Σοβαρές παραλείψεις στη μετεγχειρητική παρακολούθηση διαπίστωσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, καταλογίζοντας ευθύνη στους εμπλεκόμενους ιατρούς και στην κλινική και επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση στους συγγενείς
Μια υπόθεση ιατρικής ευθύνης με ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες εξέτασε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έπειτα από αγωγή των συγγενών 23χρονης που έχασε τη ζωή της μετά από επιπλοκή που παρουσιάστηκε κατά την πρώιμη μετεγχειρητική περίοδο, ύστερα από επέμβαση αμυγδαλεκτομής σε ιδιωτική κλινική.
Η ασθενής εμφάνισε αιμορραγία και αίσθημα πνιγμονής, χωρίς να υποβληθεί στην αναγκαία κλινική εξέταση. Παρά τα συμπτώματα, έλαβε εξιτήριο χωρίς να εξεταστεί από ιατρό. Ακολούθησε βαριά ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια και διετής νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, προτού τελικά καταλήξει.
Η αγωγή στράφηκε κατά των δύο χειρουργών ωτορινολαρυγγολόγων, του αναισθησιολόγου, του εφημερεύοντος ιατρού και της ιδιωτικής κλινικής.
Θάνατος 23χρονης μετά από αμυγδαλεκτομή: Η παράλειψη έγκαιρης διάγνωσης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η πρώιμη μετεγχειρητική αιμορραγία μετά από αμυγδαλεκτομή αποτελεί γνωστή και προβλέψιμη επιπλοκή, η οποία επιβάλλει αυξημένη προσοχή και κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο αίσθημα πνιγμονής που παρουσίαζε η ασθενής. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το συγκεκριμένο σύμπτωμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί φυσιολογική μετεγχειρητική συνέπεια, αλλά αποτελούσε ένδειξη πιθανής αιμορραγίας και επέβαλλε την άμεση εξέτασή της.
Ειδικότερα, έπρεπε να πραγματοποιηθεί επισκόπηση του φάρυγγα με τη χρήση φωτισμού και απλού γλωσσοπίεστρου, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπήρχε αιμορραγία και να καθοριστεί η κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Αντί αυτού, οι ενέργειες περιορίστηκαν στη χορήγηση αναλγητικών και στην παροχή τηλεφωνικών οδηγιών. Μάλιστα, χορηγήθηκε εξιτήριο, το οποίο είχε ήδη προϋπογραφεί, χωρίς προηγούμενη εξέταση της ασθενούς από ιατρό, παρά τα επίμονα παράπονά της. Οι καθησυχαστικές τηλεφωνικές συστάσεις προς τους οικείους της δεν υποκατέστησαν την αναγκαία επανεκτίμηση και επανεισαγωγή της.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί η κατάλληλη παρέμβαση, δηλαδή διαστοματική απολίνωση του αιμορραγούντος αρτηριδίου, ώστε να αντιμετωπιστεί εγκαίρως η επιπλοκή.
Η ευθύνη των τεσσάρων ιατρών
Το Δικαστήριο δέχτηκε αποκλειστική υπαιτιότητα των τεσσάρων ιατρών που εμπλέκονταν στην περίθαλψη της ασθενούς.
Ιδιαίτερα βαριά κρίθηκε η αμέλεια των δύο χειρουργών ωτορινολαρυγγολόγων, λαμβανομένων υπόψη της εμπειρίας, των ειδικών γνώσεων και των ικανοτήτων τους, στις οποίες είχαν αποβλέψει οι γονείς της νεαρής γυναίκας.
Ευθύνη αποδόθηκε και στον αναισθησιολόγο, ο οποίος είχε αναλάβει τη μετεγχειρητική παρακολούθηση, καθώς και στον εφημερεύοντα ιατρό, ο οποίος όφειλε να ενεργήσει σύμφωνα με το μέτρο επιμέλειας του μέσου συνετού γενικού ιατρού, παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε ειδικότητα.
Ο τελευταίος υποστήριξε ότι περιορίστηκε στη μεταφορά οδηγιών τρίτου προσώπου. Ο ισχυρισμός του απορρίφθηκε, καθώς το όνομά του αναγραφόταν στο νοσηλευτικό δελτίο 24ώρου ως του ιατρού που είχε επιληφθεί της ασθενούς.
Η νομική θεμελίωση της ιατρικής ευθύνης – Άρθρο 8 ν. 2251/1994
Το Δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, κρίνοντας ότι οι ιατρικές υπηρεσίες υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του, καθώς ο ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο και προσδιορίζει ο ίδιος τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Στο πλαίσιο της λεγόμενης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, ο ζημιωθείς οφείλει να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμό της με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών. Δεν υποχρεούται, ωστόσο, να αποδείξει και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Αντιθέτως, ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος να αποδείξει την έλλειψη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς ή την απουσία αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και τυχόν λόγο που αίρει ή περιορίζει την ευθύνη του.
Ως μέτρο της οφειλόμενης επιμέλειας λαμβάνεται η συμπεριφορά του συνετού και επιμελούς ιατρού, ο οποίος θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια μέσα. Η ευθύνη καταλαμβάνει ακόμη και την ελαφρά αμέλεια, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης.
Η ευθύνη της κλινικής για τις πράξεις των συνεργαζόμενων ιατρών
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ιδιωτική κλινική ευθύνεται εξ ολοκλήρου με τους ιατρούς, παρά το γεγονός ότι οι χειρουργοί και ο αναισθησιολόγος συνεργάζονταν μαζί της με καθεστώς ελεύθερης συνεργασίας και όχι με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι ο τυπικός νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης δεν αποτελεί το καθοριστικό κριτήριο. Σημασία έχει η πραγματική ένταξη των ιατρών στην οργανωμένη δραστηριότητα της κλινικής, η χρήση των εγκαταστάσεων και του νοσηλευτικού προσωπικού της, καθώς και η παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της λειτουργίας της.
Για τη θεμελίωση της σχέσης πρόστησης αρκεί η δυνατότητα παροχής γενικών οδηγιών αναφορικά με τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας, χωρίς να απαιτείται η δυνατότητα της κλινικής να καθορίζει ειδικότερα τον τρόπο εκτέλεσης των ιατρικών πράξεων.
Ανάλογη κρίση διατυπώθηκε και για τον εφημερεύοντα ιατρό, ο οποίος απασχολούνταν στην κλινική δυνάμει σχετικής συμφωνίας, ανεξάρτητα από το εάν η απασχόλησή του είχε πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους.
Ψυχική οδύνη 790.000 ευρώ στους συγγενείς της θανούσας
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, το Δικαστήριο επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους συγγενείς της 23χρονης, συνολικού ύψους 790.000 ευρώ.
Η κατανομή έγινε ως εξής:
- 200.000 ευρώ σε καθέναν από τους δύο γονείς, συνολικά 400.000 ευρώ.
- 120.000 ευρώ σε καθεμία από τις δύο αδελφές, συνολικά 240.000 ευρώ.
- 50.000 ευρώ στη γιαγιά από την πατρική γραμμή.
- 50.000 ευρώ για καθέναν από τους δύο παππούδες από τη μητρική γραμμή, οι οποίοι απεβίωσαν κατά τη διάρκεια της δίκης.
Οι τελευταίες δύο αξιώσεις περιήλθαν στις δύο εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, σύμφωνα με τις κληρονομικές τους μερίδες. Σε καθεμία από αυτές κατανεμήθηκαν ποσά 18.750 ευρώ και 31.250 ευρώ για τις δύο επιδικασθείσες αξιώσεις, αντίστοιχα.
Στα επιδικασθέντα ποσά ορίστηκε νόμιμος τόκος από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Η ασφαλιστική κάλυψη και η απόρριψη της ένστασης εξάντλησης των ορίων
Η απόφαση περιλαμβάνει και κρίσεις σχετικά με την ασφαλιστική κάλυψη της επαγγελματικής αστικής ευθύνης των ιατρών.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες υποστήριξαν ότι τα ανώτατα όρια κάλυψης, ύψους 400.000 ευρώ και 120.000 ευρώ αντίστοιχα, είχαν ήδη εξαντληθεί, επικαλούμενες προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, με την οποία είχε αναγνωριστεί υποχρέωση των ασφαλισμένων ιατρών να καταβάλουν ποσό 588.018,99 ευρώ στην ασφαλιστική εταιρεία που είχε καλύψει τις δαπάνες νοσηλείας της ασθενούς.
Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ως νόμω αβάσιμη, επισημαίνοντας ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει οποιαδήποτε καταβολή. Συνεπώς, δεν υπήρχε ποσό που να μπορεί να καταλογιστεί στο ασφαλιστικό κεφάλαιο και να θεωρηθεί ότι έχει εξαντλήσει το όριο κάλυψης.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο ασφαλισμένος ιατρός δικαιούται να απαιτήσει από την ασφαλιστική εταιρεία, ως δικονομική εγγυήτριά του, την κάλυψη της ευθύνης του έναντι των ζημιωθέντων, μέχρι του ανώτατου ορίου που προβλέπει το ασφαλιστήριο, στο οποίο περιλαμβάνονται το κεφάλαιο, οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα.
Αντιθέτως, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το κύριο αίτημα απευθείας καταβολής των επιδικασθέντων ποσών από τις ασφαλιστικές εταιρείες στους συγγενείς της θανούσας, καθώς δεν είχε προβληθεί πρόσθετη συμφωνία που να θεμελιώνει τέτοιο δικαίωμα. Έγινε δεκτό μόνο το επικουρικό αίτημα καταβολής προς τον ίδιο τον ασφαλισμένο των ποσών που θα καταβάλει στους ζημιωθέντες, μέχρι το όριο της ασφαλιστικής κάλυψης.
