ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητής, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαΐτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Θ. Σ. του Σ., κατοίκου … Κορινθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, για αναίρεση της υπ’αριθ. 396/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ι. Π.-Σ. του Α., κάτοικο Κορίνθου, η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου, Ν. Χωρίκη έλαβε αριθμό 23/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 54/2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-12-2024 αίτηση του Θ. Σ. του Σ. κατοίκου … Κορίνθου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 396/17-9-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, που στις 11-12-2024 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου – με την οποίαν ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ’ εξακολούθηση και ακολούθως του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η οποία ακολούθως ανεστάλη επί τριετία – ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 30-12-2024, με δήλωση του ιδίου του αναιρεσείοντος στον γραμματέα του ανωτέρω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α’ ΚΠΔ. Επί πλέον η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ αντιστοίχως) και επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου δεν εμφανίσθηκε η Ι. Π. – Σ. του Α., η οποία παραστάθηκε για την υποστήριξη της ως άνω κατηγορίας εις βάρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από το 23-1-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου Ν. Μ., που υπηρετεί στο ΑΤ Κορίνθου, η συζήτηση όμως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ).
Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11-6- 2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι “Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο “όλον” και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ’ ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ’ ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 1359/2022, ΑΠ 543/2022, ΑΠ 640/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ που τιτλοφορείται “Ψευδής κατάθεση”, “Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο η ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή”. Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νΠΚ, στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του πΠΚ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2, 1) του πΠΚ, καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2, 1 πΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη (ΑΠ 519/2024, ΑΠ 811/2022, ΑΠ 48/2020, ΑΠ 1887/2019). Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 814/2023, ΑΠ 543/2022). Περαιτέρω, ο Ειρηνοδίκης είναι αρμόδιος να λαμβάνει ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, εφόσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Πρέπει όμως, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, με την οποία καταδικάστηκε κάποιος για ψευδορκία μάρτυρος, για να μπορούν αυτές οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων να ληφθούν υπόψη, να αναφέρεται στην απόφαση, εκτός των άλλων, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχει προηγηθεί εκ μέρους του διαδίκου, με επιμέλεια του οποίου έχουν ληφθεί, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του να παραστεί κατά την μαρτυρική εξέταση, η έλλειψη της οποίας καλύπτεται με την παράσταση του αντιδίκου κατά την κατάρτιση αυτής, ώστε να δοθεί η δυνατότητα σ’ αυτόν (αντίδικο) να παραστεί κατά τη λήψη της ενόρκου καταθέσεως, να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτής και να αποκρούσει αυτήν δια προσαγωγής κατά τη σχετική συζήτηση της υποθέσεως περί του αντιθέτου αποδεικτικών στοιχείων. Διαφορετικά, οι εξετάσεις αυτές είναι ανύπαρκτες, δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και ως τοιαύτες δεν ασκούν επιρροή στη δίκη που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος για όσα περιστατικά περιέχονται σ’ αυτές, εκτός εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου δεν απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου του επιμελουμένου τη σύνταξη της ένορκης βεβαιώσεως, διότι στη διαδικασία αυτή ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, τη συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζητήσεως της αιτήσεως (ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 300/2017). Από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1416/2022). Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολό τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 353/2022). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Δεν είναι απαραίτητη όμως η αξιολογική συσχέτιση και η συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως στην κρινόμενη υπόθεση της ψευδούς κατάθεσης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1079/2023). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1079/2023). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση το ανωτέρω Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την κρινόμενη υπόθεση μέρος και συγκεκριμένα, ως προς τον (έκτο) εκκαλούντα – (έκτο) κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Θ. Σ. του Σ., ότι από τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: “Δυνάμει του με αριθμό 30.779/17-12-2004 συμβολαίου διανομής ακινήτων του τότε συμβολαιογράφου …, Π. Γ., έλαβε χώρα διανομή των κοινών ακινήτων των συγκυρίων – συμβαλλομένων στο συμβόλαιο αυτό, όμως για να προχωρήσει η σύνταξή του η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας – εγκαλούσα έπρεπε να λάβει, προς συμπλήρωση της μερίδας της, την αξία που αναλογούσε σε 8,075 τ.μ. από τη ρίζα του αρχικού κυρίου Γ. Σ. και την αξία που αναλογούσε σε 2,275 τ.μ. από τη ρίζα του αρχικού κυρίου Ι. Σ., ήτοι χρηματική αξία για συνολικά 10,325 τ.μ. Για τον υπολογισμό της πραγματικής αξίας των παραπάνω τετραγωνικών μέτρων, η οποία δεν συνέπιπτε με την αντικειμενική αξία αυτών, ο συμβολαιογράφος υπολόγισε ατύπως σε δραχμές, παρουσία όλων των συμβαλλομένων, την αγοραία αξία του ως άνω ποσοστού και το ποσό που έπρεπε να καταβάλει αντίστοιχα ο Γ. Σ. και ο Ι. Σ. στην εγκαλούσα, επίσης δε υπολόγισε τα προβλεπόμενα ποσά για τη δικηγορική αμοιβή αλλά και το ποσό των απαιτούμενων φόρων. Σύμφωνα με το ως άνω χειρόγραφο έγγραφο του συμβολαιογράφου υπολογίστηκε: 8,07 τ.μ. X 980.000 δρχ (για τη ρίζα του Γ. Σ.), τα οποία αντιστοιχούσαν σε 23.209,39 ευρώ και 2,27 τ.μ. X 980.000 δρχ (για τη ρίζα του Ι. Σ.), τα οποία αντιστοιχούσαν σε 6.528,54 ευρώ, τα οποία εξοφλήθηκαν την 04-02-2010 (βλ. τη συνημμένη απόδειξη είσπραξης της Ι. Σ. από τη Θ. Σ. για ποσό 6.030,70 ευρώ). Επίσης, οι συμβαλλόμενοι αποφάσισαν να αναγραφεί στο συμβόλαιο μόνο η αντικειμενική αξία των μεταβιβασθέντων, ώστε να μειώσουν τα έξοδα και τους οφειλόμενους φόρους, ακολούθως δε ο Γ. Σ. υπέγραψε ιδιωτικό συμφωνητικό – σύμβαση δανείου για ποσό 17.178,69 ευρώ (: ήτοι εκ του συνολικά οφειλόμενου ποσού των 23.209,39 ευρώ μείον την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο αντικειμενική αξία των 6.030.70 ευρώ, για την οποία συμφωνήθηκε να της καταβληθεί έως την 17.12.2009), όπως αυτό αποδείχθηκε ιδίως από την ένορκη κατάθεση του Β. Σ., ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας κατά τη σύνταξη της ανωτέρω σύμβασης, ενώ είναι γνωστό ότι το έτος 2004 η αγοραία αξία των ακινήτων ήταν τουλάχιστον διπλάσια της αντικειμενικής αυτών.
Συνεπώς, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το συναφθέν ιδιωτικό συμφωνητικό δεν περιελάμβανε τόκους κατά το υπερβάλλον ποσό μέχρι τις 17.178,69 ευρώ, το οποίο κατά τη συμφωνία των μερών έπρεπε να καταβληθεί άτοκα εντός της επόμενης πενταετίας, ήτοι έως την 17.12.2009. Ακολούθως, αφού κατέστη ληξιπρόθεσμο το άνω χρέος το Δεκέμβριο του έτους 2009 και αφού ο 1ος κατηγορούμενος κατέστη υπερήμερος, αφού δεν είχε καταφέρει να καταβάλλει το οφειλόμενο ποσό, συντάχθηκε η από 08.12.2009 νέα σύμβαση ανανέωσης δανείου για δέκα μήνες, δηλαδή για τις 30-10-2010 και υπογράφηκε συναφής συναλλαγματική με ημερομηνία λήξης 30-10-2009, σε αντικατάσταση της από 17.12.2004 παλαιότερης, την οποία είχε αποδεχθεί ο Γ. Σ. και είχε υπογράψει ως τριτεγγυητής ο 1ος κατηγορούμενος, πλην όμως και πάλι δεν κατέστη δυνατή η αποπληρωμή της οφειλής του. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είχαν ισχυριστεί ότι η εγκαλούσα είχε εισπράξει από τους ίδιους και τον δικαιοπάροχο πατέρα τους συνολικά σε μετρητά το ποσό των 3.200 ευρώ, το οποίο καταλόγισε σε τόκους, πλην όμως ο ισχυρισμός τους δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο, επισημαίνεται δε ότι η εγκαλούσα απέστειλε σε αυτούς το από 06.04.2014 εξώδικό της, με το οποίο τους ζητούσε το συνολικό ποσό των 23.209,39 ευρώ (: ήτοι το ποσό των 6.030,70 ευρώ με βάση το με αριθμό 30.119/2004 συμβόλαιο διανομής και το ποσό των 17.178,69 ευρώ με βάση το ιδιωτικό συμφωνητικό), στο οποίο ουδείς των δύο πρώτων κατηγορουμένων απάντησε, μη αρνούμενοι τους ισχυρισμούς αυτής. Τελικώς, η εγκαλούσα ήγειρε τη με αριθμό κατάθεσης: 204/28-09-2015 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου κατά των δύο πρώτων κατηγορουμένων με αίτημα να υποχρεωθούν να της καταβάλουν το ποσό των 17.178,69 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι για την αντίκρουση της ανωτέρω αγωγής προσκόμισαν, μεταξύ άλλων, τη με αριθμό 1261/2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκου Κορίνθου του 6ου των κατηγορουμένων, αλλά και τις με αριθμούς 1260/2017 και 1262/2017 ένορκες βεβαιώσεις των μη κατηγορουμένων πλέον Ζ. Γ. και Δ. Γ., στις οποίες για πρώτη φορά γίνεται λόγος για τοκογλυφικές πράξεις της εγκαλούσας. Παράλληλα οι ίδιοι κατηγορούμενοι υπέβαλαν την υπ’ αριθμ. Α.Β.Μ. … έγκληση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κορίνθου, με την οποία κατήγγειλαν ότι η τότε εγκαλούμενη και νυν παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας Ι. Π. – Σ., πρώτη τους ξαδέρφη, είχε τελέσει την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ’ εξακολούθηση, ακολούθως δε ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον της και η υπόθεση παραπέμφθηκε στον Ανακριτή Κορίνθου, μετά δε το πέρας της κύριας ανάκρισης, η δικογραφία εισήχθη στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κορίνθου, το οποίο με το με αριθμό 179/2018 βούλευμά του, που έχει καταστεί αμετάκλητο (βλ. το υπ’ αριθμ. 8457/2019 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Κορίνθου), αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας για την πράξη της τοκογλυφίας από υπαίτιο που επιχειρεί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις και κατ’ εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στο Λουτράκι Κορινθίας κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Δεκέμβριο του 2004 έως και την 31.03.2014. Με την ανωτέρω έγκληση ο 1ος κατηγορούμενος, από κοινού με τη 2η αυτών, ως προς την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, κατήγγειλε ότι η τότε εγκαλούμενη και νυν εγκαλούσα και παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας Ι. Π. – Σ., πρώτη τους ξαδέρφη, είχε τελέσει την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ’ εξακολούθηση. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκαν ότι η ανωτέρω στις 17-12-2004, κατά την υπογραφή του υπ’ αριθμό 30.779/17-12-2004 συμβολαίου διανομής ακινήτων του τότε συμβολαιογράφου …, Π. Γ., το οποίο είχε καταρτισθεί συνεπεία πιέσεων που ασκήθηκαν από την ίδια, ως συγκύρια των προς διανομή ακινήτων, όταν διαπιστώθηκε ότι το κατάστημα που θα παρέμενε στην ιδιοκτησία του Γ. Σ., πατέρα τους, ήταν μεγαλύτερου εμβαδού από αυτό της νυν εγκαλούσας, οπότε προέκυπτε από τη διαφορά της αξίας για τη συμπλήρωση της μερίδας της από την συμφωνηθείσα διανομή, ως οφειλόμενο το ποσό των 6.030,70 ευρώ, εκμεταλλεύτηκε την δυσχερή οικονομική κατάσταση του πατέρα τους, Γ. Σ. και του παρείχε πίστωση συνομολογώντας μ’ αυτόν σύμβαση δανείου ποσού 17.178,69 ευρώ, καταβλητέου στις 17-12-2009, χρόνο λήξης της εκδοθείσας στις 17-12-2004 συναλλαγματικής με αποδέκτη τον πατέρα τους και οφειλέτη Γ. Σ. και τριτεγγυητή υπέρ του αποδέκτου τον πρώτο κατηγορούμενο Π. Σ., ποσό που ενσωμάτωνε τόκους συνολικού ποσού 3.435,60 ευρώ ανά έτος και για 5 χρόνια, ενώ οι νόμιμοι τόκοι ανήρχοντο στο ποσό των 2.626,30 ευρώ. Επιπλέον, με την ανωτέρω μήνυση, ισχυρίσθηκαν ότι επειδή αδυνατούσαν να αποπληρώσουν το ως άνω ποσό την ημέρα που κατέστη ληξιπρόθεσμο, υπέγραψαν σύμβαση ανανέωσης του χρέους για δέκα μήνες, δηλαδή για τις 30-10-2010, νομιμοτόκως και υπεγράφη – για τον παραπάνω σκοπό – συναλλαγματική, χρόνου εκδόσεως 8-12-2009, ποσού 17.178,69 ευρώ, ενώ την ίδια ημέρα η τότε εγκαλούμενη (και νυν εγκαλούσα) έλαβε σε μετρητά, προκαταβολικά, τόκους ανερχόμενους στο ποσό των 2.200,00 ευρώ. Ακολούθως, ισχυρίσθηκαν ότι μετά το θάνατο του πατέρα τους και συμβαλλομένου στην επίμαχη σύμβαση, τον Αύγουστο του έτους 2010, ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε εκ νέου παράταση για την καταβολή, την οποία η τότε εγκαλουμένη αποδέχθηκε, συνάπτοντας νέα σύμβαση ποσού 19.178,69 ευρώ, ενσωματώνοντας σε αυτήν το επιπλέον ποσό των δύο χιλιάδων 2.000 ευρώ, το οποίο και αφορούσε στους τόκους του έτους λήξης 2014 και ακόμη απαίτησε κι έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο, συναλλαγματικές ποσού 2.000,00 ευρώ εκάστη, με ημερομηνίες έκδοσης, α) την 01/03/2011 και λήξης την 31/03/2012 και β) την 01/04/2012 και λήξης την 31/03/2013, οι οποίες αφορούσαν προεξόφληση τόκων από 01/03/2011 έως και 31/03/2012 και από 01/04/2012 έως και 31/03/2013, αντίστοιχα. Τέλος ισχυρίσθηκαν ότι επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αδυναμία να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή αυτών, η εγκαλούσα στις 9 Απριλίου 2014, επέδωσε στους ίδιους, κληρονόμους του Γ. Σ., εξώδικη δήλωση, με την οποία τους προσκαλούσε να καταβάλλουν όλα τα ανωτέρω ποσά, δηλαδή τις 6.030,70 ευρώ και το ποσό των 17.178,69 ευρώ, αλλιώς θα επεδίωκε δικαστικώς την ικανοποίηση “των δήθεν απαιτήσεών της” και ότι στις 05-10- 2015 επέδωσε την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 204/2015 αγωγή της που στρέφεται εναντίον τους και ασκήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, ζητώντας να εισπράξει την “τοκογλυφική απαίτησή της”, δηλαδή την καταβολή ποσού 17.178.69 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και ότι έτσι επεδίωκε να εισπράξει συνολικά το ποσό των 25.862,66 ευρώ, το οποίο αποτελούσε “καθ’ ολοκληρίαν τοκογλυφικό προϊόν”, ότι εκτός αυτού, εξέδωσε εκτελεστό απόγραφο από το με αριθμό 30.119/17-12-2004 συμβόλαιο διανομής ακινήτων, κεκυρωμένο αντίγραφο του οποίου επέδωσε στους ίδιους στις 4.11.2015 και στις 6.11.2015 μαζί με επιταγή προς πληρωμή ποσού 9.113,77 ευρώ, ότι στις 22.11.2016 επέδωσε πάλι κεκυρωμένο αντίγραφο του ανωτέρω απογράφου, μετά της από 21.11.2016 Β’ επιταγής, επιδιώκοντας να εισπράξει συνολική απαίτηση μετά τόκων και λοιπών κονδυλίων ύψους 9.744,55 ευρώ, ότι εν τέλει η ως άνω συμπεριφορά χαρακτήριζε την τότε εγκαλουμένη (και νυν εγκαλούσα) που είχε και στο παρελθόν, με τοκογλυφικούς όρους δανείσει και τον πατέρα τους και την δεύτερη κατηγορουμένη και δη το έτος 1994, για να εξοφλήσει σε άλλους τοκογλύφους στην Αθήνα το έτος 1995 και 1999, ενσωματώνοντας τις αξιώσεις της, ως προς τα τοκογλυφικά ωφελήματα, σε συναλλαγματικές. Πλην, όμως, όπως αποδείχθηκε αλλά και στην αρχή της παρούσας αναφέρεται, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εκτίθενται στη μήνυσή τους και ως άνω διατυπώθηκαν, για τα οποία οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, αμφιθαλή αδέλφια, καταμήνυσαν, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, την νυν εγκαλούσα και παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, Ι. Π. – Σ., πρώτη τους ξαδέρφη, ήταν ψευδή. Ειδικότερα, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την ανωμοτί εξέταση της ανωτέρω παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, την ένορκη κατάθεση του απόντος μάρτυρα κατηγορίας που δόθηκε στη προδικασία και έχει καταστεί αναγνωστέα αλλά και από το υπ’ αριθμ. 179/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, το οποίο έχει καταστεί ήδη αμετάκλητο, τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μήνυσή τους πραγματικά περιστατικά είναι ψευδή, ενώ τα αληθή είναι τα εξής: 1. ότι η εγκαλούσα και παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, Ι. Π. – Σ. ουδέποτε είχε αξιώσει τοκογλυφικούς τόκους από οποιαδήποτε αιτία τόσο από τους προαναφερθέντες κατηγορούμενους όσο και από τον πατέρα τους, Γ. Σ. ή από τρίτα πρόσωπα, 2. ότι ο πατέρας των προαναφερθέντων κατηγορούμενων Γ. Σ. όφειλε να καταβάλλει στην προαναφερθείσα εγκαλούσα, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου διανομής, την εμπορική αξία των 8,07 τ.μ. που ελάμβανε επιπλέον της μερίδας που του αναλογούσε ως κοινωνού, η δε εμπορική αξία αυτής, όπως προκύπτει από το χειρόγραφο σημείωμα που συνέταξε αυθημερόν ο συντάξας το συμβόλαιο διανομής συμβολαιογράφος … Π. Γ., όπως περιγράφεται και έγινε δεκτό με το προαναφερθέν αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, ανερχόταν στο ποσό 980.000 δρχ. ανά τ.μ., δηλαδή σε ποσό 7.908.600 δρχ, ή 23.209,39 ευρώ για τα 8,07 τ.μ., που όφειλε να της καταβάλει ο Γ. Σ. και σε ποσό 2.224.600 δρχ. ή 6.528,54 ευρώ για τα 2,27 τ.μ. που όφειλαν να της καταβάλουν οι καθολικοί διάδοχοι του Ι. Σ., αδερφού του πατέρα των δύο πρώτων κατηγορούμενων, 3. ότι μέρος της οφειλής αυτής, ύψους 6.030,70 ευρώ, αποτελούσε την αντικειμενική αξία του τμήματος αυτού, το οποίο κατά πάγια πρακτική και για φορολογικούς λόγους (βλ. προς τούτο ιδίως το προαναφερθέν βούλευμα σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας) αναφέρθηκε και μόνον στο υπ’ αριθμ. 30.119/2004 συμβόλαιο διανομής, με την υπόσχεση να καταβληθεί έως την 17.12.2009, ενώ για το υπόλοιπο αληθές οφειλόμενο ποσό των 17.178.69 ευρώ (23.209,39 ευρώ το συνολικά οφειλόμενο – 6.030,70 ευρώ το αναγραφέν στο συμβόλαιο διανομής = 17.178,69 ευρώ το εκτός συμβολαίου οφειλόμενο τίμημα) συντάχθηκε μεταξύ τους το από 17.12.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο Γ. Σ. φερόταν να το λαμβάνει ως δάνειο και να αναλαμβάνει την υποχρέωση να της το εξοφλήσει άτοκα έως την ίδια ημερομηνία, δηλαδή, την 17.12.2009, με συμβαλλόμενο τριτεγγυητή τον πρώτο κατηγορούμενο Π. Σ., 4. η αντικατάσταση των συναλλαγματικών γινόταν προς διευκόλυνσή τους, λόγω της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στην οικονομική υποχρέωση που είχαν αναλάβει αφού εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι οι διευκολύνσεις που παρείχε η εγκαλούσα και η υπογραφή του από 17-12-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού όπως και των συναλλαγματικών προς ανανέωση της οφειλής ήταν προϊόν εξαναγκασμού και απειλών εκ μέρους της εγκαλούσας, η οποία αντιθέτως απλά προσπάθησε να τους διευκολύνει, μεταθέτοντας το χρόνο αποπληρωμής του τιμήματος, αξιώνοντας την εν λόγω απαίτησή της αρκετά χρόνια μετά, λόγω του κινδύνου παραγραφής της, 5. ότι ουδέποτε είχαν συνομολογηθεί τοκογλυφικοί τόκοι, οι δε απαιτήσεις της νυν εγκαλούσας απέρρεαν από τις προαναφερθείσες συμβάσεις που συνάφθηκαν μεταξύ του δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων κατηγορούμενων και της ίδιας, καθώς και την συναλλαγματική, την οποία είχε τριτεγγυηθεί ο πρώτος κατηγορούμενος. Ανεξαρτήτως, όμως, των όσων έγιναν δεκτά με το προαναφερθέν βούλευμα, από τις παραδοχές του οποίου το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται, από το σύνολο του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού, και δη από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που ενισχύονται και από το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, δεν αποδείχθηκε ο επικαλούμενος από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους δανεισμός τους από την εγκαλούσα, και ως εκ τούτου ουδόλως αποδείχθηκε και ο τοκογλυφικός τους δανεισμός, αλλά απεναντίας αποδείχθηκε ότι, μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορούμενων και της εγκαλούσας υπήρξε η προαναφερθείσα έννομη σχέση, από την οποία απέρρεαν οι οικονομικές τους οφειλές προς την ίδια. Το δε ψευδές των εν λόγω ισχυρισμών τους γνώριζε ο 1ος κατηγορούμενος, ενήργησε δε από κοινού με τη 2η των κατηγορουμένων, ως ανωτέρω, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη της εγκαλούσας, γεγονός το οποίο πέτυχαν, καθ’ ότι με την υποβολή έγκλησης ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της για το αδίκημα της τοκογλυφίας από υπαίτιο που επιχειρεί κατ’ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ’ εξακολούθηση τοκογλυφικές πράξεις και παραπέμφθηκε σε κυρία ανάκριση, απηλλάγη δε των κατηγοριών με το προαναφερθέν ήδη αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου. Η δε γνώση των κατηγορούμενων για τα ανωτέρω ψευδώς καταμηνυθέντα θεμελιώνεται στην προσωπική αντίληψη των ίδιων και δικές τους πράξεις και παραλείψεις, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση τους χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών, λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος ότι σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που δεν αντικρούονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την ημέρα υπογραφής των από 17-12-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και συμβολαίου διανομής. Επομένως, στοιχειοθετείται η πλήρωση τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της πρώτης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης για την οποία κατηγορείται. Σε ότι αφορά στην κατάθεση του 6ου κατηγορούμενου αποδείχθηκε ότι αυτός κατέθεσε ενόρκως στις 16-5-2017 ενώπιον της αρμόδιας προς διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, Πταισματοδίκου Κορίνθου και, επικαλούμενος τη φιλία και την σχέση του με τον πρώτο κατηγορούμενο, Π. Σ., κατέθεσε ότι γνωρίζει για τη διαφορά την οποία έχει με την τότε εγκαλουμένη (και νυν εγκαλούσα) για κάποια τετραγωνικά μέτρα καταστήματος και για τα οποία έπρεπε να καταβάλλει ένα ποσό για την εξαγορά αυτών των τ.μ. Ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, Π. Σ., μη έχοντας τη δυνατότητα να καταβάλλει τα χρήματα είχε έρθει σε συνεννόηση με την νυν εγκαλούσα, Ι. Π. – Σ., καταβάλλοντας σε αυτήν τόκους. Ότι κατά διαστήματα ο ίδιος τον εξυπηρέτησε δίνοντάς του χρήματα, για τα οποία τον διαβεβαίωνε ότι θα τα παραδώσει στην ανωτέρω, διατυπώνοντας ωστόσο την επιφύλαξη ότι δεν ήταν σε καμία μεταξύ τους συνάντηση και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο ήταν το περιεχόμενο της συμφωνίας τους. Επιπλέον, στις 9-11-2017, κατά την σύνταξη της υπ’ αριθμόν 1261/2017 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον του Ειρηνοδίκου Κορίνθου, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της ανωτέρω από 28-09-2015 αγωγής της εγκαλούσας Ι. συζ. Χ. Π., το γένος Α. και Ε. Σ. κατά του πρώτου και δεύτερης κατηγορούμενης προς επίρρωση των ισχυρισμών και των ενστάσεων των εναγομένων (και ήδη κατηγορουμένων) αναφερόμενος στη μακροχρόνια φιλία του με τον Π. Σ., πρώτο κατηγορούμενο, κατέθεσε ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η Ι. Σ. (νυν εγκαλούσα) επί σειρά ετών, εκμεταλλευόμενη ανάγκες του ιδίου (πρώτου κατηγορούμενου), του πατέρα (Γ. Σ.) και της αδελφής του (Θ. Γ. το γένος Σ.), κατά τη διανομή ακινήτων στο Λουτράκι στην οδό …, τους πίεζε με κατάσχεση διότι δεν είχαν εξοφλήσει κάποια δάνεια. Ότι σχετικά με την καταβολή του ποσού των 6.030,70 ευρώ που οφειλόταν, ο πατέρας των εναγομένων (Γ. Σ.) δεν είχε χρήματα να δώσει στην ενάγουσα (νυν εγκαλούσα) και ότι εκείνη πίστωσε για πέντε έτη το ποσό αυτό, δηλαδή μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009, ζητώντας, ως είχε πληροφορηθεί από τον Π. Σιάννα (πρώτο κατηγορούμενο) τοκογλυφικούς τόκους, οι οποίοι ανέρχονταν, στο ποσό των 17.178.69 ευρώ. Ότι υπεγράφη σχετικά ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι επειδή δεν υπήρχαν χρήματα στη λήξη της πενταετίας, τους ανανέωσε την οφειλή των 17.178,69 ευρώ για δέκα μήνες, ζητώντας τοκογλυφικούς τόκους 2.200 ευρώ, οπότε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ο ίδιος του είχε διαθέσει 2.000 ευρώ τα οποία όπως είχε ενημερωθεί, καθώς δεν ήταν παρών στην συναλλαγή, τα κατέβαλε στην ενάγουσα προκειμένου να προεξοφλήσει τους τόκους της ανανεώσεως, ότι τον είχε εξυπηρετήσει και άλλες φορές με μικρότερα ποσά τα οποία είχε καταβάλει σε εκείνη, προσθέτοντας ότι γνώριζε από τον κ. Π. Σ. (πρώτο κατηγορούμενο) ότι “η ενάγουσα είχε δανείσει στον πατέρα τους λεφτά με τοκογλυφικούς τόκους το έτος 1994 και στην αδελφή του το έτος 1995 και 1999 και ότι εξόφλησαν τοκογλυφικές αξιώσεις της ενάγουσας το έτος 2005, ότι ακόμη της πρότεινε να της δώσει κάποιο λογικό ποσό αλλά εκείνη αρνήθηκε και του είπε “ή τα λεφτά ή θα στα πάρω όλα”. Ωστόσο, όλα τα ανωτέρω κατατεθέντα ήταν ψευδή, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε συνομολογήθηκαν τοκογλυφικοί τόκοι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα μεταξύ των εδώ φερόμενων ως παθόντων, πρώτου και δεύτερης κατηγορουμένων και του δικαιοπαρόχου αυτού καθώς και της εγκαλούσας, η δε κατάθεσή του δεν κρίνεται πειστική, δεν συνεπικουρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, αντικρούστηκε δε πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, λαμβανόμενης υπόψιν και της απολογίας του, ο οποίος, απολογούμενος και στο πρωτόδικο δικαστήριο, κατέθεσε πώς δεν είχε ακούσει τίποτε άλλο για την εγκαλούσα, παρά τα όσα του διαμήνυσε ο πρώτος κατηγορούμενος, θεωρώντας απίθανη την για κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση τέλεση τοκογλυφικών πράξεων από την εγκαλούσα.
Συνεπώς αληθές είναι ότι, i. το ποσό που όφειλαν ο Γ. Σ. και έπειτα οι δικαιοπάροχοι αυτού, πρώτος και δεύτερη των κατηγορούμενων ως οφειλόμενο τίμημα, για την προαναφερθείσα αιτία από τη σύμβαση διανομής του ακινήτου δεν ανέρχονταν στο ποσό των 6.000,00 ευρώ περίπου αλλά στο ποσό των 23.000 ευρώ περίπου, όπως ειδικότερα ανωτέρω προσδιορίζεται, ii. το ποσό των 17.000 ευρώ δεν αφορούσε σε τοκογλυφικούς τόκους επί του ανωτέρω κεφαλαίου που προσδιορίσθηκαν από την εγκαλούσα, κατόπιν εκβιασμού ενόψει και προγενεστέρων οφειλών των ανωτέρω προσώπων εναντίον της, οι οποίες ουδόλως αποδείχθηκαν, αλλά, αντίθετα, το υπόλοιπο οφειλόμενο εκτός συμβολαίου αναγραφόμενο τίμημα στο πλαίσιο της προαναφερθείσας αιτίας εκ της σύμβασης διανομής της περιουσίας που καταρτίσθηκε. Σημειώνεται ότι η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα περί προγενέστερων οφειλών των ανωτέρω προσώπων προς την εγκαλούσα είναι εξίσου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται κατά την εξέταση στοιχειοθέτησης της ψευδούς κατάθεσης και από τους λοιπούς μάρτυρες, εντελώς ασαφής, γενική και αόριστη και ως εκ τούτου δεν κρίνεται πειστική. iii. Καμία δοσοληψία δεν εχώρησε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη σύσταση της κατά άνω ενοχής έως την ημέρα που η εγκαλούσα αποφάσισε να διεκδικήσει το οφειλόμενο ποσό, λόγω κινδύνου παραγραφής (βλ. προς τούτο κυρίως τις ανωμοτί και ένορκη καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίες) παρά μόνον διευκολύνσεις των δύο πρώτων κατηγορούμενων, περί αποπληρωμής του πραγματικά οφειλόμενου ποσού, με τη δόση συναλλαγματικών, οι οποίες (συναλλαγματικές) δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι εξοφλήθηκαν, iν. ο επικαλούμενος, σε απροσδιόριστο χρόνο, τόπο και κυρίως ποσό, δανεισμός του πρώτου κατηγορούμενου από τον ίδιο, έκτο κατηγορούμενο προς εξόφληση των οφειλόμενων στην εγκαλούσα δεν αποδείχθηκε. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, τόσο στις προδιαληφθείσες καταθέσεις του όσο και κατά την απολογία του σε κανένα σημείο δεν προσδιορίζει το χρόνο, τον τόπο και το ποσό του προκείμενου δανεισμού. Αναφέρεται γενικά και αόριστα (“κατά διαστήματα”, “κι άλλες φορές δάνεισα” “μικρά ποσά”) σε δανεισμό αυτού προς τον κουμπάρο του δίχως ποτέ, ούτε καν κατά την απολογία του να προσδιορίσει τα ποσά που έχει δανείσει, το χρόνο λήξης του δικού του δανείου και εάν τελικά αυτά αποδόθηκαν στον ίδιο. Ο 6ος κατηγορούμενος, όταν κατέθεσε αυτά, τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους, καθώς, ενόψει και της προαναφερθείσας φιλικής σχέσης που τον συνέδεε με τον 1° κατηγορούμενο, είχε προσωπική αντίληψη, γεγονός που και ο ίδιος βεβαιώνει ενόρκως και πεποίθηση ότι τα όσα καταθέτει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και τα κατέθεσε προς υποστήριξη τόσο της προαναφερθείσας έγκλησης του φίλου του και κουμπάρου του όσο και προς αντίκρουση της προαναφερθείσας αγωγής της νυν εγκαλούσας, με μοναδικό σκοπό να αρνηθεί ο τελευταίος την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του. Ο 6ος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ελλείπει ο άμεσος δόλος της γνώσης του ψεύδους της κατάθεσης, που απαιτεί το άρθρο 224 ΠΚ, καθώς κατέθεσε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με όσα του είχε αναφέρει ο κουμπάρος και φίλος του 1ος κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από το κείμενο αμφότερων των καταθέσεών του, πλην όμως το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψευδούς της κατάθεσής του, καθ’ όσον, πέραν των προαναφερθέντων, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ιδίως την απολογία του, σε συνδυασμό με τα όσα κατέθεσαν οι ανωτέρω μάρτυρες κατηγορίας, εκτιμώμενα κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης, συνάγεται ότι είναι αδύνατον να μην γνωρίζει αυτός το ψευδές της κατάθεσής του και να επαφίεται αποκλειστικούς και μόνον στις διηγήσεις του κουμπάρου του, τον οποίο, μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς τους, χρηματοδοτούσε προς αποπληρωμή των εν λόγω φερόμενων ως δανείων με τοκογλυφικών τόκων, ενώ αναντίρρητα τούτο δεν ίσχυε. Ενισχυτικό αυτής της κρίσης του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο, επαγγελματία επί πολλά έτη αυτοκινητιστή, κάτοικο …, δηλαδή της πόλης στην οποία διέμενε και δραστηριοποιούνταν και η νυν εγκαλούσα, ο οποίος, δεν ήταν άπειρος στις συναλλαγές ούτε αμαθής, ώστε να καταθέτει σε βάρος τρίτων προσώπων για γεγονότα, για τα οποία, δεν ήταν σίγουρος, και να ασκείται σε βάρος τρίτων προσώπων κακουργηματική δίωξη, μη διερωτώμενος διόλου για την αλήθεια αυτών που καταθέτει, αλλά καταθέτοντάς τα, κατά μεταφορά προσφιλούς σ’ αυτό πρόσωπο, ενώ άξιο μνείας είναι και το ότι, στο τέλος της ένορκης βεβαίωσής του, δήλωσε ότι αυτά που κατέθεσε τα γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως. Εξάλλου, το δικαστήριο κρίνει ότι ο 1ος κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε στον 6° κατηγορούμενο με προτροπές, παραινέσεις και πειθώ, λόγω της στενής φιλικής σχέσης τους, αφού τυγχάνουν κουμπάροι (ο πρώτος κατηγορούμενος έχει παντρέψει τον 6° κατηγορούμενο και έχει βαφτίσει το τέκνο του) να καταθέσει ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον της Πταισματοδίκου Κορίνθου τα όσα ψευδή πραγματικά περιστατικά ως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρθηκαν, εν γνώσει του γεγονότος, ότι αυτά ήταν ψευδή προς επίρρωση και απόδειξη των ισχυρισμών που προέβαλε με την κατάθεση της με ΑΒΜ … έγκλησης, που υπέβαλε από κοινού με την 2η κατηγορουμένη, ως προς την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, και ακολούθως στις 9-11-2017 τον έπεισε να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκου Κορίνθου, συνταχθείσας προς τούτο της υπ’ αριθμ. 1261/2017 ένορκης βεβαίωσης, τα όσα ψευδή πραγματικά περιστατικά ως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρθηκαν, προς αντίκρουση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 204/28-09-2015 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου της Ι. συζ. Χ. Π., το γένος Α. και Ε. Σ. και κατά του ιδίου και της δεύτερης των κατηγορούμενων προς επίρρωση και απόδειξη των ισχυρισμών και των ενστάσεών τους…Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι… ο 6ος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ’ εξακολούθηση, πλην όμως το δικαστήριο αναγνωρίζει σε αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 α’ ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως (άρθρο 470 ΚΠΔ), κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας”. Ακολούθως το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό του ως προς τον (έκτο) εκκαλούντα – (έκτο) κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, τα εξής: “
Κηρύσσει τον 6° κατηγορούμενο ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α’ ΠΚ, του ότι στην Κόρινθο με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία και ειδικότερα: Α) Στις 16.5.2017 ενώπιον της Πταισματοδίκου Κορίνθου στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης κατέθεσε επικαλούμενος τη φιλία και την σχέση του με τον Π. Σ., ότι γνωρίζει για τη διαφορά, την οποία έχει με την τότε εγκαλουμένη (και νυν εγκαλούσα) για κάποια τετραγωνικά μέτρα καταστήματος και για τα οποία έπρεπε να καταβάλλει ένα ποσό για την εξαγορά αυτών των τ.μ., ότι ο Π. Σ. μη έχοντας τη δυνατότητα να καταβάλλει τα χρήματα είχε έρθει σε συνεννόηση με την Ι. Π. – Σ., καταβάλλοντας σε αυτήν τόκους, ότι κατά διαστήματα ο ίδιος τον εξυπηρέτησε δίνοντάς του χρήματα, για τα οποία τον διαβεβαίωνε ότι θα τα παραδώσει στην ανωτέρω, διατυπώνοντας ωστόσο προσχηματικά την επιφύλαξη ότι δεν ήταν σε καμία μεταξύ τους συνάντηση και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο ήταν το περιεχόμενο της συμφωνίας τους. Β) Στις 09.11.2017 κατά την σύνταξη της υπ’ αριθμόν 1261/2017 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον του Ειρηνοδίκου Κορίνθου, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της από 28-09-2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 204/2015 αγωγής της Ι. συζ. Χ. Π., το γένος Α. και Ε. Σ., κατά των Π. Σ. του Γ. και Α. και Θ. συζ. Δ. Γ., το γένος Γ. και Α. Σ., προς επίρρωση των ισχυρισμών και των ενστάσεων των εναγόμενων, αναφερόμενος στη μακροχρόνια φιλία του με τον Π. Σ., κατέθεσε ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η Ι. Σ. επί σειρά ετών, εκμεταλλευόμενη ανάγκες του ιδίου, του πατέρα και της αδελφής του, κατά τη διανομή ακινήτων στο Λουτράκι στην οδό …, μετά την άσκηση πίεσης (είχε ενημερωθεί ότι τους πίεζε με κατάσχεση διότι δεν είχαν εξοφλήσει κάποια δάνεια), ότι σχετικά με την καταβολή του ποσού των 6.030,70 ευρώ που οφειλόταν, ο πατέρας των εναγόμενων δεν είχε χρήματα να δώσει στην ενάγουσα και ότι εκείνη πίστωσε για πέντε έτη αυτό, δηλαδή μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009, ζητώντας, ως είχε πληροφορηθεί από τον Π. Σιάννα τοκογλυφικούς τόκους, οι οποίοι ανέρχονταν στο ποσό των 17.178,69 ευρώ, ότι υπεγράφη σχετικά ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι επειδή δεν υπήρχαν χρήματα στη λήξη της πενταετίας, τους ανανέωσε την οφειλή των 17.178,69 ευρώ για δέκα μήνες, ζητώντας τοκογλυφικούς τόκους 2.200 ευρώ, οπότε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ο ίδιος του είχε διαθέσει 2.000 ευρώ, τα οποία όπως είχε ενημερωθεί, καθώς δεν ήταν παρών στην συναλλαγή, τα κατέβαλλε στην ενάγουσα προκειμένου να προεξοφλήσει τους τόκους της ανανεώσεως, ότι τον είχε εξυπηρετήσει και άλλες φορές με μικρότερα ποσά τα οποία είχε καταβάλει σε εκείνη” προσθέτοντας ότι γνώριζε από τον κ. Π. Σ. ότι “η ενάγουσα είχε δανείσει στον πατέρα τους λεφτά με τοκογλυφικούς τόκους το έτος 1994 και στην αδελφή του το έτος 1995 και 1999 και ότι εξόφλησαν τοκογλυφικές αξιώσεις της ενάγουσας το έτος 2005, ότι ακόμη της πρότεινε να της δώσει κάποιο λογικό ποσό αλλά εκείνη αρνήθηκε και του είπε “ή τα λεφτά ή θα στα πάρω όλα”. Κατέθεσε δε ο 6ος των κατηγορουμένων τα ανωτέρω ψευδή, διατυπώνοντας με πανομοιότυπο τρόπο τους ισχυρισμούς που ενίσχυαν τις θέσεις του 1ου των κατηγορουμένων και της Θ. συζ. Δ. Γ., ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε, ήταν ότι με την εγκαλούσα ουδέποτε είχαν συνομολογηθεί τοκογλυφικοί τόκοι κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντα”.
Με τις ως άνω παραδοχές που αφορούν την ως άνω (πρώτη) τελεσθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος μερικότερη πράξη, που έλαβε χώρα στην Κόρινθο, στις 16-5-2017 ενώπιον της Πταισματοδίκη Κορίνθου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις αναφερθείσες στη σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω (πρώτης) αξιόποινης πράξης, για την οποία κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα και τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε αυτά, χωρίς επιλεκτική εκτίμησή τους, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 224 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση της ως άνω μερικότερης πράξης της ψευδούς κατάθεσης, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Ειδικότερα, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο (έκτος) κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στις 16-5-2017 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Κορίνθου, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης κατέθεσε όλα όσα παραπάνω αναλυτικώς αναφέρονται σχετικώς με τα οφειλόμενα χρήματα στην υποστηρίζουσα την κατηγορία Ι. Π.- Σ., παρότι γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ενώ αιτιολογείται και το υποκειμενικό στοιχείο του (άμεσου) δόλου του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι αυτός τελούσε σε γνώση του ψευδούς της κατάθεσής του, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης. Οι υπόλοιπες εξάλλου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για την αυτή ως άνω (πρώτη) πράξη του, συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, καθ’ όσον αφορά την εκ μέρους του τέλεση της εν λόγω αξιόποινης (πρώτης) πράξης και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, οπότε προβάλλονται απαραδέκτως, γιατί με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν τούτων, οι θεμελιούμενοι στις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 224 παρ. 1 του ΠΚ ως προς την περί ενοχής κρίση της για την μερικότερη πρώτη αξιόποινη πράξη είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω όμως, με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας σχετικά με την άλλη μερικότερη πράξη του (έκτου) κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, για την δεύτερη πράξη του, επίσης της ψευδούς κατάθεσης, που έλαβε χώρα στις 9-11-2017 κατά την σύνταξη της ως άνω υπ’ αριθμ. 1261/2017 ένορκης βεβαίωσής του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορίνθου, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της από 28-9-2015 (αριθμός κατάθεσης: 204/2015) αγωγής της (υποστηρίζουσας την εις βάρος του κατηγορία) Ι. συζ. Χ. Π., το γένος Α. και Ε. Σ., κατά του Π. Σ. του Γ. και της Θ. συζ. Δ. Γ., το γένος Γ. Σ., προς επίρρωση των ισχυρισμών και των ενστάσεων των τελευταίων (εναγομένων), δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό αυτής αναφέρεται αν (ή ότι) η προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 1261/2017 ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορίνθου, έλαβε χώρα (δόθηκε) νομότυπα και ειδικότερα, εάν αυτή λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της προαναφερθείσας (ενάγουσας) Ι. συζ. Χ. Π., το γένος Α. και Ε. Σ. από τους ως άνω (εναγομένους) αντιδίκους της, για να χρησιμοποιηθεί στη σχετική πολιτική δίκη που ανοίχθηκε μετά την άσκηση της παραπάνω αγωγής της εις βάρος των προαναφερθέντων, με επιμέλεια των οποίων άλλωστε λήφθηκε η άνω ένορκη βεβαίωση για την υποστήριξη των ισχυρισμών τους, έτσι ώστε σε καταφατική περίπτωση να αποτελεί η εν λόγω ένορκη βεβαίωση υποστατό και νόμιμο αποδεικτικό μέσο και συνακόλουθα, να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης κατά τα προαναφερθέντα, συντρεχουσών βεβαίως και των λοιπών προϋποθέσεων. Εξαιτίας της έλλειψης αυτής στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς την αντικειμενική θεμελίωση της εν λόγω (κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσας δεύτερης) πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά συνέπειαν, ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, που αφορά την (δεύτερη) αυτή πράξη είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχήν αυτού, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το προαναφερθέν σκέλος της, αυτό δηλαδή που αφορά την ανωτέρω δεύτερη πράξη του αναιρεσείοντος, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε εκ μέρους του στις 9-11-2017, αλλά και συνακόλουθα ως προς την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο για το (κατ’ εξακολούθηση) τελεσθέν αυτό έγκλημά του, ενώ ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθμ. 396/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, ως προς την δεύτερη μερικότερη πράξη της ψευδούς κατάθεσης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος αλλά και ως προς την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο για το (κατ’ εξακολούθηση) τελεσθέν εκ μέρους του έγκλημα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την κρινόμενη από 30-12-2024 αίτηση του Θ. Σ. του Σ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 396/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
