ΑΠΟΦΑΣΗ
Iskrenović κατά Σερβίας της 16.06.2026 (προσφ. αριθ. 39427/23)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων καταδικάστηκε για εξύβριση αστυνομικών εν ώρα υπηρεσίας στο πλαίσιο διαδικασίας ήσσονος σημασίας αδικήματος, κατά το σερβικό δίκαιο των minor offences, στο Βελιγράδι, κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του Ιουλίου 2020 για τα μέτρα κατά της COVID-19. Η καταδίκη του στηρίχθηκε ουσιαστικά στη μαρτυρία του αστυνομικού που τον συνέβαλε, ενώ τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν δύο αιτήματα της υπεράσπισης: να αναζητηθεί βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας γειτονικών εγκαταστάσεων και να εξεταστεί μάρτυρας υπεράσπισης, ο D.B., ο οποίος είχε ανταποκριθεί σε δημόσια έκκληση του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας το τριμερές κριτήριο της Murtazaliyeva κατά Ρωσίας — και επιβεβαιώνοντας, βάσει της Abdullayev κατά Αζερμπαϊτζάν, ότι το ίδιο κριτήριο εφαρμόζεται mutatis mutandis και σε άρνηση εξέτασης συγκεκριμένου βιντεοληπτικού υλικού — έκρινε ότι τα αιτήματα δεν ήταν παρελκυστικά, ήταν επαρκώς αιτιολογημένα και κρίσιμα, ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν σε ουσιαστική εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας τους ούτε παρέθεσαν επαρκείς λόγους, και ότι, σε μια υπόθεση που κρινόταν με βάση την αξιοπιστία αντικρουόμενων αφηγήσεων, η διπλή αυτή άρνηση υπονόμευσε τη συνολική δικαιότητα της διαδικασίας.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) ΕΣΔΑ και επιδίκασε 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Σέρβος υπήκοος γεννηθείς το 1986 και κάτοικος Βελιγραδίου, εξέθεσε ότι στις 11 Ιουλίου 2020, περί ώρα 19.25, βάδιζε στη λεωφόρο Kralja Aleksandra φέροντας σακίδιο και μάσκα τύπου «Anonymous» / Guy Fawkes τοποθετημένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Κατά την εκδοχή του, δεν αντιλήφθηκε αστυνομικούς, άκουσε εντολή «stop», έτρεξε, ακινητοποιήθηκε βιαίως και οδηγήθηκε υπό κράτηση εξαιτίας της μάσκας, χωρίς να έχει εξυβρίσει τους αστυνομικούς· περαστικοί συγκεντρώθηκαν και ο ίδιος τους ζήτησε να βιντεοσκοπήσουν τη σύλληψη, πράγμα που ορισμένοι έπραξαν. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε επίσης ότι αστυνομικός με αρχικά M.V. τον κακομεταχειρίστηκε μέσα στο αστυνομικό όχημα, ισχυρισμός που αναφέρεται στο πραγματικό αλλά δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κρίσης του ΕΔΔΑ στην προκειμένη υπόθεση. Κατά την εκδοχή της Κυβέρνησης, ο προσφεύγων απηύθυνε υβριστικές εκφράσεις σε βάρος της αστυνομίας, αρνήθηκε να σταματήσει και συνελήφθη αφού σκόνταψε.
Στις 12 Ιουλίου 2020 κινήθηκε διαδικασία ήσσονος σημασίας αδικήματος για εξύβριση δημοσίων λειτουργών εν ώρα καθήκοντος, κατά το άρθρο 22 του σερβικού Νόμου περί Δημόσιας Τάξης. Το Πταισματοδικείο Βελιγραδίου εξέτασε τον προσφεύγοντα και τον αστυνομικό V.S. που τον συνέλαβε, διενήργησε κατ’ αντιπαράσταση εξέταση λόγω της απόκλισης των καταθέσεων και απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος για αναζήτηση βιντεοληπτικού υλικού, κρίνοντας τα πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδεδειγμένα. Τον καταδίκασε σε φυλάκιση 60 ημερών, απόφαση άμεσα εκτελεστή. Κατόπιν έφεσης, το Εφετείο αναίρεσε την πρωτόδικη απόφαση στις 16 Ιουλίου 2020, διότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος, και διέταξε επανάληψη της διαδικασίας με προσήκουσα και κατανοητή αιτιολογία (§ 12).
Κατά την επανάληψη της διαδικασίας, στις 21 Αυγούστου 2020, η υπεράσπιση επανέλαβε το αίτημα για το βιντεοληπτικό υλικό και πρότεινε την εξέταση του D.B., ο οποίος είχε ανταποκριθεί σε δημόσια έκκληση του προσφεύγοντος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δηλώνοντας ότι ήταν παρών στο συμβάν. Το δικαστήριο απέρριψε εκ νέου αμφότερα τα αιτήματα ως περιττά και επέβαλε πρόστιμο 120.000 σερβικών δηναρίων, περίπου 1.020 ευρώ, απαλλάσσοντας τον προσφεύγοντα από τα έξοδα. Κατά τον υπολογισμό του τελικώς καταβλητέου προστίμου, το εθνικό δικαστήριο συνυπολόγισε τον χρόνο κράτησης του προσφεύγοντος μεταξύ 11 και 12 Ιουλίου 2020, καθώς και τον χρόνο που είχε ήδη εκτιθεί μεταξύ 12 και 16 Ιουλίου 2020 βάσει της αρχικής ποινής φυλάκισης, με αποτέλεσμα να απομείνει καταβλητέο ποσό 115.000 δηναρίων, περίπου 980 ευρώ. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2020 το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη, με το σκεπτικό ότι ούτε οι κάμερες, οι οποίες κατέγραφαν εικόνα χωρίς ήχο, ούτε ο προτεινόμενος μάρτυρας μπορούσαν να αποδείξουν τις λέξεις που εκφέρθηκαν, και ότι ο μάρτυρας δεν βρισκόταν στη συντροφιά του κατηγορουμένου ούτε πλησίον των αστυνομικών.
Η μη καταβολή του προστίμου οδήγησε σε διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης και, αφού εισπράχθηκαν μόνο 4.661 δηνάρια, περίπου 38 ευρώ, το υπόλοιπο του προστίμου μετατράπηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2021 σε ποινή φυλάκισης 60 ημερών (§ 17). Η διαδικασία εκτέλεσης της μετατραπείσας ποινής δεν ολοκληρώθηκε. Το δικαστήρι την ανέστειλε στις 10 Οκτωβρίου 2022 λόγω συμπλήρωσης της απόλυτης παραγραφής πριν από την εκτέλεση.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε στις 23 Μαΐου 2023 τη συνταγματική προσφυγή, θεωρώντας ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων ήσσονος σημασίας αδικημάτων ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και ότι οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος είχαν χαρακτήρα «τέταρτου βαθμού». Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΚΡΙΝΕ
Άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ) ΕΣΔΑ — Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Ισότητα των όπλων. Παραβίαση
Παραδεκτό: Δεν αμφισβητήθηκε ότι η διαδικασία ήσσονος σημασίας αδικήματος αφορούσε «ποινική κατηγορία» κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 και ενεργοποιούσε τις εγγυήσεις της διάταξης (§ 30). Η Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση εκπρόθεσμης άσκησης, επικαλούμενη την τετράμηνη προθεσμία του άρθρου 35 § 1 και τη σφραγίδα παραλαβής της Γραμματείας της 30ής Οκτωβρίου 2023 (§ 31). Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, δεχόμενο ως αποδεικτικό στοιχείο τον φάκελο με σφραγίδα των Σερβικών Ταχυδρομείων που πιστοποιούσε την παράδοση συστημένης επιστολής στις 23 Οκτωβρίου 2023, ήτοι εντός της προθεσμίας (§§ 33-34). Η αιτίαση του άρθρου 6 κρίθηκε παραδεκτή (§ 35).
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το παραδεκτό των αποδείξεων ρυθμίζεται κατ’ αρχήν από το εθνικό δίκαιο και ότι αποστολή του δεν είναι να κρίνει τη νομιμότητα της αποδοχής επιμέρους μαρτυριών, αλλά να ελέγξει αν η διαδικασία στο σύνολό της, περιλαμβανομένου του τρόπου λήψης των αποδείξεων, υπήρξε δίκαιη. Το άρθρο 6 § 3 (δ) δεν επιβάλλει την εξέταση κάθε προτεινόμενου μάρτυρα υπεράσπισης· σκοπός του είναι η πλήρης «ισότητα των όπλων» (Murtazaliyeva κατά Ρωσίας [GC], § 139). Όταν, ωστόσο, το αίτημα της υπεράσπισης δεν είναι παρελκυστικό, είναι επαρκώς αιτιολογημένο και κρίσιμο για το αντικείμενο της κατηγορίας, και θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση της υπεράσπισης ή ακόμη και να οδηγήσει σε αθώωση, οι αρχές οφείλουν να παραθέσουν κρίσιμους λόγους για την απόρριψή του (Vidal κατά Βελγίου· Polyakov κατά Ρωσίας· Sergey Afanasyev κατά Ουκρανίας· Topić κατά Κροατίας). Το Δικαστήριο μνημόνευσε επίσης —στο πλαίσιο του άρθρου 10— τον ρόλο όσων καταγράφουν διαδηλώσεις μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως σε ταχέως εξελισσόμενες κρίσεις (Tsaava κ.α. κατά Γεωργίας [GC], §§ 374-379).
Το Δικαστήριο εφάρμοσε το τριμερές κριτήριο της Murtazaliyeva : 1) αν το αίτημα ήταν επαρκώς αιτιολογημένο και κρίσιμο για το αντικείμενο της κατηγορίας, 2) αν τα εθνικά δικαστήρια εξέτασαν τη συνάφεια της μαρτυρίας και αιτιολόγησαν επαρκώς την απόρριψη και 3) αν η απόφαση μη εξέτασης υπονόμευσε τη συνολική δικαιότητα της διαδικασίας. Όσο ισχυρότερα τα επιχειρήματα της υπεράσπισης, τόσο εντονότερος οφείλει να είναι ο έλεγχος και πειστικότερη η αιτιολογία της απόρριψης . Το ίδιο κριτήριο εφαρμόζεται mutatis mutandis και στην άρνηση εξέτασης συγκεκριμένου βιντεοληπτικού υλικού που προβάλλεται ως κρίσιμο για την υπεράσπιση (Abdullayev κατά Αζερμπαϊτζάν, § 60) .
Καταρχάς, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο σερβικός Νόμος περί Πταισμάτων προβλέπει φυλάκιση ως δυνατή ποινή και επιτρέπει τη μετατροπή του προστίμου και της κοινωφελούς εργασίας σε στέρηση της ελευθερίας. Συνεπώς, στη συγκεκριμένη κατηγορία διαδικασιών και για τον ενήλικο προσφεύγοντα, οι προβλεπόμενες κυρώσεις μπορούσαν τελικά να οδηγήσουν σε φυλάκιση, ώστε οι εγγυήσεις του άρθρου 6 εφαρμόζονται με πλήρη αυστηρότητα. Το Δικαστήριο αντιδιέστειλε την υπόθεση προς την Marčan κατά Κροατίας, όπου δεν υφίστατο απειλή φυλάκισης (§ 45). Τούτο ίσχυε κατά μείζονα λόγο εν προκειμένω, καθώς το αδίκημα επέσυρε ποινή φυλάκισης έως 60 ημερών, η οποία και επιβλήθηκε αρχικώς και εκτελέστηκε εν μέρει (§§ 10, 13, 45). Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι η ήσσωνος φύση του αδικήματος, οι ήπιες κυρώσεις, ο συνοπτικός χαρακτήρας της διαδικασίας ή το ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής έντασης δικαιολογούσαν μειωμένη αυστηρότητα στον έλεγχο της ισότητας των όπλων, υπενθύμισε δε ότι ακόμη και όπου οι εγγυήσεις του άρθρου 6 δεν εφαρμόζονται κατ’ ανάγκην με πλήρη αυστηρότητα, η άρνηση εξέτασης μαρτύρων μπορεί να συνιστά παραβίαση (Hannu Lehtinen κατά Φινλανδίας, §§ 48-49) (§ 45).
Ως προς το πρώτο στοιχείο, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η προτεινόμενη μαρτυρία δεν περιοριζόταν στο αν ο D.B. άκουσε τις φερόμενες ύβρεις, αλλά αφορούσε τη θέση του προσφεύγοντος, τη θέση των αστυνομικών και την εν γένει αλληλουχία των γεγονότων. Ομοίως, το βιντεοληπτικό υλικό ζητήθηκε για να αποσαφηνιστεί η χωρική σχέση μεταξύ του προσφεύγοντος και των αστυνομικών και να διαπιστωθεί αν ο προσφεύγων βρισκόταν πράγματι σε θέση να τους απευθύνει τις αποδιδόμενες εκφράσεις ή αν, κατά την εκδοχή του, οι αστυνομικοί τον εντόπισαν από απόσταση και τον ακολούθησαν. Δεδομένης της σύγκρουσης των εκδοχών, τα αιτήματα δεν ήταν παρελκυστικά, ήταν επαρκώς αιτιολογημένα και ικανά να φωτίσουν την εξέλιξη των γεγονότων.
Ως προς το δεύτερο στοιχείο, το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα απλώς επικαλούμενο ότι τα περιστατικά είχαν ήδη αποδειχθεί, επαναλαμβάνοντας το ίδιο σκεπτικό ακόμη και μετά τη ρητή εντολή του Εφετείου να αιτιολογήσει το ζήτημα. Μόνο κατά τον δεύτερο βαθμό αιτιολόγησε το Εφετείο ότι ο μάρτυρας δεν θα μπορούσε να έχει ακούσει τις λέξεις, στηριζόμενο όμως στη σιωπηρή και μη ρητώς εξετασθείσα παραδοχή ότι ο προσφεύγων βάδιζε μόνος. Ακόμη και αν τούτο ίσχυε, δεν θα απέκλειε τη δυνατότητα ενός περαστικού να δει ή να ακούσει το συμβάν, ενώ το βιντεοληπτικό υλικό —έστω και άνευ ήχου— θα μπορούσε να συνδράμει στην εκτίμηση της χωρικής διάταξης, της σχετικής θέσης των εμπλεκομένων και της αληθοφάνειας των αντικρουόμενων αφηγήσεων. Τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν σε ουσιαστική εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προτεινόμενων μέσων και δεν παρέθεσαν κρίσιμους λόγους απόρριψης (§ 47).
Ως προς το τρίτο στοιχείο, το Δικαστήριο τόνισε ότι η καταδίκη στηρίχθηκε ουσιαστικά στη μαρτυρία του αστυνομικού που τον συνέβαλε, με την υπόθεση να κρίνεται στο πεδίο της αξιοπιστίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η άρνηση εξέτασης μάρτυρα ικανού να προσφέρει εναλλακτική αφήγηση, σε συνδυασμό με την άρνηση αναζήτησης αντικειμενικού βιντεοληπτικού υλικού, περιόρισε ουσιωδώς τη δυνατότητα της υπεράσπισης να αμφισβητήσει αποτελεσματικά την εκδοχή της κατηγορίας και στέρησε από τα δικαστήρια δυνητικά καθοριστικό υλικό. Τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν σε γνήσια εξέταση της συνάφειας των προτεινόμενων αποδείξεων, υπονομεύοντας τη συνολική δικαιότητα της διαδικασίας. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) ΕΣΔΑ .
Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
Καθόσον η αιτίαση για το επιβληθέν πρόστιμο απέρρεε από τον φερόμενο άδικο χαρακτήρα της διαδικασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε ήδη εξετάσει τα κύρια νομικά ζητήματα και ότι δεν συνέτρεχε λόγος χωριστής κρίσης επί του παραδεκτού και της ουσίας της αιτίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας [GC], § 156) (§§ 50-51).
Άρθρο 41 — Δίκαιη ικανοποίηση
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η προσφορότερη μορφή αποκατάστασης θα ήταν, κατ’ αρχήν, η επανάληψη της διαδικασίας εφόσον ζητηθεί (Öcalan κατά Τουρκίας [GC], § 210, Popov κατά Ρωσίας, § 263). Εν προκειμένω, ωστόσο, ήταν αβέβαιο αν η επανάληψη —προβλεπόμενη από τα άρθρα 280-281 του Νόμου περί Πταισμάτων— θα παρείχε πρακτική αποκατάσταση, δεδομένου ότι η δίωξη ενδέχετο να έχει εν τω μεταξύ παραγραφεί. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση της παραβίασης δεν αρκούσε αφ’ εαυτής ως δίκαιη ικανοποίηση. Σημειωτέον ότι ο προσφεύγων είχε προσδιορίσει την απαίτησή του για ηθική βλάβη αντιφατικά, ζητώντας 7.850 ευρώ σε μία παράγραφο και 8.750 ευρώ στην επόμενη. Κρίνοντας κατ’ εύλογη εκτίμηση, το Δικαστήριο επιδίκασε 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη. Δεν υποβλήθηκε αίτημα για έξοδα (§ 56).
Απόφαση: Ομόφωνα, παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) ΕΣΔΑ. Καμία ανάγκη χωριστής εξέτασης του παραδεκτού και της ουσίας της αιτίασης υπό το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Επιδίκαση 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Υπό τις περιστάσεις αυτές, η άρνηση εξέτασης μάρτυρα υπεράσπισης ικανού να παράσχει εναλλακτική αφήγηση, σε συνδυασμό με την άρνηση αναζήτησης αντικειμενικού βιντεοληπτικού υλικού, περιόρισε ουσιωδώς τη δυνατότητα της υπεράσπισης να αμφισβητήσει αποτελεσματικά την εκδοχή της κατηγορίας. Από κοινού, οι αρνήσεις αυτές στέρησαν από τα εθνικά δικαστήρια δυνητικά καθοριστικό υλικό για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και εμπόδισαν την υπεράσπιση να αμφισβητήσει αποτελεσματικά την υπόθεση της κατηγορίας» (παρ. 48).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Επιβεβαίωση της mutatis mutandis εφαρμογής του κριτηρίου της Murtazaliyeva σε κρίσιμο βιντεοληπτικό υλικό. Η σημαντικότερη συμβολή της απόφασης δεν έγκειται στη θέσπιση νέας γενικής αρχής, αλλά στη σαφή εφαρμογή του τριμερούς κριτηρίου — διαμορφωμένου αρχικώς για τους μάρτυρες υπεράσπισης — και στην άρνηση εξέτασης συγκεκριμένου βιντεοληπτικού υλικού (παρ. 44, με παραπομπή στην Abdullayev κατά Αζερμπαϊτζάν). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει το βιντεοληπτικό αποδεικτικό υλικό, όταν αυτό προβάλλεται ειδικά και τεκμηριωμένα ως κρίσιμο για την υπεράσπιση, υπό ανάλογη λογική με τη μαρτυρική απόδειξη ως προς την υποχρέωση ουσιαστικής εξέτασης της συνάφειας και αιτιολόγησης της απόρριψης.
Η διαδικασία ήσσονος σημασίας αδικήματος ως ποινική κατηγορία με πλήρεις εγγυήσεις λόγω απειλής στέρησης της ελευθερίας. Καθοριστικής σημασίας είναι η κρίση (παρ. 45) ότι, εφόσον το σερβικό σύστημα minor offences προβλέπει φυλάκιση και επιτρέπει τη μετατροπή προστίμου και κοινωφελούς εργασίας σε στέρηση της ελευθερίας, οι εγγυήσεις του άρθρου 6 εφαρμόζονται με πλήρη αυστηρότητα. Η αντιδιαστολή προς την Marčan κατά Κροατίας καθιστά σαφές ότι το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι ο τυπικός χαρακτηρισμός του αδικήματος, αλλά η πραγματική ή δυνητική απειλή φυλάκισης.
Απόρριψη της μειωμένης αυστηρότητας λόγω ήσσονος φύσης της διαδικασίας ή κοινωνικής έντασης. Το Δικαστήριο αρνήθηκε να αποδεχθεί ότι η ήσσονος φύση, η ταχύτητα της διαδικασίας ή το πλαίσιο κοινωνικής έντασης λόγω της πανδημίας και των διαδηλώσεων δικαιολογούσαν χαλάρωση του ελέγχου της ισότητας των όπλων (παρ. 45). Η θέση αυτή ενισχύει τον πυρήνα της δίκαιης δίκης ως ανθεκτικό σε γενικές επικλήσεις δημόσιας τάξης, ιδίως όταν η διαδικασία μπορεί να καταλήξει σε στέρηση της ελευθερίας.
Καταδίκη βασισμένη ουσιαστικά σε έναν κρατικό μάρτυρα. Το Δικαστήριο απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι η ενοχή στηρίχθηκε ουσιαστικά στη μαρτυρία του αστυνομικού που συνέβαλε (παρ. 48). Σε μια υπόθεση αμιγούς «σύγκρουσης αξιοπιστίας», η άρνηση συγκεκριμένων, δυνητικά κρίσιμων αποδεικτικών μέσων ενισχύει τον προβληματισμό περί ανισότητας των όπλων.
Η αποδεικτική αξία της καταγραφής αστυνομικής δράσης από πολίτες. Η —παρεμπίπτουσα και υποστηρικτική — αναφορά (παρ. 39) στον ρόλο όσων καταγράφουν διαδηλώσεις, με άντληση από τη νομολογία του άρθρου 10 (Tsaava κ.α. κατά Γεωργίας), αναδεικνύει την αποδεικτική σημασία τέτοιου υλικού σε υποθέσεις σύγκρουσης πολιτών και αρχών, χωρίς όμως να μετατρέπει την υπόθεση σε απόφαση περί άρθρου 10.
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση Iskrenović κατά Σερβίας εντάσσεται στη σταθερή νομολογιακή γραμμή της Murtazaliyeva και δεν εισάγει νέα γενική αρχή. Η αξία της είναι κυρίως εφαρμοστική και μεθοδολογική. Το ισχυρό της σημείο συνίσταται στην αυστηρή προσήλωση στην υποχρέωση ουσιαστικής —και όχι προσχηματικής— αιτιολόγησης για την απόρριψη αποδεικτικών αιτημάτων της υπεράσπισης.
Η αντιμετώπιση του βιντεοληπτικού υλικού χωρίς ήχο ως δυνητικά κρίσιμου. Το πειστικότερο σημείο του σκεπτικού (παρ. 47) είναι η απόρριψη της συλλογιστικής των εθνικών δικαστηρίων ότι, εφόσον οι κάμερες δεν κατέγραφαν ήχο, ήταν εξ ορισμού άχρηστες. Το Δικαστήριο αντιστρέφει το επιχείρημα: η εικόνα —έστω άνευ ήχου— μπορούσε να συμβάλει στην εκτίμηση της χωρικής διάταξης, της σχετικής θέσης των εμπλεκομένων και της αληθοφάνειας των αντικρουόμενων αφηγήσεων. Επομένως, μπορούσε να επηρεάσει την εκτίμηση του αν ο προσφεύγων ήταν πράγματι σε θέση να εκφέρει τις φερόμενες ύβρεις, που αποτελούσαν τον πυρήνα της υπόθεσης. Η κρίση αυτή αποδοκιμάζει την υποκατάσταση της ουσιαστικής εκτίμησης από μια αφηρημένη και μη ελεγμένη παραδοχή. Πηγή: Iskrenović κατά Σερβίας, παρ. 46-47.
Η φερόμενη ως «εφευρεθείσα» παραδοχή του Εφετείου και τα όρια του ελέγχου τέταρτου βαθμού. Η υπεράσπιση είχε καταγγείλει ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι το Εφετείο «εφηύρε» τον ισχυρισμό ότι ο μάρτυρας δεν βρισκόταν στη συντροφιά του προσφεύγοντος (παρ. 20). Το ΕΔΔΑ δεν χαρακτηρίζει την παραδοχή ως αυθαίρετη αυτή καθαυτή, αλλά εστιάζει στο ότι στηρίχθηκε σε σιωπηρή υπόθεση που δεν είχε εξεταστεί ρητά στη διαδικασία (παρ. 47). Η προσέγγιση αυτή διακρίνει με ακρίβεια το πεδίο της διαδικαστικής δικαιότητας —έλεγχος επαρκούς και συναφούς αιτιολογίας— από την ουσιαστική επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την οποία το ΕΔΔΑ κατά κανόνα αποφεύγει. Πηγή: Iskrenović κατά Σερβίας, παρ. 20-21 και 47.
Συνάφεια — όχι ταύτιση — με τη νομολογία περί απόντων μαρτύρων κατηγορίας. Πρέπει να επισημανθεί ότι η νομολογία Al-Khawaja and Tahery / Schatschaschwili, και ιδίως το κριτήριο της «μοναδικής ή καθοριστικής» μαρτυρίας, δεν μνημονεύεται στην απόφαση και αφορά διαφορετικό ζήτημα: την αποδοχή μη εξετασθείσας μαρτυρίας κατηγορίας, όχι την άρνηση αποδεικτικού μέσου υπεράσπισης. Παρατίθεται εδώ μόνον ως εννοιολογικά συγγενές πλαίσιο. Αμφότερες οι νομολογιακές γραμμές υπηρετούν την ισότητα των όπλων και τη συνολική δικαιότητα της διαδικασίας, η σύγκλισή τους όμως είναι αξιακή και όχι δογματική.
Το δικονομικό αδιέξοδο της αποκατάστασης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συλλογιστική επί του άρθρου 41 (παρ. 55): η συνήθης προσφορότερη θεραπεία —η επανάληψη της διαδικασίας— κατέστη αβέβαιη, επειδή η δίωξη του αδικήματος ενδέχετο να έχει εν τω μεταξύ παραγραφεί (παρ. 19). Η παρέλευση του χρόνου έως την έκδοση της απόφασης του ΕΔΔΑ, σε συνδυασμό με τις προθεσμίες παραγραφής του εθνικού δικαίου, μπορεί έτσι να περιορίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της επανάληψης της διαδικασίας ως μορφής restitutio in integrum. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απλή διαπίστωση της παραβίασης δεν αρκούσε και επιδίκασε 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη. Πηγή: Iskrenović κατά Σερβίας, παρ. 19 και 53-55.
Συμπέρασμα. Η Iskrenović δεν είναι απόφαση-σταθμός, αλλά υποδειγματική εφαρμογή του κριτηρίου της Murtazaliyeva σε δύσκολο πραγματικό πλαίσιο. Η σημασία της για την πρακτική έγκειται στη διπλή υπενθύμιση: αφενός ότι συγκεκριμένο βιντεοληπτικό υλικό, όταν προβάλλεται τεκμηριωμένα ως κρίσιμο για την υπεράσπιση, δεν μπορεί να απορρίπτεται με τυπικές ή αφηρημένες παραδοχές, αφετέρου ότι η δυνητική ή πραγματική μετατροπή χρηματικής κύρωσης σε φυλάκιση επιβάλλει πλήρη αυστηρότητα στην εφαρμογή των εγγυήσεων του ποινικού σκέλους του άρθρου 6.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Α) Murtazaliyeva κατά Ρωσίας [GC]: Η απόφαση-πλαίσιο που διατύπωσε το τριμερές κριτήριο για το δικαίωμα κλήτευσης και εξέτασης μάρτυρα υπεράσπισης κατά το άρθρο 6 § 3 (δ). Αποτελεί τον αναλυτικό πυρήνα της Iskrenović. Πηγή: HUDOC, Murtazaliyeva v. Russia [GC], αρ. 36658/05, 18.12.2018, §§ 139, 158-168.
Β) Vidal κατά Βελγίου: Πρώιμη θεμελιώδης αυθεντία ως προς την υποχρέωση αιτιολόγησης της απόρριψης αιτημάτων εξέτασης μαρτύρων υπεράσπισης. Πηγή: HUDOC, Vidal v. Belgium, 22.04.1992, § 34, Series A αρ. 235-B.
Γ) Polyakov κατά Ρωσίας· Sergey Afanasyev κατά Ουκρανίας· Topić κατά Κροατίας: Η νομολογιακή γραμμή που εξειδικεύει την απαίτηση κρίσιμων λόγων για την απόρριψη μη παρελκυστικών, επαρκώς αιτιολογημένων και κρίσιμων αιτημάτων της υπεράσπισης. Πηγή: HUDOC, Polyakov v. Russia, no. 77018/01, §§ 34-37, 29.01.2009, Sergey Afanasyev v. Ukraine, αρ. 48057/06, §§ 70-71, 15.11.2012, Topić v. Croatia, αρ. 51355/10, § 42, 10.10.2013.
Δ) Abdullayev κατά Αζερμπαϊτζάν: Η αυθεντία που επιτρέπει την mutatis mutandis εφαρμογή του κριτηρίου της Murtazaliyeva και σε άλλα αποδεικτικά μέσα πέραν της μαρτυρίας, ιδίως σε βιντεοληπτικό υλικό που προβάλλεται ως κρίσιμο για την υπεράσπιση. Πηγή: HUDOC, Abdullayev v. Azerbaijan, αρ. 6005/08, § 60, 07.03.2019.
Ε) Marčan κατά Κροατίας: Σημείο αντιδιαστολής, Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο συνεκτίμησε ότι δεν υφίστατο απειλή φυλάκισης υπό το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, εν αντιθέσει προς το σερβικό σύστημα minor offences. Η σύγκριση θεμελιώνει την εφαρμογή των εγγυήσεων με πλήρη αυστηρότητα στην Iskrenović. Πηγή: HUDOC, Marčan v. Croatia, αρ. 40820/12, §§ 37-38, 10.07.2014.
ΣΤ) Hannu Lehtinen κατά Φινλανδίας: Αυθεντία για το ότι ακόμη και όπου οι εγγυήσεις του άρθρου 6 δεν εφαρμόζονται κατ’ ανάγκην με πλήρη αυστηρότητα, η άρνηση εξέτασης μαρτύρων μπορεί να συνιστά παραβίαση. Πηγή: HUDOC, Hannu Lehtinen v. Finland, αρ. 32993/02, §§ 48-49, 22.07.2008.
Ζ) Tsaava κ.α. κατά Γεωργίας [GC]: Αναφέρεται από το Δικαστήριο για τον ρόλο όσων καταγράφουν διαδηλώσεις μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης, στο πλαίσιο όμως του άρθρου 10, λειτουργεί ως υποστηρικτική, όχι ως φέρουσα, αυθεντία για την κρίση υπό το άρθρο 6. Πηγή: HUDOC, Tsaava κ.α. v. Georgia [GC], αρ. 13186/20 κ.α., §§ 374-379, 11.12.2025.
Η) Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας [GC]: Η τεχνική της μη χωριστής εξέτασης δευτερεύουσας αιτίασης, εδώ του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, εφόσον έχουν εξεταστεί τα κύρια νομικά ζητήματα. Πηγή: HUDOC, Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu v. Romania [GC], αρ. 47848/08, § 156, ECHR 2014.
Θ) Öcalan κατά Τουρκίας [GC]· Popov κατά Ρωσίας: Σημαντικές για την επανάληψη της διαδικασίας ως προσφορότερη μορφή αποκατάστασης επί παραβίασης του άρθρου 6. Πηγή: HUDOC, Öcalan v. Turkey [GC], no. 46221/99, § 210, ECHR 2005-IV· Popov v. Russia, no. 26853/04, § 263, 13.07.2006.
Ι) Θεωρητικό υπόβαθρο, ερμηνευτικό και μη μνημονευόμενο στην απόφαση: Η ένταξη διαδικασιών ήσσονος σημασίας αδικημάτων στο ποινικό σκέλος του άρθρου 6 ανάγεται στα αυτόνομα κριτήρια Engel κατά Ολλανδίας. Για τη συστηματική θεώρηση των εγγυήσεων δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων, βλ. τα καθιερωμένα εγχειρίδια αναφοράς, ενδεικτικά S. Trechsel, Human Rights in Criminal Proceedings, OUP, 2005, και Harris/O’Boyle/Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights.
