ΣτΕ Ολ. 964/2026
Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Πρόεδρος
Εισηγητής: Κ. Λαζαράκη, Σύμβουλος Επικρατείας
Η απόφαση της Ολομέλειας εκδόθηκε επί αίτησης συζήτησης του άρθρου 34Α παρ. 3 του π.δ. 18/1989. Στην εν λόγω υπόθεση, η αίτηση αναίρεσης είχε τεθεί στο αρχείο, κατά τη διαδικασία σε συμβούλιο, συνεπεία μη προσκόμισης στο Δικαστήριο αποδεικτικού επίδοσης του δικογράφου στο αναιρεσίβλητο, παρά την παρέλευση έξι και πλέον μηνών από την κατάθεσή της. Το αποδεικτικό (εμπρόθεσμης) επίδοσης προσκομίσθηκε μεταγενέστερα. Από την Ολομέλεια κρίθηκαν τα εξής:
Με το ν. 5119/2024, ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 16.9.2024, τροποποιήθηκε το π.δ. 18/1989 με στόχο την αποτελεσματικότερη εκδίκαση των υποθέσεων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και την ορθολογική κατανομή της εργασίας μεταξύ των δικαστών. Οι εν λόγω τροποποιήσεις προτάθηκαν με τις 52/2023 και 4/2024 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε συμβούλιο. Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές υιοθετήθηκαν, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, προσαρμοσμένα στο συνταγματικό πλαίσιο της χώρας Α) η κατ’ αρχήν υποχρεωτικότητα της διαδικασίας εν συμβουλίω σε όλες τις υποθέσεις ως αα) τμήματος οργανωμένης επίλυσης της διαφοράς και περαίωσης της υπόθεσης στο συμβούλιο ή αβ) μέρους της διαδικασίας για την ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο, Β) η απόφανση του δικαστηρίου εν συμβουλίω με συνοπτική απόφαση χωρίς προφορική ακρόαση επί υποθέσεων χωρίς ιδιαίτερες πραγματικές ή νομικές δυσκολίες, ενόψει της δυνατότητας των διαδίκων να ζητήσουν την εισαγωγή τους στο ακροατήριο, Γ) η συμμετοχή στην προδικασία και των Εισηγητών προκειμένου να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό του Δικαστηρίου και να υπάρξει ορθολογικός καταμερισμός των υποθέσεων. Έτσι, με τα άρθρα 3-23 του ν. 5119/2024 εισήχθησαν σημαντικές δικονομικές αλλαγές οι οποίες ενισχύουν το εμπροσθοβαρές της δικονομικής οργάνωσης, όπως η ενίσχυση του σταδίου της προδικασίας, η άμεση χρέωση των υποθέσεων σε εισηγητή δικαστή, η πρόβλεψη αυστηρών προθεσμιών για την επίδοση των δικογράφων, την αποστολή των απόψεων της Διοίκησης και τη συγκέντρωση των στοιχείων του φακέλου, η επέκταση και διεύρυνση της διαδικασίας σε συμβούλιο, η αναβάθμιση του ρόλου του εισηγητή στη διαδικασία αυτή και η αναβάθμιση των καθηκόντων των εισηγητών μέσω της συμμετοχής τους με αποφασιστική ψήφο στη διαδικασία σε συμβούλιο. Με τις ρυθμίσεις αυτές επιδιώκεται α) η αποτελεσματικότερη εκκαθάριση των υποθέσεων που εισάγονται στο ακροατήριο, β) η επιτάχυνση της συγκέντρωσης των στοιχείων του φακέλου και της επεξεργασίας των υποθέσεων, γ) η άρση τυπικών πλημμελειών και η συμπλήρωση ελλείψεων του φακέλου πριν από τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο, δ) η έγκαιρη έκδοση αποφάσεων, ε) η αναβάθμιση της υπηρεσιακής θέσης καθώς και η ευρύτερη αξιοποίηση των Παρέδρων και Εισηγητών προς όφελος της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και στ) η εκλογικευμένη κατανομή της εργασίας εντός του Δικαστηρίου
Άρθρο 21 παρ. 1 περ. α του π.δ. 18/1989: Αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης επιδίδεται, με επιμέλεια του διαδίκου που το ασκεί, είτε πρόκειται για ιδιώτη είτε για το Δημόσιο, στον διάδικο κατά του οποίου στρέφεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την κατάθεσή του. Ως απολύτως συναφής προς τη δικονομική υποχρέωση της εμπρόθεσμης επίδοσης του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, προβλέπεται δικονομική υποχρέωση προσκόμισης των οικείων αποδεικτικών επίδοσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος δεν αποδείξει την εμπρόθεσμη επίδοση, δια της προσκόμισης των οικείων αποδεικτικών, το ένδικο βοήθημα ή μέσο τίθεται στο αρχείο ως μη ασκηθέν, με απόφαση λαμβανόμενη σύμφωνα με το άρθρο 34Α παρ. 1 από το συμβούλιο του άρθρου 34Γ. Η υποχρέωση (διενέργειας και απόδειξης) εμπρόθεσμης επίδοσης επιδιώκει θεμιτό σκοπό, αναγόμενο στην εύρυθμη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας και στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, καθόσον εξυπηρετεί την αποτελεσματικότερη εκκαθάριση των υποθέσεων που εισάγονται στο ακροατήριο, την επιτάχυνση της συγκέντρωσης των στοιχείων του φακέλου και της επεξεργασίας των υποθέσεων, την άρση των τυπικών πλημμελειών και τη συμπλήρωση των ελλείψεων του φακέλου πριν από τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την έγκαιρη έκδοση των αποφάσεων. Δεν θίγει τον πυρήνα ούτε συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος ένδικης προστασίας του βαρυνόμενου με την επίδοση διαδίκου.
Η πρόβλεψη του άρθρου 21 παρ. 1 περ. α εδ. β του π.δ. 18/1989 για την προσκόμιση των αποδεικτικών επίδοσης του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου «το ταχύτερο δυνατό» και την επισύναψη τους στη δικογραφία έχει την έννοια της υποχρέωσης προσκόμισής τους, προς απόδειξη της εμπρόθεσμης επίδοσης του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το συντομότερο δυνατόν μέσα σε χρονικό διάστημα τριών μηνών, αντίστοιχο προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 23 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 τρίμηνη προθεσμία για την προσκόμιση από τον διάδικο κάθε στοιχείου για την απόδειξη του εννόμου συμφέροντος και των πραγματικών ισχυρισμών του, με αφετηρία, ωστόσο, τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου στον καθ’ ου στρέφεται διάδικο.
Σε περίπτωση που τα αποδεικτικά επίδοσης δεν προσκομισθούν μέσα στο ανωτέρω τρίμηνο, ο εισηγητής της υπόθεσης στη συνέχεια, ενόψει της εισαγωγής της υπόθεσης σε συμβούλιο, απευθύνει στον υπόχρεο διάδικο πρόσκληση τάσσοντας ορισμένη εύλογη προθεσμία προς τούτο κατά τη διαδικασία που διαγράφεται στα άρθρα 21 παρ. 5 και 33 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, ήτοι με κάθε πρόσφορο μέσο από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίζει σχετική βεβαίωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας ως προς τον χρόνο και τον τρόπο της ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την ταχθείσα προθεσμία. Εφόσον τα αποδεικτικά επίδοσης δεν προσκομισθούν ούτε εντός της τελευταίας, το ένδικο βοήθημα ή μέσο τίθεται στο αρχείο ως μη ασκηθέν κατά τη διαδικασία εν συμβουλίω.
Στην περίπτωση αυτή, εκπρόθεσμη προσκόμιση των αποδεικτικών επίδοσης δεν συνιστά νόμιμο λόγο για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατ’ άρθρο 34Α παρ. 3 του π.δ. 18/1989. Τυχόν ασκούμενη αίτηση συζήτησης της εν λόγω διάταξης έχει μεν ως συνέπεια την παύση της ισχύος της εν συμβουλίω απόφασης αρχειοθέτησης, πλην ο δικαστικός σχηματισμός ο οποίος επιλαμβάνεται της αίτησης συζήτησης, εφόσον διαπιστώσει την εκπρόθεσμη προσκόμιση των επιδοτηρίων, απορρίπτει την αίτηση συζήτησης και θέτει οριστικά το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρχείο ως μη ασκηθέν.
Διατυπώθηκαν μειοψηφίες.
Δεκτή εν προκειμένω η αίτηση συζήτησης. Παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο Τμήμα.
