ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό -Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ι. , κατοίκου … , ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Βερώνη Στυλιανού, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2112/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 7-4-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η υπό κρίσιν αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 7-4-2025 και με αρ. κατ. …/2025 αίτηση του Μ. Κ. του Ι. , για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2112/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών βεβαιωμένων στο Δημόσιο άνω των 100.000 ευρώ, με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β’ ΠΚ, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του Στυλιανού Βερώνη στη γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η σχετική έκθεση [άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 28-3-2025 και η δήλωση έγινε στις 7-4-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464,466 παρ. 1, 504, 505 παρ. 1 α’, 510 παρ. 1 στοιχ. Β’, Δ’ και Ε’ ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο [άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ], πλην όμως η ακυρότητα αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι’ αυτό πρέπει, να προταθεί πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλιώς καλύπτεται [άρθρο 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 ΚΠΔ], και σε περίπτωση που απορριφθεί πρέπει να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο έφεσης, άλλως ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Ως <<ακριβής καθορισμός της πράξης>> νοείται ο ακριβής καθορισμός των πραγματικών περιστατικών τα οποία συγκροτούν κατά το νόμο την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Άλλα στοιχεία, για την εγκυρότητα αυτού δεν απαιτούνται, πλην όμως ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος επέρχεται, όταν τα εν λόγω στοιχεία ελλείπουν και όχι όταν είναι ανακριβή [ΑΠ 1372/2019], αφού η πληρότητα και η ακρίβεια των στοιχείων αυτών ανάγονται στην αποδεικτική διαδικασία και απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, δεν ταυτίζεται [ΑΠ 569/2024, ΑΠ 474/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, πριν από τη έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε δια του συνηγόρου του και ζήτησε την καταχώριση στα πρακτικά και ανέπτυξε προφορικά, μεταξύ άλλων, και τον ακόλουθο ισχυρισμό: <<Ο πίνακας χρεών που συνοδεύει το κλητήριο θέσπισμα αναφέρει μόνο ότι εις βάρος μου υπάρχουν βεβαιωμένες οφειλές για <<ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο>> 93.333,34 Ευρώ και <<συνεισπραττόμενα>> 8.857,33 Ευρώ , ήτοι <<σύνολο απαιτητό>> 102.190,67 Ευρώ. Δεν αναφέρει: 1] την αιτία των οφειλών μου για το <<ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο>>, προκειμένου να διευκρινιστεί αν υπάγεται σε μία από τις ανωτέρω υπό Α περιπτώσεις, 2] την αιτία των οφειλών μου για τα <<συνεισπραττόμενα>>, ώστε να κριθεί αν όντως οφείλω αυτά, 3] πότε κατέστησαν τα χρέη ληξιπρόθεσμα, ώστε να κριθεί αφενός αν έχει παραγραφεί το αδίκημα και αφετέρου αν ήμουν διαχειριστής της εταιρείας ΙΝΦΟΚΡΑΦΤ το κρίσιμο χρονικό διάστημα, 4] την αιτία του ληξιπρόθεσμου [για ποιον λόγο αναφέρεται ως ημερομηνία πρώτης και τελευταίας δόσης η 29.1.2021], 5] για ποιον λόγο αναφέρεται ως ημερομηνία τέλεσης του αδικήματος η 30.5.2021, 6] πότε μου κοινοποιήθηκε ο υπ’ αριθ. 3/2022 πίνακας χρεών, ώστε να κριθεί αν εκ προθέσεως δεν προσήλθα για την τακτοποίηση των χρεών μου [και, συνεπώς, εκ προθέσεως τέλεσα το αναφερόμενο αδίκημα], 7] α] τη θέση και την ιδιότητά μου που είχα στην εταιρεία ΙΝΦΟΚΡΑΦΤ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, για συγκεκριμένη χρονική περίοδο [για ποιο χρονικό διάστημα, από πότε μέχρι πότε ήμουν <<διαχειριστής>>], ώστε να προκύπτει η ευθύνη μου για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, εάν είχα εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας αυτής και τη χρονική διάρκεια αυτής, το πως προκύπτει η εξουσία αυτή, ώστε τελικά να ανακύπτει η υποχρέωσή μου για την καταβολή των βεβαιωμένων οφειλών ως νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, χωρίς να αρκεί ο απλός χαρακτηρισμός εμού του κατηγορουμένου ως διαχειριστή του νομικού προσώπου, από ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτει η πρόθεσή μου [αν γνώριζα τα χρέη, πως συνδέεται η γνώση μου με τη θέση μου ή την ιδιότητά μου, αν είχα την εξουσία να καταβάλω τα χρέη]. Ως γνωστόν, επί νομικού προσώπου <<μέλος>> του οποίου είναι ο κατηγορούμενος, πρέπει να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών …
Συνεπώς, λόγω των άνω ελλείψεων, το κλητήριο θέσπισμα είναι παντελώς αόριστο>>. Μετά την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας αυτού και την καταδίκη του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τον επανέφερε στο δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με ειδικό λόγο έφεσης, ενώ κατά τη συζήτηση της έφεσής του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ανέπτυξε και προφορικά τον λόγο αυτό έφεσης. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με το ακόλουθο σκεπτικό: <<… Ως προς την αοριστία του ενσωματωμένου στο κατηγορητήριο πίνακα χρεών αναγράφεται το είδος και η αιτία της μοναδικής οφειλής του κατηγορουμένου προς το Δημόσιο, ενώ στο κείμενο του κατηγορητηρίου αναφέρεται πότε κατέστη ληξιπρόθεσμο, καθώς και ότι κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ήταν διαχειριστής και ως εκ τούτου νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτιδας εταιρείας. Με τα στοιχεία αυτά το ποινικό αδίκημα που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο τυποποιείται και περιγράφεται επαρκώς και δεν είναι απαραίτητη η αναφορά περισσότερων στοιχείων ή λεπτομερειών, όπως πότε του κοινοποιήθηκε ο πίνακας, ποια είναι η αιτία του ληξιπρόθεσμου, από πού προκύπτει ότι ήταν διαχειριστής και για ποια περίοδο θητείας, από πού προκύπτει ο δόλος του κ.λπ., καθότι αυτά είναι στοιχεία που αφορούν την απόδειξη και όχι τον προσδιορισμό της κατηγορίας και την τυποποίηση του εγκλήματος. Επομένως, ο ισχυρισμός περί αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να απορριφθεί>>. Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με την επιτρεπτή επισκόπηση του κλητηρίου θεσπίσματος, που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι αυτό περιέχει όλα τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία [άρθρα 321 παρ. 1 ΚΠΔ] για την εγκυρότητά του, με ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού διαλαμβάνονται σ’ αυτό τόσα στοιχεία, ώστε αυτός να λάβει σαφή γνώση της κατηγορίας, που του αποδίδεται, και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, καθώς και μνεία του σχετικού άρθρου του νόμου που προβλέπει την πράξη και την απειλούμενη γι’ αυτήν ποινή. Επιπλέον, προσδιορίζονται σε αυτό και στον συνημμένο πίνακα χρεών που το συνοδεύει, ως αναπόσπαστο μέρος αυτού, όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που απέδιδε στον κατηγορούμενο.
Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας με επαρκή αιτιολογία απέρριψε την σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος και τον αντίστοιχο λόγο έφεσής του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ και Δ’ ΚΠΔ, για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με τις αιτιάσεις ότι περιέχει κατηγορία αόριστη που δυσχεραίνει την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος, και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2-4 του Ν. 2948/2001, 34 του Ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του Ν.3220/2004, 3 παρ. 1του Ν.3943/2011, 20 του Ν. 4321/2015 και 8 του Ν. 4337/2015, <<1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων [4] μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α] Ενός [1] τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία της σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων [10.000] ευρώ, β] τριών [3] τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων [200.000] ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων …>>. Κατά τη σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ, ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του αναφερομένου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον, ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και μάλιστα με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν αυτά. Με τη ρύθμιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πλέον να θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση κατά την οποία το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο [ήδη των 100.000 ευρώ] ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των [200.000] ευρώ, χωρίς, όμως, τη συνδρομή του στοιχείου της καθ’ έξη ή κατ’ επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή, που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι’ αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα [ΑΠ 184/2024, ΑΠ 1012/2021, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 812/2020]. Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι: 1] Αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης [από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη] του μερικότερου χρέους με την χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών, ο χρόνος δε αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπολοίπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος [ολΑΠ 1/2023].
Εξάλλου, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή [ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της] και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους [φορολογικούς κ.λπ.]. Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη [ΑΠ 905/2024, ΑΠ 784/2024], 2] Τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι: α] η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β] η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ] το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών, να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό, με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται δόλος [πρόθεση], με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας [άμεσος ή υπερχειλής δόλος] [ολΑΠ 1/2023, ΑΠ 1142/2024].
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, <<2. Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου επιβάλλονται και προκειμένου: α] … β] … Για περιορισμένης ευθύνης εταιρείες στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρείας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα τα χρέη που ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη. 3. Για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά τον χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Για τα χρέη που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την απόκτηση της ιδιότητας αυτής από τους ανωτέρω, η ποινική δίωξη ασκείται μετά τρεις μήνες από την απόκτησή της. Για τα πρόσωπα, που δεν υπείχαν ποινική ευθύνη κατά τις διατάξεις του άρθρου που αντικαθίσταται, όσον αφορά τα ήδη ληξιπρόθεσμα χρέη κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, το ποινικό αδίκημα διαπράττεται μόλις συμπληρωθούν τέσσερις [4] μήνες από την έναρξη της ισχύος του>>. Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2 και 3 του Ν. 1882/1990 προσδιορίζονται τα φυσικά πρόσωπα των ανωνύμων και λοιπών εμπορικών εταιρειών, συνεταιρισμών, κοινοπραξιών, κοινωνιών, αστικών εταιρειών, συμμετοχικών ή αφανών εταιρειών που ασκούν επιχείρηση, αλλοδαπών επιχειρήσεων γενικά, κάθε είδους αλλοδαπών οργανισμών, καθώς και των άλλων νομικών προσώπων και οντοτήτων, τα οποία υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο που είχαν την ιδιότητα που αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1882/1990, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κοινωνικό πρόβλημα της φοροϋπερημερίας, που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές, που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα στην εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείριση των υποθέσεών τους, με συνέπεια να επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιότητα του υποχρέου για την καταβολή των χρεών και υπέχοντος προς τούτο ποινική ευθύνη [ολΑΠ 1/2023, ΑΠ 184/2024, ΑΠ 74/2024]. Τέλος, με το άρθρο 469 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι <<Μετά το εδ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 προστίθεται εδ. γ’ ως εξής: <<Στην αίτηση και τον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από την μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που υποβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 6 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις>>. Με τη διάταξη αυτή του νέου Ποινικού Κώδικα ρυθμίζεται, με τον αναφερόμενο σ’ αυτή τρόπο, το προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη φορολογική διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται ότι στις [νέες] αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν: α] χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση [αμιγώς] χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις και β] χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013 [ΚΦΔ], μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ, ερμηνευόμενη τελολογικά και γραμματικά επιβάλλει να δεχθούμε ότι αυτή δεν εκτείνεται οριζόντια, καταλαμβάνοντας και εξαιρώντας όλες τις περιπτώσεις χρεών που προκύπτουν από πράξεις φοροδιαφυγής στα διάφορα είδη φόρων και μνημονεύονται στο άρθρο 66 ΚΦΔ, ανεξαρτήτως δηλαδή του εκάστοτε ποσού διαφυγόντος φόρου και του εάν το ποσό αυτό είναι κατώτερο του ελαχίστου ορίου θεμελίωσης του αξιοποίνου, αλλά μόνο όσα εξ αυτών, προέρχονται από πράξη που πληροί όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 66 ΚΦΔ, είναι δηλαδή αξιόποινη και αυτοτελώς με βάση το άρθρο 66, καθόσον δεν υπάρχει τυποποίηση αδικήματος εάν η πράξη που περιγράφεται σε αυτό δεν συνεπάγεται επιβολή ποινής. Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων, η διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ, ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη για τον προσδιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη χρεών προς το Δημόσιο, εφαρμόζεται μόνο όταν τα περιλαμβανόμενα στον αντίστοιχο πίνακα χρέη αποτελούν και αυτοτελώς φορολογικό αδίκημα, που τυποποιείται στις διατάξεις του άρθρου 66 του ήδη ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022 <<Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας>>, προηγουμένως δε τυποποιούνταν στις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 <<Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις>>, όπως προστέθηκε και αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, που καταργήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, με το άρθρο 71 παρ. 2 του Ν. 4337/2022, τούτο δε προϋποθέτει αφενός να στοιχειοθετείται ως φορολογικό αδίκημα, αφετέρου δε να υπερβαίνει το οριζόμενο στο ανωτέρω άρθρο 66 του Ν. 4987/2022 ποσό για τη θεμελίωση του αξιοποίνου [ολΑΠ 1/2023, ΑΠ 1502/2024, ΑΠ 1303/2024].
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε [ολΑΠ 1/2005]. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μερικά μόνο από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα [ΑΠ 83/2022].
Εξάλλου, η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος] είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού [έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση], ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ολΑΠ 3/2008].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: << … αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την υπ’ αριθ. ΖΜ 1254/2024 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, καθώς προέκυψαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά , τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται προς αποφυγή επαναλήψεων και το οποίο αποτελεί ενιαίο σώμα με το παρόν σκεπτικό και παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται … Το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι θα πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμοί για τους ακόλουθους λόγους: 1] Ως προς τον ισχυρισμό ότι η βεβαιωθείσα οφειλή τυποποιείται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ θα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπηρεσιακή βεβαίωση της ΑΑΔΕ τα χρέη που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 469 ΠΚ το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 66 ΚΦΔ, αφού αφορούν κατάπτωση εγγύησης δανείου, 2] … , 3] Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό της παραγραφής ότι έχει παρέλθει η πενταετία από την τέλεση της πράξης, την οποία αυτός τοποθετεί χρονικά το 2014 με την παύση της δραστηριότητας της εταιρείας <<ΙΝΦΟΚΡΑΦΤ>> ενόψει του ότι εντός 5 ετών από την τέλεση δεν του κοινοποιήθηκε κλητήριο θέσπισμα. Ωστόσο και αυτός ο ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, αφού ως χρόνος έναρξης της παραγραφής της πράξης του κατηγορητηρίου νοείται το τετράμηνο από την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής.
Εν προκειμένω σύμφωνα με το συνημμένο στο κατηγορητήριο πίνακα χρεών φέρεται τα χρέη να έχουν βεβαιωθεί στις 12-12-2020, η παραγραφή άρχισε από τον Απρίλιο του 2021 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε στις 16-11-2023, η πράξη δεν έχει παραγραφεί>>. Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα σ’ αυτόν ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β’ ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών [3] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: << Στην Αθήνα στις 30/5/2021, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα [100.000] ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία <<ΙΝΦΟΚΡΑΦΤ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΤΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ>> [ΑΦΜ …], της οποίας τυγχάνει διαχειριστής , διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ Αγίων Αναργύρων όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. [αριθ. ειδ. Βιβλίου …/2022] και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτού τη με αριθ. …2022 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. , ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό των [102.190.67] ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα :
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του, τα ακόλουθα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα και δη: α] ότι το μοναδικό ληξιπρόθεσμο χρέος του αναιρεσείοντος που περιλαμβάνεται στον παρατιθέμενο στο διατακτικό της πίνακα χρεών, όπως αυτό επαρκώς προσδιορίζεται ως προς το είδος, το ύψος, το χρόνο βεβαίωσης και τον χρόνο και τρόπο καταβολής, αποτελεί χρέος προς το Δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, αφού υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ, β] ότι ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, με την ιδιότητά του ως διαχειριστή της αναφερόμενης μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία <ΙΝΦΟΚΡΑΦΤ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ>>, με πρόθεση, δεν κατέβαλε το επίδικο χρέος ποσού 102.190,67 ευρώ, κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο βεβαίωσής του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων και γ] ότι το επίδικο χρέος, που ως προερχόμενο από κατάπτωση εγγυήσεων του Δημοσίου, δεν αποτελεί χρέος από αδίκημα που τυποποιείται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και δεν αφαιρείται από τον πίνακα των οφειλόμενων προς το Δημόσιο χρεών, κατ’ άρθρο 469 παρ. 3 ΠΚ, και ως εκ τούτου η ένδικη αξιόποινη πράξη, ως προς το χρέος αυτό, δεν έχει καταστεί ανέγκλητη.
Πλην όμως, προκύπτει ασάφεια ως προς τον χρόνο τέλεσης του ένδικου αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, αφού τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται αντιφατικές παραδοχές, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι <<σύμφωνα με τον συνημμένο στο κατηγορητήριο πίνακα χρεών, φέρεται τα χρέη να έχουν βεβαιωθεί στις 12-12-2020>> και ότι <<η παραγραφή άρχεται από τον Απρίλιο του 2021>>, ενώ σύμφωνα με τις μεταγενέστερες παραδοχές της, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό αυτής, τα ένδικα χρέη του αναιρεσείοντος έχουν βεβαιωθεί – υπό ευρεία έννοια – την 02-12-2020 [και όχι την 12-12-2020], όπως προκύπτει από τον συνημμένο πίνακα χρεών, και ότι ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος, ήτοι η ημερομηνία συμπλήρωσης των τεσσάρων μηνών, από τον χρόνο της ταμειακής βεβαίωσης των χρεών, από τον οποίο εκκινεί ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος είναι η 2-4-2021 [και όχι ο Απρίλιος του 2021 που αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ή η 30-5-2021 που αναφέρεται στο διατακτικό της]. Από τις ανωτέρω αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ασάφεια ως προς τον χρόνο τέλεσης του ένδικου εγκλήματος από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι υπεύθυνος, ως διαχειριστής της αναφερόμενης μονοπρόσωπης ΕΠΕ, για την πληρωμή των ένδικων χρεών προς το Δημόσιο. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς τον χρόνο τέλεσης του ένδικου αδικήματος, και εντεύθεν ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής του. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος, μόνο καθό μέρος αφορά το χρόνο τέλεσης της ένδικης αξιόποινης πράξης και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της.
Μετά από αυτά, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης [αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ αντίστοιχα] αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης του ενδίκου αδικήματος και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί παραγραφής του, να γίνει δεκτή μόνον ως προς το λόγο αυτό και κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις του, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί δε αυτή [αναίρεση] κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 519 και 522 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 2112/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την με αρ. έκθ. κατ. …/2025 αίτηση αναίρεσης του Μ. Κ. του Ι.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
