Το ΜΙΔΑ αναμένεται να αποτελέσει από το 2027 βασική πηγή πληροφόρησης για την πιστοποίηση της κύριας κατοικίας.
Σε τροχιά υλοποίησης τίθεται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων το νέο Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), ένα ψηφιακό εργαλείο που φιλοδοξεί να συγκεντρώσει σε ενιαία βάση όλα τα στοιχεία που έχουν δηλώσει κατά καιρούς οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε διαφορετικούς φορείς και υπηρεσίες του Δημοσίου.
Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου του υπουργείου Οικονομικών που κατατέθηκε στη Βουλή, το ΜΙΔΑ αναμένεται να αποτελέσει από το 2027 βασική πηγή πληροφόρησης για την πιστοποίηση της κύριας κατοικίας. Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί μια ουσιώδη μεταβολή σε σχέση με το ισχύον καθεστώς, καθώς έως σήμερα η κύρια κατοικία προκύπτει κυρίως από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Μέχρι την πλήρη λειτουργία του νέου μητρώου, η συγκεκριμένη πρακτική θα συνεχίσει να εφαρμόζεται.
Η ενεργοποίηση του ΜΙΔΑ συνδέεται άμεσα με τη νέα πρόβλεψη για απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ, η οποία θα ισχύσει επίσης από το 2027 για ιδιοκτήτες κύριας κατοικίας σε οικισμούς με πληθυσμό έως 1.500 κατοίκους. Η απαλλαγή θα αφορά αποκλειστικά τα δικαιώματα επί της κύριας κατοικίας και θα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική αξία της πλήρους κυριότητας δεν υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ.
Παράλληλα, η φορολογική διοίκηση ετοιμάζεται να θέσει σε λειτουργία την ψηφιακή πλατφόρμα που θα υποστηρίζει το μητρώο, καλώντας τους πολίτες να ελέγξουν, να επιβεβαιώσουν και, εφόσον απαιτείται, να διορθώσουν τα στοιχεία της ακίνητης περιουσίας τους. Όπως επισημαίνεται, δεν πρόκειται για μια ακόμη υποχρέωση δήλωσης, αλλά για ένα εργαλείο που θα επιτρέψει στο κράτος να αποκτήσει για πρώτη φορά πλήρη και διαρκή εικόνα του κτιριακού αποθέματος της χώρας, διευκολύνοντας τον σχεδιασμό πολιτικών για τη φορολογία, τη στέγαση και την ανάπτυξη. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, μέσω της διαδικασίας αυτής να εντοπιστούν και ακίνητα που δεν είχαν δηλωθεί ποτέ.
Στο ίδιο νομοσχέδιο περιλαμβάνεται και διάταξη που εισάγει τη δυνατότητα για επιχειρήσεις και επενδυτές να ζητούν, έναντι σημαντικού αντιτίμου, επίσημη και δεσμευτική καθοδήγηση από τη φορολογική διοίκηση για την εφαρμογή της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας. Με την καταβολή παραβόλου που ξεκινά από 5.000 ευρώ και μπορεί να φθάσει έως και τις 50.000 ευρώ, ανάλογα με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να λαμβάνουν εκ των προτέρων ερμηνεία για μελλοντικές επενδύσεις.
Η σχετική απάντηση της διοίκησης θα εκδίδεται εντός 150 ημερών, εφόσον η αίτηση γίνει αποδεκτή, και θα είναι δεσμευτική, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλονται τα πραγματικά δεδομένα ή το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Η ρύθμιση στοχεύει στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου για τις επιχειρήσεις και στην αποφυγή μελλοντικών φορολογικών διαφορών ή κυρώσεων.
