ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Ι. , κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κουτσούκη.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Μ. του Ι. , κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σαλώμη Δερμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-03-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1211/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3489/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 05-01-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από 05.01.2022 (και αύξοντα αριθμό καταθέσεως 67/8/05.01.2022), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ’ αριθμόν 3489/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν αποκλειστικά και μόνον κατά τη διάταξή της περί των δικαστικών εξόδων την από 14.01.2020 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμόν 1211/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε κατά το κεφάλαιο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση που είχε απορρίψει κατ’ ουσίαν την από 31.0…017 αγωγή της αναιρεσείουσας. Με την αγωγή της η αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι συμβίωνε με τον εναγόμενο σε απλή ελεύθερη ένωση (χωρίς σύμφωνο) από το έτος 1992 έως το έτος 2002, οπότε ο τελευταίος παρά τις μέχρι τότε διαβεβαιώσεις του ότι επιθυμεί να την παντρευτεί διέκοψε τη σχέση τους. Ότι στο πλαίσιο της ελεύθερης συμβιώσεώς τους, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, η ίδια, έχοντας τη βεβαιότητα ότι στο μέλλον θα συνάψουν γάμο και πάντως λόγω της μονιμότητας της σχέσης τους, προέβη σε πληθώρα οικονομικών παροχών προς τον εναγόμενο, δια των οποίων, ο τελευταίος, ο οποίος κατά την έναρξη της γνωριμίας τους δε διέθετε οικονομική ρευστότητα ούτε ακίνητη περιουσία, επαύξησε την ατομική του περιουσία και το ενεργητικό της κατά το συνολικό ποσό των 2.515.595,56 ευρώ, το οποίο του κατέβαλε δια πιστώσεως σε ατομικούς του ή κοινούς λογαριασμούς τους, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, και στη συνέχεια το ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος, αλλά και με την απόκτηση και διατήρηση της πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής των αναφερομένων εννέα ακινήτων. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος, ο οποίος μετά τη διακοπή της συμβιώσεώς τους αρνείται να τις αποδώσει τις ανωτέρω παροχές, κατά τις οποίες κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας της, οφείλει να της καταβάλει, κατά τα άρθρα 904 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 4356/2015, το ως άνω χρηματικό ποσό των 2.515.595,56 ευρώ, να της αποδώσει την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή των εν λόγω εννέα ακινήτων και να καταδικασθεί σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως αυτών, άλλως, επικουρικώς, ότι οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 343.360,243 ευρώ που του κατέβαλε για την αγορά των ακινήτων, άλλως, επικουρικότερα, το ποσό των 232.003,90 ευρώ, που αντιστοιχεί στην συνολική αντικειμενική αξία τους, η οποία ταυτίζεται με την εμπορική τότε αξία τους.
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 30.07.2021, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 05.01.2022 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 του ΑΚ “όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή υπάρχει ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη”. Κατά την άνω διάταξη ο πλουτισμός απαιτείται να επήλθε “χωρίς νόμιμη αιτία”, ήτοι να είναι αδικαιολόγητος. Κρίσιμο δηλαδή στοιχείο είναι η νόμιμη αιτία του πλουτισμού. Αιτία, ειδικότερα, είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, ενώ η αποτυχία του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας (ΑΠ 1356/1992). Η διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ δεν λύνει από μόνη της το ζήτημα πότε υπάρχει ή δεν υπάρχει νόμιμη αιτία και απόκειται έτσι στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές διατάξεις του νόμου στις οποίες αυτή σιωπηρώς παραπέμπει, σε συνδυασμό και προς το σκοπό του δικαίου του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και το συνήθως συμβαίνον οι περιουσιακές επιδόσεις κατά τη διάρκεια της ελεύθερης ένωσης δεν εξυπηρετούν όλες τον ίδιο σκοπό. Είναι δεδομένο της κοινής πείρας ότι, στο πλαίσιο των διαβιούντων σε ελεύθερη ένωση προσώπων, οι συνήθεις παροχές του καθ’ ημέραν κοινού βίου εκ μέρους του ενός συντρόφου προς τον άλλον γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση λήψεως ανταλλάγματος.
Συνεπώς, δεν γεννάται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού του λήπτη, διότι στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός του τελευταίου και η μείωση ή η μη επαύξηση της περιουσίας του δόντος δεν είναι αδικαιολόγητη, ήτοι χωρίς νόμιμη αιτία, αφού υπάρχει τότε η νόμιμη αιτία της χωρίς αντάλλαγμα παροχής, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι και υπηρεσίες πάσης φύσεως (ΑΠ 351/1993). Συνακόλουθα, στις περιπτώσεις αυτές δεν χωρεί εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Δεν ισχύει το ίδιο, και μάλιστα ως γενικός κανόνας, όταν πρόκειται για παροχές περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, οι οποίες ευλόγως προϋποθέτουν και έχουν ως θεμελιωτική βάση τη σχέση συμβιώσεως των ατόμων, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η ελευθεριότητα και στις παροχές αυτές στις συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Στην περίπτωση, εξάλλου, που κατά τη διάρκεια της ελεύθερης ένωσης υπήρξε βελτίωση της περιουσίας (πλουτισμός) του ενός των προσώπων, που συμβιούν, από την περιουσία του ετέρου εξ αυτών, η οποία βελτίωση (πλουτισμός) έλαβε χώρα είτε με την προοπτική κάποιου μελλοντικού γάμου είτε στο πλαίσιο της “κοινωνίας βίου” και, στη συνέχεια, η ελεύθερη ένωση λύθηκε, τότε εκλείπει η θεμελιώδης αιτία, χάριν της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και συνεπώς μπορεί να αναζητηθεί ο πλουτισμός κατά τις σχετικές διατάξεις περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 946/1997, ΑΠ 50/1995, ΑΠ 1377/1989). Δηλαδή, αν εξ αφορμής της ελεύθερης ενώσεως δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά παροχών ή υπηρεσιών από τον ένα σύντροφο προς τον άλλο και υπό την προϋπόθεση όχι ορισμένου αλλά οριστού περιουσιακού ανταλλάγματος (όπως οικονομικής εξασφαλίσεως για το μέλλον) ή μελλοντικού γάμου και στον παρασχόντα τις υπηρεσίες ή τις παροχές στον άλλο σύντροφο δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι παρέχει τις υπηρεσίες αυτές ή την παροχή προς μελλοντική του εξασφάλιση (ήτοι, με την προσδοκία γάμου ή μελλοντικής εξασφαλίσεως), τότε η αθέτηση και η λήξη του συνδέσμου εμπιστοσύνης, ως νόμιμης αιτίας, στηρίζει την αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία γεννάται τη χρονική στιγμή της διαρρήξεως του συνδέσμου εμπιστοσύνης, οπότε ο δότης δικαιούται να αναζητήσει όσα κατέβαλε στο σύντροφό του (σημείωση υπό την ΑΠ 194/1990).
Προκειμένου να γίνει δεκτή η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού στην ελεύθερη ένωση πρέπει να αναφέρεται και να αποδεικνύεται όχι μόνον η ύπαρξη κοινωνίας βίου, αλλά και η ανταποδοτική βάση των εκατέρωθεν συμβολών, ότι δηλαδή, εξ αφορμής της ελεύθερης ενώσεως δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά παροχών ή υπηρεσιών από τον ενάγοντα σύντροφο προς τον άλλον και υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος ή μελλοντικού γάμου και ότι, λόγω περατώσεως του συνδέσμου εμπιστοσύνης (λύσεως της συμβίωσης είτε αυθαιρέτως εκ μέρους του εναγόμενου είτε λόγω θανάτου), γεννήθηκε η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού είτε για αιτία λήξασα (όταν ο σύνδεσμος εμπιστοσύνης είχε στηριχθεί στη διατήρηση της μονιμότητάς της) είτε για αιτία μη επακολουθήσασα (όταν οι παροχές διδόταν με την πεποίθηση κάποιου μελλοντικού οικονομικού ανταλλάγματος (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1751/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 4356/24.12.2015 (ΦΕΚ Α’ 181) “στην περίπτωση ελεύθερη συμβίωσης χωρίς σύμφωνο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς δίκες”. Με τη διάταξη αυτή: 1) προβλέπεται ρητώς: α) η δυνατότητα καθενός των ατόμων που συμβιούν σε απλή ελεύθερη ένωση (χωρίς σύμφωνο, κατά την ορολογία που χρησιμοποιεί ο συντάκτης του προαναφερθέντος νόμου) να αναζητήσει τα αποκτήματα που αποκτήθηκαν -είτε επί λύσεως της ενώσεως είτε κατά τη διάρκειά της- με τη δική του συμβολή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, β) η εφαρμογή της άνω ρυθμίσεως σε υποθέσεις για τις οποίες ήδη εκκρεμούν δίκες και 2) εξασφαλίζεται ότι τα δικαστήρια θα ελέγχουν τις αξιώσεις των συντρόφων από την ελεύθερη ένωση υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, χωρίς να εισάγονται διαφορετικά κριτήρια από αυτά που απαιτούνται για την εφαρμογή τους όπως αναλύονται αμέσως παραπάνω. Από την ίδια ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η αναζήτηση των αποκτημάτων που αποκτήθηκαν κατά την ελεύθερη ένωση μετά τη θέσπιση της διατάξεως αυτής, με την οποία η τύχη τους κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, δεν έχει διαφορετική νομική αιτία. Επομένως, η θέσπιση της νέας αυτής διατάξεως δεν συνιστά μεταβολή του νομικού καθεστώτος περί την αναζήτηση των άνω αποκτημάτων, πολύ δε περισσότερο όταν η σχετική περί τούτου αγωγή ασκήθηκε και συζητήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος της ως άνω διατάξεως, στην οποία δεν μνημονεύονται ρητώς οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η απλή ελεύθερη συμβίωση που υπήρχε διακόπηκε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 4356/2015 στις 24.12.2015 η σχετική όμως αγωγή ασκήθηκε μεταγενεστέρως.
4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ή η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, αλλά πρέπει επιπλέον να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ιδίως, στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον οικείο λόγο αναιρετική πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται ξεχωριστά σε σχέση με καθέναν από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν όταν οι κανόνες αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 1761/2022).
Στην περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υποθέσεως πρέπει, επίσης, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) που θεμελίωσαν την κρίση του και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό, με βάση το περιεχόμενο μόνο του αναιρετηρίου, να στοιχειοθετηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνέχεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ενόψει και του ότι δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ούτε όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1020/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και συνακόλουθα εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως υφίσταται και όταν η απόφαση έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, υπάρχει όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, αξιολόγηση, εκτίμηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ανεπάρκειας αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, οι οποίες πρέπει να εκτίθενται με πληρότητα και όχι μόνον αποσπασματικά, και ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 357/2018) και επιπλέον, στην περίπτωση της ανεπάρκειας των αιτιολογιών σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ώστε να είναι πλήρης (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996).
5.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Οι αντίδικοι γνωρίστηκαν το 1992, συνήψαν ερωτικό δεσμό και συμβίωσαν ελεύθερα μεταξύ τους μέχρι το έτος 2002 τον Ιούνιο, οπότε ο εναγόμενος αποφάσισε να διακόψει την ελεύθερη συμβίωση. Η ενάγουσα, από το έτος 1985 έως και την 31.12.2002 ήταν διευθύνουσα σύμβουλος και κύρια μέτοχος της γνωστής βελγικής εταιρείας σοκολατοποιίας “… SA”, ο δε εναγόμενος το 1992 ήταν φωτοτέχνης και διηύθυνε μία μικρή προσωπική εταιρεία. Η γνωριμία τους έγινε όταν η ενάγουσα του ανέθεσε τη μελέτη και εγκατάσταση φωτισμού στην οικία της στην Αρτέμιδα Αττικής. Το ζευγάρι είχε διαφορά ηλικίας, καθώς η ενάγουσα ήταν 13 χρόνια μεγαλύτερη από τον εναγόμενο. Μεταξύ τους αναπτύχθηκαν στενοί προσωπικοί δεσμοί αγάπης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, είχαν αναπτύξει κοινή κοινωνική ζωή και έναντι των τρίτων εμφανίζονταν ως ζευγάρι με μόνιμη και σταθερή σχέση στη διάρκεια των ετών. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Ελλάδα, η ενάγουσα διέμενε με τον εναγόμενο στην οικία της Αρτέμιδας, ενώ ο τελευταίος την επισκεπτόταν συχνά στις Βρυξέλλες. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους η ενάγουσα τον βοήθησε στην δημιουργία της ανώνυμης εταιρίας “FOSS ΑΕ” με αντικείμενο τη μελέτη επιμέλειας φωτισμού εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, στην αρχή κατέχοντας η ίδια το 51% των μετοχών, το 1996 όμως αποχώρησε μεταβιβάζοντάς του τις μετοχές της.
Η ενάγουσα κατέβαλε τα εξής ποσά σε λογαριασμούς του εναγόμενου:
Α) στις …1993 κατέβαλε στον εναγόμενο 5.100.000 δρχ 14.966,98 ευρώ. Η καταβολή αυτή έγινε με οπισθογράφηση και παράδοση στον εναγόμενο της με αρ. … επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ ποσού 10.000.000 δρχ πληρωτέας σε διαταγή της ενάγουσας, την οποία και εισέπραξε ο εναγόμενος την …1993. Το υπόλοιπο δε ποσό των 4.900.000 δρχ καταβλήθηκε από την ενάγουσα για την κάλυψη της συμμετοχής της (49%) στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.
Β) στις …1994 με ισόποση χρέωση του τραπεζικού της λογαριασμού που η ενάγουσα τηρούσε στην τράπεζα “Fortis Banque” στις Βρυξέλλες, ενέβασε στο με αρ. … τραπεζικό λογαριασμό τον οποίο τηρούσε ο εναγόμενος στην τράπεζα Citibank στην Αθήνα το ποσό των 3.000.000 BEF, το οποίο με την τότε ισοτιμία των δύο νομισμάτων αντιστοιχούσε σε 21.586.800 δρχ ή 63.350,84 ευρώ.
Γ) στις …1994 η ενάγουσα ενέβασε στον ίδιο λογαριασμό του εναγομένου το ποσό των 4.500.000 BEF, το οποίο αντιστοιχούσε σε 33.385.500 δρχ.
Δ) στις …1994 κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 29.933,97 ευρώ, για τη συμμετοχή του εναγομένου (κατά 51%) στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας τους FOSS ΑΕ συνολικού ποσού 20.000.000 δρχ ή 58.694,05 ευρώ. Η καταβολή αυτή έγινε με χρέωση του ποσού των 3.000.000 BEF ή 22.491.600 δρχ σύμφωνα με την ισοτιμία των νομισμάτων το χρόνο της καταβολής ή 66.006,16 ευρώ στον προσωπικό της λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην τράπεζα Fortis Bank στις Βρυξέλλες και πίστωση του υπ’ αρ. … προσωρινού λογαριασμού του εναγομένου που ανοίχθηκε κατ’ εντολή της ενάγουσας στην ίδια τράπεζα. Εν συνεχεία, το ποσό αυτό μεταφέρθηκε στο με αρ. … λογαριασμό του εναγομένου τον οποίο τηρούσε στην τράπεζα Citibank στην Αθήνα. Το υπόλοιπο δε ποσό αντιστοιχούσε στην υποχρέωση της ενάγουσας για την κάλυψη του ποσοστού συμμετοχής της στην πρώτη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας FOSS ΑΕ και στα έξοδα της αύξησης.
Ε) στις …1995 κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 1.500.000 BEF που αντιστοιχούσε σε 11.830.200 δρχ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της καταβολής ή 34.718,12 ευρώ. Η καταβολή αυτή έγινε με ισόποση χρέωση του προσωπικού λογαριασμού της ενάγουσας στην τράπεζα Fortis Banque στις Βρυξέλλες, οπότε και ακολούθησε πίστωση του με αρ. … προσωρινού λογαριασμού του εναγομένου, στην ίδια τράπεζα με το ποσό των 1.500.000 BEF. Ακολούθως, με χρέωση του προσωρινού αυτού λογαριασμού πιστώθηκε ο με αρ. … λογαριασμός, τον οποίο τηρούσε ο εναγόμενος στην τράπεζα Citibank στην Αθήνα.
ΣΤ) στις …1996 η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 34.625.000 δρχ ή 101.614,08 ευρώ. Συγκεκριμένα στις 6.12.1995 κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 15.000.000 BEF που αντιστοιχούσε σε 120.141.000 δρχ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της καταβολής ή 352.578,14 ευρώ. Η καταβολή αυτή έγινε με ισόποση χρέωση του προσωπικού λογαριασμού της ενάγουσας στην τράπεζα Fortis Banque στις Βρυξέλλες, οπότε και ακολούθησε πίστωση του με αρ. … προσωρινού λογαριασμού του εναγομένου, στην ίδια τράπεζα με το ποσό των 1.500.000 BEF. Ακολούθως, με χρέωση του προσωρινού αυτού λογαριασμού πιστώθηκε ο με αρ. … λογαριασμός, τον οποίο τηρούσε ο εναγόμενος στην τράπεζα Citibank στην Αθήνα. Το ποσό αυτό δραχμοποιήθηκε την ….1996, το προϊόν δε της δραχμοποίησης το οποίο ανήλθε σε 119.625.000 δρχ πιστώθηκε στον υπ’ αρ. … λογαριασμό του εναγομένου στην ίδια τράπεζα Citibank. Από το παραπάνω ποσό 85.000.000 δρχ ή 249.449,743 ευρώ χρησιμοποιήθηκαν από τον εναγόμενο για την αγορά στο όνομά του των κάτωθι αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών στο εμπορικό κέντρο “Euroteck” στην περιοχή “Θέρμη” (Σέδες) στη θέση “Αποθήκες” του Δήμου Καλαμαριάς στο νομό Θεσσαλονίκης και συνεπώς, κατά το υπόλοιπο ποσό των (119.625.000 – 85.000.000) 34.625.000 δρχ ή 101.614,08 ευρώ αυξήθηκε σε μετρητά η περιουσία του εναγόμενου.
Ζ) στις …1996 η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 5.000.000 BEF που αντιστοιχούσε σε 38.434.000 δρχ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της καταβολής μέσω απευθείας εμβάσματος στον με αρ. … λογαριασμό που τηρούσε ο εναγόμενος στην τράπεζα Citibank στην Αθήνα.
Η) στις …1996 η ενάγουσα οπισθογράφησε στον εναγόμενο τη με αρ. … τραπεζική επιταγή ύψους 67.100.000,00 δρχ ή 196.918,56 ευρώ, πληρωτέα από την τράπεζα Citibank, η οποία είχε εκδοθεί σε διαταγή της, την οποία αυθημερόν εισέπραξε ο εναγόμενος. Στις 11.9.1997 η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 100.000 δολαρίων ΗΠΑ ή 28.251.000 δρχ σύμφωνα με την ισοτιμία των νομισμάτων το χρόνο της καταβολής ή 82.908,29 ευρώ. Η καταβολή του ποσού αυτού έγινε με την κατ’ εντολή της ισόποση χρέωση του με αρ. … λογαριασμού, ο οποίος τηρείτο στην τράπεζα Fortis Banque στις Βρυξέλλες επ’ ονόματι της Α. Μ. , με πραγματικό και μοναδικό δικαιούχο, ωστόσο, την ίδια και την πίστωση του με αρ. … λογαριασμού, τον οποίο τηρούσε ο εναγόμενος στην τράπεζα Chase Manhattan στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ.
Θ) στις …1998 η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 133.000,00 BEF που αντιστοιχούσε σε 1.021.972 δρχ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της καταβολής ή 2.999,18 ευρώ. Η καταβολή αυτή έγινε με ισόποση πίστωση του με αρ. … λογαριασμού του εναγόμενου στην τράπεζα Citibank στην Αθήνα.
I) στις …1998 η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 4.730.482 BEF που αντιστοιχούσε σε 36.294.623,15 δρχ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της καταβολής ή 106.513,93 ευρώ. Η καταβολή αυτή έγινε με ισόποση πίστωση του λογαριασμού του εναγόμενου στην τράπεζα Fortis Banque στις Βρυξέλλες.
ΙΑ) στις …1998 και …1998 η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 24.360.101 δρχ ή 71.489,66 ευρώ και 25.000.000 δρχ ή 73.367,57 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά το ποσό των 49.360.101 δρχ ή 144.857,23 ευρώ. Συγκεκριμένα η ενάγουσα με χρέωση του υπ’ αρ. … λογαριασμού που τηρούσε στην τράπεζα Fortis Banque στις Βρυξέλλες ενέβασε στην Alpha Τράπεζα το ποσό των 7.000.000 BEF. Από το ποσό αυτό 3.000.000 BEF τοποθετήθηκαν κατ’ εντολή της ενάγουσας στο με αρ. … προθεσμιακό λογαριασμό της Alpha τράπεζας, ο οποίος ήταν κοινός λογαριασμός των διαδίκων. Η προθεσμιακή αυτή κατάθεση δραχμοποιήθηκε στις ….1998 όταν και το ποσό της κατάθεσης (μαζί με τους τόκους) είχε πλέον ανέλθει στο ποσό των 3.004,082 BEF ή 24.360.101 δρχ με βάση την ισοτιμία των νομισμάτων κατά το χρόνο της δραχμοποίησης ή 71.489,66 ευρώ, ποσό το οποίο αναλήφθηκε αυθημερόν από τον εναγόμενο. Το υπόλοιπο ποσό των 4.000.000 BEF αφού μετατράπηκε αυθημερόν σε δρχ 32.545.600 πιστώθηκε στον υπ’ αρ. … κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην Alpha Τράπεζα. Από τον λογαριασμό αυτόν ο εναγόμενος ανέλαβε το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.367,57 ευρώ.
ΙΒ) Στις 10.9.2011 η ενάγουσα κατέθεσε στον με αρ. … λογαριασμό με δικαιούχους τους διαδίκους (κοινός λογαριασμός) στο κατάστημα Κολωνακίου της Alpha Τράπεζας ΑΕ το ποσό των 520.000.000 δρχ ή 1.526.045,49 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε στις …1.2001. Ήτοι συνολικά η ενάγουσα καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα προέβη σε καταβολές για λογαριασμό του εναγομένου συνολικού ποσού 2.515.595,56 ευρώ.
Επιπρόσθετα, αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, προέβη την αγορά των εξής ακινήτων:
Α) δυνάμει του με αρ. …1994 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π. – Π. , νομίμως μεταγεγραμμένου στο βιβλίο μεταγραφών του Δήμου Κηφισιάς στον τόμο 52 1 ρ 210, αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα το υπό στοιχ. ΥΠ-1 υπόγειο χώρο πολυκατοικίας κείμενης στη διασταύρωση των οδών … στην Κηφισιά Αττικής, όπως εμφαίνεται στο από … 1972 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Α. , έκτασης 201,60 τμ. το οποίο συνορεύει βόρεια με λεβητοστάσιο κεντρικής θέρμανσης, τον χώρο του κλιμακοστασίου και ασανσέρ, ανατολικά με τον υπόγειο χώρο ΥΠ-2, νότια με πρασιά της οδού Ταϋγέτου και δυτικά με ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας, έχει δε ΚΑΕΚ 050696304030/0/1 σύμφωνα με υπ’ αρ. πρωτ. 556/20/12/2016 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος. Για την αγορά του παραπάνω ακινήτου, η ενάγουσα προέβη στις 11.3.1994 με ισόποση χρέωση του προσωπικού της λογαριασμού, τον οποίο τηρούσε στην τράπεζα Fortis Banque στο Βέλγιο, σε πίστωση του με αρ. … προσωρινού λογαριασμού του εναγομένου στην ίδια τράπεζα, με το ποσό των 4.000.000 BEF, το οποίο στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο με αρ. … λογαριασμό που τηρούσε ο εναγόμενος στην τράπεζα Citibank ΑΕ στην Αθήνα. Το ποσό αυτό μετατράπηκε σε 28.225.080 δρχ ή 82.832,22 ευρώ και αναλήφθηκε από τον τελευταίο. Πέραν τούτου, η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 3.774.920,00 δρχ ή 11.078,27 ευρώ. Το σύνολο των ανωτέρω ποσών 32.000.000 δρχ (28.225.080 + 3.774.920) ή 93.910,50 ευρώ, καταβλήθηκε από τον εναγόμενο για την εξόφληση του πραγματικού τιμήματος του ανωτέρω ακινήτου (η αναγραφόμενη τιμή πώλησης ήταν 4.636.800 δρχ όση και η αντικειμενική τιμή του).
Β) Δυνάμει του υπ’ αρ. …1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ. Κ. , που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Καλαμαριάς στον τόμο 163 με αρ 291, ο εναγόμενος απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα τα κάτωθι ακίνητα τα οποία βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο “Eurotech” στην περιοχή Θέρμης στη θέση “Αποθήκες” του Δήμου Καλαμαριάς στο Νομό Θεσσαλονίκης.
Ήτοι:
1) Το εμφαινόμενο υπό στοιχ. Κ-19α κατάστημα του ισογείου ορόφου, έκτασης 12,94 τμ το οποίο έχει ΚΑΕΚ 190432511003/0/79 σύμφωνα με το υπ’ αρ. 79/10.1.2017 κτηματολογικό διάγραμμα του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς και συνορεύει γύρωθεν με τον δυτικό διάδρομο του εμπορικού κέντρου, με το υπό στοιχ. Κ37 κατάστημα εν μέρει και εν μέρει με το Κ 38 κατάστημα και με το υπό στοιχ. Κ19β’ κατάστημα που περικλείεται μεταξύ των στοιχείων Η 19α – Ζ19α – II 9α – Θ19α και Η 19α στο σχέδιο κάτοψης ισογείου “ΣΧΕΔΙΟ 7” του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Μ. , που επισυνάπτεται στο ανωτέρω συμβόλαιο.
2) το εμφαινόμενο υπό στοιχ. Κ- 19β κατάστημα του ισογείου ορόφου έκτασης 12,94 τμ το οποίο έχει ΚΑΕΚ 190432511003/0/86, σύμφωνα με το υπ’ αρ. πρωτ. 79/10.1.2017 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, το οποίο συνορεύει με το δυτικό διάδρομο του εμπορικού κέντρου, με το υπό στοιχ. ΚΙ9α κατάστημα, με το Κ38 κατάστημα και με το υπό στοιχ. Κ20α κατάστημα που περικλείεται μεταξύ των στοιχείων II9α – Θ19α – Λ19α – ΚΙ9α και II9α στο προαναφερθέν σχέδιο κάτοψης ισογείου “ΣΧΕΔΙΟ 7”. Στα υπό στοιχ. ΚΙ9α και Κ19β καταστήματα ανήκει δε κατά αποκλειστική χρήση και η υπό στοιχ. Ρ19 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου που βρίσκεται στον ακάλυπτο χώρο του όλου αγρού, όπως εμφαίνεται στο σχέδιο κάτοψης ισογείου “ΣΧΕΔΙΟ Α” του ως άνω αρχιτέκτονα μηχανικού.
3) Το εμφαινόμενο υπό στοιχ. Κ-20α κατάστημα του ισογείου ορόφου έκτασης 12,94 τμ το οποίο έχει ΚΑΕΚ 190432511003/0/82, σύμφωνα με το υπ αρ. πρωτ. 79/10.1.2017 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, το οποίο συνορεύει με το δυτικό διάδρομο του εμπορικού κέντρου, με το υπό στοιχ. Κ19β κατάστημα, με το Κ38 κατάστημα και με το υπό στοιχ. Κ20β κατάστημα που περικλείεται μεταξύ των στοιχείων Λ19β – Κ19β – Ν20α – Μ20α και Α19β στο σχέδιο κάτοψης ισογείου “ΣΧΕΔΙΟ 8” του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Μ. , που επισυνάπτεται στο άνω συμβόλαιο.
4) Το εμφαινόμενο υπό στοιχεία Κ-20β κατάστημα του ισογείου ορόφου έκτασης 12,94 τμ το οποίο έχει ΚΑΕΚ 190432511003/0/83, σύμφωνα με το υπ’ αρ. πρωτ. 79/10.1.2017 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, το οποίο συνορεύει με το δυτικό διάδρομο του εμπορικού κέντρου, με το υπό στοιχ. Κ20α κατάστημα, με το Κ39α κατάστημα και με το υπό στοιχ. Κ21 κατάστημα που περικλείεται μεταξύ των στοιχείων Μ20α-Ν20α-Ξ20β-Ο20β και Μ20α στο σχέδιο κάτοψης ισογείου “ΣΧΕΔΙΟ 8” του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Μ. , που επισυνάπτεται στο άνω συμβόλαιο. Στα υπό στοιχ. Κ20α και Κ20β καταστήματα ανήκει κατά αποκλειστική χρήση και η υπό στοιχ. Ρ20 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου που βρίσκεται στον ακάλυπτο χώρο του όλου αγρού και αποτελεί παρακολούθημα των ως άνω καταστημάτων, όπως αυτή περικλείεται ανάμεσα στα στοιχεία Ε-Δ-Ε-Ζ και Ε στο “ΣΧΕΔΙΟ Α” του ιδίου ως άνω αρχιτέκτονα μηχανικού.
5) Το εμφαινόμενο υπό στοιχ. Κ-62 κατάστημα του ισογείου ορόφου έκτασης 42,30 τμ το οποίο έχει ΚΑΕΚ 190432511003/0/121, σύμφωνα με το υπ’ αρ. πρωτ. 79/10.1.2017 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, το οποίο συνορεύει με τον ανατολικό διάδρομο του εμπορικού κέντρου, με το υπό στοιχ. Κ61β κατάστημα, με την ανατολική εξωτερική πλευρά του κτηρίου (ακάλυπτο χώρο) και με ακάλυπτο χώρο και περικλείεται μεταξύ των στοιχείων Κ62Α – Κ62Β – Κ62Ε – Κ62Δ και Κ62 Α στο σχέδιο κάτοψης ισογείου “ΣΧΕΔΙΟ 15” του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Μ. , που επισυνάπτεται στο άνω συμβόλαιο. Στο ως άνω κατάστημα ανήκει κατά αποκλειστική χρήση και η υπό στοιχ. Ρ8 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου που βρίσκεται στον ακάλυπτο χώρο του όλου αγρού και αποτελεί παρακολούθημα του ως άνω καταστήματος, όπως αυτή περικλείεται ανάμεσα στα στοιχεία Α-Β- Γ-Δ-Α στο “ΣΧΕΔΙΟ Γ” του ως άνω αρχιτέκτονα μηχανικού.
Γ) Δυνάμει του υπ’ αρ. …1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ. Κ. , που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Καλαμαριάς στον τόμο 163 με αα 292, ο εναγόμενος απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα τα κάτωθι ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο “EUROTECK” στην περιοχή Θέρμης στη θέση “Αποθήκες” του Δήμου Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη :
1) Τον εμφαινόμενο υπό στοιχ. Α19 αποθηκευτικό χώρο που βρίσκεται στον υπόγειο όροφο του εμπορικού κέντρου, κάτω από τα από τα υπό στοιχ. ΚΙ9α και Κ19β καταστήματα και συνδέεται με αυτά με εσωτερική σκάλα έκτασης 40,67 τμ με ΚΑΕΚ 190432511003/0/19 σύμφωνα με το υπ’ αρ. πρωτ. 79/10.1.2017 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, το οποίο συνορεύει με την υπ’ αρ. Α18 αποθήκη, με την υπ’ αρ. Α37 αποθήκη, με την υπ’ αρ. Α38 αποθήκη, με την υπ’ αρ. Α20 αποθήκη και τον αριστερό δυτικό διάδρομο και περικλείεται μεταξύ των στοιχείων Α-Β-Γ-Δ και Α στο σχέδιο κάτοψης υπογείου “ΣΧΕΔΙΟ Δ” του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Μ., που επισυνάπτεται στο υπ’ αρ. ….1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ. Κ.
2) Τον εμφαινόμενο υπό στοιχ. Α20 αποθηκευτικό χώρο που βρίσκεται στον υπόγειο όροφο του εμπορικού κέντρου, κάτω από τα από τα υπό στοιχ. Κ20α και Κ20β καταστήματα και συνδέεται με αυτά με εσωτερική σκάλα έκτασης 40,67 τμ με ΚΑΕΚ 190432511003/0/20 σύμφωνα με το υπ’ αρ. πρωτ. 79/10.1.2017 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, το οποίο συνορεύει με την υπ’ αρ. Α19 αποθήκη, με την υπ’ αρ. A3 8 αποθήκη, με την υπ’ αρ. Α39 αποθήκη, με την υπ’ αρ. Α21 αποθήκη και τον αριστερό δυτικό διάδρομο και περικλείεται μεταξύ των στοιχείων Δ-Γ-Ε-Ζ και Δ στο σχέδιο κάτοψης υπογείου “ΣΧΕΔΙΟ Δ” του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Μ., που επισυνάπτεται στο υπ’ αρ. ….1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ. Κ.
3) Τον εμφαινόμενο υπό στοιχ. Α62 αποθηκευτικό χώρο, που βρίσκεται στον υπόγειο όροφο του εμπορικού κέντρου, κάτω από το υπό στοιχ. Κ62 ισόγειο κατάστημα, έκτασης 41,88 τμ με ΚΑΕΚ 190432511003/0/52 σύμφωνα με το υπ’ αρ. πρωτ. 79/10.1.2017 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, το οποίο συνορεύει με τον ανατολικό διάδρομο του υπογείου, με την υπ’ αρ. Α61 αποθήκη, με τον ακάλυπτο χώρο και με χώρο H/M και περικλείεται μεταξύ των στοιχείων Κ-Λ-Μ-Ν και Κ στο σχέδιο κάτοψης υπογείου “ΣΧΕΔΙΟ Γ” του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Μ. , που επισυνάπτεται στο υπ’ αρ. …1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ. Κ. Για τις ανωτέρω αγοραπωλησίες τα δηλωθέντα τμήματα των 8 υπό Β και Ε αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών (υπ’ αρ. …1996 και …1996 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ. Κ.) ήταν 60.093.960 δρχ και 6.000.000 δρχ με πραγματικό τίμημα 85.000.000 δρχ ή 249.449,743 ευρώ. Το σύνολο δε των εμφανών τιμημάτων πιστώθηκε και ορίστηκε καταβλητέο σε 19 μηνιαίες δόσεις της πρώτης πληρωτέας στις 15.1.1996 και έκτοτε την 15η ημέρα κάθε επόμενου μηνός, της τελευταίας δόσης πληρωτέας στις 15.7.1997 (η μηνιαία δόση για την καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος του με αρ. …/1996 συμβολαίου ορίστηκε στο ποσό των 3.162.840 δρχ, όσον αφορά δε στο πιστωθέν τίμημα του με αρ. … συμβολαίου, οι μεν 18 πρώτες δόσεις ορίστηκαν στο ποσό των 315.792 δρχ η καθεμία, ενώ η τελευταία στο ποσό των 315.744 δρχ). Το ανωτέρω ποσό καταβλήθηκε από την ενάγουσα ως εξής: στις 6.12.1995 κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 15.000.000 BEF ή 120.141.000 δρχ κατά την ισοτιμία των δύο νομισμάτων το χρόνο της καταβολής. Η καταβολή έγινε με χρέωση της ενάγουσας του προσωπικού λογαριασμού που τηρούσε στην τράπεζα Fortis Banque στις Βρυξέλλες και ακόλουθη πίστωση του με αρ. … προσωρινού λογαριασμού του εναγόμενου, με το παραπάνω ποσό. Εν συνεχεία, με χρέωση του προσωρινού αυτού λογαριασμού πιστώθηκε ο με αρ. … λογαριασμός, τον οποίο τηρούσε ο εναγόμενος στην τράπεζα Citibank στην Αθήνα. Το ποσό αυτό δραχμοποιήθηκε στις …1996 , το προϊόν δε της δραχμοποίησης το οποίο ανήλθε σε 119.625.000 δρχ πιστώθηκε στον υπ’ αρ. … λογαριασμό του εναγομένου στην ίδια τράπεζα, ενώ μέρος του ποσού αυτού, ήτοι 85.000.000 δρχ ή 249.449,74 ευρώ χρησιμοποιήθηκε από τον εναγόμενο για την τμηματική καταβολή των δόσεων για την αγορά των ακινήτων αυτών. Οι παραπάνω καταβολές, στις οποίες προέβη η ενάγουσα προς τον εναγόμενο, συνολικού ποσού 2.515.595,56 ευρώ, καθώς επίσης η αγορά των παραπάνω ακινήτων εκ μέρους του εναγομένου με την περιουσιακή ενίσχυση της ενάγουσας αποδεικνύονται από τα έγγραφα τα οποία η ίδια προσκομίζει, άλλωστε τις διαθέσεις αυτές δεν αρνείται και ο ίδιος ο εναγόμενος. Εκείνο ωστόσο το οποίο επίσης αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι ότι η ενάγουσα προέβη σε όλες τις παραπάνω διαθέσεις από ελευθεριότητα, από χαριστική αιτία, με πρόθεση δωρεάς, χωρίς να αποβλέπει σε συγκεκριμένο περιουσιακό αντάλλαγμα, στην μελλοντική της οικονομική εξασφάλιση ή σε μελλοντικό γάμο, ή ακόμη και στη μονιμότητα της ελεύθερης συμβίωσης, την οποία η ίδια δεν θεωρούσε δεδομένη.
Κατ’ αρχάς, είναι προφανές ότι η ενάγουσα, μέτοχος και διευθύνουσα σύμβουλος της διάσημης βελγικής σοκολατοποιίας “… S.A.”, ήταν ιδιαίτερα εύπορη και δεν προέβη στις παροχές προς τον οικονομικά αδύναμο εναγόμενο με στόχο αυτός να την εξασφαλίσει οικονομικά στο μέλλον.
Εξάλλου, ούτε προέβη στις παροχές με σκοπό τον γάμο ή έστω την μονιμότητα της σχέσης τους την οποία, με βάση την εμπειρία της δεν θεωρούσε δεδομένη. Αυτό συνάγεται από τις δικές της καταθέσεις σε άλλα Δικαστήρια που ασχολήθηκαν με τις αιτιάσεις της εναντίον του ενάγοντος. Πριν την κατάθεση της ένδικης αγωγής ειδικότερα, η ενάγουσα είχε στραφεί εναντίον του ενάγοντος με μήνυση για υπεξαίρεση, απάτη και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Στο ακροατήριο του Ε’ Τριμελούς Εφετείου η ίδια κατέθεσε ότι είχε αρνηθεί τις προτάσεις του εναγομένου για σύναψη γάμου, ότι είχε αποτύχει σε δύο γάμους, είχε τρία παιδιά και δεν είχε λόγο να παντρευτεί (βλ. υπ’ αρ. 173 – 10462011 πρακτικά και απόφαση του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών). Στο ακροατήριο του Α’ Πενταμελούς Εφετείου η ίδια κατέθεσε ότι τον κατηγορούμενο δεν ήθελε να τον παντρευτεί, γιατί δεν ήθελε να του στερήσει τη δυνατότητα να κάνει απογόνους και γιατί πίστευε ότι ο γάμος δεν θα κρατούσε (βλ. υπ’ αρ. 451 α, 1055/2015 πρακτικά και απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών). Σε άλλο έγγραφο, την από 5.11.2002 επιστολή της προς τον εναγόμενο, λίγο μετά τον χωρισμό τους, γράφει τις σκέψεις της για το πώς έβλεπε την σχέση της με τον εναγόμενο. Και στην επιστολή αυτή φαίνεται καθαρά ότι δεν επιθυμούσε το γάμο και ότι δεν θεωρούσε δεδομένη τη μονιμότητα της σχέσης τους. Στην επιστολή αυτή μάλιστα, η ίδια καθαρά αποσυνδέει τις οικονομικές παροχές της προς τον εναγόμενο με την πιθανότητα μελλοντικού γάμου ή μονιμότητας της σχέσης τους. Γράφει χαρακτηριστικά προς εκείνον: “Ξέρω ότι δεν μ’ αγαπάς πια ερωτικά εδώ και 3 χρόνια. Όχι μόνον γιατί μου το είπες εχθές το πρωί πριν φύγω αλλά γιατί το αισθανόμουν όλο και πιο πολύ συναισθηματικά έως που έγινε και αντίδραση σωματική εδώ και 15 ημέρες σε μένα. Ξέρω ότι θα θεωρείς εμπόδιο στη ζωή σου και την ευτυχία σου. Ξέρω τι έκανα για να μην έχεις ανάγκη από μένα και για να μπορέσω να πιστέψω και εγώ σε σένα και θέλω να ξέρεις ότι το έκανα ενσυνείδητα. Αρχικώς έκανα τα δέοντα για τα επαγγελματικά. Κατόπιν όταν συνέβη η συναισθηματική σου έλξη από άλλη γυναίκα πριν 3 καλοκαίρια (στα 8 χρόνια από την σχέση μας) έκανα και τα δέοντα ώστε να μην έχεις ανάγκη από χρηματική ρευστότητα. Παρά ταύτα, ίσως για να μην με πληγώσεις αμέσως, ίσως γιατί ταλαντευόσουν ακόμη από ανασφάλεια, από αναποφασιστικότητα, ίσως γιατί δεν είχες δοκιμάσει κάτι έμπρακτα ώστε να σιγουρευτείς ότι δεν θα πονέσεις … (μόνον εσύ και ο Θεός ξέρετε) κάθισες μαζί μου ακόμη 2 χρόνια…”. Σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής γράφει: “Αν είχαμε παντρευτεί όταν μου το ζήτησες στην αρχή της σχέσης μας τι θα γινόταν σήμερα; Ή θα ζήταγες διαζύγιο (το πιο πιθανόν) ή θα με απατούσες. Ξέρεις πολύ καλά ότι έκανα τα πάντα και ότι σου ‘δωσα τα πάντα για να μην σε δεσμεύω και να μπορείς να φύγεις όποια στιγμή θελήσεις και έτσι έγινε όπως το ‘θελα και όπως το ‘ξέρα…” Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η ενάγουσα κατέβαλε το μεγαλύτερο ποσό στον εναγόμενο, ύψους 1.526.045,49 ευρώ, την 10.9.2001, λίγο πριν τον χωρισμό και ενώ ήδη γνώριζε την έλξη του από άλλη γυναίκα. Η ενάγουσα, επικαλούμενη την γνωμοδότηση του Επίκουρου Καθηγητή Π. Ν. , ισχυρίζεται ότι μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 6 Ν. 4356/2015, μοναδική νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού στο πλαίσιο της ελεύθερης ένωσης είναι η συνέχιση της συμβίωσης, με την παύση της οποίας γεννιέται η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και ότι οι παροχές μεταξύ των συντρόφων στην ελεύθερη ένωσή δεν συνιστούν δωρεές και ακόμη ότι αν έστω θεωρηθούν τέτοιες, ανατρέπονται επί τη βάσει του άρθρου 6 Ν. 4356/2015 ανεξαρτήτως συνδρομής αχαριστίας στο πρόσωπο του εναγόμενου. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι βάσιμοι, αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί, με το άρθρο 6 Ν. 4356/2015 εξασφαλίζεται ότι τα Δικαστήρια θα ελέγχουν τις αξιώσεις των συντρόφων από την ελεύθερη ένωση υπό το πρίσμα των άρθρων 904 επ. ΑΚ, χωρίς να εισάγονται διαφορετικά κριτήρια από αυτά που έθεσε η ΑΠ 1751/2014. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, αξιώσεις εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού μπορούν να προκύψουν σε περίπτωση ανατροπής του συνδέσμου εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε στα πλαίσια της ελεύθερης συμβίωσης των συντρόφων, είτε αυτός είχε στηριχθεί στην προοπτική γάμου ή έστω στην προοπτική μονιμότητας της σχέσης (αιτία λήξασα) είτε στην πεποίθηση μελλοντικής οικονομικής αποκατάστασης της παρέχουσας (αιτία μη επακολουθήσασα). Οι συνθήκες αυτές δεν συντρέχουν στην ένδικη υπόθεση, ως έχει αναλυτικά αναπτυχθεί ανωτέρω. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση, έκρινε τα ίδια απορρίπτοντας την αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ως εκ τούτου αβάσιμοι στην ουσία τους κρίνονται οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης της ενάγουσας”. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, συμπληρώνοντας παραδεκτώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε κατ’ ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της τελευταίας δεχόμενο ότι δεν συνέτρεξαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 904 επ. του ΑΚ.
6.- Με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι με το να απορρίψει το Εφετείο την έφεσή της και εντεύθεν την αγωγή της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 4365/2015, 904 και 1346 του ΑΚ, με συνέπεια, όπως εκτιμάται, να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια που απέκτησε ο αναιρεσίβλητος με τη δική της οικονομική ενίσχυση κατά τη διάρκεια της ελεύθερης συμβιώσεώς τους, στερώντας συγχρόνως την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών για ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενη ειδικότερα: 1) με τον πρώτο λόγο ότι, δεχόμενο το Εφετείο ότι δεν είναι μοναδικός λόγος διατηρήσεως του πλουτισμού στην ελεύθερη ένωση η συνέχιση της συμβίωσης των συντρόφων και μοναδικός λόγος αναζήτησης αυτού η λήξη της ενώσεως, αλλά μπορεί να αποτελεί νόμιμο λόγο διατηρήσεως του πλουτισμού η ανυπαρξία προοπτικής μελλοντικής συνάψεως γάμου ή και η ανυπαρξία προσδοκίας του παρέχοντος συντρόφου για λήψη ανταλλάγματος, ταυτίζοντας έτσι την ελεύθερη ένωση με τη μνηστεία, και ότι η γέννηση αξιώσεων αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω λύσης ή λήξεως της ελεύθερης ένωσης είναι εξίσου δυνατή είτε για αιτία που έληξε είτε για αιτία που δεν επακολούθησε, παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 4365/2015, 1346 και 904 του ΑΚ, χωρίς να λάβει υπόψη τους βάσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς της σχετικά με τη νομική φύση της ελεύθερης ένωσης ως πραγματικής κατάστασης, σύμφωνα με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς της, 2) με το δεύτερο λόγο ότι, δεχόμενο το Εφετείο ότι η ίδια προέβη στις επίδικες περιουσιακές διαθέσεις προς τον αναιρεσίβλητο από ελευθεριότητα, από χαριστική αιτία και με πρόθεση δωρεάς, παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ και 6 του ν. 4365/2015, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να δεχθεί ότι όποιες περιουσιακές μετακινήσεις πραγματοποιούνται από τον ένα συμβίο προς τον άλλο όσο διαρκεί η συμβίωσή τους, έχουν ως αποκλειστικό θεμέλιο την ίδια την πραγματική κατάσταση της συμβιώσεως και τη συνέχισή της και όχι την προσδοκία περί μελλοντικής συνάψεως γάμου ή την οικονομική εξασφάλιση του άλλου συμβίου για το μέλλον και 3) με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι, δεχόμενο το Εφετείο ότι δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 του ν. 4356/2015 και 904 του ΑΚ επειδή από τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του κατέληξε στο πόρισμα ότι ούτε επιθυμία και πρόθεση και προσδοκία μέλλοντος γάμου είχε από τον αναιρεσίβλητο ούτε προσδοκία μελλοντικής οικονομικής εξασφάλισης, χωρίς να ερευνήσει αν προέκυψε βούλησή της να καταστήσει πλουσιότερο τον αναιρεσίβλητο με τις αποδεδειγμένες πολύ σημαντικές παροχές, στις οποίες προέβη προς αυτόν, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της ως προς την κρίση της σχετικά με την συναγωγή πορισμάτων για την πραγματική βούλησή της, αν δηλαδή η βούλησή της κατευθυνόταν προς τη μελλοντική τέλεση γάμου με τον αναιρεσίβλητο ή αν απλώς ενεργούσε στην προοπτική της συνέχισης της ελεύθερης συμβιώσεώς τους, καταλήγοντας στην εσφαλμένη παραδοχή ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε και εκ πλαγίου. Οι λόγοι αυτοί, έτσι διατυπωμένοι, είναι προεχόντως απαράδεκτοι ένεκα της αοριστίας τους, κυρίως διότι, εκτός από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 4365/2015, 904 και 1346 του ΑΚ, για τις οποίες η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν και τις νομικές απόψεις της για αυτές, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με ακρίβεια και πληρότητα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, δηλαδή εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αβασιμότητα της αγωγής της αναιρεσείουσας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως, χωρίς να αρκεί η κατά την αναιρεσείουσα ερμηνεία των εν λόγω κανόνων, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, και η αναφορά στο αναιρετήριο μόνο των, κατ’ επιλογή της αναιρεσείουσας, εντελώς αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, ως προς την αποδιδόμενη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης, που αναφέρεται στον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι, πέρα των παραπάνω, δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον παραδοχές, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία της να είναι πλήρης και από που προκύπτουν τα περιστατικά αυτά, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της εφέσεώς της κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή της για την παροχή έννομης προστασίας από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής, τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 904 του ΑΚ και 6 του ν. 4356/2015, ούτε και εκείνης του άρθρου 1345 του ΑΚ (περί μνηστείας) και ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις συνδρομής των οποίων δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από όσα που απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή τους, με συνέπεια να καταφάσκεται η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής της αναιρεσείουσας. Τούτο, διότι με βάση τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της απλής ελεύθερης ενώσεως της (χωρίς σύμφωνο) με τον αναιρεσίβλητο προέβη στις ένδικες ευθείες περιουσιακές επιδόσεις προς αυτόν χωρίς να αποβλέπει ή να προσδοκά με τις επιδόσεις αυτές στην παροχή συγκεκριμένου και δη οριστικού περιουσιακού ανταλλάγματος με την οικονομική εξασφάλισή της για το μέλλον από τον οικονομικώς αδύναμο αναιρεσίβλητο, ή επελεύσεως γεγονότος με την προσδοκία μελλοντικής τελέσεως γάμου με αυτόν, ή στην επίτευξη ορισμένου υφιστάμενου σκοπού -έστω και σιωπηρώς συμφωνημένου μεταξύ τους- με τη συνέχιση ή διατήρηση σε ισχύ της συμβιώσεώς τους, σε συνδυασμό προς τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της ένωσης, τις οποίες δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δικαιολογούν την μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, με συνέπεια οι περιουσιακές επιδόσεις που έγιναν από την αναιρεσείουσα προς τον αναιρεσίβλητο κατά τη διάρκεια της συμβιώσεώς τους, αν και αφορούν σε παροχές περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, οι οποίες ευλόγως προϋποθέτουν και έχουν ως βάση και “θεμέλιο” τη σχέση συμβιώσεως των ατόμων, να μην στερείται νόμιμης αιτίας και έτσι να παρίσταται δικαιολογημένος ο πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου με την επαύξηση της ατομικής του περιουσίας και του ενεργητικού της, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι επιδόσεις αυτές, βασιζόταν σε ισχυρή και ελεύθερη βούληση της αναιρεσείουσας να προβεί εν γνώσει της, άμεσα, στις ένδικες περιουσιακές επιδόσεις προς τον αναιρεσίβλητο από ελευθεριότητα, από χαριστική αιτία και με πρόθεση δωρεάς, η οποία, όμως, χωρίς εξάρτηση των περιουσιακών αυτών επιδόσεων από την επιδίωξη ορισμένου σκοπού για το μέλλον ή από την προσδοκία για συνέχιση ή διατήρηση σε ισχύ της συμβιώσεως, δεν μπορεί να ανατραπεί με μόνη τη λύση της ένωσης ώστε αυτές να μπορούν να αναζητηθούν μετά τη λήξη της ούτε αίρει τη δικαιολογητική βάση της διατηρήσεως των εν λόγω παροχών στην περιουσία του αναιρεσιβλήτου για αιτία λήξασα ή, ακόμη για αιτία που δεν επακολούθησε, και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ερευνόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι και αβάσιμοι. Από τις εκτιθέμενες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και την μη συνδρομή εν προκειμένω των νομίμων όρων, προϋποθέσεων και περιστατικών που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τούτο, ειδικότερα, διότι αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις και διατυπώσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές ότι η αναιρεσείουσα, η οποία γεννήθηκε κατά το έτος 1947: α) ήταν ιδιαιτέρως εύπορη, ως μέτοχος και διευθύνουσα σύμβουλος της διάσημης βελγικής σοκολατοποιίας “… S.A.”, β) ότι δεν προέβη στις ένδικες περιουσιακές επιδόσεις προς τον αναιρεσίβλητο στοχεύοντας στο να την εξασφαλίσει ο τελευταίος οικονομικώς στο μέλλον, αφού ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1960, ήταν οικονομικά αδύναμος, β) ότι η ίδια δεν θεωρούσε δεδομένη τη μονιμότητα της συμβιώσεώς της με τον αναιρεσίβλητο, τον οποίο δεν ήθελε να παντρευτεί (ώστε η μονιμότητα να μην αποτελεί το προσδοκώμενο αντάλλαγμα που τυχόν παρείχε ο αναιρεσίβλητος λήπτης της ωφέλειας), γ) ότι δεν προέβη στις ένδικες περιουσιακές επιδόσεις προς τον αναιρεσίβλητο με σκοπό ή την προσδοκία τελέσεως γάμου με αυτόν ή έστω τη συνέχιση και διατήρηση σε ισχύ της συμβιώσεώς τους, την οποία η ίδια, με βάση την εμπειρία της, καθότι είχε ήδη τελέσει δύο γάμους και είχε αποκτήσει τρία τέκνα, δεν θεωρούσε δεδομένη, δ) ότι η ίδια δεν ήθελε να παντρευτεί τον αναιρεσίβλητο, επειδή δεν ήθελε να του στερήσει τη δυνατότητα να αποκτήσει απογόνους, πιστεύοντας ότι ο γάμος μεταξύ τους δεν θε κρατούσε και ε) ότι η ίδια, αν και κατά το χρόνο επιδόσεως του μεγαλύτερου μέρους του πλουτισμού προς τον αναιρεσίβλητο στις 10.09.2001, ύψους 1.526.045,49 ευρώ, γνώριζε ήδη από τριετίας (στα οκτώ έτη από τη σχέση τους), τη συναισθηματική του έλξη για άλλη γυναίκα, εντούτοις έκανε “τα δέοντα για τα επαγγελματικά του” ώστε “να μην έχει ανάγκη από εκείνη”, αλλά και από χρηματική ρευστότητα ο αναιρεσίβλητος, για τον οποίο ήθελε να ξέρει ότι αυτό το “έκανε ενσυνείδητα”, και ότι “έκανε τα πάντα και του ‘δωσε τα πάντα για να μην τον δεσμεύει και να μπορεί να φύγει από κοντά της όποια στιγμή ήθελε και έτσι έγινε όπως το ‘θελε και όπως το ‘ξερε”, εκφράζοντας σαφώς με τον τόπο αυτό, ενόψει της ηλικίας και της επαγγελματικής της εμπειρίας, την βούληση και την προαίρεσή της να προσφέρει τα πάντα από οικονομική άποψη στον αναιρεσίβλητο με στόχο να τον εξασφαλίσει και ο τελευταίος να μην την έχει ανάγκη. Οι παραδοχές αυτές δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ και 6 του ν. 4356/2015, της αναζητήσεως και επιστροφής στην αναιρεσείουσα μετά τη λήξη της ένωσης της περιουσιακής ωφέλειας που απέκτησε κατά τη διάρκεια της συμβιώσεώς τους ο αναιρεσίβλητος με τη δική της συμβολή, την απόρριψη κατ’ ουσίαν της εφέσεως και εντεύθεν της ένδικης αγωγής της, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης, σχετικά με τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι και αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το οικείο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο η “αναιρεσιβαλλόμενη κατέληξε στην παραδοχή ότι δεν συντρέχουν στην ένδικη αγωγή της οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 6 του ν. 4356/2015 και 904 του ΑΚ”, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, είναι κατά το σκέλος του αυτό, απαράδεκτος, διότι, δι’ αυτού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, πλήττεται ο νόμος και όχι οι παραδοχές της προσβαλλομένης. Ο αυτός λόγος κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, στις οποίες τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή του περιστατικά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και σε εξαγόμενα από αυτές επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για τη συναγωγή του επιθυμητού σε αυτήν πορίσματος, είναι ωσαύτως απαράδεκτος διότι, δια των αιτιάσεων αυτών, στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της επικαλούμενης πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και όχι η αληθινή έννοια των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή η υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών.
7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β’ του ΚΠολΔ, που ως στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. “Πράγματα” κατά την έννοια της άνω διατάξεως, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν συνιστούν “πράγματα”, και τα επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από τον νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019, ΟλΑΠ 127/2018), τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016).
8.- Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 περ. β’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη “πράγμα” που προτάθηκε από αυτήν και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον αυτοτελή ισχυρισμό της και τον αντίστοιχο προς αυτόν δεύτερο λόγο της εφέσεώς της ότι δεν αποτελεί στοιχείο της ελεύθερης ένωσης η αμοιβαία υπόσχεση των συντρόφων περί μελλοντικής συνάψεως γάμου, με αποτέλεσμα, όπως εκτιμάται, από τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού αυτού, να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό σχετικά με το κατά πόσο μπορεί να είναι νόμιμη αιτία διατηρήσεως του πλουτισμού στην περίπτωση της ελεύθερης ένωσης η υπόσχεση μελλοντικής συνάψεως γάμου ή αποκλειστικώς η ίδια η διατήρηση της συμβιώσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η εκτιθέμενη αιτίαση και τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της δεν αποτελούν “πράγμα” που θα είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς επίρρωση των ισχυρισμών της, και, κατά συνέπεια, με την αιτίαση αυτή δεν ιδρύεται ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
9.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την ηττηθείσα αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05.01.2022 αίτηση της Μ. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 3489/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
