ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 25ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων – Οδηγία 2009/103/ΕΚ – Άρθρο 1, σημείο 2, και άρθρα 3, 18 και 28 – Έννοια του “ζημιωθέντος” – Εκχώρηση, σε επαγγελματία, απαιτήσεων που προέκυψαν στο πλαίσιο ασφαλίσεων αστικής ευθύνης αυτοκινήτου από πρόσωπα που υπέστησαν υλικές ζημίες λόγω τροχαίων ατυχημάτων – Ενεργητική νομιμοποίηση του εκδοχέα προκειμένου να αξιώσει την εξόφληση της εκχωρηθείσας απαίτησης από τις οικείες ασφαλιστικές επιχειρήσεις »
Στην υπόθεση C‑277/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sąd Rejonowy w Gdyni (πρωτοδικείο Gdynia, Πολωνία) με απόφαση της 7ης Απριλίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Απριλίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
Helpfind Funding SARL,
GC,
NOVA DELTA XALTUM sp. z o.o. sp. k.
κατά
Towarzystwo Ubezpieczeń i Reasekuracji ALLIANZ Polska S.A.,
Powszechny Zakład Ubezpieczeń S.A.,
Towarzystwo Ubezpieczeń i Reasekuracji WARTA S.A.,
Generali Towarzystwo Ubezpieczeń S.A.,
Sopockie Towarzystwo Ubezpieczeń ERGO HESTIA S.A.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi, πρόεδρο τμήματος, N. Jääskinen και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Αιμιλίου
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Helpfind Funding SARL, εκπροσωπούμενη από τον Ł. Adamczyk, adwokat,
– η GC, εκπροσωπούμενη από τον K. Karczewski, radca prawny,
– η NOVA DELTA XALTUM sp. z o.o. sp. k., εκπροσωπούμενη από τον Ł. Gil, radca prawny,
– η Towarzystwo Ubezpieczeń i Reasekuracji ALLIANZ Polska S.A., εκπροσωπούμενη από τον C. Kosmus, radca prawny,
– η Powszechny Zakład Ubezpieczeń S.A., εκπροσωπούμενη από τον Ł. Kojara, radca prawny,
– η Sopockie Towarzystwo Ubezpieczeń ERGO HESTIA S.A., εκπροσωπούμενη από τον P. Stachwiuk, radca prawny,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και την D. Lutostańska,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. Očková, τον M. Smolek και τον J. Vláčil,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την G. Goddin, την A. Manzaneque Valverde και τον J. Szczodrowski,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, σημείο 2, και των άρθρων 3, 18 και 28, της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ 2009, L 263, σ. 11).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο πέντε ενδίκων διαφορών μεταξύ, αφενός, των Helpfind Funding SARL, GC και NOVA DELTA XALTUM sp. z o.o. sp. k. και, αφετέρου, των ασφαλιστικών επιχειρήσεων Towarzystwo Ubezpieczeń i Reasekuracji ALLIANZ Polska S.A., Powszechny Zakład Ubezpieczeń S.A., Towarzystwo Ubezpieczeń i Reasekuracji WARTA S.A., Generali Towarzystwo Ubezpieczeń S.A. και Sopockie Towarzystwo Ubezpieczeń ERGO HESTIA S.A., σχετικά με την αποκατάσταση των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν από τροχαία ατυχήματα.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 20 και 30 της οδηγίας 2009/103 έχουν ως εξής:
«(1) Η οδηγία 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής [(ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136)], η δεύτερη οδηγία 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων [(ΕΕ 1984, L 8, σ. 17)], η τρίτη οδηγία 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1990, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων [(ΕΕ 1990, L 129, σ. 33)] και η οδηγία 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (τέταρτη οδηγία ασφάλισης αυτοκινήτων) [(ΕΕ 2000, L 181, σ. 65)] έχουν τροποποιηθεί επανειλημμένα […] και ουσιωδώς. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση των εν λόγω τεσσάρων οδηγιών, καθώς και της οδηγίας 2005/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τροποποίηση των οδηγιών 72/166/ΕΟΚ, 84/5/ΕΟΚ, 88/357/ΕΟΚ και 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία οχημάτων [(ΕΕ 2005, L 149, σ. 14)].
(2) Η ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (ασφάλιση αυτοκινήτων) έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ευρωπαίους πολίτες, είτε ως ασφαλισμένους είτε ως θύματα ατυχήματος. Επίσης αποτελεί βασική μέριμνα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεδομένου ότι αποτελεί σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων τους στον κλάδο ασφάλισης ζημιών στην [Ευρωπαϊκή] Κοινότητα. Η ασφάλιση αυτοκινήτων έχει επίσης επιπτώσεις στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των οχημάτων. Επομένως, η ενίσχυση και η εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ασφάλισης αυτοκινήτων θα πρέπει να αποτελέσει βασικό στόχο της δράσης της Κοινότητας στο πεδίο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
[…]
(20) Θα πρέπει να διασφαλισθεί παρόμοια μεταχείριση των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων άσχετα με το πού λαμβάνει χώρα το ατύχημα στο εσωτερικό της Κοινότητας.
[…]
(30) Το δικαίωμα να επικαλείται την ασφαλιστική σύμβαση και να στρέφεται ευθέως κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης έχει μεγάλη σημασία για την προστασία του θύματος τροχαίου ατυχήματος. Προκειμένου να διευκολύνεται ο αποτελεσματικός και ταχύς διακανονισμός των απαιτήσεων και να αποφεύγονται όσο το δυνατόν οι δαπανηροί δικαστικοί αγώνες, το δικαίωμα ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπεύθυνου θα πρέπει να προβλεφθεί για τα θύματα οιουδήποτε τροχαίου ατυχήματος.»
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2009/103, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», προβλέπει στο σημείο 2 τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας:
[…]
2) ως “ζημιωθείς” νοείται το πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποκαταστάσεως της ζημίας που προεκλήθη από οχήματα».
5 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρέωση ασφάλισης των οχημάτων», προβλέπει στο πρώτο εδάφιο τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει, υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 5, όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση.»
6 Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο τιτλοφορείται «Ειδικές κατηγορίες θυμάτων», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Υπό την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 13, η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος.
2. Τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 3, δεν μπορούν να αποκλειστούν, λόγω του δεσμού συγγενείας, από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους.
3. Η ασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 3 καλύπτει τις σωματικές βλάβες και τις υλικές ζημίες που υπέστησαν πεζοί, ποδηλάτες και άλλοι μη μηχανοκίνητοι χρήστες των δρόμων οι οποίοι, συνεπεία ατυχήματος στο οποίο εμπλέκεται μηχανοκίνητο όχημα, δικαιούνται αποζημίωση σύμφωνα με το εθνικό αστικό δίκαιο.
Το παρόν άρθρο δεν προδικάζει ούτε την αστική ευθύνη ούτε το ποσό της αποζημίωσης.»
7 Το άρθρο 18 της ίδιας οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα ευθείας αγωγής», ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ζημιωθέντες σε ατυχήματα που έχουν προκληθεί από όχημα το οποίο καλύπτεται από ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο 3 να έχουν δικαίωμα απευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου.»
8 Το άρθρο 28 της οδηγίας 2009/103, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εθνικές διατάξεις», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με τη συνθήκη, να διατηρούν ή να θέτουν σε ισχύ διατάξεις οι οποίες είναι ευνοϊκότερες για το ζημιωθέντα από τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία.
[…]»
Το πολωνικό δίκαιο
9 Το άρθρο 19 του ustawa o ubezpieczeniach obowiązkowych, Ubezpieczeniowym Funduszu Gwarancyjnym i Polskim Biurze Ubezpieczycieli Komunikacyjnych (νόμου για την υποχρεωτική ασφάλιση, το Ταμείο Εγγύησης Ασφαλίσεων και την Ένωση ασφαλιστών αυτοκινήτων οχημάτων Πολωνίας), της 22ας Μαΐου 2003 (Dz. U. 2023, αριθ. 124, θέση 1152), όπως τροποποιήθηκε (Dz. U. 2023, θέση 2500), ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Ο ζημιωθείς από την επέλευση γεγονότος που καλύπτεται από σύμβαση υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης δύναται να στραφεί απευθείας κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει αμέσως τον ασφαλισμένο σχετικά με την προβληθείσα απαίτηση.»
10 Το άρθρο 58, παράγραφος 1, του ustawa – Kodeks cywilny (νόμου περί Αστικού Κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: Αστικός Κώδικας), ορίζει τα εξής:
«Δικαιοπραξία η οποία είναι αντίθετη προς τον νόμο ή αποβλέπει στην καταστρατήγηση του νόμου είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από άλλη σχετική διάταξη, ιδίως αν προβλέπεται ότι οι άκυρες διατάξεις της δικαιοπραξίας αντικαθίστανται από τις σχετικές διατάξεις του νόμου.»
11 Το άρθρο 509 του Αστικού Κώδικα προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Ο δανειστής δύναται να μεταβιβάσει την απαίτηση σε τρίτο χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση), εκτός εάν τούτο αντιβαίνει στον νόμο, σε συμβατική υποχρέωση ή στη φύση της ενοχικής σχέσης.
2. Με την εκχώρηση της απαίτησης μεταβιβάζονται στον αποκτώντα και όλα τα παρεπόμενα δικαιώματα, ιδίως η αξίωση για τόκους υπερημερίας.»
12 Το άρθρο 822, παράγραφοι 1 και 4, του κώδικα αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Με τη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης, ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει την καθοριζόμενη στη σύμβαση αποζημίωση για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους και για τις οποίες την ευθύνη φέρει ο αντισυμβαλλόμενος (λήπτης της ασφάλισης) ή ο ασφαλισμένος.
[…]
4. Ο δικαιούμενος αποζημίωση λόγω της επέλευσης γεγονότος που καλύπτεται από τη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης μπορεί να ασκήσει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης.»
Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Κατόπιν τροχαίων ατυχημάτων που προκάλεσαν ζημίες σε πέντε αυτοκίνητα οχήματα, τα πρόσωπα που υπέστησαν υλικές ζημίες λόγω των ατυχημάτων αυτών έλαβαν αποζημιώσεις για την αποκατάσταση των ως άνω ζημιών, τις οποίες κατέβαλαν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στις οποίες τα πρόσωπα που ευθύνονταν για τα ατυχήματα είχαν συνάψει συμβάσεις ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων.
14 Οι ζημιωθέντες, εκτιμώντας ότι οι αποζημιώσεις αυτές δεν ήταν επαρκείς, συνήψαν, με επαγγελματίες των οποίων η δραστηριότητα περιλαμβάνει κατ’ ουσίαν την αγορά και την είσπραξη απαιτήσεων, συμβάσεις εκχώρησης δυνάμει των οποίων οι επαγγελματίες αυτοί απέκτησαν, έναντι τιμήματος, τις απαιτήσεις τις οποίες οι ζημιωθέντες θεωρούσαν ότι εξακολουθούσαν να έχουν κατά των οικείων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση ήταν, κατ’ ουσίαν, ίση με τη διαφορά μεταξύ, αφενός, της εκτιμώμενης αξίας της πλήρους αποκατάστασης της υλικής ζημίας και, αφετέρου, της αποζημίωσης που είχε ήδη καταβληθεί στα πρόσωπα που είχαν υποστεί τη ζημία.
15 Κατόπιν της σύναψης των ως άνω συμβάσεων, οι εκδοχείς άσκησαν ενώπιον του Sąd Rejonowy w Gdyni (πρωτοδικείου Gdynia, Πολωνία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, αγωγές κατά των οικείων ασφαλιστικών επιχειρήσεων με αίτημα την ικανοποίηση των απαιτήσεων που είχαν αποκτήσει από τους εκχωρητές βάσει των εν λόγω συμβάσεων.
16 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τη σύναψη των ως άνω συμβάσεων, οι εκχωρητές δεν γνώριζαν τα πρόσθετα ποσά αποζημίωσης τα οποία μπορούσαν ενδεχομένως να αξιώσουν, διότι οι συμβάσεις εκχώρησης δεν προσδιόριζαν τα ποσά αυτά. Ένας από τους εκχωρητές υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι δεν θα δεχόταν να εκχωρήσει την απαίτησή του αν γνώριζε ποιο ήταν το πρόσθετο ποσό που μπορούσε να αξιώσει, ενώ άλλος δήλωσε ότι θα προέβαινε ούτως ή άλλως στην ενέργεια αυτή, προκειμένου να λάβει ταχέως τίμημα για την πώληση της απαίτησής του.
17 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επιπλέον ότι τα ποσά των απαιτήσεων που διεκδικούν οι εκδοχείς βάσει των συμβάσεων εκχώρησης υπερέβαιναν, ενίοτε δε σημαντικά, το τίμημα που λάμβαναν οι εκχωρητές βάσει των συμβάσεων.
18 Οι εναγόμενες των κύριων δικών, οι οποίες είναι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που καλύπτουν την αστική ευθύνη των προσώπων που ευθύνονται για τα ατυχήματα που προκάλεσαν τις διαφορές των κύριων δικών, υποστηρίζουν ότι οι αποζημιώσεις που έχουν ήδη καταβάλει στους εκχωρητές αντιστοιχούν στο σύνολο των αποζημιώσεων τις οποίες αυτοί δικαιούνταν. Επιπλέον, αμφισβητούν την ενεργητική νομιμοποίηση των εκδοχέων, υποστηρίζοντας ότι, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, οι επίμαχες συμβάσεις εκχώρησης είναι άκυρες λόγω της δυσαναλογίας μεταξύ, αφενός, των ποσών αποζημίωσης που διεκδικούν οι εκδοχείς βάσει των ως άνω συμβάσεων και, αφετέρου, του τιμήματος που λαμβάνουν οι εκχωρητές βάσει αυτών.
19 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επ’ αυτού ότι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όπως έχει ερμηνευθεί από πάγια εθνική νομολογία, οι απαιτήσεις που απορρέουν από υλικές ζημίες που προκλήθηκαν λόγω τροχαίων ατυχημάτων δεν είναι προσωποπαγείς και, ως εκ τούτου, η φύση των απαιτήσεων αυτών δεν εμποδίζει την εκχώρησή τους, συνεπώς δε οι επίμαχες ενώπιόν του συμβάσεις εκχώρησης δεν μπορούν να θεωρηθούν άκυρες δυνάμει του εθνικού δικαίου.
20 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το εθνικό δίκαιο, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, συνάδει με τον κύριο σκοπό της οδηγίας 2009/103, ήτοι την προστασία των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων, στο μέτρο που το συμφωνηθέν τίμημα που έλαβαν οι εκχωρητές βάσει των επίμαχων ενώπιόν του συμβάσεων εκχώρησης αντιστοιχεί σε μέρος μόνον των ποσών αποζημίωσης που αξιώνουν οι εκδοχείς βάσει των εν λόγω συμβάσεων από τις οικείες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ειδικότερα, διερωτάται αν το άρθρο 1, σημείο 2, καθώς και τα άρθρα 3, 18 και 28 της οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει σε πρόσωπο το οποίο υπέστη υλικές ζημίες λόγω τροχαίου ατυχήματος και θεωρεί ότι δεν έχει λάβει πλήρη αποζημίωση για τις ζημίες αυτές να εκχωρήσει σε τρίτον το μέρος της απαίτησής του που εκτιμά ότι εξακολουθεί να έχει κατά της οικείας ασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στη διαφορά μεταξύ, αφενός, της εκτιμώμενης αξίας της εν λόγω πλήρους αποζημίωσης και, αφετέρου, της αποζημίωσης που του έχει ήδη καταβληθεί από την εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση, με αποτέλεσμα ο τρίτος να μπορεί να ασκήσει αγωγή, ιδίω ονόματι και για λογαριασμό του, προκειμένου να ζητήσει από την ως άνω επιχείρηση την εξόφληση της απαίτησης αυτής.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy w Gdyni (πρωτοδικείο Gdynia) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν τα άρθρα 3, 18 και 28 της οδηγίας [2009/103] την έννοια ότι αντιτίθενται στην αναγνώριση ως έγκυρης και εφαρμοστέας μιας σύμβασης που συνήφθη με ζημιωθέντα ο οποίος, χωρίς να έχει προηγουμένως λάβει πλήρη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη σε τροχαίο ατύχημα, εκχωρεί σε τρίτο την απαίτησή του να λάβει πλήρη αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία του υπαιτίου του ατυχήματος που προκλήθηκε από την κυκλοφορία οχήματος;
2) Έχουν τα ως άνω άρθρα την έννοια ότι δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί ο κατά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα τρίτος ως πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από οχήματα, κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 2009/103;
3) Έχουν τα ως άνω άρθρα της οδηγίας 2009/103 την έννοια ότι δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι ο κατά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα τρίτος νομιμοποιείται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά της μνημονευόμενης σε αυτά ασφαλιστικής επιχείρησης;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
22 Ορισμένες από τις ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι δεν απαιτείται, για την επίλυση των διαφορών στις κύριες δίκες, να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, δεδομένου ότι καμία διάταξη της οδηγίας 2009/103 δεν απαγορεύει στα πρόσωπα που υπέστησαν υλικές ζημίες λόγω τροχαίου ατυχήματος να εκχωρήσουν σε τρίτον τις απαιτήσεις που γεννήθηκαν υπέρ αυτών στο πλαίσιο ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και, ως εκ τούτου, οι συμβάσεις εκχώρησης τέτοιων απαιτήσεων διέπονται από το εθνικό δίκαιο. Επομένως, προβάλλουν ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως απλώς καθυστερεί άνευ λόγου τη διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
23 Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι, στο μέτρο που το επιχείρημα που προέβαλαν οι ενάγουσες της κύριας δίκης εγείρει, στην πραγματικότητα, το ερώτημα αν η οδηγία 2009/103 επιτρέπει την εκχώρηση σε τρίτον απαιτήσεων που γεννήθηκαν από ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, με αποτέλεσμα ο εν λόγω τρίτος να δύναται, ως εκδοχέας, να ασκήσει αγωγή, ιδίω ονόματι και για λογαριασμό του, προκειμένου να ζητήσει την εξόφληση των απαιτήσεων που του εκχωρήθηκαν, η προβληματική αυτή άπτεται της ουσίας των υποβληθέντων ερωτημάτων και όχι του παραδεκτού τους. Κατά συνέπεια, το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξέτασης των ως άνω ερωτημάτων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Consiglio nazionale delle Ricerche, C‑439/23, EU:C:2024:773, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Κατά συνέπεια, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
Επί της ουσίας
25 Με τα τρία προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, σημείο 2, και τα άρθρα 3, 18 και 28 της οδηγίας 2009/103 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει σε πρόσωπο το οποίο υπέστη υλικές ζημίες λόγω τροχαίου ατυχήματος και έλαβε εξ αυτού αποζημίωση από την ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, αλλά εκτιμά ότι η αποζημίωση αυτή δεν αποκαθιστά πλήρως τις ως άνω ζημίες, να εκχωρήσει σε τρίτον, έναντι τιμήματος, την απαίτησή του, η οποία αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ, αφενός, της εκτιμώμενης αξίας της πλήρους αποκατάστασης των εν λόγω ζημιών και, αφετέρου, της αποζημίωσης που του έχει ήδη καταβάλει η επιχείρηση αυτή, ώστε ο τρίτος να μπορεί να ασκήσει αγωγή, ιδίω ονόματι και για λογαριασμό του, προκειμένου να αξιώσει την εξόφληση της απαίτησης από την εν λόγω επιχείρηση.
26 Συναφώς, διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι καμία διάταξη της οδηγίας 2009/103 δεν ρυθμίζει την εκχώρηση σε τρίτον, από πρόσωπα που υπέστησαν υλικές ζημίες λόγω τροχαίων ατυχημάτων, απαίτησης γεννηθείσας δυνάμει ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, ούτε την ενεργητική νομιμοποίηση των εκδοχέων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων οι οποίοι επιδιώκουν την ικανοποίηση τέτοιων απαιτήσεων.
27 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2009/103 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν, υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας αυτής, όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη σχετικά με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός τους να καλύπτεται από ασφάλιση.
28 Όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2009/103, με την εν λόγω οδηγία έγινε κωδικοποίηση της οδηγίας 72/166, της δεύτερης οδηγίας 84/5, της τρίτης οδηγίας 90/232, της οδηγίας 2000/26 και της οδηγίας 2005/14. Με τις εν λόγω οδηγίες καθορίστηκαν σταδιακά οι υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων. Σκοπός τους ήταν, αφενός, να διασφαλίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία τόσο των οχημάτων που σταθμεύουν συνήθως στο έδαφος της Ένωσης όσο και των προσώπων που επιβαίνουν σε αυτά και, αφετέρου, να εγγυηθούν ότι τα θύματα των ατυχημάτων που προκαλούνται από τα οχήματα αυτά θα έχουν παρόμοια μεταχείριση, ανεξαρτήτως του τόπου επέλευσης του ατυχήματος εντός της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Matmut, C‑236/23, EU:C:2024:761, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Επιπλέον, από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 20 της οδηγίας 2009/103 προκύπτει ότι η οδηγία αυτή επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς με εκείνους που επιδιώκουν οι λοιπές οδηγίες που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης (πρβλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Matmut, C‑236/23, EU:C:2024:761, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Από την εξέλιξη της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα της υποχρεωτικής ασφάλισης προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης εξακολούθησε να επιδιώκει, και μάλιστα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των θυμάτων των ατυχημάτων που προκαλούνται από τα οχήματα αυτά (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Matmut, C‑236/23, EU:C:2024:761, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Η οδηγία 2009/103 υποχρεώνει επομένως τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι η αστική ευθύνη από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός τους καλύπτεται από ασφάλιση και προσδιορίζει, ιδίως, τα είδη ζημιών και τους τρίτους ζημιωθέντες που θα πρέπει να καλύπτει η ασφάλιση αυτή (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, HUK-COBURG-Allgemeine Versicherung, C‑577/21, EU:C:2022:992, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Η υποχρέωση να καλύπτονται από την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων οι ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους διακρίνεται όμως από την έκταση της αποζημίωσης για τις ζημίες αυτές βάσει της αστικής ευθύνης του ασφαλισμένου. Πράγματι, ενώ η πρώτη ορίζεται και διασφαλίζεται από τη νομοθεσία της Ένωσης, η δεύτερη διέπεται κυρίως από το εθνικό δίκαιο (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, HUK-COBURG-Allgemeine Versicherung, C‑577/21, EU:C:2022:992, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Συγκεκριμένα, από τον σκοπό και από το γράμμα της οδηγίας 2009/103, όπως και των οδηγιών τις οποίες κωδικοποιεί, προκύπτει ότι η οδηγία αυτή δεν αποβλέπει στην εναρμόνιση των συστημάτων αστικής ευθύνης των κρατών μελών και ότι, στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν το καθεστώς αστικής ευθύνης το οποίο έχει εφαρμογή επί των ατυχημάτων που προκύπτουν από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, HUK-COBURG-Allgemeine Versicherung, C‑577/21, EU:C:2022:992, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Κατά συνέπεια και λαμβανομένου ιδίως υπόψη του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 2009/103, στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη διατηρούν καταρχήν την ευχέρεια να καθορίζουν, μεταξύ άλλων, για ποιες ζημίες προκαλούμενες από αυτοκίνητα οχήματα υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης, ποιο είναι το εύρος του δικαιώματος αποζημίωσης και ποιοι πρέπει να είναι οι δικαιούχοι αποζημίωσης (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, HUK-COBURG-Allgemeine Versicherung, C‑577/21, EU:C:2022:992, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Η ως άνω ευχέρεια περιορίζεται εντούτοις από την εν λόγω οδηγία, καθόσον αυτή, πρώτον, καθιστά υποχρεωτική την κάλυψη ορισμένων ζημιών τουλάχιστον έως τα καθοριζόμενα σε αυτήν ελάχιστα ποσά (πρβλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, HUK-COBURG-Allgemeine Versicherung, C‑577/21, EU:C:2022:992, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πλην όμως, εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι οι αποζημιώσεις που κατέβαλαν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για την αστική ευθύνη που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων στα πρόσωπα που υπέστησαν τις επίμαχες στην κύρια δίκη υλικές ζημίες ήταν κατώτερες από τα ποσά αυτά.
36 Δεύτερον, η εν λόγω ευχέρεια περιορίζεται επίσης από την οδηγία 2009/103, στο μέτρο που, όσον αφορά τα πρόσωπα που μπορούν να αξιώσουν αποζημίωση δυνάμει της οδηγίας αυτής, η ίδια οδηγία προσδιορίζει, αφενός, στο άρθρο 12, ειδικές κατηγορίες θυμάτων που θεωρούνται ιδιαιτέρως ευάλωτες και προβλέπει ότι είναι υποχρεωτική η κάλυψη της σωματικής βλάβης που υπέστησαν οι κατηγορίες προσώπων που προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, καθώς και η κάλυψη της σωματικής βλάβης και των υλικών ζημιών που υπέστησαν οι κατηγορίες προσώπων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, εφόσον τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα αποζημίωσης σύμφωνα με το εθνικό αστικό δίκαιο (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Van Ameyde España, C‑923/19, EU:C:2021:475, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Ειδικότερα, οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου 12 της οδηγίας 2009/103 αφορούν, κατά πρώτον, όλους τους επιβάτες πλην του οδηγού του οικείου οχήματος, κατά δεύτερον, τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου που φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη και, κατά τρίτον, τους πεζούς, ποδηλάτες και άλλους μη μηχανοκίνητους χρήστες των δρόμων. Επιπλέον, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού διευκρινίζει ότι το εν λόγω άρθρο δεν προδικάζει ούτε την αστική ευθύνη ούτε το ποσό της αποζημίωσης. Ως εκ τούτου, οι ως άνω διατάξεις δεν ρυθμίζουν, κατά τα φαινόμενα, την εκχώρηση απαίτησης των εν λόγω θυμάτων.
38 Περαιτέρω, από τον συνδυασμό του άρθρου 1, σημείο 2, και του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2009/103 προκύπτει ότι η προστασία που πρέπει να εξασφαλίζεται δυνάμει της οδηγίας αυτής εκτείνεται σε κάθε πρόσωπο που, κατά την εθνική νομοθεσία περί αστικής ευθύνης, δικαιούται να αξιώσει αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από αυτοκίνητο όχημα. Υπενθυμίζεται επίσης ότι δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο στην εν λόγω οδηγία το οποίο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε τη βούληση να περιορίσει την παρεχόμενη από την οδηγία προστασία μόνο στα πρόσωπα που εμπλέκονται ευθέως στο ζημιογόνο γεγονός (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, HUK-COBURG-Allgemeine Versicherung, C‑577/21, EU:C:2022:992, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι εκδοχείς δεν αντλούν τα δικαιώματά τους για τις επίμαχες στην κύρια δίκη απαιτήσεις από την πολωνική νομοθεσία περί αστικής ευθύνης, αλλά μόνον από τις συμβάσεις εκχώρησης που συνήψαν, βάσει του αστικού κώδικα, με πρόσωπα που υπέστησαν υλική ζημία λόγω τροχαίου ατυχήματος.
40 Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένων υπόψη του σκοπού της προστασίας των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων, ο οποίος υπενθυμίζεται στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης, της οικονομίας της οδηγίας 2009/103, καθώς και του ότι η οδηγία αυτή δεν διέπει την εκχώρηση των απαιτήσεων που γεννήθηκαν δυνάμει της ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εκδοχέας ο οποίος απέκτησε τέτοια απαίτηση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με «ζημιωθέντα», κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας αυτής.
41 Συνεπώς, το άρθρο 18 της οδηγίας 2009/103, το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ζημιωθέντες σε ατυχήματα που έχουν προκληθεί από όχημα το οποίο καλύπτεται από ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής να έχουν δικαίωμα ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται από τους εν λόγω εκδοχείς.
42 Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται εξάλλου από την αιτιολογική σκέψη 30 της εν λόγω οδηγίας, κατά την οποία έχει μεγάλη σημασία για την προστασία του θύματος τροχαίου ατυχήματος το δικαίωμα να επικαλείται την ασφαλιστική σύμβαση και να στρέφεται ευθέως κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, η ως άνω αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι, προκειμένου να διευκολύνεται ο αποτελεσματικός και ταχύς διακανονισμός των απαιτήσεων και να αποφεύγονται όσο το δυνατόν οι δαπανηροί δικαστικοί αγώνες, το δικαίωμα ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπεύθυνου θα πρέπει να προβλεφθεί για τα θύματα οιουδήποτε τροχαίου ατυχήματος. Οι εκδοχείς όμως δεν είναι θύματα ατυχήματος και δεν μπορούν να εξομοιωθούν με αυτά.
43 Όσον αφορά το άρθρο 28 της οδηγίας 2009/103, το οποίο επίσης μνημονεύεται από το αιτούν δικαστήριο και κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με τη Συνθήκη, να διατηρούν και να θέτουν σε ισχύ διατάξεις οι οποίες είναι ευνοϊκότερες για τον ζημιωθέντα από τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία αυτή, αρκεί η επισήμανση ότι και το άρθρο αυτό συνδέεται με τα δικαιώματα του ζημιωθέντος και, επομένως, δεν αφορά τους εκδοχείς απαιτήσεων αποζημίωσης.
44 Κατά συνέπεια, καμία διάταξη της οδηγίας 2009/103 δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν καθεστώς εκχώρησης των απαιτήσεων που απορρέουν από την επέλευση γεγονότος καλυπτόμενου από σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων ούτε τη δυνατότητα του εκδοχέα να ασκήσει αγωγή, ιδίω ονόματι και για λογαριασμό του, προκειμένου να αξιώσει την εκχωρηθείσα σε αυτόν απαίτηση.
45 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, σημείο 2, και τα άρθρα 3, 18 και 28 της οδηγίας 2009/103 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει σε πρόσωπο το οποίο υπέστη υλικές ζημίες λόγω τροχαίου ατυχήματος και έλαβε εξ αυτού αποζημίωση από την ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, αλλά εκτιμά ότι η αποζημίωση αυτή δεν αποκαθιστά πλήρως τις ως άνω ζημίες, να εκχωρήσει σε τρίτον, έναντι τιμήματος, την απαίτησή του, η οποία αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ, αφενός, της εκτιμώμενης αξίας της πλήρους αποκατάστασης των εν λόγω ζημιών και, αφετέρου, της αποζημίωσης που του έχει ήδη καταβάλει η επιχείρηση αυτή, ώστε ο τρίτος να μπορεί να ασκήσει αγωγή, ιδίω ονόματι και για λογαριασμό του, προκειμένου να αξιώσει την εξόφληση της απαίτησης από την εν λόγω επιχείρηση.
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 1, σημείο 2, καθώς και τα άρθρα 3, 18 και 28 της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής,
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει σε πρόσωπο το οποίο υπέστη υλικές ζημίες λόγω τροχαίου ατυχήματος και έλαβε εξ αυτού αποζημίωση από την ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, αλλά εκτιμά ότι η αποζημίωση αυτή δεν αποκαθιστά πλήρως τις ως άνω ζημίες, να εκχωρήσει σε τρίτον, έναντι τιμήματος, την απαίτησή του, η οποία αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ, αφενός, της εκτιμώμενης αξίας της πλήρους αποκατάστασης των εν λόγω ζημιών και, αφετέρου, της αποζημίωσης που του έχει ήδη καταβάλει η επιχείρηση αυτή, ώστε ο τρίτος να μπορεί να ασκήσει αγωγή, ιδίω ονόματι και για λογαριασμό του, προκειμένου να αξιώσει την εξόφληση της απαίτησης από την εν λόγω επιχείρηση.
(υπογραφές)
