Το Υπουργείο Δικαιοσύνης φέρνει νέο αυστηρό πλαίσιο για ρύπανση, επικίνδυνα απόβλητα, παράνομη υλοτομία, προστατευόμενα είδη και πράξεις που προσεγγίζουν την έννοια της «οικοκτονίας»
Νέο, σαφώς αυστηρότερο ποινικό πλαίσιο για τα περιβαλλοντικά εγκλήματα προωθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με ποινές που μπορούν να φθάσουν τα δέκα έτη και βαριά πρόστιμα για επιχειρήσεις, τα οποία, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, μπορεί να ανέλθουν τουλάχιστον στα 40 εκατ. ευρώ ή στο 5% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών τους.
Το σχετικό νομοσχέδιο εισηγήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης, στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2024/1203 για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου. Η Ελλάδα καλείται πλέον να καλύψει την καθυστέρηση, καθώς η προθεσμία ενσωμάτωσης της Οδηγίας έληξε στις 21 Μαΐου 2026.
Από την περιβαλλοντική παράβαση στο ποινικό αδίκημα
Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι οι σοβαρές προσβολές του περιβάλλοντος δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως διοικητικές παραβάσεις, που μπορούν να κλείσουν με ένα πρόστιμο. Μετατρέπονται σε ποινικά αδικήματα, για τα οποία μπορεί να διωχθούν φυσικά πρόσωπα, αλλά και επιχειρήσεις.
Το νέο πλαίσιο καλύπτει παράνομες ενέργειες που προκαλούν ή μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στον αέρα, στο νερό, στο έδαφος, στα οικοσυστήματα, στους οικοτόπους, στην άγρια πανίδα και χλωρίδα, αλλά και στην ανθρώπινη υγεία.
Η Οδηγία αντικαθιστά τις προηγούμενες ευρωπαϊκές Οδηγίες 2008/99/ΕΚ και 2009/123/ΕΚ και διευρύνει ουσιαστικά τον κατάλογο των περιβαλλοντικών εγκλημάτων, επιχειρώντας να κλείσει κενά που μέχρι σήμερα επέτρεπαν σε σοβαρές παραβάσεις να αντιμετωπίζονται ως απλό κόστος λειτουργίας.
Τοξικά απόβλητα σε ποτάμι και ποινές έως δέκα έτη
Χαρακτηριστικό παράδειγμα πράξης που μπορεί να ενεργοποιήσει το βαρύτερο ποινικό πλαίσιο είναι η παράνομη απόρριψη τοξικών ή επικίνδυνων χημικών αποβλήτων σε ποτάμι, λίμνη, θάλασσα ή στο έδαφος.
Εάν μια επιχείρηση διοχετεύει σκόπιμα επικίνδυνα απόβλητα σε ποτάμι και η ρύπανση προκαλέσει τον θάνατο ενός ή περισσότερων ανθρώπων, η πράξη υπάγεται στις σοβαρότερες κατηγορίες περιβαλλοντικών εγκλημάτων. Για αδικήματα που τελούνται με πρόθεση και προκαλούν ανθρώπινο θάνατο, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέψουν ανώτατη ποινή τουλάχιστον δέκα ετών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα δέκα έτη θα επιβάλλονται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση. Σημαίνει όμως ότι η εθνική νομοθεσία οφείλει να προβλέπει ως ανώτατο όριο τουλάχιστον αυτό το επίπεδο ποινικής αυστηρότητας.
Βιομηχανίες, επικίνδυνες εγκαταστάσεις και θανατηφόρα ρύπανση
Στο ίδιο αυστηρό πλαίσιο μπορούν να υπαχθούν και σοβαρές παραβάσεις από βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται επικίνδυνες ουσίες χωρίς τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας.
Μια βιομηχανία που λειτουργεί παράνομα ή πλημμελώς και προκαλεί έκρηξη, διαρροή τοξικών αερίων ή εκτεταμένη ρύπανση, από την οποία επέρχεται ανθρώπινος θάνατος, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με το ανώτατο πλαίσιο της δεκαετούς ποινής.
Αντίστοιχα, αυστηρή αντιμετώπιση προβλέπεται για σοβαρές παραβάσεις στη διαχείριση ραδιενεργών υλικών, στη λειτουργία επικίνδυνων εγκαταστάσεων ή σε υπεράκτιες δραστηριότητες, όταν οι συνέπειες είναι βαριές για την ανθρώπινη ζωή και το περιβάλλον.
Πρόστιμα 40 εκατ. ευρώ ή 5% του παγκόσμιου τζίρου
Ιδιαίτερα βαρύ είναι το πλαίσιο και για τις επιχειρήσεις. Νομικό πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο όταν το περιβαλλοντικό αδίκημα διαπράττεται προς όφελός του από διευθυντικό στέλεχος ή όταν η έλλειψη εποπτείας και ελέγχου επέτρεψε την τέλεσή του.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι εταιρεία που οργανώνει παράνομη συλλογή, μεταφορά, αποθήκευση ή επεξεργασία μεγάλων ποσοτήτων επικίνδυνων αποβλήτων, με στόχο να αποφύγει το κόστος της νόμιμης διαχείρισής τους.
Για τις σοβαρότερες κατηγορίες αδικημάτων, η Οδηγία απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν ανώτατα πρόστιμα τουλάχιστον ίσα με 40 εκατ. ευρώ ή με το 5% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών της επιχείρησης.
Για άλλες κατηγορίες παραβάσεων, το ελάχιστο ανώτατο επίπεδο προστίμου ορίζεται στο 3% του παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών ή στα 24 εκατ. ευρώ.
Πέρα από τα χρηματικά πρόστιμα, μπορούν να επιβάλλονται ανάκληση αδειών, προσωρινό ή οριστικό κλείσιμο εγκαταστάσεων, αποκλεισμός από δημόσιες ενισχύσεις και δημόσιους διαγωνισμούς, δικαστική εποπτεία, ακόμη και δικαστική λύση της εταιρείας.
Παράνομη υλοτομία, προστατευόμενα είδη και ρύπανση από πλοία
Ο κατάλογος των περιβαλλοντικών εγκλημάτων δεν περιορίζεται στις βιομηχανίες και στα τοξικά απόβλητα. Περιλαμβάνει την παράνομη διαχείριση και μεταφορά αποβλήτων, τη ρύπανση από πλοία, την παράνομη παραγωγή και εμπορία επικίνδυνων ουσιών, καθώς και την παράνομη άντληση ή χρήση υδάτων.
Καλύπτει επίσης την παράνομη εμπορία προστατευόμενων ειδών, την καταστροφή ή υποβάθμιση προστατευόμενων οικοτόπων, την παράνομη υλοτομία και τη διάθεση προϊόντων που συνδέονται με αποψίλωση ή σοβαρή υποβάθμιση δασών.
Δεν τιμωρείται μόνο η ολοκληρωμένη πράξη. Η υποκίνηση, η συνέργεια και, για μεγάλο αριθμό αδικημάτων, η απόπειρα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζονται ποινικά.
Τα εγκλήματα που προσεγγίζουν την «οικοκτονία»
Ιδιαίτερο βάρος έχει η εισαγωγή της κατηγορίας του «διακεκριμένου περιβαλλοντικού αδικήματος». Σε αυτήν εντάσσονται παράνομες πράξεις που προκαλούν καταστροφή ή εκτεταμένη, σημαντική, μη αναστρέψιμη ή μακροχρόνια βλάβη σε οικοσύστημα μεγάλης έκτασης ή ιδιαίτερης περιβαλλοντικής αξίας.
Αντίστοιχη αντιμετώπιση προβλέπεται όταν προκαλείται τέτοιας έκτασης υποβάθμιση στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή των υδάτων.
Η Οδηγία συνδέει αυτές τις ιδιαίτερα σοβαρές πράξεις με συμπεριφορές συγκρίσιμες με την «οικοκτονία», χωρίς όμως να θεσπίζει αυτοτελές ποινικό αδίκημα με αυτή την ονομασία. Για τα διακεκριμένα περιβαλλοντικά αδικήματα προβλέπεται ανώτατη ποινή τουλάχιστον οκτώ ετών.
Υποχρέωση αποκατάστασης της ζημιάς
Το νέο πλαίσιο δεν περιορίζεται στις ποινές και στα πρόστιμα. Οι δράστες θα υποχρεώνονται να αποκαταστήσουν την περιβαλλοντική ζημιά που προκάλεσαν ή να καταβάλουν αποζημίωση, όταν η πλήρης αποκατάσταση δεν είναι εφικτή.
Ως επιβαρυντικές περιστάσεις αντιμετωπίζονται, μεταξύ άλλων, η μη αναστρέψιμη καταστροφή οικοσυστήματος, η τέλεση του αδικήματος από εγκληματική οργάνωση, η χρήση πλαστών εγγράφων, το σημαντικό οικονομικό όφελος και η διάπραξη της πράξης μέσα σε προστατευόμενη περιοχή.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και η κατάχρηση δημόσιου αξιώματος, όταν δημόσιος λειτουργός ή υπάλληλος συμμετέχει στην παράβαση ή διευκολύνει την τέλεσή της.
Εθνική στρατηγική και διυπουργικός συντονισμός
Το νομοσχέδιο προβλέπει ακόμη ενίσχυση της διασυνοριακής αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, καθώς πολλά περιβαλλοντικά εγκλήματα, όπως η παράνομη μεταφορά αποβλήτων και η εμπορία προστατευόμενων ειδών, ξεπερνούν τα σύνορα ενός κράτους.
Παράλληλα, προβλέπεται αξιόπιστο σύστημα συλλογής και επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, κατάρτιση εθνικής στρατηγικής και λειτουργία διυπουργικού συντονιστικού μηχανισμού για την πρόληψη και την καταπολέμηση των περιβαλλοντικών αδικημάτων.
Στόχος, σύμφωνα με την κυβερνητική παρουσίαση, είναι να ενισχυθούν ο εντοπισμός, η διερεύνηση, η δίωξη και η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων, ώστε οι αυστηρότερες διατάξεις να μην μείνουν στα χαρτιά, αλλά να μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη.
Φλωρίδης: Θεσμική αναμόρφωση της προστασίας του περιβάλλοντος
Σύμφωνα με την εισήγηση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη στο Υπουργικό Συμβούλιο, το σχέδιο νόμου επιδιώκει τη θεσμική αναμόρφωση του ποινικού πλαισίου προστασίας του περιβάλλοντος σε εναρμόνιση με την ενωσιακή νομοθεσία.
Όπως σημείωσε, το νομοσχέδιο απαντά στην ανάγκη ευρύτερης και αποτελεσματικότερης προστασίας του περιβάλλοντος, μέσα από την επικαιροποίηση του καταλόγου των περιβαλλοντικών εγκλημάτων και την προσαρμογή των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων.
Το μήνυμα της νέας ρύθμισης είναι σαφές: οι σοβαρές περιβαλλοντικές παραβάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ένα διαχειρίσιμο κόστος για επιχειρήσεις ή οργανωμένα κυκλώματα. Πλέον, η περιβαλλοντική ζημιά περνά βαθύτερα στο πεδίο του ποινικού δικαίου, με αυστηρές κυρώσεις, βαριά πρόστιμα και υποχρέωση αποκατάστασης.
