ΑΠΟΦΑΣΗ
Ottlakán κατά Ουγγαρίας της 16.06.2026 (προσφ. αριθ. 17201/23)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, ισοβίτης χωρίς δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης, πέτυχε επιδίκαση αποζημίωσης περίπου 1.500 ευρώ για 488 ημέρες κράτησης σε προσωπικό χώρο κάτω του νομίμου ελαχίστου των 4 τ.μ., κάνοντας χρήση του ένδικου μέσου Domján. Ωστόσο, δυνάμει νομοθετικής τροποποίησης του 2020, η αποζημίωση δεσμεύθηκε σε λογαριασμό κρατουμένου («holding account»), καταβλητέα κατ’ αρχήν μόνο μετά την αποφυλάκισή του, με εξαιρετικές δυνατότητες εκταμίευσης σε περιοριστικά οριζόμενες περιπτώσεις. Επειδή η ισόβια ποινή του προσφεύγοντος είχε ήδη κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί μειώσιμη κατά την έννοια του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε ρεαλιστική προοπτική αποφυλάκισης και, συνεπώς, ούτε πραγματική προοπτική να λάβει ποτέ την αποζημίωση. Συνδέοντας την αρχή της ταχύτητας (promptness) με το αποζημιωτικό σκέλος των ενδίκων μέσων για απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ένδικο μέσο δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδώσει καρπούς εντός επαρκούς χρόνου και, ομόφωνα, αναγνώρισε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, József Ottlakán, Ούγγρος υπήκοος γεννηθείς το 1973, κρατείται στη Φυλακή του Szeged. Είχε καταδικαστεί από το Gyula High Court για ανθρωποκτονία και άλλα εγκλήματα και, ως υπότροπος, σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης. Στις 10.05.2013 το Εφετείο του Szeged μεταρρύθμισε εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων πράξεων και έπαυσε τη δίωξη για διατάραξη οικιακής ειρήνης και κατά τα λοιπά, την επικύρωσε.
Στις 03.08.2020 ο προσφεύγων υπέβαλε αίτημα αποζημίωσης βάσει του Νόμου CCXL/2013 για την εκτέλεση των ποινών, μέτρων, ορισμένων καταναγκαστικών μέτρων και της κράτησης για κανονιστικές παραβάσεις —το αποκαλούμενο «ένδικο μέσο Domján»— για τις στενόχωρες συνθήκες κράτησης στις οποίες είχε υποβληθεί μεταξύ 23.03.2019 και 24.07.2020. Στις 13.10.2020 το Szeged High Court δέχθηκε εν μέρει το αίτημα: έκρινε ότι ο ατομικός του χώρος διαβίωσης υπολειπόταν του νομίμου ελαχίστου των τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων επί 488 ημέρες και ότι ο προσφεύγων υπήρξε θύμα απάνθρωπων συνθηκών κράτησης. Του επιδίκασε 585.600 ουγγρικά φιορίνια, περίπου 1.500 ευρώ.
Η καταβολή της αποζημίωσης ανεστάλη, αρχικώς, δυνάμει του άρθρου 436(16) του Νόμου εκτέλεσης ποινών έως τις 31.12.2020. Η αιτιολογική έκθεση του νόμου επικαλέστηκε τον πολιτικό στόχο εξάλειψης της «άδικης πρακτικής» του λεγόμενου «börtönbiznisz» («επιχείρηση των φυλακών»), δηλαδή της κατάχρησης, κατά την κυβερνητική ρητορική, του ένδικου μέσου Domján για την απόκτηση μεγάλων ποσών αποζημίωσης από κρατουμένους. Ακολούθως, με ισχύ από 01.01.2021, το άρθρο 133(4a), όπως θεσπίστηκε με την τροποποίηση του 2020, επέβαλε τη γενική υποχρέωση δέσμευσης της αποζημίωσης για συνθήκες κράτησης σε λογαριασμό κρατουμένου, προς τον σκοπό της δημιουργίας οικονομικού αποθέματος για την περίοδο μετά την αποφυλάκιση. Έτσι, η αποζημίωση του προσφεύγοντος κατατέθηκε στον λογαριασμό κρατουμένου και παραμένει δεσμευμένη έκτοτε.
Στις 28.06.2021 ο προσφεύγων προσέφυγε στο Συνταγματικό Δικαστήριο αμφισβητώντας τη συνταγματικότητα του άρθρου 133(4a) και του άρθρου 10/E του σχετικού Διατάγματος, υποστηρίζοντας ότι, ως ισοβίτης χωρίς δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης, στερήθηκε ουσιαστικά την επιδικασθείσα αποζημίωση. Στις 06.12.2022 το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι ο προσφεύγων στερείτο της ιδιότητας του θύματος, διότι δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα: δεν είχε ζητήσει από τον διευθυντή της φυλακής να εγκρίνει κατ’ εξαίρεση την καταβολή δυνάμει του άρθρου 10/E του Διατάγματος.
Ως προς τον χαρακτήρα της ισόβιας ποινής, το ΕΔΔΑ είχε ήδη διαπιστώσει, στο πλαίσιο άλλης προσφυγής, στην υπόθεση Pápics κ.α. κατά Ουγγαρίας [Επιτροπή], 04.03.2025, ότι η ποινή του προσφεύγοντος δεν μπορούσε να θεωρηθεί μειώσιμη κατά την έννοια του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.
Το Δικαστήριο, ομόφωνα, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής για απάνθρωπες συνθήκες κράτησης. Παραβίαση
Προκαταρκτική παρατήρηση — πεδίο ελέγχου: Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι είχε ήδη κρίνει, στην απόφαση επί του παραδεκτού Domján κατά Ουγγαρίας, ότι το ένδικο μέσο Domján ήταν, κατ’ αρχήν, διαθέσιμο και αποτελεσματικό, εξασφαλίζοντας κατ’ αρχήν γνήσια αποκατάσταση για παραβιάσεις λόγω υπερπληθυσμού και άλλων ακατάλληλων συνθηκών κράτησης στην Ουγγαρία. Συνεπώς, ο έλεγχος στην παρούσα υπόθεση δεν αφορούσε το ένδικο μέσο καθαυτό, αλλά τη μεταγενέστερη τροποποίηση του 2020 και την εφαρμογή της στον προσφεύγοντα ως ισοβίτη χωρίς ρεαλιστική προοπτική απόλυσης.
Παραδεκτό: Η Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 13. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, όταν εθνικό δικαστήριο αναγνωρίζει ότι ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, υφίσταται «υποστηρίξιμος ισχυρισμός» (arguable claim) υπό το άρθρο 3 και, άρα, το άρθρο 13 τυγχάνει εφαρμογής. Εν προκειμένω, το Szeged High Court είχε αναγνωρίσει τον απάνθρωπο χαρακτήρα των συνθηκών κράτησης. Το Δικαστήριο έκρινε την αιτίαση παραδεκτή, ως μη προδήλως αβάσιμη και μη απαράδεκτη για οποιονδήποτε άλλο λόγο.
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές για το αποτελεσματικό ένδικο μέσο στο πεδίο των συνθηκών κράτησης, όπως έχουν διαμορφωθεί στις υποθέσεις Ananyev κ.α. κατά Ρωσίας και Neshkov κ.α. κατά Βουλγαρίας. Επισήμανε ειδικότερα ότι το ένδικο μέσο πρέπει να είναι αποτελεσματικό στην πράξη και όχι μόνο στον νόμο, ότι πρέπει να πληροί την υποχρέωση ταχύτητας, καθόσον ένδικο μέσο που δεν αποδίδει καρπούς εγκαίρως είναι ανεπαρκές, ότι το προληπτικό και το αποζημιωτικό σκέλος πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά και ότι, στο πλαίσιο των αποζημιωτικών μέτρων, η χρηματική ικανοποίηση πρέπει να είναι προσβάσιμη σε κάθε νυν ή πρώην κρατούμενο που έχει κρατηθεί σε απάνθρωπες ή εξευτελιστικές συνθήκες και έχει υποβάλει σχετική αίτηση.
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων είχε κάνει επιτυχή χρήση του ένδικου μέσου Domján, αλλά η καταβολή ανεστάλη αρχικώς έως τις 31.12.2020 και, εν συνεχεία, το ποσό δεσμεύθηκε στον λογαριασμό κρατουμένου και παραμένει εκεί έκτοτε, μη ευχερώς προσβάσιμο. Επειδή η ισόβια ποινή του προσφεύγοντος δεν μπορούσε να θεωρηθεί μειώσιμη κατά την έννοια του άρθρου 3, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε ρεαλιστική προοπτική αποφυλάκισης ούτε, κατ’ ακολουθίαν, προοπτική να λάβει την αποζημίωση κατά την αποφυλάκισή του. Το στοιχείο αυτό καθιστούσε κενό περιεχομένου, στην περίπτωσή του, το επιχείρημα της Κυβέρνησης περί σκοπού επανένταξης.
Ως προς τη δυνατότητα αίτησης προς το διευθυντή της φυλακής για κατ’ εξαίρεση εκταμίευση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι περιοριστικά απαριθμούμενες περιπτώσεις του άρθρου 10/E —διατήρηση ζωής ή υγείας του κρατουμένου ή συγγενούς, μετριασμός ζημίας σε περιουσία του κρατουμένου ή συγγενούς, κάλυψη εξόδων κηδείας στενού συγγενούς— δεν είχαν επικληθεί ούτε από τον προσφεύγοντα ούτε από την Κυβέρνηση. Επομένως, η οδός αυτή δεν ήταν, πρακτικά, διαθέσιμη σε αυτόν. Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί συνέτρεχαν και ο διευθυντής απέρριπτε το αίτημα, ο έλεγχος θα παρέμενε εντός του σωφρονιστικού συστήματος και δεν θα υπήρχε έλεγχος εκτός αυτού. Δεδομένου του εξαιρετικού χαρακτήρα των λόγων εξαίρεσης και της απουσίας επαρκών εγγυήσεων κατά της αυθαιρεσίας, η αίτηση προς τον διευθυντή δεν μπορούσε να θεραπεύσει την καταγγελλόμενη κατάσταση.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι κρίσιμο κριτήριο αποτελεσματικότητας είναι η ταχύτητα: η χρηματική ικανοποίηση πρέπει να είναι προσβάσιμη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και να καταβάλλεται εγκαίρως. Μολονότι οι αρχές δικαιούνται εύλογο χρόνο για την καταβολή, ο χρόνος αυτός, κατά κανόνα, δεν πρέπει να υπερβαίνει τους έξι μήνες από τότε που η απόφαση επιδίκασης της αποζημίωσης καθίσταται εκτελεστή. Η διακριτική ευχέρεια των κρατών υπό το άρθρο 13 δεν είναι απεριόριστη και η άσκηση του δικαιώματος δεν πρέπει να παρακωλύεται αδικαιολόγητα από πράξεις ή παραλείψεις των αρχών. Το να καθίσταται η αποφυλάκιση του προσφεύγοντος —η οποία, κατά το Δικαστήριο, ήταν per se απατηλή— προϋπόθεση για την εκταμίευση της αποζημίωσης αντιστρατεύεται την αρχή της ταχύτητας.
Απόφαση: Το ένδικο μέσο Domján, στη συγκεκριμένη περίπτωση του προσφεύγοντος ως ισοβίτη χωρίς ρεαλιστική προοπτική απόλυσης, δεν μπορούσε να θεωρηθεί αποτελεσματικό, λόγω της υποχρέωσης δέσμευσης της αποζημίωσης μέχρι την αποφυλάκισή του. Παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, ομόφωνα.
Άρθρο 3 ΕΣΔΑ αυτοτελώς — Παρέλκει η εξέταση
Η Κυβέρνηση προέβαλε ότι ο προσφεύγων στερείτο της ιδιότητας του θύματος, επειδή του είχε επιδικαστεί αποζημίωση. Το Δικαστήριο, παραπέμποντας στα συμπεράσματά του υπό το άρθρο 13, έκρινε ότι, καθώς το ένδικο μέσο Domján, όπως τροποποιήθηκε το 2020, δεν ήταν αποτελεσματικό στην περίπτωση του προσφεύγοντος, οι αιτιάσεις του υπό το άρθρο 3 δεν θεραπεύθηκαν επαρκώς. Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων διατήρησε την ιδιότητα του θύματος υπό το άρθρο 3. Επειδή, όμως, η αιτίαση υπό το άρθρο 3 επαναλάμβανε την αιτίαση υπό το άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει χωριστά το παραδεκτό και την ουσία της.
Άρθρο 41 ΕΣΔΑ — Δίκαιη ικανοποίηση
Το Δικαστήριο επιδίκασε στον προσφεύγοντα 1.500 ευρώ για υλική ζημία, ποσό που αντιστοιχεί στην αποζημίωση που του είχε επιδικαστεί από το εθνικό δικαστήριο, και έκρινε ότι η διαπίστωση της παραβίασης συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για κάθε ηθική βλάβη. Επιδίκασε επίσης 5.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα, έναντι των 8.600 ευρώ που ζητήθηκαν.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
«[…] το να καθίσταται η αποφυλάκιση του προσφεύγοντος, η οποία είναι per se απατηλή, προϋπόθεση για την εκταμίευση της αποζημίωσής του αντιστρατεύεται την αρχή της ταχύτητας που απαιτείται προκειμένου ένα ένδικο μέσο να είναι αποτελεσματικό κατά την έννοια του άρθρου 13. Επομένως, το ένδικο μέσο Domján στην περίπτωση του προσφεύγοντος δεν μπορεί να αποδώσει καρπούς εντός επαρκούς χρόνου» (παρ. 46).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η επέκταση της αρχής της ταχύτητας στο αποζημιωτικό σκέλος για συνθήκες κράτησης. Η σημαντικότερη συνεισφορά της απόφασης είναι μεθοδολογική: το Δικαστήριο μεταφέρει στο πεδίο των συνθηκών κράτησης την αρχή —γνωστή από τη νομολογία περί μη εκτέλεσης χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και περί αποκατάστασης υπέρβασης της εύλογης διάρκειας— ότι η αποζημίωση όχι μόνο πρέπει να επιδικάζεται, αλλά και να καταβάλλεται εγκαίρως. Έτσι, η «προσβασιμότητα» της αποζημίωσης αποκτά ρητή χρονική διάσταση: ένα ποσό τυπικά επιδικασμένο αλλά επ’ αόριστον μη διαθέσιμο δεν αρκεί για την αποτελεσματικότητα του ένδικου μέσου.
Ο ισοβίτης χωρίς ρεαλιστική προοπτική απόλυσης ως κρίσιμη κατηγορία. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου δεν θεμελιώνεται σε αφηρημένο έλεγχο της τροποποίησης του 2020, αλλά στη διασταύρωσή της με τη συγκεκριμένη κατάσταση του προσφεύγοντος. Ακριβώς επειδή η ισόβια ποινή του είχε ήδη κριθεί μη μειώσιμη κατά την έννοια του άρθρου 3, η σύνδεση της εκταμίευσης με την αποφυλάκιση εκμηδένιζε το αποζημιωτικό αποτέλεσμα. Η ίδια ρύθμιση δεν κρίθηκε γενικά και αφηρημένα αντίθετη προς τη Σύμβαση· η παραβίαση διαπιστώθηκε λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων του προσφεύγοντος.
Η ανατροπή του επιχειρήματος της επανένταξης. Η Κυβέρνηση στήριξε τη ρύθμιση στον σκοπό της επανένταξης και στην ανάγκη δημιουργίας οικονομικού αποθέματος για τη ζωή μετά τη φυλακή. Το Δικαστήριο κατέδειξε την εσωτερική αντίφαση: ένας σκοπός επανένταξης δεν μπορεί να δικαιολογήσει, στην πράξη, τη δέσμευση αποζημίωσης όταν δεν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική αποφυλάκισης. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η αρχική αναστολή και η μεταγενέστερη νομοθετική μεταβολή συνοδεύθηκαν από αιτιολογικές εκθέσεις που αναφέρονταν στην ανάγκη αντιμετώπισης της λεγόμενης «επιχείρησης των φυλακών». Η παρατήρηση αυτή πρέπει να αποδίδεται με προσοχή: το Δικαστήριο δεν προέβη σε αυτοτελή έλεγχο πολιτικών κινήτρων, αλλά αξιοποίησε το νομοθετικό πλαίσιο και τις αιτιολογικές εκθέσεις για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του μέσου.
Η ανεπάρκεια της διακριτικής ευχέρειας του διευθυντή ως εγγύηση. Η απόφαση είναι αυστηρή ως προς το σημείο αυτό: ένα σχήμα πρόσβασης στην αποζημίωση που εξαρτάται από εξαιρετικούς, στενά οριοθετημένους λόγους και από απόφαση του διευθυντή της φυλακής, χωρίς έλεγχο εκτός του σωφρονιστικού συστήματος, δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας. Η στατιστική της Κυβέρνησης —10 εγκρίσεις επί 11 ισοβιτών στο Szeged— δεν θεράπευσε τη δομική αδυναμία, ιδίως επειδή οι προβλεπόμενοι λόγοι εξαίρεσης δεν συνέτρεχαν ούτε είχαν επικληθεί στην περίπτωση του προσφεύγοντος.
Η οριοθέτηση έναντι της Domján. Το Δικαστήριο δεν ανέτρεψε την προηγούμενη κρίση του ότι το ένδικο μέσο Domján είναι κατ’ αρχήν αποτελεσματικό. Περιόρισε ρητά τον έλεγχό του στη μεταγενέστερη τροποποίηση του 2020 και, ειδικότερα, στις συνέπειές της για τον συγκεκριμένο προσφεύγοντα. Πρόκειται για προσέγγιση εφαρμογής στην ατομική περίπτωση και όχι για γενική ακύρωση ή συνολική απονομιμοποίηση του ουγγρικού αποζημιωτικού συστήματος.
