανώτατο νόμιμο χρόνο των 12 μηνών, η δε θέση του προσφεύγοντος ως διευθυντή προστατευμένου σωφρονιστικού ιδρύματος περιόριζε σημαντικά τα διαθέσιμα ερευνητικά μέσα. Η χρήση του υλικού στην πειθαρχική διαδικασία δεν ήταν απεριόριστη, αλλά περιοριζόταν σε πράξεις διαφθοράς. Τα εθνικά δικαστήρια ακολούθησαν τις κατευθυντήριες γραμμές του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Απόφαση: Μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (ομόφωνα). Μη παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ (κατά πλειοψηφία, 6-1).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Ο προσφεύγων είχε πραγματική πρόσβαση σε δικαστήριο για τις αιτιάσεις του σχετικά με την υποκλοπή των τηλεφωνικών του επικοινωνιών και τη χρήση των ούτω ληφθεισών πληροφοριών, και οι αιτιάσεις του εξετάστηκαν δεόντως από τα εθνικά δικαστήρια τόσο της γενικής όσο και της διοικητικής δικαιοδοσίας» (παρ. 72).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Χρήση υλικού ποινικής πληροφοριακής έρευνας σε μη ποινικές διαδικασίες. Η απόφαση αποσαφηνίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πληροφορίες που συλλέχθηκαν μέσω μυστικής επιτήρησης κατά τη διάρκεια ποινικής πληροφοριακής έρευνας, η οποία μάλιστα δεν κατέληξε σε ποινική δίωξη, μπορούν να χρησιμοποιηθούν θεμιτά σε πειθαρχικές διαδικασίες. Το ζήτημα αυτό δεν ήταν άγνωστο στη νομολογία του ΕΔΔΑ, αλλά η Adomaitis το επεξεργάζεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στο θεσμικό πλαίσιο της Λιθουανίας και σε άμεση συνάρτηση με τη χρήση αποχαρακτηρισθέντος υλικού criminal intelligence.
Ο ρόλος του Συνταγματικού Δικαστηρίου ως μηχανισμός εγγυήσεων. Η απόφαση αποτελεί υπόδειγμα «ειδικού σεβασμού» (qualified deference) του ΕΔΔΑ προς τα εθνικά δικαστήρια, όταν αυτά έχουν εφαρμόσει κριτήρια σύμφωνα με τη νομολογία της Σύμβασης. Η ρητή αναφορά στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου Λιθουανίας (18.04.2019) ως πλαίσιο εγγυήσεων ενισχύει τη σημασία του προληπτικού συνταγματικού ελέγχου.
Αναλογικότητα στο πλαίσιο καταπολέμησης της διαφθοράς. Η απόφαση δέχεται ότι, δεδομένης της θέσης του προσφεύγοντος ως διευθυντή φυλακής και του χαρακτήρα των παραπτωμάτων, η χρήση υλικού μυστικής επιτήρησης σε πειθαρχική διαδικασία αποτελεί αναλογικό μέτρο για τη διαφάνεια της δημόσιας υπηρεσίας και την πρόληψη της διαφθοράς.
Η μειοψηφούσα γνώμη ως προειδοποίηση. Η Δικαστής Koskelo εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις ότι η μεταγενέστερη χρήση υλικού υποκλοπής σε μη ποινικές διαδικασίες, ιδίως όταν η ποινική έρευνα δεν απέδωσε ενοχοποιητικά στοιχεία, εγκυμονεί κινδύνους καταχρήσεων και απαιτεί αυστηρότερο αυτοτελή έλεγχο αναλογικότητας.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Από: echrcaselaw
Η απόφαση Adomaitis κατά Λιθουανίας αποτελεί σημαντική τομή στη νομολογία του ΕΔΔΑ ως προς τη χρήση υλικού μυστικής επιτήρησης σε πειθαρχικές – και όχι ποινικές – διαδικασίες. Τα θετικά σημεία της είναι η προσεκτική εξέταση τόσο του δικαιώματος δίκαιης δίκης όσο και του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, καθώς και η αναγνώριση ότι ο «ειδικός σεβασμός» προς τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αυτόματος αλλά εξαρτάται από την ποιότητα της εθνικής δικαστικής εξέτασης. Το αρνητικό σημείο της, ωστόσο, εντοπίζεται στο ζήτημα που ανέδειξε η Δικαστής Koskelo: η πλειοψηφία δεν αφιέρωσε επαρκή αυτοτελή ανάλυση στο κρίσιμο ερώτημα κατά πόσον η μεταγενέστερη χρήση του υλικού σε πειθαρχικές διαδικασίες (διαφορετικής φύσεως από τα αρχικά ερευνώμενα αδικήματα) ήταν πράγματι αναγκαία.
Η μειοψηφούσα γνώμη Koskelo. Η Δικαστής Pauliine Koskelo υπογράμμισε ότι κάθε μεταγενέστερη αποκάλυψη και χρήση υποκλοπέντων πληροφοριών πρέπει να πληροί αυτοτελώς τις απαιτήσεις νομιμότητας, αναγκαιότητας και αναλογικότητας (§ 7 μειοψηφούσας γνώμης). Ιδιαίτερα, τα πειθαρχικά παραπτώματα αφορούσαν ζητήματα διαφορετικής φύσης (παρατυπίες σε εσωτερικούς διαγωνισμούς, κινητά τηλέφωνα, υπηρεσιακό αυτοκίνητο) από τις αρχικές ποινικές υποψίες (συναλλαγές με κρατουμένους), καθιστώντας αμφίβολο εάν η χρήση υποκλοπέντος υλικού ήταν πράγματι απαραίτητη (§ 9). Πηγή: HUDOC, Adomaitis v. Lithuania, no. 14833/18, Partly dissenting opinion of Judge Koskelo, 18.01.2022.
«Ειδικός σεβασμός» και ο ρόλος του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η Nika Bruskina αναλύει τη σημασία της Adomaitis ως παράδειγμα «ειδικού σεβασμού» (qualified deference), όπου η θετική αξιολόγηση του ΕΔΔΑ στηρίχθηκε στην ποιότητα της ανάλυσης που διενήργησαν τα εθνικά δικαστήρια, και ιδίως στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 18.04.2019, η οποία ενσωμάτωσε τα κριτήρια αναγκαιότητας και αναλογικότητας της Σύμβασης. Πηγή: Nika Bruskina, «The Jurisprudence of the Constitutional Court of Lithuania as a Safeguard for Human Rights Protection: Recent ECtHR Cases against Lithuania», Vilnius University Press, 2023, DOI: 10.15388/KJL.2023.345.
Περιορισμός αποδεικτικών μέσων. Ο Donatas Murauskas τοποθετεί τη λιθουανική σειρά υποθέσεων σχετικά με τον περιορισμό πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία βάσει εθνικής ασφάλειας ή μυστικής πληροφοριακής δραστηριότητας μέσα σε ένα ευρύτερο μοτίβο εντάσεων μεταξύ κρατικών συμφερόντων ασφαλείας και δικονομικών εγγυήσεων. Το κείμενό του είναι προγενέστερο της Adomaitis και, συνεπώς, χρησιμεύει ως συγκριτικό και ερμηνευτικό υπόβαθρο, όχι ως άμεσος σχολιασμός της συγκεκριμένης απόφασης. Πηγή: Donatas Murauskas, «The Lithuanian saga of limiting evidence in trials – the genesis and new cases», Strasbourg Observers Blog, 14.08.2020.
Η προβληματική της αλλαγής σκοπού των πληροφοριών. Η Dovilė Šakalienė επισημαίνει ότι το κρίσιμο νομιμοποιητικό ζήτημα στη χρήση criminal intelligence data σε υπηρεσιακές ή πειθαρχικές έρευνες είναι ο έλεγχος του αρχικού σκοπού συλλογής, η αιτιολόγηση της μεταβολής του σκοπού χρήσης και η δυνατότητα παράλληλης χρήσης των ίδιων δεδομένων εκτός της ποινικής διαδικασίας. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει ακριβώς τον πυρήνα της κριτικής που διατύπωσε η μειοψηφία στην Adomaitis. Πηγή: Dovilė Šakalienė, «Legality of the Use of Criminal Intelligence Data in the Investigation of Official and/or Disciplinary Offenses», Jurisprudencija, vol. 28, no. 2, 2021, DOI: 10.13165/jur-21-28-2-04.
Ο έλεγχος της criminal intelligence στη Λιθουανία. Οι Mindaugas Bilius και Marijus Šalčius θεωρούν ότι οι περιορισμοί στην πρόσβαση του θιγομένου σε πληροφορίες για τα μυστικά μέτρα και η θεσμική εμπλοκή των ίδιων αρχών τόσο στην έγκριση όσο και στον έλεγχο παραπόνων δημιουργούν κενά δικαστικής προστασίας. Από αυτή τη σκοπιά, η Adomaitis δείχνει πόσο αποφασιστικό είναι, για την κρίση του ΕΔΔΑ, το αν τα εθνικά δικαστήρια παρείχαν επαρκείς ex post εγγυήσεις στη συγκεκριμένη υπόθεση. Πηγή: Mindaugas Bilius / Marijus Šalčius, «Control of Criminal Intelligence: An Evaluation of the Lithuanian Situation in Light of International Practice», Baltic Journal of Law & Politics, vol. 16, no. 1, 2023, DOI: 10.2478/bjlp-2023-0001.
Η συνέχεια: Starkevič κατά Λιθουανίας. Η νομολογιακή γραμμή Adomaitis επιβεβαιώθηκε στην Starkevič κατά Λιθουανίας (29.03.2022, αριθ. προσφ. 7512/18), που αφορούσε αστυνομικό υπάλληλο ο οποίος απολύθηκε με βάση πληροφορίες από προδικαστική ποινική έρευνα. Το ΕΔΔΑ ακολούθησε πιστά τη μεθοδολογία Adomaitis, αναγνωρίζοντας ότι η χρήση ήταν νόμιμη και αναλογική, με ρητή αναφορά στο συνταγματικό πλαίσιο. Πηγή: HUDOC, Starkevič v. Lithuania, no. 7512/18, 29.03.2022.
Συγκριτική αναφορά. Στο πλαίσιο της νομολογίας του ίδιου του ΕΔΔΑ, η López Ribalda κ.α. κατά Ισπανίας [Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης] (17.10.2019, αριθ. προσφ. 1874/13 και 8567/13) αντιμετώπισε αναλόγως το ζήτημα χρήσης κρυφής βιντεοεπιτήρησης σε πειθαρχικές-εργατικές διαδικασίες, δεχόμενη μη παραβίαση υπό τον όρο ότι τηρούνται οι εγγυήσεις αναλογικότητας. Πιο άμεση συγκριτική συνάφεια παρουσιάζουν επίσης οι Karabeyoğlu κατά Τουρκίας (07.06.2016, αριθ. προσφ. 30083/10) και Eminağaoğlu κατά Τουρκίας (09.03.2021, αριθ. προσφ. 76521/12), οι οποίες φωτίζουν τη νομιμότητα, την προβλεψιμότητα και τη μεταγενέστερη χρήση υλικού που συλλέχθηκε σε ποινικό ή ανακριτικό πλαίσιο και αξιοποιήθηκε σε υπηρεσιακές ή πειθαρχικές συνέπειες. Σε ευρύτερο, και όχι ταυτόσημο, συγκριτικό επίπεδο, η νομολογία του ΔΕΕ σε υποθέσεις προστασίας δεδομένων (La Quadrature du Net κ.ά., C-511/18, C-512/18, C-520/18, 06.10.2020) τονίζει ότι η διατήρηση και χρήση δεδομένων τηλεπικοινωνιών πρέπει να πληροί αυστηρά κριτήρια αναλογικότητας.
Συμπέρασμα. Η απόφαση είναι πειστική ως προς το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ: το ΕΔΔΑ θεμελίωσε με επάρκεια ότι ο προσφεύγων είχε πρόσβαση σε δικαστήριο, γνώση του ουσιώδους υλικού και δυνατότητα κατ’ αντιμωλία αμφισβήτησης της χρήσης του. Ως προς το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, όμως, η υπόθεση παραμένει οριακή. Η πλειοψηφία δέχθηκε ότι ο εθνικός συνταγματικός και διοικητικός έλεγχος κάλυψε την αναγκαιότητα και αναλογικότητα της περαιτέρω χρήσης του υλικού. Η μειοψηφία, αντίθετα, ορθά ανέδειξε ότι άλλο είναι η αρχική δικαστική νομιμοποίηση της υποκλοπής για σκοπούς διερεύνησης corruption-related conduct και άλλο η ειδική, αυτοτελής και αυστηρή δικαιολόγηση της χρήσης του ίδιου υλικού σε μεταγενέστερη πειθαρχική διαδικασία για παραπτώματα εν μέρει διαφορετικής ύλης. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η διαρκής θεωρητική αξία της απόφασης.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Μειοψηφούσα γνώμη Koskelo: η Δικαστής Pauliine Koskelo κρίνει ότι η μεταγενέστερη χρήση υλικού υποκλοπής σε πειθαρχικές διαδικασίες δεν υποβλήθηκε στον αναγκαίο αυτοτελή έλεγχο αναγκαιότητας και αναλογικότητας, ιδίως δεδομένου ότι τα πειθαρχικά παραπτώματα ήταν διαφορετικής φύσεως από τα αρχικώς ερευνώμενα. Πηγή: HUDOC, Adomaitis v. Lithuania, no. 14833/18, Partly dissenting opinion of Judge Koskelo, 18.01.2022.
Β) Bruskina. Ειδικός σεβασμός και Συνταγματικό Δικαστήριο: η Nika Bruskina αναλύει τη σημασία της Adomaitis ως παράδειγμα qualified deference, όπου η θετική αξιολόγηση του ΕΔΔΑ εξαρτήθηκε από την ποιότητα της συνταγματικής και διοικητικής εξέτασης. Πηγή: Nika Bruskina, «The Jurisprudence of the Constitutional Court of Lithuania as a Safeguard for Human Rights Protection: Recent ECtHR Cases against Lithuania», Vilnius University Press, 2023, DOI: 10.15388/KJL.2023.345.
Γ) Murauskas. Ο περιορισμός αποδεικτικών μέσων: ο Donatas Murauskas τοποθετεί τις λιθουανικές υποθέσεις περιορισμού πρόσβασης σε αποδεικτικό υλικό μυστικής επιτήρησης μέσα σε ευρύτερη γραμμή νομολογίας για την equality of arms. Το κείμενο αυτό λειτουργεί ως χρήσιμο συγκριτικό υπόβαθρο για την κατανόηση της Adomaitis. Πηγή: Donatas Murauskas, «The Lithuanian saga of limiting evidence in trials – the genesis and new cases», Strasbourg Observers Blog, 14.08.2020.
Δ) Šakalienė. Αλλαγή σκοπού χρήσης των δεδομένων: η Dovilė Šakalienė θεωρεί ότι η νομιμότητα της χρήσης δεδομένων από ποινική δικογραφία σε πειθαρχικές έρευνες εξαρτάται από τον έλεγχο του αρχικού σκοπού συλλογής, της αιτιολόγησης της μεταβολής του σκοπού και της δυνατότητας παράλληλης χρήσης τους πέραν της ποινικής διαδικασίας. Πηγή: Dovilė Šakalienė, «Legality of the Use of Criminal Intelligence Data in the Investigation of Official and/or Disciplinary Offenses», Jurisprudencija, vol. 28, no. 2, 2021, DOI: 10.13165/jur-21-28-2-04.
Ε) Bilius / Šalčius. Έλλειμμα δικαστικής προστασίας: οι Mindaugas Bilius και Marijus Šalčius κρίνουν ότι το λιθουανικό σύστημα ελέγχου της criminal intelligence παρουσιάζει κενά, επειδή περιορίζει την πρόσβαση του θιγομένου σε πληροφορίες για τα μυστικά μέτρα και δεν εξασφαλίζει πάντοτε επαρκώς ανεξάρτητο έλεγχο. Πηγή: Mindaugas Bilius / Marijus Šalčius, «Control of Criminal Intelligence: An Evaluation of the Lithuanian Situation in Light of International Practice», Baltic Journal of Law & Politics, vol. 16, no. 1, 2023, DOI: 10.2478/bjlp-2023-0001.
ΣΤ) Lexxion / Data Protection Insider. Επιρροή της προβληματικής προστασίας δεδομένων: η συντακτική ομάδα του Data Protection Insider επισημαίνει ότι οι επιφυλάξεις της Koskelo, ιδίως υπό το φως των contemporary principles relating to the protection of personal data, δείχνουν τη διασταύρωση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή προβληματική περί data protection. Πηγή: Data Protection Insider, Issue 62, Lexxion, 03.02.2022, «Telephone Interception During Criminal Proceedings with Adequate Safeguards: Adomaitis v Lithuania».
