ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 24ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Άρθρο 1, παράγραφος 2 – Έννοια του όρου “νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου” – Άρθρο 6 – Αποτελέσματα της αναγνώρισης του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας – Διατήρηση της σύμβασης σε ισχύ χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες – Έννοια του όρου “εθνικές διατάξεις ενδοτικού δικαίου” – Άρθρο 7, παράγραφος 1 – Εξουσία του εθνικού δικαστηρίου να άρει τις συνέπειες της κατάργησης καταχρηστικής ρήτρας – Προϋποθέσεις – Μακροχρόνια σύμβαση προμήθειας ενέργειας με καταχρηστικές ρήτρες μεταβολής των τιμών – Εξουσία του επαγγελματία να αντικαθιστά μονομερώς καταχρηστική ρήτρα μεταβολής των τιμών με ρήτρα που φέρεται να είναι σύμφωνη με την οδηγία »
Στην υπόθεση C‑900/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Kammergericht Berlin (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Βερολίνου, Γερμανία) με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
SVB – Neues Schweizer Viertel Betriebs + Service GmbH & Co. KG
κατά
Glarner Straße 5 GbR,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei, S. Rodin, N. Piçarra (εισηγητή) και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: R. Şereş, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Μαρτίου 2026,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η SVB – Neues Schweizer Viertel Betriebs + Service GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τους H.-J. Hainz, M. Schröder και J. Semmler, Rechtsanwälte,
– η Glarner Straße 5 GbR, εκπροσωπούμενη από τον M. Stelzner, Rechtsanwalt
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και N. Scheffel,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Kienapfel και την E. Schmidt,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της SVB – Neues Schweizer Viertel Betriebs + Service GmbH & Co. KG, επιχείρηση παροχής ενέργειας (στο εξής: SVB), και της Glarner Straße 5 GbR, αστικής εταιρίας γερμανικού δικαίου (στο εξής: Glarner), με αντικείμενο αξίωση της Glarner για επιστροφή χρηματικών ποσών που κατέβαλε αχρεωστήτως στην SVB σε εκτέλεση σύμβασης προμήθειας ενέργειας περιέχουσας καταχρηστικές ρήτρες.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 93/13
3 Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 έχει ως εξής:
«[εκτιμώντας] ότι οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες· ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα· ότι, γι’ αυτό τον λόγο, η έκφραση “νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου” που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, καλύπτει τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως».
4 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας:
«Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Η έκφραση “νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου” που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως.»
5 Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, ως «καταναλωτής» ορίζεται κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.
6 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
7 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Η οδηγία 2011/83/ΕΕ
8 Η αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64), έχει ως εξής:
«[Τα] κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να επεκτείνουν την εφαρμογή των κανόνων της παρούσας οδηγίας σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, όπως μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι νεοσύστατες ή οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. […]»
Το γερμανικό δίκαιο
Ο γερμανικός αστικός κώδικας
9 Κατά το άρθρο 133 του Bürgerliches Gesetzbuch (αστικού κώδικα), της 18ης Αυγούστου 1896 (RGBl. 1896, σ. 195), όπως δημοσιεύθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2002 (BGBl. 2002 I, σ. 42, 2909, και 2003 I, σ. 738), κατόπιν της τελευταίας τροποποίησης με το άρθρο 14 του νόμου της 23ης Οκτωβρίου 2024 (BGBl. 2024 I, αριθ. 323) (στο εξής: αστικός κώδικας):
«Για την ερμηνεία δήλωσης βούλησης αναζητείται η πραγματική βούληση χωρίς προσκόλληση στο λεκτικό της.»
10 Κατά το άρθρο 157 του αστικού κώδικα:
«Οι συμβάσεις πρέπει να ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών.»
11 Το άρθρο 306 του αστικού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«1. Εάν η σύμβαση δεν περιέχει γενικούς όρους ή εάν περιέχει εν μέρει μόνον τέτοιους όρους ή εάν οι γενικοί όροι έχουν καταστεί ανίσχυροι, η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει κατά τα λοιπά.
2. Εάν οι διατάξεις των γενικών όρων δεν έχουν περιληφθεί στη σύμβαση ή έχουν καταστεί ανίσχυρες, το περιεχόμενο της σύμβασης καθορίζεται βάσει του νόμου.
3. Εφόσον η διατήρηση της σύμβασης σε ισχύ, λαμβανομένης επίσης υπόψη της τροποποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, έχει ως συνέχεια να καταστεί αυτή ιδιαίτερα επαχθής για έναν εκ των συμβαλλομένων, η σύμβαση είναι ανίσχυρη.»
12 Το άρθρο 812, παράγραφος 1, του αστικού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Όποιος γίνεται πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία, με ζημία τρίτου χάρη σε παροχή του τρίτου ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.»
13 Κατά το άρθρο 818, παράγραφος 2, του αστικού κώδικα:
«Αν απόδοση της ωφέλειας δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης της παροχής ή αν ο πλουτίσας δεν υπέχει υποχρέωση απόδοσης για άλλο λόγο, αποδίδεται η αξία.»
Η κανονιστική απόφαση για τους γενικούς όρους παροχής τηλεθέρμανσης
14 Το άρθρο 24, παράγραφος 4, της Verordnung über Allgemeine Bedingungen für die Versorgung mit Fernwärme (κανονιστικής απόφασης για τους γενικούς όρους παροχής τηλεθέρμανσης), της 20ής Ιουνίου 1980 (BGBl. I, σ. 742), μετά την τελευταία τροποποίησή της με το άρθρο 1 της κανονιστικής απόφασης της 13ης Ιουλίου 2022 (BGBl. 2022 Ι, σ. 1134), έχει ως εξής:
«Οι ρήτρες μεταβολής των τιμών πρέπει να συντάσσονται κατά τρόπον ώστε να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τόσο η εξέλιξη του κόστους παραγωγής και παροχής τηλεθέρμανσης από την επιχείρηση όσο και οι συνθήκες της αγοράς. Πρέπει να αναφέρουν με πλήρη και εύληπτο τρόπο τους σχετικούς συντελεστές υπολογισμού. Σε περίπτωση εφαρμογής των ρητρών μεταβολής των τιμών, το ποσοστό του συντελεστή τιμής που καλύπτει το κόστος των καυσίμων σε κάθε μεταβολή της τιμής πρέπει να αναφέρεται χωριστά.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Στις 21 Νοεμβρίου 2012 η Glarner συνήψε με την SVB σύμβαση παροχής τηλεθέρμανσης, με βάση το τυποποιημένο υπόδειγμα που είχε καταρτίσει η SVB, η οποία προέβλεπε τιμολόγιο το οποίο διαμορφωνόταν με βάση το κόστος για την παροχή θέρμανσης, την κατανάλωση και το κόστος καταμέτρησης της κατανάλωσης. Η σύμβαση αυτή, ελάχιστης διάρκειας δέκα ετών, περιείχε δύο χωριστές ρήτρες μεταβολής των τιμών, εκ των οποίων η μία αφορούσε το κόστος παροχής θέρμανσης και το κόστος καταμέτρησης και η άλλη την τιμή κατανάλωσης.
16 Η SVB τιμολόγησε την Glarner για την παροχή θέρμανσης για το διάστημα 2015‑2020, συνυπολογίζοντας, βάσει της σχετικής συμβατικής ρήτρας, την ετήσια μεταβολή της τιμής κατανάλωσης. Εξάλλου, με έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 2019, η SVB τροποποίησε μονομερώς τη ρήτρα αυτή, με ισχύ από 1ης Μαΐου.
17 Η Glarner κατέβαλε στην SVB τα ποσά που προέκυπταν από τους εκκαθαριστικούς λογαριασμούς βάσει της εν λόγω ρήτρα, χωρίς να τα αμφισβητήσει, έως τις 3 Ιουλίου 2019, ημερομηνία κατά την οποία προέβαλε ακυρότητα τόσο των συμβατικών ρητρών μεταβολής των τιμών όσο και της ρήτρας με την οποία αντικαταστάθηκε μονομερώς η ρήτρα μεταβολής της τιμής ως προς την κατανάλωση. Η Glarner άσκησε ενώπιον του Landgericht Berlin (πρωτοδικείου Βερολίνου, Γερμανία) αγωγή κατά της SVB με αίτημα την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού για τα έτη 2015 έως 2018 και την κήρυξη της ακυρότητας των ως άνω ρητρών.
18 Στις 6 Νοεμβρίου 2020 το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι οι συμβατικές ρήτρες μεταβολής των τιμών, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που προέκυψε από τη μονομερή τροποποίηση του 2019, ήταν άκυρες και ότι, ως εκ τούτου, οι εκκαθαρίσεις έπρεπε να είχαν διενεργηθεί βάσει των τιμών που είχαν συμφωνηθεί το 2012.
19 Η SVB άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Kammergericht Berlin (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Βερολίνου, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι η ρήτρα μεταβολής της τιμής κατανάλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, της σύμβασης παροχής τηλεθέρμανσης είναι άκυρη για τον λόγο ότι δεν πληροί την απαίτηση διαφάνειας που επιβάλλει το άρθρο 24, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της κανονιστικής απόφασης για τους γενικούς όρους παροχής τηλεθέρμανσης.
20 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τα αποτελέσματα μιας τέτοιας διαπίστωσης περί ακυρότητας, υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και, ειδικότερα, ως προς το κατά πόσον είναι συμβατή με τις διατάξεις αυτές η πάγια νομολογίας του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), κατά την οποία οι συνέπειες της διαπίστωσης περί ακυρότητας πρέπει να θεραπεύονται μέσω συμπληρωματικής ερμηνείας της σύμβασης, υπό την έννοια ότι ο πελάτης δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ισχύουν οι αυξήσεις των τιμών αν δεν τις έχει αμφισβητήσει εντός τριετίας από την παραλαβή των ετήσιων εκκαθαριστικών λογαριασμών, στους οποίους εμφανίζεται για πρώτη φορά η αύξηση της τιμής. Κατά συνέπεια, η τιμή που διαμορφώθηκε τρία χρόνια πριν από την πρώτη αμφισβήτηση εκ μέρους του καταναλωτή, κατ’ εφαρμογήν ρητρών οι οποίες στη συνέχεια κηρύχθηκαν άκυρες, υποκαθιστά οριστικώς το αρχικώς συμφωνηθέν με τη σύμβαση τίμημα και πρέπει, από νομικής απόψεως, να θεωρηθεί ως το τίμημα που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων κατά τη σύναψη της σύμβασης (στο εξής: κανόνας της τριετίας).
21 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, αφενός, ότι, κατά την ως άνω νομολογία, η σύμβαση παροχής θέρμανσης δεν θα μπορούσε να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς την εν λόγω συμπληρωματική ερμηνεία, κατόπιν της διαπιστώσεως του ανίσχυρου της ρήτρας μεταβολής της τιμής κατανάλωσης. Αφετέρου, διευκρινίζει ότι η εν λόγω ερμηνεία στηρίζεται στους γενικούς κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων των άρθρων 133 και 157 του αστικού κώδικα, δυνάμει των οποίων για την ερμηνεία μιας σύμβασης πρέπει να αναζητείται η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων και να μη λαμβάνεται υπόψη η κυριολεκτική έννοια των χρησιμοποιούμενων όρων, οι δε συμβάσεις πρέπει να ερμηνεύονται όπως επιβάλλει η καλή πίστη και με βάση τα συναλλακτικά ήθη.
22 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν οι αρχές περί συμπληρωματικής ερμηνείας της σύμβασης συνιστούν «εθνικές διατάξεις γενικού χαρακτήρα», κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατή την άρση των συνεπειών της κήρυξης της ακυρότητας των καταχρηστικών συμβατικών ρητρών, ή αν συνιστούν «διατάξεις ενδοτικού δικαίου» δυνάμενες να άρουν τις συνέπειες αυτές, σε περίπτωση που οι συνέπειες της κήρυξης της ακυρότητας της σύμβασης, κατόπιν της ακύρωσης των καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται σε αυτήν, είναι ιδιαίτερα επιζήμιες για τον καταναλωτή.
23 Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει αν, εν προκειμένω, οι συνέπειες της ακύρωσης της σύμβασης παροχής τηλεθέρμανσης είναι ιδιαίτερα επιζήμιες για τον καταναλωτή. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο καταναλωτής θα βρισκόταν σε ευνοϊκότερη θέση αν η σύμβαση παρέμενε σε ισχύ, χωρίς εφαρμογή του «κανόνα της τριετίας», επισημαίνοντας ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ζημίας για τον καταναλωτή, καθοριστική σημασία έχει η εκπεφρασμένη βούλησή του.
24 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς το κατά πόσον το άρθρο 306, παράγραφος 3, του αστικού κώδικα, ερμηνευόμενο υπό την έννοια ότι η ακυρότητα της καταχρηστικής ρήτρας μεταβολής της τιμής κατανάλωσης συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης παροχής τηλεθέρμανσης σε περίπτωση που η διατήρηση τη σύμβασης σε ισχύ έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί αυτή ιδιαίτερα επαχθής για έναν εκ των συμβαλλομένων, είναι συμβατό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η συνεκτίμηση, από το εθνικό δικαστήριο, της κατάστασης ενός μόνον εκ των συμβαλλομένων, εν προκειμένω του προμηθευτή ενέργειας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι νομικώς δυνατή η διατήρηση σε ισχύ της σύμβασης χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, δεν μπορεί να είναι το καθοριστικό κριτήριο για την τύχη της σύμβασης.
25 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι συμβάσεις προμήθειας ενέργειας, στις οποίες εμπίπτει η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση, σε αντίθεση με τις δανειακές συμβάσεις, εξακολουθούν να είναι εκτελεστές σε περίπτωση ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας μεταβολής της τιμής και ότι, ακόμη και χωρίς τη συμπληρωματική ερμηνεία βάσει του «κανόνα της τριετίας», στο γερμανικό δίκαιο υφίστανται μηχανισμοί συναινετικής προσαρμογής της σύμβασης, ούτως ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα τόσο του προμηθευτή ενέργειας όσο και του καταναλωτή.
26 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον είναι συμβατός με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 εθνικός κανόνας ο οποίος επιτρέπει σε προμηθευτή ενέργειας να αντικαθιστά μονομερώς, χωρίς τη συγκατάθεση του καταναλωτή, ρήτρα μεταβολής της τιμής η οποία κηρύσσεται καταχρηστική με νέα έγκυρη ρήτρα μεταβολής της τιμής. Εκτιμά ότι ένας τέτοιος κανόνας αντιβαίνει στον σκοπό του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στο να παύσει η χρήση των καταχρηστικών ρητρών, και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως συμβατική ρήτρα που απηχεί νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Kammergericht Berlin (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Βερολίνου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικές ρυθμίσεις ή στηριζόμενη σε εθνικές ρυθμίσεις δικαστηριακή πρακτική, κατά τις οποίες το νομικό κενό, το οποίο δημιουργείται από την ακυρότητα ή τη μη έγκυρη συμπερίληψη ρήτρας μεταβολής των τιμών σε μακροχρόνιες συμβάσεις παροχής ενέργειας στο πλαίσιο των οποίων ο πελάτης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αντέδρασε σε αυξήσεις των τιμών και τώρα προβάλλει την ακυρότητα των αυξήσεων των τιμών ακόμη και για παλαιότερες περιόδους, καλύπτεται κατά κανόνα διά συμπληρωματικής ερμηνείας της σύμβασης, σύμφωνα με την οποία ο πελάτης δεν δύναται να προβάλλει την ακυρότητα αυξήσεων τιμών οι οποίες συνεπάγονται την αύξηση της τιμής πέραν της αρχικά συμφωνηθείσας, εάν δεν προέβαλε αντιρρήσεις εντός περιόδου τριών ετών από τη λήψη του εκάστοτε ετήσιου εκκαθαριστικού λογαριασμού στον οποίο ελήφθη υπόψη για πρώτη φορά η επίμαχη αύξηση;
2) Έχουν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικές ρυθμίσεις ή στηριζόμενη σε εθνικές ρυθμίσεις δικαστηριακή πρακτική, κατά τις οποίες πρέπει να θεωρηθούν ανίσχυρες μακροχρόνιες συμβάσεις παροχής ενέργειας στο πλαίσιο των οποίων ο πελάτης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αντέδρασε σε αυξήσεις των τιμών βάσει άκυρης ή μη έγκυρα συμπεριληφθείσας στη σύμβαση ρήτρας μεταβολής των τιμών και τώρα προβάλλει την ακυρότητα των αυξήσεων των τιμών ακόμη και για παλαιότερες περιόδους;
3) Έχουν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικές ρυθμίσεις ή στηριζόμενη σε εθνικές ρυθμίσεις δικαστηριακή πρακτική, κατά τις οποίες μια επιχείρηση παροχής τηλεθέρμανσης έχει το δικαίωμα και, εφόσον το απαιτεί το συμφέρον του πελάτη, την υποχρέωση να αναπροσαρμόσει μονομερώς, με ισχύ για το μέλλον, ακόμη και κατά τη διάρκεια της τρέχουσας σχέσης εφοδιασμού, ρήτρα μεταβολής των τιμών την οποία χρησιμοποιεί στη σχέση της με τον τελικό πελάτη και η οποία είτε ήταν άκυρη από την έναρξη ισχύος της σύμβασης είτε κατέστη άκυρη από ένα συγκεκριμένο μεταγενέστερο χρονικό σημείο και έπειτα, εφόσον και στο μέτρο που εξασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό η εγκυρότητα της ρήτρας;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28 Στις 24 Φεβρουαρίου 2025 το Δικαστήριο απηύθυνε στο αιτούν δικαστήριο αίτηση παροχής πληροφοριών, καλώντας το να διευκρινίσει αν θεωρεί ότι η Glarner εμπίπτει στην έννοια του «καταναλωτή», κατά το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/13, και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, να προσδιορίσει την κανονιστική και/ή νομολογιακή βάση στην οποία στηρίζεται το συμπέρασμα αυτό.
29 Με την απάντησή του, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Μαρτίου 2025, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι η Glarner είναι «καταναλωτής», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, όπως έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 13 του αστικού κώδικα. Διευκρίνισε ακόμη ότι η αναγνώριση νομικής προσωπικότητας στις αστικές εταιρίες, βάσει της νομολογίας και του άρθρου 705, παράγραφος 2, του αστικού κώδικα, μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 93/13, δεν έχει ως αποτέλεσμα, για τις εν λόγω αστικές εταιρίες, την απώλεια της έννομης προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης για τους καταναλωτές, εφόσον οι εταιρίες αυτές ενεργούν για μη εμπορικούς σκοπούς.
30 Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, ως «καταναλωτής» ορίζεται κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προκειμένου ένα πρόσωπο να εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή, πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις, ήτοι, αφενός, να πρόκειται για φυσικό πρόσωπο και, αφετέρου, να μην ενεργεί το πρόσωπο αυτό για επαγγελματικούς σκοπούς (πρβλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Condominio di Milano, via Meda, C‑329/19, EU:C:2020:263, σκέψη 24, και διάταξη της 25ης Φεβρουαρίου 2026, Bytové družstvo, C‑168/25, EU:C:2026:136, σκέψη 36).
31 Η ιδιότητα του «καταναλωτή» πρέπει να καθορίζεται βάσει λειτουργικού κριτηρίου, το οποίο συνίσταται στην εκτίμηση περί του αν η επίμαχη συμβατική σχέση εντάσσεται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν σχετίζονται με την άσκηση επαγγέλματος. Συνεπώς, η οδηγία ορίζει τις συμβάσεις επί των οποίων έχει εφαρμογή με γνώμονα την ιδιότητα των συμβαλλομένων, αναλόγως του αν ενεργούν ή όχι στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2025, Šiľarský, C‑197/24, EU:C:2025:876, σκέψεις 45 και 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Εξάλλου, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των σκοπών που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης στον τομέα των συμβάσεων καταναλωτών, καθώς και η συνοχή του δικαίου της Ένωσης, πρέπει, ειδικότερα, να ληφθεί υπόψη η έννοια του «καταναλωτή» που περιέχεται σε άλλες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, όπως η οδηγία 2011/83, η οποία επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με την οδηγία 93/13, ήτοι την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, και περιέχει ορισμό του όρου «καταναλωτής» ο οποίος είναι ως επί το πλείστον ταυτόσημος με εκείνον του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/13. Με τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2011/83 διευκρινίζεται ότι τα κράτη μέλη δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποφασίσουν να επεκτείνουν την εφαρμογή των κανόνων της εν λόγω οδηγίας σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια της οδηγίας αυτής (πρβλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Condominio di Milano, via Meda, C‑329/19, EU:C:2020:263, σκέψη 34).
33 Από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει, αφενός, ότι η γερμανική νομοθεσία και η γερμανική νομολογία επεκτείνουν την προστασία της οδηγίας 93/13 σε αστικές εταιρίες όπως η Glarner και, αφετέρου, ότι η Glarner ενεργεί, στη διαφορά της κύριας δίκης, για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας. Επομένως, η εν λόγω αστική εταιρία μπορεί να εξομοιωθεί με «καταναλωτή» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/13.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
34 Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία μπορούν να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση ή δικαστική πρακτική δυνάμει της οποίας μακροχρόνια σύμβαση προμήθειας ενέργειας εξακολουθεί να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη μετά τη διαπίστωση της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας μεταβολής της τιμής που περιλαμβάνεται στη σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι της σύμβασης αποτελούν αντικείμενο συμπληρωματικής ερμηνείας υπό την έννοια ότι ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα των αυξήσεων των τιμών που στηρίζονται στην εν λόγω ρήτρα μόνον εφόσον τις αμφισβητήσει εντός τριετίας από την παραλαβή του πρώτου ετήσιου εκκαθαριστικού λογαριασμού στον οποίον αποτυπώνονται οι αυξήσεις αυτές.
35 Κατ’ αρχάς, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.
36 Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η αντικατάσταση της τυπικής ισορροπίας που εγκαθιδρύει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, δυνάμενη να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα, χωρίς να επισύρει την ακυρότητα όλων των συμβάσεων που περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες (πρβλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Provident Polska, C‑321/22, EU:C:2023:911, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν ορίζει τα κριτήρια που διέπουν τη δυνατότητα διατήρησης σε ισχύ της σύμβασης χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες, αλλά αφήνει τον καθορισμό των κριτηρίων αυτών στην εθνική έννομη τάξη τηρουμένου του ενωσιακού δικαίου [πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
38 Δυνάμει της διάταξης αυτής, μια σύμβαση πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξακολουθεί να υφίσταται χωρίς άλλη τροποποίηση, πέραν εκείνης που προκύπτει από την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών, εφόσον, σύμφωνα με τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου, τούτο είναι νομικώς εφικτό βάσει αντικειμενικής προσέγγισης. Επομένως, η κατάσταση ενός εκ των συμβαλλομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το αποφασιστικό κριτήριο για τη μελλοντική τύχη της σύμβασης [πρβλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Provident Polska, C‑321/22, EU:C:2023:911, σκέψεις 81 και 82, και διάταξη της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 58).
39 Η διαπίστωση, από το αρμόδιο δικαστήριο, του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καθιστά δυνατή την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής ελλείψει τέτοιας ρήτρας. Πλην της περιπτώσεως όπου ο αντικειμενικός καθορισμός των συνεπειών που πρέπει να συναχθούν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο από τη διαπίστωση περί καταχρηστικότητας συμβατικής ρήτρας όσον αφορά τη διατήρηση ή μη διατήρηση σε ισχύ της σύμβασης της οποίας αποτελεί μέρος η εν λόγω ρήτρα δεν αφήνει στο εθνικό δικαστήριο κανένα περιθώριο εκτίμησης ή ερμηνείας, το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να κηρύξει την ακυρότητα της σύμβασης εφόσον είναι δυνατόν να αποκατασταθεί η νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής αν δεν υπήρχε η καταχρηστική ρήτρα και, παράλληλα, να διατηρηθεί η σύμβαση σε ισχύ (πρβλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Provident Polska, C‑321/22, EU:C:2023:911, σκέψεις 83 και 86 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 Σε περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, λόγω της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας, να ακυρώσει τη σύμβαση στο σύνολό της, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να εκτίθεται σε ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες και να περιέλθει έτσι σε δυσμενή θέση, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους του δικαστηρίου αυτού αντικατάσταση καταχρηστικής ρήτρας με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου ή εφαρμοστέα σε περίπτωση συμφωνίας των συμβαλλομένων [πρβλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, M.B. κ.λπ. (Συνέπειες της ακύρωσης σύμβασης), C‑6/22, EU:C:2023:216, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
41 Όσον αφορά, ωστόσο, τα συμβατικά κενά που προκαλούνται λόγω της ακυρότητας καταχρηστικών συμβατικών ρητρών, η διάταξη αυτή αντιτίθεται στη συμπλήρωση των κενών αυτών αποκλειστικώς και μόνον βάσει εθνικών διατάξεων γενικού χαρακτήρα, οι οποίες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ειδικής εκτίμησης εκ μέρους του νομοθέτη με σκοπό την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και, επομένως, δεν καλύπτονται από το τεκμήριο μη καταχρηστικού χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει για εθνικές διατάξεις γενικού χαρακτήρα οι οποίες προβλέπουν ότι οι έννομες συνέπειες δικαιοπραξίας συμπληρώνονται, ιδίως, από τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την αρχή της επιείκειας ή από τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίες δεν αποτελούν διατάξεις ενδοτικού δικαίου ούτε διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση συμφωνίας των συμβαλλομένων [πρβλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑6/22, EU:C:2023:216, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
42 Δεύτερον, από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προκύπτει ότι το εθνικό δίκαιο πρέπει να προβλέπει υπέρ των καταναλωτών «κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές».
43 Βάσει της διάταξης αυτής, τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν τη δυνατότητα να αντικαθιστούν ακυρωθείσα καταχρηστική ρήτρα με δικαστική ερμηνεία. Τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να αφήνουν ανεφάρμοστες τις καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες, ώστε αυτές να μην παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι των καταναλωτών, χωρίς ωστόσο να έχουν την εξουσία να αναθεωρούν το περιεχόμενο τέτοιων ρητρών [πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, D.B.P. κ.λπ. (Ενυπόθηκο δάνειο σε ξένο νόμισμα), C‑80/21 έως C‑82/21, EU:C:2022:646, σκέψεις 79 και 80].
44 Αν το εθνικό δικαστήριο είχε την εξουσία να αναθεωρεί το περιεχόμενο των καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, η ευχέρεια αυτή θα καθιστούσε ενδεχομένως δυσχερέστερη την επίτευξη του μακροπρόθεσμου σκοπού του άρθρου 7 της οδηγίας 93/13. Συγκεκριμένα, η ευχέρεια αυτή θα συνέβαλλε στην εκμηδένιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος που ασκεί στους επαγγελματίες η πλήρης απαγόρευση εφαρμογής τέτοιων καταχρηστικών ρητρών έναντι των καταναλωτών, στο μέτρο που οι επαγγελματίες θα εξακολουθούσαν να υπόκεινται στον πειρασμό να χρησιμοποιούν τέτοιες ρήτρες, γνωρίζοντας ότι, ακόμη και αν αυτές κηρύσσονταν άκυρες, η σύμβαση θα μπορούσε παρά ταύτα να συμπληρωθεί, κατά το αναγκαίο μέτρο, από το εθνικό δικαστήριο ώστε να εξασφαλισθεί το συμφέρον των εν λόγω επαγγελματιών [απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑6/22, EU:C:2023:216, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
45 Εν προκειμένω, πρώτον, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογήν του «κανόνα της τριετίας», ο καταναλωτής δεν μπορεί να επικαλεστεί το ανίσχυρο των αυξήσεων των τιμών εφόσον δεν τις αμφισβήτησε εντός τριετίας από την παραλαβή των ετήσιων εκκαθαριστικών λογαριασμών στους οποίους αποτυπώνονται για πρώτη φορά οι αυξήσεις αυτές. Επομένως, κάθε αύξηση της τιμής θεωρείται οριστική για τον προμηθευτή ενέργειας μετά την παρέλευση τριετίας αφότου ο καταναλωτής ενημερώθηκε μέσω αναλυτικού λογαριασμού για την αύξηση και δεν την αμφισβήτησε. Προκύπτει, επομένως, ότι, αντιθέτως προς τις απαιτήσεις που υπομνήσθηκαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις της παρούσας απόφασης, η εφαρμογή του κανόνα της τριετίας συνεπάγεται ότι, εκτός από το διάστημα της τριετίας που προηγήθηκε της αμφισβήτησης της αύξησης της τιμής τα αποτελέσματα ρήτρας μεταβολής της τιμής η οποία κρίθηκε καταχρηστική διατηρούνται εις βάρος του καταναλωτή.
46 Δεύτερον, όσον αφορά τη διατήρηση σε ισχύ της σύμβασης χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει, υπό το πρίσμα της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 38 έως 40 της παρούσας απόφασης, αν η ερμηνεία του άρθρου 306, παράγραφος 3, του αστικού κώδικα από το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) παρέχει στο επιληφθέν δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει τις συνέπειες της κήρυξης της ακυρότητας της σύμβασης για τα συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς οι συνέπειες αυτές να αποτελούν αφ’ εαυτών καθοριστικά στοιχεία, και να εκτιμήσει αν οι συνέπειες της ακύρωσης της σύμβασης θα είναι ιδιαίτερα επιζήμιες για τον καταναλωτή.
47 Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξακριβώσει αν, όπως επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το δικαίωμα επιστροφής μέρους των ποσών που κατέβαλε η Glarner, το οποίο στηρίζεται στις διατάξεις του γερμανικού δικαίου περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αποκλείει τέτοιες επιζήμιες συνέπειες για τον εν λόγω καταναλωτή σε περίπτωση που η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση ακυρωθεί κατόπιν κηρύξεως της ακυρότητας της συμβατικής ρήτρας μεταβολής της τιμής.
48 Τρίτον, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η υπομνησθείσα στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως νομολογία του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου) στηρίζεται στα άρθρα 133 και 157 του αστικού κώδικα, τα οποία θεσπίζουν γενικούς κανόνες ερμηνείας των δηλώσεων βουλήσεως και των συμβάσεων.
49 Υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, οι διατάξεις αυτές, στο μέτρο που μπορούν να εξομοιωθούν με εθνικές διατάξεις γενικού χαρακτήρα κατά την έννοια της σκέψης 41 της παρούσας απόφασης, δεν καθιστούν δυνατή την άρση των συνεπειών που απορρέουν από την κήρυξη της ακυρότητας της καταχρηστικής ρήτρας μεταβολής της τιμής που περιλαμβάνεται στην επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση.
50 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, καθώς και από τις γραπτές παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβέρνησης και τις απόψεις που διατυπώθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκύπτει επίσης ότι, αν ο καταναλωτής ενημερωθεί για την εφαρμογή της νομολογίας περί συμπληρωματικής ερμηνείας της σύμβασης και για τις συνέπειές της, δεν μπορεί ούτε να αντιταχθεί στην εφαρμογή της νομολογίας ούτε να ζητήσει την ακύρωση της σύμβασης στο σύνολό της.
51 Ωστόσο, για την εκτίμηση των συνεπειών που έχει για τον καταναλωτή η κήρυξη της ακυρότητας μιας σύμβασης στο σύνολό της ή η κατάργηση καταχρηστικής ρήτρας, καθοριστική σημασία έχει η βούληση που έχει εκφράσει συναφώς ο καταναλωτής (πρβλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Dziubak, C‑260/18, EU:C:2019:819, σκέψη 56).
52 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση ή δικαστική πρακτική δυνάμει της οποίας μακροχρόνια σύμβαση προμήθειας ενέργειας εξακολουθεί να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη μετά τη διαπίστωση της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας μεταβολής της τιμής που περιλαμβάνεται στη σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι της σύμβασης αποτελούν αντικείμενο συμπληρωματικής ερμηνείας υπό την έννοια ότι ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα των αυξήσεων των τιμών που στηρίζονται στην εν λόγω ρήτρα μόνον εφόσον τις αμφισβητήσει εντός τριετίας από την παραλαβή του πρώτου ετήσιου εκκαθαριστικού λογαριασμού στον οποίον αποτυπώνονται οι αυξήσεις αυτές.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
53 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση ή δικαστική πρακτική η οποία προβλέπει τη δυνατότητα ή την υποχρέωση επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς, με ισχύ για το μέλλον, ρήτρα μεταβολής της τιμής περιλαμβανόμενη σε σύμβαση προμήθειας ενέργειας σε περίπτωση που η ρήτρα αυτή κηρυχθεί άκυρη λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα της.
54 Προκαταρκτικώς, πρέπει να προσδιοριστεί αν το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ρήτρας μεταβολής της τιμής το οποίο παρέχεται στον επαγγελματία απηχεί, όπως υποστηρίζουν η SVB και η Γερμανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13.
55 Κατά τη διάταξη αυτή, οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Ένωση, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας.
56 Λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου από την οδηγία σκοπού της προστασίας των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με επαγγελματία, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύεται στενά [πρβλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2026, PKO BP (Δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας), C‑471/24, EU:C:2026:85, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
57 Εξάλλου, η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή εξαίρεση δικαιολογείται από το γεγονός ότι θεμιτώς τεκμαίρεται, κατ’ αρχήν, ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει καθιερώσει ισορροπία μεταξύ του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε ορισμένες συμβάσεις, ισορροπία την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε ρητώς να διατηρήσει. Επιπλέον, η καθιέρωση της ισορροπίας αυτής από τον εθνικό νομοθέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, αλλά τη δικαιολόγηση της συγκεκριμένης εξαίρεσης (πρβλ. απόφαση της 30ης Μαΐου 2024, Raiffeisen Bank, C‑176/23, EU:C:2024:443, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Μια συμβατική ρήτρα «απηχεί» νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, εφόσον παραθέτει το κανονιστικό περιεχόμενο διάταξης αναγκαστικού δικαίου που έχει εφαρμογή στην επίμαχη σύμβαση και μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι διατυπώνει, με συγκεκριμένο τρόπο, κανόνα δικαίου ίδιο με εκείνον τον οποίο περιέχει η διάταξη αναγκαστικού δικαίου. Τούτο ισχύει όχι μόνον όταν η συμβατική ρήτρα αντιστοιχεί κατά γράμμα στη διάταξη αναγκαστικού δικαίου ή παραπέμπει ρητώς σε αυτήν, αλλά και όταν η ρήτρα, μολονότι διαφορετικά διατυπωμένη, είναι ουσιαστικώς ισοδύναμη με τη διάταξη αναγκαστικού δικαίου (πρβλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 2023, First Bank, C‑593/22, EU:C:2023:555, σκέψη 25).
59 Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί στις αναγκαίες εκτιμήσεις, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη φύση, την όλη οικονομία και τους όρους της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης προμήθειας ενέργειας, καθώς και το νομικό και πραγματικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, προκειμένου να κρίνει αν το παρεχόμενο στον προμηθευτή ενέργειας δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της επίμαχης στην κύρια δίκη ρήτρας μεταβολής της τιμής απηχεί, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, το άρθρο 24, παράγραφος 4, της κανονιστικής απόφασης για τους γενικούς όρους παροχής τηλεθέρμανσης.
60 Ωστόσο, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει, αφενός, ότι το εν λόγω άρθρο 24, παράγραφος 4, το οποίο, κατά την SVB και τη Γερμανική Κυβέρνηση, αποτελεί «κανονιστική διάταξη αναγκαστικού δικαίου», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, περιέχει γενικές απαιτήσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι ρήτρες μεταβολής της τιμής, προκειμένου να λαμβάνονται «δεόντως» υπόψη η εξέλιξη του κόστους παραγωγής και παροχής τηλεθέρμανσης από την επιχείρηση και οι συνθήκες της αγοράς. Αφετέρου, το άρθρο 24, παράγραφος 4, δεν επιβάλλει την προσαρμογή της συμφωνηθείσας τιμής κατόπιν της κηρύξεως της καταχρηστικής ρήτρας μεταβολής των τιμών ως ανίσχυρης.
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 24, παράγραφος 4, της κανονιστικής απόφασης για τους γενικούς όρους παροχής τηλεθέρμανσης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κανονιστική διάταξη αναγκαστικού δικαίου» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13.
62 Εξάλλου, προκειμένου να εκτιμηθεί το κύρος ρήτρας που επιτρέπει στον έμπορο να μεταβάλλει μονομερώς την τιμή προμήθειας ενέργειας, είναι ουσιώδες να καθοριστεί αν στην τυποποιημένη σύμβαση που συνάπτει ο καταναλωτής εκτίθεται κατά τρόπο διαφανή ο λόγος και ο τρόπος μεταβολής της τιμής, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να προβλέψει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις ενδεχόμενες μεταβολές των τιμών. Μολονότι το αναγκαίο επίπεδο πληροφόρησης μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες, η έλλειψη πληροφόρησης επί του θέματος αυτού δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αντισταθμιστεί από το γεγονός και μόνον ότι οι καταναλωτές, κατά την εκτέλεση της σύμβασης, θα ενημερώνονται, αφενός, για τη μεταβολή της τιμής, με τήρηση εύλογης προθεσμίας προειδοποίησης, και, αφετέρου, για το δικαίωμά τους να καταγγείλουν τη σύμβαση αν δεν επιθυμούν να αποδεχθούν τη μεταβολή (πρβλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, RWE Vertrieb, C‑92/11, EU:C:2013:180, σκέψεις 49 και 51).
63 Βάσει των προεκτεθέντων, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση ή δικαστική πρακτική η οποία προβλέπει τη δυνατότητα ή την υποχρέωση επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς, με ισχύ για το μέλλον, ρήτρα μεταβολής της τιμής περιλαμβανόμενη σε σύμβαση προμήθειας ενέργειας σε περίπτωση που η ρήτρα αυτή κηρυχθεί άκυρη λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα της.
Επί των δικαστικών εξόδων
64 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση ή δικαστική πρακτική δυνάμει της οποίας μακροχρόνια σύμβαση προμήθειας ενέργειας εξακολουθεί να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη μετά τη διαπίστωση της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας μεταβολής της τιμής που περιλαμβάνεται στη σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι της σύμβασης αποτελούν αντικείμενο συμπληρωματικής ερμηνείας υπό την έννοια ότι ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα των αυξήσεων των τιμών που στηρίζονται στην εν λόγω ρήτρα μόνον εφόσον τις αμφισβητήσει εντός τριετίας από την παραλαβή του πρώτου ετήσιου εκκαθαριστικού λογαριασμού στον οποίον αποτυπώνονται οι αυξήσεις αυτές.
2) Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση ή δικαστική πρακτική η οποία προβλέπει τη δυνατότητα ή την υποχρέωση επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς, με ισχύ για το μέλλον, ρήτρα μεταβολής της τιμής περιλαμβανόμενη σε σύμβαση προμήθειας ενέργειας σε περίπτωση που η ρήτρα αυτή κηρυχθεί άκυρη λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα της.
(υπογραφές)
