ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Χρυσούλα Πλατιά, Ηλία Γιαρένη-Εισηγητή και Αικατερίνη Πατσιαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Μ. του Δ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χριστόφορο Σαράκη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία “… ΕΠΕ” και τον διακριτικό τίτλο “… ΕΠΕ” που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα από την διαχειριστή και μοναδική εταίρο Μ.-Π. Ε.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Μπαλακτάρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10.03.2020, 09.06.2020 και 08.07.2020 ανακοπές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν και συνεκδικάσθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 03.07.2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 46/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η οποία -προσβαλλόμενη απόφαση- δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας. Η έφεση αυτή στρεφόταν εναντίον της με αριθμό 47/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία είχε εκδοθεί επίσης κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση είχαν γίνει δεκτές οι ανακοπές της αναιρεσίβλητης και είχαν ακυρωθεί οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, με εκτελεστό τίτλο τη με αριθμό 99/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία είχε εκδοθεί μετά την άσκηση αγωγής της αναιρεσείουσας σε βάρος άλλου νομικού προσώπου (ανώνυμης εταιρείας), μη διαδίκου στη δίκη αυτή, για την επιδίκαση οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα αποζημίωσης απόλυσης, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την εργοδότρια αυτής (ανώνυμης εταιρείας). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Ως “δικονομικό ζήτημα”, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσότερων διαδικαστικών προϋποθέσεων που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι κάποιος διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής) (ΑΠ 1856/2023, ΑΠ 1688/2023, ΑΠ 1362/2023, ΑΠ 1292/2022). Δικονομικό ζήτημα αποτελεί λοιπόν και το ζήτημα, αν για την ένδικη διαφορά υπάρχει ή όχι δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Και το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το δεδικασμένο, κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το αν σε νέα (τρίτη) δίκη το δεδικασμένο αυτό θα επιτελεί αρνητική λειτουργία ή θετική. Αν το δικαστήριο αποφανθεί, έστω και εσφαλμένα, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, η κρίση αυτή περιβάλλεται με την ισχύ του δεδικασμένου και θα ισχύει σε κάθε μεταγενέστερη δίκη. Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες προδικαστικό ζήτημα μιας διαδικαστικής προϋπόθεσης είναι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου, η δημιουργία δεδικασμένου για το (κύριο) δικονομικό ζήτημα δημιουργεί δεδικασμένο και για την έννομη σχέση ή το δικαίωμα του ουσιαστικού δικαίου που αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, στο μέτρο που συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ. Το δεδικασμένο δε αυτό, ως αναγόμενο σε έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, λειτουργεί και αυτοτελώς σε κάθε νέα δίκη, κατά την οποία ανακύπτει το ίδιο ζήτημα, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό του ουσιαστικού ή του δικονομικού ζητήματος, το ίδιο δε ισχύει και για το δεδικασμένο της απόφασης που αποφαίνεται για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δεδικασμένου από προηγούμενη απόφαση (πρβλ. ΑΠ 135/2012, σύμφωνα με την οποία, από την απόρριψη αγωγής ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης -όπως το έννομο συμφέρον- προκαλείται δεδικασμένο μόνο για το δικονομικό αυτό ζήτημα που πράγματι κρίθηκε και όχι και για το ουσιαστικό δικαίωμα, εκτός αν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ουσιαστικής έννομης σχέσης, οπότε το δημιουργούμενο δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα περιλαμβάνει και την κρίση για την προδικαστική έννομη σχέση). Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κύριου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σ’ εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ’ αυτήν έννομη συνέπεια. Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ’ αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 171/2024, ΑΠ 405/2023, ΑΠ 2047/2022, ΑΠ 1327/2021). Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ένδικων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 171/2024, ΑΠ 405/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 377/2023, ΑΠ 2047/2022).
3.- Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να θεμελιωθεί ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα, ή κατόπιν πρότασης κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι του δεδικασμένου και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για την παραδοχή ή όχι αυτού (ΑΠ 134/2024, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 2010/2022, ΑΠ 1789/2022, ΑΠ 530/2022, ΑΠ 509/2022), πρέπει, δηλαδή, το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, να δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, υπό την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 1362/2023).
4.- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει δεδικασμένο, δεσμευτικό για την αναιρεσίβλητη, το οποίο απορρέει από τη με αριθμό 65/2017 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου που εκδόθηκε μετά από αγωγή, την οποία άσκησε η αναιρεσείουσα εναντίον της αναιρεσίβλητης και η οποία -αγωγή- απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, με την προαναφερόμενη αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
5.- Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, με την από 19-3-2012 αγωγή (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 144/2012) που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου (διαδικασία εργατικών διαφορών) εναντίον της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε.”, ισχυρίστηκε ότι παρείχε στην εναγομένη τις υπηρεσίες της ως λογίστρια μέχρι τις 12-1-2012, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που συνέδεε τα μέρη, χωρίς να καταβάλει σ’ αυτήν την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ’ αυτήν, για την προαναφερόμενη αιτία, το ποσό των 19.314,04 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σ’ αυτήν, επίσης για την προαναφερόμενη αιτία, το ποσό των 19.314,04 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Για την αγωγή αυτή, εκδόθηκε η με αριθμό 99/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, περαιτέρω δε, έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2014 αγωγή (αριθμός έκθεσης κατάθεσης …2014) που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου (διαδικασία εργατικών διαφορών) εναντίον της αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εταιρία με την επωνυμία “… Α.Ε.” μέχρι τις 12-1-2012, οπότε η εργοδότρια εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας χωρίς να καταβάλει σ’ αυτήν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης που ανερχόταν στο ποσό των 38.629,08 ευρώ. Ότι για τον λόγο αυτό η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της εργοδότριας εταιρείας την από 19-3-2012 αγωγή της, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 99/2013 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου), η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη. Ότι η εργοδότρια εταιρεία από το έτος 2011 διέκοψε την εμπορική της δραστηριότητα, μεταβιβάζοντας το σύνολο της επιχείρησής της (καταστήματα, εμπορεύματα και εργαζομένους) στην εναγομένη της από 29-10-2014 αγωγής (ήδη, αναιρεσίβλητη) που συστήθηκε για τον σκοπό αυτό και που ευθύνεται εις ολόκληρον με την εργοδότρια της αναιρεσείουσας, ανώνυμη εταιρεία. Με βάση το ιστορικό αυτό, η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, με την ιδιότητα της διαδόχου της αρχικής εργοδότριας εταιρείας, να καταβάλει σ’ αυτή, για την προαναφερόμενη αιτία, το ποσό των 38.629,08 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Για την αγωγή αυτή, εκδόθηκε η με αριθμό 65/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου. Ειδικότερα, με την απόφαση εκείνη το δικαστήριο δέχθηκε ότι η τότε εναγομένη (ήδη, αναιρεσίβλητη) που απέκτησε την επιχείρηση της εργοδότριας της ενάγουσας, ανώνυμης εταιρείας, δεσμεύεται από το δεδικασμένο που υπάρχει σε βάρος της εργοδότριας, αφού η αναιρεσίβλητη ευθύνεται από τον νόμο εις ολόκληρον με τη δικαιοπάροχό της για τις υποχρεώσεις της έναντι των εργαζομένων σε αυτήν (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. β’ του π.δ/τος 178/2002). Πιο συγκεκριμένα, με την απόφαση εκείνη το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: “… σε βάρος της εργοδότριας της ενάγουσας, “… ΑΕ”, έχει εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 99/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, και με την οποία η παραπάνω υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα, από την σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε, το ποσό των 19.314,04 ευρώ και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει στην ενάγουσα ομοίως το ίδιο ποσό των 19.314,04 ευρώ. Η ως άνω απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη. Ακολούθως, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η εργοδότρια εταιρία “… ΑΕ” μεταβίβασε την επιχείρησή της ως σύνολο (καταστήματα, εμπορεύματα, εργαζόμενους) στην εναγομένη. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου που παράγει η υπ’ αριθμ. 99/2013 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου σε βάρος της αρχικής διαδίκου εργοδότριας εταιρίας καλύπτουν και την εναγομένη ως ειδική διάδοχο αυτής, που υπεισέρχεται ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την τελευταία στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εμπορική δραστηριότητα που αυτή (εργοδότρια) ανέπτυξε, μεταξύ των οποίων και οι αξιώσεις της ενάγουσας που ασκούνται με την υπό κρίση αγωγή. …”.
6.- Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: “… Με το μοναδικό λόγο της πρώτης και τρίτης των ανακοπών κατά τη δέουσα εκτίμησή του, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ακύρως επισπεύδεται εναντίον της αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της υπ. αρίθμ. 99/2013 δικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία δεν έχει εκδοθεί σε βάρος της, αλλά σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ”, δεδομένου ότι η ανακόπτουσα δεν νομιμοποιείται παθητικά, αφού δεν αποτελεί ούτε καθολική, ούτε ειδική διάδοχο της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, με συνέπεια να μην καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας της εκτελούμενης δικαστικής απόφασης (άρθρα 325 και 919 ΚΠολΔ). Ο συγκεκριμένος λόγος που αποτελεί άρνηση της παθητικής νομιμοποίησης της ανακόπτουσας στην επισπευδόμενη εκτέλεση λόγω ουσιαστικού ελαττώματος του εκτελεστού τίτλου, παραδεκτά κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ προβάλλεται σε αμφότερες τις υπό κρίση ανακοπές. Προς απόκρουση του λόγου της ανακοπής η καθ’ ης προέβαλε επιπλέον κατά τη συζήτηση και ανέπτυξε με τις προτάσεις της ένσταση απαραδέκτου επίκλησης αυτού λόγω δεδικασμένου, υποστηρίζοντας ότι ο λόγος της ανακοπής καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ. αρίθμ. 65/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, και με την οποία απορρίφθηκε αγωγή της κατά της ανακόπτουσας ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου που παράγει η εκτελούμενη απαίτηση που επιδικάστηκε με την υπ’ αρ. 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου σε βάρος της αρχικής διαδίκου εργοδότριας εταιρίας “… ΑΕ” καλύπτουν και την ανακόπτουσα – εναγομένη στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ. αρίθμ. 65/2017 απόφαση, ως ειδικής διαδόχου που υπεισέρχεται ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τη δικαιοπάροχό της ΑΕ στις υποχρεώσεις που ως εργοδότρια ανέπτυξε η ΑΕ – εναγομένη στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η εκτελούμενη υπ. αρίθμ. 99/2013 απόφαση “… ΑΕ”, και κατά τα λοιπά αρνήθηκε το λόγο της ανακοπής. Όπως προκύπτει από την υπ. αριθμ. 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η καθ’ ης η ανακοπή Β. Μ. άσκησε κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…” την από 19-3-2012 (αριθμ. εκθ. κατ. 144/2012) αγωγή της ενώπιον αυτού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 18-4-2012, όπως προκύπτει από την υπ. αρίθμ. …2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Αγρινίου Κ. Θ., ήτοι μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την καταγγελία της σύμβασής της που έλαβε χώρα στις 12-1-2012, με αίτημα να υποχρεωθεί η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να της καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης λόγω καταγγελίας της από 11-9-1989 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας παρείχε στην εργοδότρια εταιρεία τις υπηρεσίες της ως λογίστρια, το ποσό των 19.314,04 ευρώ, και επιπλέον να αναγνωριστεί η υποχρέωση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας να της καταβάλει το ποσό των 19.314,04 ευρώ, τα δε ως άνω ποσά νομιμοτόκως από 12-1-2012 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη, ερήμην της εκεί εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η υπ. αριθμ. 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με την οποία έγινε δεκτό το ανωτέρω αγωγικό αίτημα. Σύμφωνα δε με το με αρ. πρωτ. 2787/2020 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αγρινίου κατά της ως άνω απόφασης δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Εν συνεχεία, η καθ’ ης η ανακοπή Β. Μ. άσκησε κατά της ανακόπτουσας την από 29-10-2014 (αρίθμ εκθ. κατ. …2014) αγωγή της κατά της εταιρείας με την επωνυμία “… ΕΠΕ και το διακριτικό τίτλο “… ΕΠΕ”, ήτοι κατά της ανακόπτουσας, αφού δεν προκύπτει αμφιβολία ότι το εν λόγω εναγόμενο νομικό πρόσωπο ταυτίζεται με την ανακόπτουσα, παρά την εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας της στο προεισαγωγικό τμήμα της υπ. αριθμ. 65/2017 απόφασης (σε … ΕΠΕ, αντί … ΕΠΕ”), ζητώντας, επικαλούμενη την εις ολόκληρον ευθύνη της εναγομένης ήδη ανακόπτουσας ΕΠΕ με την ανωτέρω ανώνυμη εταιρία λόγω της ιδιότητάς της ως διαδόχου της ΑΕ στην σύμβαση εργασίας από την οποία οφείλεται η αξίωση αποζημίωσης απόλυσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 479 ΑΚ και 4 παρ. 1 πδ 178/2002, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να της καταβάλλει το ίδιο ως άνω ποσό που επιδικάστηκε με την υπ. αριθμ. 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου σε βάρος της εταιρίας “… ΑΕ”. Επ’ αυτής εξεδόθη η υπ. αρίθμ. 65/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, για τυπικούς λόγους, ως απαράδεκτη, αφού κρίθηκε ότι η υπ. αριθμ. 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου έχει καταστεί τελεσίδικη και αποτελεί δεδικασμένο που εκτείνεται και κατά του νομικού προσώπου της ανακόπτουσας στην οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ανώνυμη εταιρία “… ΑΕ” μεταβίβασε την επιχείρησή της ως σύνολο στην ανακόπτουσα με αποτέλεσμα την επέκταση των υποκειμενικών ορίων της υπ. αριθμ. 99/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και σε βάρος αυτής. Η ανωτέρω απόφαση δεν προσβλήθηκε με ένδικα μέσα όπως προκύπτει από το υπ. αρίθμ. 2613/2017 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αγρινίου αποτελεί δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 332 παρ.1 εδ β ΚΠολΔ σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας ως προς το δικονομικό ζήτημα που έκρινε οριστικά, ήτοι του απαραδέκτου της άσκησης της αγωγής σε βάρος της ανακόπτουσας λόγω δεδικασμένου, υπό την έννοια ότι, αν εγερθεί νέα αγωγή, όμοια προς την προηγούμενη, δηλαδή αγωγή που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται εκ νέου θα την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο. Όπως δε σαφώς συνάγεται από το αιτιολογικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο οδηγήθηκε στην ανωτέρω κρίση περί της επέκτασης των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου – η οποία ισχύει κατ’ άρθρο 325 αρ.2 Κ.Πολ.Δ σε περίπτωση διαδοχής στην επίδικη αξίωση κατά τη διάρκεια της αρχικής δίκης ή μετά το τέλος της χωρίς να προηγηθεί κατ’ ουσίαν εξέταση και κρίση επί του ζητήματος του εάν συνέτρεξε εν προκειμένω περίπτωση ειδικής διαδοχής και δη μετά την εκκρεμοδικία, αφού, κατά το σκεπτικό της απόφασης, η κρίση του δικαστηρίου περί δεδικασμένου βασίστηκε μόνο στα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ως εκ τούτου, από την υπ’ αρ. 65/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου δεν παρήχθη το κατ’ άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελές, δυνάμενο να προβληθεί σε οποιαδήποτε δίκη αποτελεί κύριο ή προδικαστικό ζήτημα, δεδικασμένο αναφορικά με το ουσιαστικό ζήτημα της ύπαρξης ή μη έννομης σχέσης ειδικής διαδοχής και το χρονικό σημείο που αυτή ενδεχομένως συντελέστηκε και κατά συνέπεια δεν δεσμεύεται το παρόν δικαστήριο στο οποίο εισάγεται δίκη ανακοπής κατά της εκτέλεσης άλλης απόφασης- εκτελεστού τίτλου, να κρίνει επί των ουσιαστικών αυτών ζητημάτων, ήτοι της διαδοχής και του χρόνου που ενδεχομένως αυτή πραγματοποιήθηκε, αφού από την υπ. αρίθμ. 65/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου δεν παρήχθη δεδικασμένο ως προς το ουσιαστικό ζήτημα, και το παραχθέν δικονομικό δεδικασμένο, δεν είναι αυτοτελές και δεν δύναται να προβληθεί παρά μόνον σε απολύτως ταυτόσημη δίκη. Περαιτέρω ο προβληθείς λόγος της ανακοπής, δεν εμπίπτει ούτε στις μη δυνάμενες να προβληθούν λόγω δεδικασμένου από την εκτελούμενη δικαστική απόφαση αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης (άρθρο 933 παρ.3 Κ.Πολ.Δ), αφού δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης, διάδικος της οποίας δεν ήταν η ανακόπτουσα. Με βάση τα ανωτέρω, ο λόγος της ανακοπής είναι παραδεκτός, απορριπτόμενης της ένστασης δεδικασμένου της καθ’ ης η ανακοπή, και νόμιμος. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε με τον ίδιο τρόπο σωστά τον νόμο εφάρμοσε και γι’ αυτό οι σχετικοί λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Αναφορικά με την απόκτηση νομικής προσωπικότητας της ΕΠΕ εφαρμόζεται το άρθρο 9 του Ν. 3190/1955, σύμφωνα με το οποίο ως κρίσιμος χρόνος για την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας από την εταιρεία, είναι εκείνος κατά τον οποίο έχουν ολοκληρωθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπει το άρθρο 8 του ως ίδιου άνω νόμου. Έτσι η ΕΠΕ αποκτά νομική προσωπικότητα με την κατάθεση της εταιρικής σύμβασης στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου της έδρας του και την δημοσίευση της περίληψης στο ΦΕΚ. Ακολούθως με τον Ν. 3853/2010 τέθηκε από 4-4-2011 σε λειτουργία το Γ.Ε.Μ.Η που είχε προβλεφθεί με τον Ν. 3419/2005, ως ενιαίο όργανο εμπορικής δραστηριότητας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3419/2005 η παράλειψη εγγραφής της εταιρείας στο τηρούμενο από τα κατά τόπο αρμόδια Επιμελητήρια Γ.Ε.Μ.Η επάγεται αδυναμία της εταιρείας να αντιτάξει έναντι τρίτων ακαταχώρητα γεγονότα και μεταβολές, που χωρίς προηγούμενη καταχώρισή τους δεν παράγουν έννομες συνέπειες. Ωστόσο ο Ν. 3853/2010 διατήρησε τις ανακοινώσεις στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της ΕτΚ, το οποίο μετονόμασε σε τεύχος ΑΕ, ΕΠΕ και Γ.Ε.Μ.Η. Οι καταχωρήσεις στο Γ.Ε.Μ.Η υπερισχύουν κάθε άλλης αποκλίνουσας καταχώρησης, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 3 εδ. γ του Ν. 3419/2005. Ειδικότερα επ’ αυτού το άρθρο 30 παρ. Α1 του Ν. 3419/2005 ορίζει ότι με την έναρξη της τήρησης του Γ.Ε.Μ.Η και από το χρόνο που αυτό καταστεί προσβάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 18, οι καταχωρήσεις στο Γ.Ε.Μ.Η υπερισχύουν κάθε άλλης αποκλίνουσας καταχώρησης στα βιβλία Προσωπικών Εταιρειών, Μητρώα Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης, στο Κεντρικό, στα Ειδικά και στα Νομαρχιακά Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών και στα Μητρώα Επωνυμιών και Μελών του οικείου Επιμελητηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 3419/2005 από την καταχώριση στο Γ.Ε.Μ.Η των κατά νόμο καταχωρητέων νομικών γεγονότων, δηλώσεων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων η υπό ίδρυση ΕΠΕ αποκτά νομική προσωπικότητα. Από όλα τα νομίμως και με επίκληση προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του αποδείχθηκαν τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό …1988 πράξης του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Α. Π. συνεστήθη η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “… Α.Ε.”, με έδρα το Αγρίνιο και με κύριο σκοπό την ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων εμπορίας διατροφής αποκαλούμενων …, προς επίτευξη του οποίου δραστηριοποιήθηκε αποκλειστικά. Περί τις αρχές του έτους 2010 η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία εμφάνισε μεγάλες οφειλές προς τρίτους και συγκεκριμένα προς τους προμηθευτές της, προς τη ΔΟΥ Αγρινίου, οι οποίες ανέρχονται σε περίπου 4.700.000 ευρώ σύμφωνα με το με αριθμό 51.117/2019 έγγραφο, προς το ΙΚΑ – ήδη ΕΦΚΑ και οι οποίες έχουν διαμορφωθεί πλέον στο ποσό του 1.257.522,45 ευρώ κατά το σχετικό πίνακα χρεών και προς την Τράπεζα … προς την οποία ήδη οι οφειλές έχουν ανέλθει στο ύψος των περίπου στο ποσό των 610.000 ευρώ σύμφωνα το από 11-1-2019 έγγραφο της …. Για το λόγο αυτό και δεδομένου ότι η συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της ως άνω επιχείρησης ήταν αμφίβολη λόγω της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στην εξόφληση των ανωτέρω χρεών, δυνάμει της υπ. αριθμ. …2010 συμβολαιογραφικής πράξης της Συμβολαιογράφου Αγρινίου Β. Μ. ιδρύθηκε το νομικό πρόσωπο της ανακόπτουσας, ήτοι η μονοπρόσωπη ΕΠΕ με έδρα το Αγρίνιο και επωνυμία “… ΕΠΕ”, με διακριτικό τίτλο “… ΕΠΕ” και κύριο σκοπό την ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων εμπορίας διατροφής, δραστηριότητα δηλαδή όμοια με αυτήν της ανώνυμης εταιρίας. Η καθ’ ης καταχωρήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αγρινίου με αύξοντα αριθμό 27/9-2-2010, όπως προκύπτει από το υπ. αρίθμ. πρωτ. 2289/2014 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ως άνω Πρωτοδικείου, το οποίο κατατέθηκε στο Επιμελητήριο Αιτωλοακαρνανίας και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 11339/15-7-2014. Έτσι η ως άνω εταιρεία απέκτησε νομική προσωπικότητα με την κατάθεση της εταιρικής σύμβασης στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αγρινίου, ήτοι της έδρας της και της δημοσίευσης της περίληψης στο ΦΕΚ με αριθμό φύλλου …2010. Ακολούθως μετά την έναρξη της λειτουργίας του Γ.Ε.Μ.Η στις 4-4-2011, έπρεπε όλες οι εταιρείες που είχαν συσταθεί έως τότε να εγγραφούν σ’ αυτό ενώ η καθ’ ης η ανακοπή εγγράφηκε στις 3-4-2011, ήτοι πριν την απόλυση της ανακόπτουσας στις 12-1-2012. Μοναδικός εταίρος και διαχειρίστρια της ως άνω εταιρίας ήταν η Ε. Μ., σύζυγος του μετόχου και διευθύνοντα συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας Δ. Π.. Η ανωτέρω εταιρία-ανακόπτουσα μίσθωσε προς το σκοπό της ίδρυσής της σύμφωνα με το από 1-2-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως επαγγελματικής στέγης τα γραφεία της ανώνυμης εταιρίας στο 4° χλμ Ε.Ο. Αγρινίου Αγγελοκάστρου, όπως προκύπτει από την εκτύπωση της ΑΑΔΕ – που προσκομίζει η ανακόπτουσα όπου ημερομηνία φορολογικής έναρξης της επιχείρησης αναφέρεται η 9-2-2010. Ακολούθως, αμέσως μετά την ίδρυσή της μίσθωσε σύμφωνα με το από 1-3-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως την ισόγεια αποθήκη μετά των γραφείων της ως άνω ανώνυμης εταιρίας στη θέση “…” στο … Αγρινίου, και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα τα τρία καταστήματα που λειτουργούσαν ως σούπερ μάρκετ εντός της πόλης του Αγρινίου στις οδούς …, … και …, όλα δηλ. τα ακίνητα που χρησιμοποιούσε για τον επιχειρηματικό σκοπό της η ανώνυμη εταιρία. Επιπλέον, στην ανακόπτουσα μεταβιβάστηκαν οι άδειες λειτουργίας των καταστημάτων … που λειτουργούσαν επ’ ονόματι της ανώνυμης εταιρίας, το εμπορικό σήμα και ο εξοπλισμός αυτής. Η δραστηριότητα της νέας εταιρίας-ανακόπτουσας συνεχίστηκε με κύριο προσωπικό (διευθυντές καταστημάτων και εργαζομένους), προερχόμενο σε μειωμένο αριθμό αλλά ως επί το πλείστον από την ανώνυμη εταιρία, ενώ η διοίκηση της επιχείρησης αυτής εξακολουθούσε να ασκείται εν τοις πράγμασι από τον Δ. Π., διευθύνοντα σύμβουλο της προηγούμενης ΑΕ. Περαιτέρω απευθυνόταν στο ίδιο πελατειακό κοινό αφού εξάλλου η μετάβαση της δραστηριότητας από τη μια εταιρία στην άλλη πραγματοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο (διατήρηση καταστημάτων και επιχειρηματικής δραστηριότητας εμπορικού σήματος και προσωπικού και εντύπωση ότι επρόκειτο για την ίδια επιχειρηματική οντότητα. Κατόπιν των ανωτέρω η ανώνυμη εταιρία έπαυσε την επιχειρηματική της δράση, τα δε μοναδικά έσοδα αυτής με βάση τους δημοσιευμένους ισολογισμούς της, προέρχονταν κατά τα έτη 2010 και 2011 από τα μισθώματα και τις μεταβιβάσεις των εμπορευμάτων και των άυλων περιουσιακών της στοιχείων στην ανακόπτουσα, χωρίς να προκύπτουν έσοδα από πωλήσεις εμπορευμάτων σε τρίτους – πελάτες. Συνεκτιμώμενων των ανωτέρω και πέραν αυτών του γεγονότος ότι το αντικείμενο δραστηριοποίησης της νέας εταιρίας της ανακόπτουσας, ταυτιζόταν πλήρως με αυτό της “… ΑΕ”, αφού αποκλειστική δραστηριότητα αμφοτέρων ήταν η εκμετάλλευση των τριών συγκεκριμένων καταστημάτων σούπερ μάρκετ στο Αγρίνιο, καθίσταται σαφές ότι η επιχείρηση της “… ΑΕ” μεταβιβάστηκε στην ανακόπτουσα, αφού τα μεταβιβασθέντα σε αυτήν στοιχεία, παρά το ότι παρέμειναν στην κυριότητα της ανακόπτουσας ακίνητα ιδιοκτησίας της, ήταν όλα αυτά που απαιτούνται για να πραγματοποιηθεί ο επιχειρηματικός και καταστατικός της σκοπός, ήτοι η δραστηριότητα της επιχείρησης εκμετάλλευσης σούπερ μάρκετ, η δε ανώνυμη εταιρία μετά την μεταβίβαση αυτών δεν συνέχισε και δεν ήταν δυνατό να συνεχίσει χωρίς αυτά την επίτευξη του όμοιου σκοπού της. Διατήρησαν δε τα στοιχεία αυτά την οικονομική τους ενότητα και μετά τη μεταβίβασή τους στην ανακόπτουσα χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση αφού επρόκειτο για την ίδια επιχειρηματική οντότητα. Η καθ’ ης η ανακοπή Β. Μ., εργαζόμενη ως λογίστρια από το έτος 1989 στην ανώνυμη εταιρία “…” άσκησε κατά αυτής (της ΑΕ) την από 19-3-2012 (αριθμ. εκθ. κατ, 144/2012) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με αίτημα να υποχρεωθεί η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να της καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης λόγω της από 12-1-2012 καταγγελίας της από 11-9-1989 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας παρείχε στην εργοδότρια εταιρία τις υπηρεσίες της ως λογίστρια, το ποσό των 19.314,04 ευρώ και επιπλέον να αναγνωριστεί η υποχρέωση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας “… ΑΕ” να της καταβάλλει το ποσό των 19.314,04 ευρώ, τα δε ως άνω ποσά νομιμοτόκως από 12-1-2012 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη ερήμην της εκεί εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η υπ. αρίθμ. 99/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτό το ανωτέρω αγωγικό αίτημα επιδικάζοντας με καταψηφιστική προσωρινά εκτελεστή διάταξη το ποσό των 19.314,04 ευρώ και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας “… ΑΕ” να της καταβάλλει το ποσό των 19.314,04 ευρώ, τα δε ως άνω ποσά νομιμοτόκως από 12-1-2012 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. 2787/2020 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αγρινίου κατά της ως άνω απόφασης δεν ασκήθηκε μέχρι την έκδοσή του ένδικο μέσο. Ακολούθως, σύμφωνα με την υπ’ αρ. 8116/10-3-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Αγρινίου Π. Λ. προς την ανακόπτουσα, η καθ’ ης η ανακοπή επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας, για την προσωρινά εκτελεστή καταψηφιστική διάταξη της ανωτέρω 99/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου δυνάμει του υπ’ αρ. 29/2017 α’ απογράφου εκτελεστού αυτής, επιτάσσοντάς την με την ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση τα αναφερόμενα επ’ ακριβώς σε αυτήν ποσά επιδικασθείσας απαίτησης ποσού 19.314,04 ευρώ, τόκων αυτής από 12-1-2012 έως 8-9-2017 ποσού 8.534,15 ευρώ, τέλους απογράφου ποσού 307,72 ευρώ και σύνταξη επιταγής ποσού 1.200 ευρώ πλέον εξόδων επίδοσης ποσού 43,40, δηλ. το συνολικό ποσό των 35.577,40 ευρώ. Δυνάμει της ως άνω επιταγής επέβαλλε την από 15-6-2020 αναγκαστική σε βάρος της ανακόπτουσας κατάσχεση κάθε είδους υφιστάμενων και μελλοντικών απαιτήσεων της και κινητών πραγμάτων εις χείρας των Τραπεζών … ΑΕ, … Τράπεζας ΑΕ, … ΑΕ και … ΑΕ. Το από 15-6-2020 κατασχετήριο επιδόθηκε στις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες …, …, … ΑΕ και …, σύμφωνα με τις υπ. αρίθμ. 3558, 3559, 3560 και 3570 από 15-6-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Θ. Π. που συντάχθηκαν αντίστοιχα για την επίδοση του κατασχετηρίου προς κάθε μία εξ αυτών, και επίσης προς την ανακόπτουσα, σύμφωνα με τη με αριθμό 8149/22-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αγρινίου Π. Λ., και ακολούθησε εμπρόθεσμη και νομότυπη καταφατική δήλωση ως προς το συνολικό ύψος των κατασχεθέντων απαιτήσεων από την … Τράπεζα (3166/23-6-2020 δήλωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών). Η ως άνω αναγκαστική εκτέλεση επιβλήθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας με την επίκληση της ιδιότητάς ως τρίτης ειδικής διαδόχου της υπόχρεης προς καταβολή των επιτασσόμενων ποσών, στην οποία επεκτείνονται τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου σύμφωνα με την υπ. αρίθμ. 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ήτοι του εκτελεστού τίτλου στον οποίο στηρίζεται η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση. Οι απαιτήσεις όμως της καθ’ ης που επιδικάζονται με την υπ. αρ. 99/2013 ως άνω απόφαση, προέρχονται σύμφωνα με το σκεπτικό της από οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης λόγω της από 12-1-2012 καταγγελίας με την οποία λύθηκε η από 11-9-1989 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας παρείχε στην εργοδότρια εταιρία με την επωνυμία “… ΑΕ” τις υπηρεσίες της ως λογίστρια. Την ως άνω ανώνυμη εταιρία πράγματι διαδέχθηκε η ανακόπτουσα στην οποία μεταβιβάστηκε η επιχείρηση, κατά τα προαναφερθέντα, με αποτέλεσμα να επέλθει αυτοδίκαιη υποκατάσταση αυτής ως νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και ανεξαρτήτως συναίνεσης ή μη των εργαζομένων κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, ήδη σε χρόνο προγενέστερο της απόλυσης. Ειδικότερα, η μεταβίβαση της επιχείρησης είχε πραγματοποιηθεί έως το Μάρτιο του 2010, πριν την από 12-1-2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία αποτέλεσε το γενεσιουργό λόγο της εκτελούμενης απαίτησης της καθ’ ης. Η από 19-3-2012 (αριθμ. έκθ. κατ. 144/2012) αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η υπ. αρίθμ. 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου -τίτλος εκτελεστός- ασκήθηκε επίσης μετά τη συντέλεση της μεταβίβασης της επιχείρησης στην ανακόπτουσα.
Συνεπώς η ανακόπτουσα δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αναγκαστική εκτέλεση ως τρίτη ειδική διάδοχος της αρχικά υπόχρεης από τον εκτελεστό τίτλο “… – … ΑΕ” καθώς προϋπόθεση της επέκτασης της εκτελεστότητας εναντίον της είναι η μετά την άσκηση της αγωγής διαδοχή της στη σύμβαση εργασίας κατά τη ρητή επιταγή των άρθρων 325 παρ. 2 και 919 παρ.2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του πδ 178/2002. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το σκεπτικό της υπ. αρίθμ. 65/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, από το οποίο δε δεσμεύεται το παρόν δικαστήριο κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα ανωτέρω. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή η καθ’ ης η ανακοπή Β. Μ. άσκησε κατά της ανακόπτουσας την από 29-10-2014 (αριθμ. εκθ. κατ. …2014) αγωγή της ζητώντας, επικαλούμενη την εις ολόκληρον ευθύνη της εναγομένης ήδη ανακόπτουσας ΕΠΕ με την ανωτέρω ανώνυμη εταιρία, λόγω της ιδιότητας της τελευταίας ως διαδόχου της ΑΕ στην σύμβαση εργασίας από την οποία οφείλεται η αξίωση αποζημίωσης απόλυσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 479 ΑΚ και 4 παρ. 1 πδ 178/2002, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να της καταβάλλει το ίδιο ως άνω ποσό που επιδικάστηκε με τη υπ. αρίθμ. 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου σε βάρος της εταιρίας “… ΑΕ”. Η αγωγή απορρίφθηκε με την υπ’ αρ. 65/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με την αιτιολογία του απαραδέκτου αυτής λόγω δεδικασμένου απορρέοντος εκ της υπ’ αρ. 99/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου καθώς με τα ιστορούμενα στην αγωγή υφίστατο ειδική διαδοχή και ως εκ τούτου επέκταση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου αυτής σε βάρος της ανακόπτουσας, χωρίς να περιλαμβάνει ωστόσο οποιαδήποτε παραδοχή και κρίση ως προς τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τη διαδοχή της ανακόπτουσας στην επιχείρηση της “… … ΑΕ”, ούτε το αν αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την εκκρεμοδικία, ώστε να δύναται να συνεκτιμηθεί αυτή αποδεικτικά – ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα που άπτεται της βασιμότητας του υπό κρίση λόγου ανακοπής. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί υποχρεωτικότητας δημοσίευσης των ισολογισμών της καθ’ ης στο Γ.Ε.Μ.Η από 1-1-2011 και ειδικότερα ως προς την ολοκλήρωση της ειδικής διαδοχής, αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι όπως προκύπτει από το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4250/2014 “… η υποχρέωση υποβολής σχετικής αίτησης καταργείται από 1-1-2015, ανεξάρτητα αν η δημοσίευση πραγματοποιείται από την υπηρεσία Γ.Ε.Μ.Η ή με επιμέλεια του υποχρέου. Η σχετική υποχρέωση αντικαθίσταται με υποχρέωση δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.Μ.Η”. Έτσι αφενός μεν μέχρι το 2015 δεν υπήρχε υποχρέωση και δέσμευση δημοσίευσης των ισολογισμών στο Γ.Ε.Μ.Η αφετέρου δε η μη δημοσίευση ενός ισολογισμού δεν επηρεάζει νομικά την ειδική διαδοχή. Επομένως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 86 και 93 του Ν. 4635/2019 η λεγόμενη συστατική δημοσιότητα της ειδικής διαδοχής είχε συντελεστεί και ολοκληρωθεί και δεν απαιτούνταν η δημοσίευση ισολογισμού για να θεωρείται η ειδική διαδοχή αντιτάξιμη έναντι τρίτων. Άλλωστε οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις και οι ισολογισμοί των ΑΕ και ΕΠΕ έχουν μόνο την έννοια της απεικόνισης και αποτύπωσης της ακριβούς οικονομικής κατάστασης και εικόνας μιας εταιρείας με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αποτελούν βασική προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της ειδικής διαδοχής. Περαιτέρω δε με το Ν. 3604/2007, που τροποποίησε το άρθρο 48 του Ν.2190/1920, το οποίο αντικαταστάθηκε οριστικά με την διάταξη του άρθρου 165 του Ν. 4548/2018, ο έλεγχος δημοσίευσης εγκεκριμένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων μιας ΑΕ, ως διασταλτικά ισχύει και για τις ΕΠΕ, και η ένεκα της παράλειψης αυτής λύση της έπαψε να είναι διοικητικός και η τήρησή του ανατέθηκε στην δικαστική εξουσία με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ενώ μοναδικό όριο για την άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι η μη κατάχρηση δικαιώματος κατά τους γενικούς ορισμούς και προϋποθέσεις του άρθρου 281 του ΑΚ. Ωστόσο ουδέποτε ζητήθηκε δικαστικά η λύση της εταιρείας με την επωνυμία “… ΕΠΕ” λόγω της μη δημοσίευσης ισολογισμού και περαιτέρω ουδόλως επηρεάστηκε η ειδική διαδοχή.
Συνεπώς, καθόσον αποδείχθηκε η έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της ανακόπτουσας ο μοναδικός λόγος των ανακοπών θα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Συνακόλουθα με τις ανωτέρω παραδοχές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτές τις ως άνω ανακοπές ως βάσιμες κατ’ ουσίαν ορθά ερμήνευσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι’ αυτό οι σχετικοί λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. …”. Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας που στρεφόταν εναντίον της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης, με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι ανακοπές της αναιρεσίβλητης και είχαν ακυρωθεί οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, με εκτελεστό τίτλο τη με αριθμό 99/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
7.- Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την τελεσίδικη με αριθμό 65/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (διαδικασία εργατικών διαφορών) που είχε εκδοθεί μετά την άσκηση αγωγής της αναιρεσείουσας εναντίον της αναιρεσίβλητης, με αίτημα την αναγνώριση της υποχρέωσης της τελευταίας, ως ειδικής διαδόχου της εργοδότριας της αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα την οφειλόμενη σ’ αυτήν αποζημίωση απόλυσης, με την οποία -τελεσίδικη απόφαση- απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου. Σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, το δεδικασμένο που παράγεται από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, καταλαμβάνει καταρχάς το δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά και συνίσταται στην απόρριψη, ως απαράδεκτης, της από 29-10-2014 αγωγής της αναιρεσείουσας, λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την τελεσίδικη με αριθμό 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (διαδικασία εργατικών διαφορών), η οποία είχε εκδοθεί μετά την άσκηση αγωγής της αναιρεσείουσας εναντίον της εργοδότριας αυτής, ανώνυμης εταιρείας, με αίτημα την καταβολή -και την αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής- της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα αποζημίωσης απόλυσης. Περαιτέρω, το δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη με αριθμό 65/2017 απόφαση, καλύπτει, επιπρόσθετα, τόσο το δικονομικό ζήτημα της ύπαρξης δεδικασμένου, δεσμευτικού για την αναιρεσίβλητη, λόγω της επέκτασης των υποκειμενικών ορίων του στη διάδικο αυτή, το οποίο απορρέει από την τελεσίδικη με αριθμό 99/2013 απόφαση, όσο και την έννομη σχέση που απορρέει από το ουσιαστικό δίκαιο και ειδικότερα την ειδική διαδοχή της αναιρεσίβλητης στη θέση της εργοδότριας της αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας, λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης της τελευταίας στην αναιρεσίβλητη, ως σύνολο (καταστήματα, εμπορεύματα, εργαζόμενοι), η οποία -ειδική διαδοχή- συντελέστηκε σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της έναρξης της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη με αριθμό 99/2013 απόφαση, ή του τέλους αυτής (άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, τόσο το δικονομικό ζήτημα του δεδικασμένου που απορρέει από την τελεσίδικη με αριθμό 99/2013 απόφαση, όσο και η προαναφερόμενη έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, αποτελούν προδικαστικά ζητήματα της διαδικαστικής προϋπόθεσης του δεδικασμένου που κρίθηκε οριστικά με την τελεσίδικη με αριθμό 65/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, τα οποία καλύπτονται από το δεδικασμένο, ενόψει του ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι (i) το Μονομελές Πρωτοδικείο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα προδικαστικά αυτά ζητήματα, (ii) από την κατάφαση ή μη του δικονομικού ζητήματος του δεδικασμένου που απορρέει από την τελεσίδικη με αριθμό 99/2013 απόφαση, όπως επίσης και της ύπαρξης της έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου (ειδικής διαδοχής), ως αναγκαίων προϋποθέσεων, εξαρτιόταν η κρίση σχετικά με το κύριο δικονομικό ζήτημα της δίκης εκείνης, για την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη με αριθμό 65/2017 απόφαση, εάν δηλαδή υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη με αριθμό 99/2013 απόφαση, λόγω επέκτασης των υποκειμενικών ορίων του και στην αναιρεσίβλητη, ως διάδοχο της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας λόγω ειδικής διαδοχής που συντελέστηκε σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της έναρξης της δίκης, για την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη με αριθμό 99/2013 απόφαση, ή του τέλους αυτής και (iii) τα προδικαστικά αυτά ζητήματα εξετάστηκαν και λύθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, το οποίο με τη με αριθμό 65/2017 απόφασή του έκρινε ότι “… ακολούθως …”, με άλλες λέξεις, μετά την τελεσιδικία της με αριθμό 99/2013 απόφασής του, η εργοδότρια εταιρεία μεταβίβασε την επιχείρησή της ως σύνολο (καταστήματα, εμπορεύματα, εργαζόμενοι) στην αναιρεσίβλητη. Αποτέλεσμα τούτων συνιστά, το δεδικασμένο να επεκτείνεται και στα προαναφερόμενα προδικαστικά ζητήματα, τα οποία με την απόφαση (με τον αριθμό 65/2017) κρίθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζουν την έννομη συνέπεια που διαγνώστηκε και απαγγέλθηκε (την απόρριψη της από 29-10-2014 αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω δεδικασμένου από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, τα υποκειμενικά όρια του οποίου καταλαμβάνουν και την τότε εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ως ειδική διάδοχο της εργοδότριας και αρχικής εναγομένης). Τα ζητήματα αυτά αποτελούν προδικαστικά ζητήματα και στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, κατά την οποία κρίνεται η ίδια έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου (ειδική διαδοχή) και το ίδιο δικονομικό ζήτημα (επέκταση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου στην αναιρεσίβλητη), ενόψει του μοναδικού λόγου των ένδικων ανακοπών, με τις οποίες η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ακύρως επισπεύδεται εναντίον της αναγκαστική εκτέλεση, με εκτελεστό τίτλο τη με αριθμό 99/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία δεν έχει εκδοθεί σε βάρος της, αλλά σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… A.E.”, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν νομιμοποιείται παθητικά, αφού δεν αποτελεί διάδοχο, καθολική ή ειδική, της ανώνυμης εταιρείας και δεν καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας της δικαστικής απόφασης, της οποίας επιχειρείται η εκτέλεση, κατά τα άρθρα 325 αριθ. 2 και 919 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, τυγχάνει βάσιμος.
8.- Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της. Ενόψει δε τούτου, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, πρώτου, δεύτερου και τέταρτου, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ (πρώτος λόγος), από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (δεύτερος λόγος) και από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (τέταρτος λόγος), δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καλύπτει το σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 46/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης και του αρχαιότερου μέλους αποχωρησάντων από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
