ΑΠΟΦΑΣΗ
Sylvie Vallée κατά Γαλλίας της 03.09.2026 (προσφ. αριθ. 13598/21)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα ήταν παντρεμένη υπό το γαλλικό νόμιμο σύστημα της κοινοκτημοσύνης των αποκτημάτων. Ο σύζυγός της, υπεύθυνος διοικητικών και λογιστικών εργασιών σε εταιρικό όμιλο, διοχέτευσε επί δέκα έτη στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό 212 επιταγές συνολικού ύψους 675.923,37 ευρώ. Τα γαλλικά ποινικά δικαστήρια τον καταδίκασαν για το αδίκημα της κατάχρησης εμπιστοσύνης (abus de confiance) και διέταξαν τη δήμευση δύο ακινήτων της συζυγικής κοινοκτημοσύνης, επειδή τα παράνομα κεφάλαια είχαν χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή στεγαστικών δανείων και για εκτεταμένες εργασίες κατασκευής, ανακαίνισης και διαμόρφωσης.
Η προσφεύγουσα δεν είχε διωχθεί ή καταδικαστεί. Η ανακριτική αρχή είχε διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε επαρκής απόδειξη ότι γνώριζε την παράνομη προέλευση των κεφαλαίων, χωρίς όμως να εκδώσει «αθωωτική» κρίση υπέρ της, αφού η ίδια δεν ήταν κατηγορούμενη. Εκδόθηκε μερική διάταξη μη παραπομπής (non-lieu) ως προς το αδίκημα της αποδοχής προϊόντων κατάχρησης εμπιστοσύνης (recel d’abus de confiance).
Το ΕΔΔΑ εξέτασε τη δήμευση υπό το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 ΠΠΠ, ως ρύθμιση της χρήσης των αγαθών. Έκρινε ότι η επέμβαση είχε νόμιμη βάση, εξυπηρετούσε τον θεμιτό σκοπό της καταπολέμησης της εγκληματικότητας και, ενόψει του ευρέος περιθωρίου εκτίμησης, δεν επέβαλε στην προσφεύγουσα ειδική και υπέρμετρη επιβάρυνση. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη σημαντική οικονομική ωφέλεια της κοινής περιουσίας από τα παράνομα κεφάλαια, στην ακριβή ιχνηλάτηση άνω των 338.000 ευρώ προς τα ακίνητα, στη δυνατότητα της προσφεύγουσας να αναπτύξει τα επιχειρήματά της στη διαδικασία του άρθρου 710 γαλλΚΠΔ και στο δικαίωμα ανταπόδοσης (droit à récompense) που αναγνωρίζεται υπέρ της κοινοκτημοσύνης.
Το δικαίωμα ανταπόδοσης δεν είναι υπό αίρεση ως προς την ύπαρξή του. Το ΕΔΔΑ το χαρακτήρισε βέβαιο κατ’ αρχήν, ενώ η εκκαθάριση και ο προσδιορισμός του καθυστερούν μέχρι τη λύση και εκκαθάριση της κοινοκτημοσύνης.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα, γεννηθείσα το 1967, παντρεύτηκε τον M.C. στις 11 Ιουλίου 1987 υπό το σύστημα της communauté réduite aux acquêts, δηλαδή της νόμιμης κοινοκτημοσύνης περιορισμένης στα αποκτήματα. Οι σύζυγοι απέκτησαν από κοινού διαμέρισμα στη Ρεν στις 22 Ιουλίου 1999 και οικόπεδο στο Vern-sur-Seiche στις 20 Ιουνίου 2003, όπου στη συνέχεια ανήγειραν την οικογενειακή κατοικία.
Από το 1996 ο M.C. εργαζόταν ως υπεύθυνος διοικητικών και λογιστικών εργασιών σε επιχείρηση εμπορίας μοτοσυκλετών και, μετά την εξαγορά της το 2002, σε εταιρεία συμμετοχών. Στις 28 Φεβρουαρίου 2014 ο διαχειριστής της εταιρείας υπέβαλε μήνυση για παράνομη εκτροπή εταιρικών κεφαλαίων. Ο M.C. απολύθηκε στις 4 Απριλίου 2014, αφού είχε αναγνωρίσει τα πραγματικά περιστατικά. Η κύρια ανάκριση που άρχισε στις 5 Ιουνίου 2014 κατέδειξε ότι, σε δέκα έτη, είχε καταθέσει στον κοινό λογαριασμό των συζύγων 212 επιταγές των θυγατρικών της εργοδότριας συνολικού ύψους 675.923,37 ευρώ. Στις 7 Οκτωβρίου 2014 αναγνώρισε το σύνολο των πράξεων.
Με δύο διατάξεις της 6ης Νοεμβρίου 2014 ο ανακριτής διέταξε την ποινική κατάσχεση των δύο ακινήτων ως άμεσου ή έμμεσου προϊόντος του εγκλήματος. Οι διατάξεις επιδόθηκαν αυθημερόν και στους δύο συζύγους.
Με διάταξη της 22ας Απριλίου 2015 ο M.C. παραπέμφθηκε για κατάχρηση εμπιστοσύνης (abus de confiance, άρθρο 314-1 γαλλΠΚ). Ως προς την αποδοχή προϊόντων κατάχρησης εμπιστοσύνης (recel d’abus de confiance) εκδόθηκε μερική διάταξη μη παραπομπής, επειδή η ανάκριση δεν απέδειξε ότι η σύζυγος γνώριζε τις εκτροπές και είχε επωφεληθεί εν γνώσει της.
Στις 17 Δεκεμβρίου 2015 το Πλημμελειοδικείο της Ρεν καταδίκασε τον M.C. σε δεκαοκτώ μήνες φυλάκισης και διέταξε, ως παρεπόμενη ποινή, τη δήμευση των δύο ακινήτων ως έμμεσου προϊόντος του εγκλήματος. Στις 22 Ιουνίου 2017 το Εφετείο της Ρεν επικύρωσε την καταδίκη και τη δήμευση. Διαπίστωσε ότι από το 2004 οι δόσεις τριών στεγαστικών δανείων εξοφλούνταν με τα παράνομα κεφάλαια και ότι σημαντικά ποσά είχαν διατεθεί για την κατοικία, μεταξύ άλλων 222.812,19 ευρώ για κατασκευή, 34.168,62 ευρώ για πισίνα, 51.593,21 ευρώ για τον κήπο, 15.900 ευρώ για κουζίνα και 16.143,40 ευρώ για εσωτερική διακόσμηση. Τα νόμιμα μηνιαία εισοδήματα του ζεύγους ανέρχονταν περίπου σε 3.400 ευρώ. Ελλείψει αναίρεσης, η απόφαση κατέστη αμετάκλητη.
Στις 5 Μαρτίου 2018 η προσφεύγουσα άσκησε αίτηση επί αμφισβήτησης σχετικής με την εκτέλεση κατά το άρθρο 710 γαλλΚΠΔ, ζητώντας η δήμευση να περιοριστεί στο μερίδιο του συζύγου της. Το Εφετείο της Ρεν δέχθηκε το αίτημα στις 21 Ιουνίου 2018 και διέταξε την απόδοση των δικών της δικαιωμάτων. Κατόπιν αναίρεσης του Γενικού Εισαγγελέα, το Ποινικό Τμήμα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου ζήτησε τη γνώμη του Α΄ Πολιτικού Τμήματος. Στις 5 Μαρτίου 2020 το τελευταίο γνωμοδότησε ότι η ολική δήμευση κοινού πράγματος μπορεί να γεννά δικαίωμα ανταπόδοσης υπέρ της κοινοκτημοσύνης, αλλά ότι η κυριότητα του κοινού πράγματος δεν μπορεί να μεταβιβαστεί στο Δημόσιο παραμένοντας βεβαρημένη με δικαιώματα του καλόπιστου συζύγου, αφού δεν προβλέπεται μερική λύση της κοινοκτημοσύνης.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2020 το Ποινικό Τμήμα αναίρεσε χωρίς παραπομπή την απόφαση του Εφετείου. Έκρινε ότι, όταν δημεύεται πράγμα που ανήκει στη συζυγική κοινοκτημοσύνη λόγω εγκλήματος του ενός συζύγου, περιέρχεται ολόκληρο στο Δημόσιο, ακόμη και αν ο άλλος σύζυγος είναι καλόπιστος. Η προστασία του μη καταδικασθέντος συζύγου μεταφέρεται στον λογαριασμό ανταποδόσεων της κοινοκτημοσύνης κατά τη λύση της.
Ο AGRASC ζήτησε από τους συζύγους να εκκενώσουν τα ακίνητα έως την 1η Ιανουαρίου 2021. Τα ακίνητα πωλήθηκαν στις 17 Δεκεμβρίου 2021 και 3 Μαΐου 2022 αντί συνολικού ποσού 663.705 ευρώ, το οποίο διατέθηκε εξ ολοκλήρου στην αποζημίωση της πολιτικώς ενάγουσας.
Η προσφεύγουσα προσέφυγε στο ΕΔΔΑ στις 4 Μαρτίου 2021. Η αιτίαση που κοινοποιήθηκε αφορούσε το άρθρο 1 ΠΠΠ, ενώ η προσφυγή κρίθηκε απαράδεκτη κατά τα λοιπά. Η απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2026 εκδόθηκε από το Πέμπτο Τμήμα σε επταμελή σύνθεση και, κατά την ημερομηνία έκδοσής της, δεν είναι ακόμη οριστική, αφού υπόκειται στο καθεστώς του άρθρου 44 § 2 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 1 ΠΠΠ. Δήμευση ακινήτων της συζυγικής κοινοκτημοσύνης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας αποκλειστικά κατά του συζύγου. Μη παραβίαση
Παραδεκτό
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αιτίαση δεν ήταν προδήλως αβάσιμη ούτε απαράδεκτη για άλλον λόγο του άρθρου 35 ΕΣΔΑ και την κήρυξε παραδεκτή (παρ. 37).
Επέμβαση και εφαρμοστέος κανόνας
Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι η δήμευση οδήγησε σε μεταβίβαση στο Δημόσιο της κυριότητας των κοινών ακινήτων. Λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του γαλλικού καθεστώτος της νόμιμης κοινοκτημοσύνης, δέχθηκε ότι υπήρξε επέμβαση στο δικαίωμα της προσφεύγουσας στον σεβασμό της περιουσίας της (παρ. 46).
Υπενθύμισε τους τρεις κανόνες του άρθρου 1 ΠΠΠ και την πάγια νομολογία του κατά την οποία η δήμευση, μολονότι συνεπάγεται στέρηση κυριότητας, εξετάζεται κατά κανόνα ως ρύθμιση της χρήσης των αγαθών υπό το δεύτερο εδάφιο. Παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στις Bokova κατά Ρωσίας, Rustamkhanli κατά Αζερμπαϊτζάν και SCI Le Château du Francport κατά Γαλλίας (παρ. 47-49).
Νομιμότητα και θεμιτός σκοπός
Το Πλημμελειοδικείο είχε στηριχθεί στο άρθρο 131-21 εδ. 3 γαλλΠΚ, ενώ το Εφετείο στηρίχθηκε στο εδ. 5. Το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι το τελευταίο αποτέλεσε τη νομική βάση της επίδικης επέμβασης (παρ. 51).
Η δήμευση επιδίωκε θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η αποστέρηση προϊόντων εγκλήματος υπηρετεί την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, λειτουργεί αποτρεπτικά και υπηρετεί την αρχή ότι το έγκλημα δεν πρέπει να αποδίδει (Denisova και Moiseyeva κατά Ρωσίας, § 58, Yordanov κ.α. κατά Βουλγαρίας, § 110, Todorov κ.α. κατά Βουλγαρίας, § 186, Isaia κ.α. κατά Ιταλίας, § 66). Αναφέρθηκε επίσης στις Συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1990 και του 2005 για το ξέπλυμα, την ανίχνευση, την κατάσχεση και τη δήμευση προϊόντων εγκλήματος (παρ. 52-54).
Αναλογικότητα. Γενικές αρχές
Η επέμβαση πρέπει να διατηρεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η ισορροπία διαρρηγνύεται όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υφίσταται ειδική και υπέρμετρη επιβάρυνση. Τα κράτη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς τα μέσα εφαρμογής και την αξιολόγηση των συνεπειών τους (παρ. 55).
Κατ’ αρχήν, τα πρόσωπα των οποίων η περιουσία απειλείται με δήμευση πρέπει να διαθέτουν δικονομική θέση που να τους επιτρέπει να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους. Το ΕΔΔΑ παρέπεμψε στις Silickienė κατά Λιθουανίας (§ 50) και Tartamella κ.α. κατά Ιταλίας (§ 105) και επανέλαβε τα κριτήρια της Petruzzo κ.α. κατά Ιταλίας (§ 162): επιμέλεια των αρχών, βαθμός υπαιτιότητας ή επιμέλειας του ενδιαφερομένου ή σχέση της συμπεριφοράς του με το έγκλημα, πραγματική δυνατότητα να εκθέσει την υπόθεσή του ενώπιον των αρμόδιων αρχών και ύπαρξη δυνατότητας αποζημίωσης έναντι του προσώπου που ευθύνεται για τη ζημία (παρ. 56-57).
Εφαρμογή στην υπόθεση
Πρώτον, το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 1401 και 1402 γαλλΑΚ, τα ακίνητα δεν ανήκαν ούτε ατομικά στην προσφεύγουσα ούτε ατομικά στον σύζυγό της, αλλά στη συζυγική κοινοκτημοσύνη, η οποία αποτελεί ιδιαίτερη κοινή περιουσιακή μάζα (παρ. 58).
Για τον λόγο αυτό έκρινε ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, το κριτήριο του βαθμού υπαιτιότητας ή επιμέλειας της προσφεύγουσας δεν ήταν κρίσιμο (παρ. 59). Η κρίση αυτή πρέπει να διατυπώνεται στενά. Δεν συνιστά γενικό κανόνα ότι η καλή πίστη του συζύγου, του συγκυρίου ή οποιουδήποτε τρίτου είναι αδιάφορη στις υποθέσεις δήμευσης.
Δεύτερον, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν υπήρξε επίσημη απόδειξη γνώσης της προσφεύγουσας, αλλά ότι η κοινή περιουσία επωφελήθηκε επί σειρά ετών από τα παράνομα κεφάλαια. Η οικογενειακή κατοικία ανακαινίστηκε και διαμορφώθηκε με αυτά και σημαντικό μέρος των στεγαστικών δανείων εξοφλήθηκε με τα ίδια κεφάλαια (παρ. 60).
Σε αντίθεση με την Bokova, τα γαλλικά δικαστήρια είχαν υπολογίσει συγκεκριμένα τα ποσά που συνδέονταν με την κατασκευή, την ανακαίνιση και τη διαμόρφωση των ακινήτων. Το ποσό υπερέβαινε τα 338.000 ευρώ από σύνολο 675.923,37 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι δόσεις των στεγαστικών δανείων (παρ. 61).
Τρίτον, ως προς την επιμέλεια των αρχών, τα ακίνητα κατασχέθηκαν ήδη τον Νοέμβριο 2014 και η κατάσχεση δεν στέρησε από την προσφεύγουσα τη χρήση τους κατά τα επόμενα έτη. Συνέχισε να κατοικεί στο ένα και να εκμισθώνει το άλλο (παρ. 62).
Τέταρτον, ως προς τη δυνατότητα ακρόασης, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ρητά ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα διαδίκου στην ποινική δίκη και δεν είχε κληθεί να υποβάλει παρατηρήσεις ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (παρ. 63). Επισήμανε, ωστόσο, ότι γνώριζε τη διαδικασία και τις κατασχέσεις και ότι μπορούσε να εμφανιστεί στις συνεδριάσεις (παρ. 64). Κυρίως, έκρινε ότι η διαδικασία του άρθρου 710 γαλλΚΠΔ, την οποία η ίδια κίνησε, της επέτρεψε να αναπτύξει τα επιχειρήματά της και μπορούσε, υπό το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο, να θεωρηθεί πρόσφορο και αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα (παρ. 65).
Πέμπτον, το Ακυρωτικό Δικαστήριο αντιμετώπισε ένα νέο ζήτημα του εσωτερικού δικαίου και προέβη σε ιδιαιτέρως διεξοδική εξέταση, ζητώντας γνωμοδότηση από το αρμόδιο Πολιτικό Τμήμα (παρ. 66).
Έκτον, ως προς το αντιστάθμισμα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν υπέστη απώλεια κυριότητας στο δικό της πρόσωπο κατά την ιδιαίτερη δομή του γαλλικού συστήματος. Η κοινοκτημοσύνη διαθέτει δικαίωμα ανταπόδοσης κατά το άρθρο 1417 γαλλΑΚ, το οποίο θα εκκαθαριστεί κατά τη λύση της. Η ημερομηνία εκκαθάρισης είναι αβέβαιη, αλλά το ίδιο το δικαίωμα είναι βέβαιο κατ’ αρχήν. Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι η προσφεύγουσα διαθέτει έννομα μέσα ώστε να προκαλέσει, εν ζωή, τη λύση και εκκαθάριση της κοινοκτημοσύνης και να επωφεληθεί έμμεσα από την ανταπόδοση (παρ. 67).
Υπό το σύνολο αυτών των στοιχείων και το ευρύ περιθώριο εκτίμησης, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν επιβλήθηκε ειδική και υπέρμετρη επιβάρυνση και ότι διατηρήθηκε δίκαιη ισορροπία (παρ. 68).
ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Το Δικαστήριο κήρυξε την αιτίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ παραδεκτή και έκρινε, ομόφωνα, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ (παρ. 69).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Τέλος, ως προς τη δυνατότητα, τέταρτον, αποζημίωσης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα δεν υπέστη απώλεια ιδιοκτησίας στο δικό της πρόσωπο. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1417 του Αστικού Κώδικα, η κοινοκτημοσύνη των συζύγων έχει πράγματι δικαίωμα ανταπόδοσης συνεπεία της οικονομικής ζημίας που υπέστη λόγω των εγκλημάτων που τέλεσε ο σύζυγος. Η ανταπόδοση αυτή θα εκκαθαριστεί κατά τη λύση της κοινοκτημοσύνης, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1468 και 1472 του Αστικού Κώδικα. Βεβαίως, ο χρόνος της εκκαθάρισης αυτής παραμένει σήμερα απροσδιόριστος, ελλείψει επέλευσης ενός από τα γεγονότα που προβλέπει το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα. Η προσφεύγουσα δεν στερείται ωστόσο μέσων δράσης για να προκαλέσει την εκκαθάριση αυτή εν ζωή και να επωφεληθεί έμμεσα από την εν λόγω ανταπόδοση, η οποία είναι βέβαιη ως προς την αρχή της, όπως μαρτυρεί η απόφαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου» (παρ. 67).
Η διατύπωση αυτή αποκλείει τον χαρακτηρισμό της αξίωσης ως υπό αίρεση ως προς τη γένεσή της. Αβέβαιος είναι μόνον ο χρόνος και το οικονομικό αποτέλεσμα της εκκαθάρισης.
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση είναι σημαντική επειδή συνδέει τη νομολογία του άρθρου 1 ΠΠΠ περί δήμευσης τρίτων με τις ιδιαιτερότητες ενός συστήματος συζυγικής κοινοκτημοσύνης, όπου το δημευθέν πράγμα δεν θεωρείται ότι ανήκει σε δύο χωριστά ιδανικά μερίδια των συζύγων πριν από τη λύση της κοινότητας. Η ίδια η απόφαση δεν χαρακτηρίζει το ζήτημα ως νέο για τη νομολογία του Στρασβούργου. Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι εφαρμόζει ειδικά τα κριτήρια της Petruzzo σε ένα ιδιαίτερο γαλλικό καθεστώς κοινοκτημοσύνης.
Η δεύτερη συνεισφορά της είναι η έμφαση στην ποσοτικοποιημένη ιχνηλάτηση. Το Δικαστήριο δεν αρκείται στην αφηρημένη διαπίστωση ότι η κοινή περιουσία είχε ωφεληθεί, αλλά βασίζεται σε συγκεκριμένη αντιστοίχιση παράνομων κεφαλαίων με κατασκευές, βελτιώσεις και αποπληρωμές δανείων.
Η τρίτη συνεισφορά είναι διαδικαστική. Το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει την αρχή ότι ο τρίτος του οποίου η περιουσία απειλείται με δήμευση πρέπει κατ’ αρχήν να έχει ουσιαστική δυνατότητα συμμετοχής. Παρά την απουσία τυπικής ιδιότητας διαδίκου στην κύρια ποινική δίκη, έκρινε ότι η μεταγενέστερη διαδικασία του άρθρου 710 παρείχε επαρκή δυνατότητα προβολής των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας στο συγκεκριμένο προ του 2021 πλαίσιο.
Η τέταρτη συνεισφορά αφορά το αντιστάθμισμα. Το ΕΔΔΑ δέχεται ότι ένα περιουσιακό δικαίωμα που ανήκει στην κοινοκτημοσύνη και εκκαθαρίζεται μόνο κατά τη λύση της μπορεί, στις περιστάσεις της υπόθεσης, να συνεκτιμηθεί θετικά στη στάθμιση της αναλογικότητας.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
- Η ολική μεταβίβαση κυριότητας εξακολουθεί να εξετάζεται ως ρύθμιση της χρήσης των αγαθών
Η απόφαση ακολουθεί τη σταθερή νομολογιακή ταξινόμηση της δήμευσης στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 ΠΠΠ, ακόμη και όταν η δήμευση συνεπάγεται πλήρη μεταβίβαση της κυριότητας στο Δημόσιο. Η επιλογή αυτή είναι δογματικά σημαντική, επειδή μεταφέρει το κέντρο βάρους στη συνολική δίκαιη ισορροπία, αντί να αντιμετωπίζει την αποζημίωση ως αυτοτελή προϋπόθεση της στέρησης ιδιοκτησίας. Η επιφυλακτική διατύπωση της παρ. 46, κατά την οποία το Δικαστήριο «είναι διατεθειμένο να αναγνωρίσει» επέμβαση, συνδέεται με την ιδιαίτερη νομική φύση της κοινοκτημοσύνης και όχι με αμφισβήτηση της προστασίας του άρθρου 1 ΠΠΠ.
- Η καλή πίστη δεν εξαφανίζεται ως αρχή, αλλά δεν λειτουργεί αυτοτελώς στην ειδική δομή της κοινοκτημοσύνης
Η παρ. 59 είναι το πιο λεπτό σημείο της απόφασης. Το ΕΔΔΑ θεωρεί μη κρίσιμο το κριτήριο της υπαιτιότητας ή της επιμέλειας της προσφεύγουσας λόγω της ειδικής νομικής δομής της κοινής περιουσίας. Αμέσως μετά εξετάζει την αντικειμενική ωφέλεια που είχε η κοινοκτημοσύνη από το προϊόν του εγκλήματος.
Η ορθή επιστημονική διατύπωση δεν είναι ότι η καλή πίστη υποχωρεί έναντι του αντικειμενικού πλουτισμού ως γενικός κανόνας. Πρόκειται για υπόθεση στην οποία η κοινή περιουσιακή μάζα είχε αποδεδειγμένα και σε μεγάλη έκταση χρηματοδοτηθεί από παράνομα κεφάλαια. Η ratio δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως σε απλή συγκυριότητα, σε χωριστή περιουσία συζύγου ή σε τρίτο που δεν ωφελήθηκε από το προϊόν του εγκλήματος.
- Η διαδικαστική αιτιολογία είναι υπερασπίσιμη, αλλά παραμένει το πλέον συζητήσιμο σημείο
Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε τυπική ιδιότητα διαδίκου ούτε είχε κληθεί να υποβάλει παρατηρήσεις πριν από τη δήμευση. Η μεταγενέστερη γαλλική συνταγματική νομολογία του 2021 έκρινε ότι η απουσία δυνατότητας του μη καταδικασθέντος συζύγου ή τρίτου να υποβάλει παρατηρήσεις ενώπιον του δικαστηρίου που εξετάζει τη δήμευση προσβάλλει τις εγγυήσεις του άρθρου 16 της Διακήρυξης του 1789 (παρ. 26-27).
Δεν υπάρχει, όμως, ακριβής αντίφαση μεταξύ του Συνταγματικού Συμβουλίου και του ΕΔΔΑ. Οι QPC εκδόθηκαν μεταγενέστερα, βάσει διαφορετικού κανόνα ελέγχου, και οι ίδιες οι αποφάσεις περιόρισαν τις συνέπειες της αντισυνταγματικότητας για παλαιότερα μέτρα. Tο ΕΔΔΑ δεν εξηγεί πλήρως ποια συγκεκριμένη δικονομική βάση θα επέτρεπε στην προσφεύγουσα να αναπτύξει αποτελεσματικά παρατηρήσεις στις κύριες ποινικές συνεδριάσεις χωρίς κλήτευση και χωρίς ιδιότητα διαδίκου.
Η διαδικασία του άρθρου 710 είχε πραγματικό περιεχόμενο, αφού το Εφετείο αρχικά δικαίωσε την προσφεύγουσα. Το γεγονός ότι η απόφαση αναιρέθηκε δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτού ότι το ένδικο βοήθημα ήταν αναποτελεσματικό. Η αποτελεσματικότητα ενός ενδίκου βοηθήματος δεν ταυτίζεται με εγγυημένη ευδοκίμηση. Το ισχυρότερο κριτικό ερώτημα είναι αν μια εκ των υστέρων διαδικασία εκτέλεσης παρέχει ισοδύναμη προστασία με την προηγούμενη ακρόαση πριν από την οριστική δήμευση.
- Το δικαίωμα ανταπόδοσης είναι βέβαιο κατ’ αρχήν, αλλά ετεροχρονισμένο ως προς την πρακτική απόλαυσή του
Η απόφαση δίνει σημαντικό βάρος στο droit à récompense. Η αξίωση ανήκει στην κοινοκτημοσύνη και όχι προσωπικά στην προσφεύγουσα. Κατά το άρθρο 1417 γαλλΑΚ, υπολογίζεται με αφαίρεση του οφέλους που τυχόν άντλησε η κοινοκτημοσύνη και εκκαθαρίζεται όταν η κοινότητα λυθεί. Η γένεσή της είναι βέβαιη κατ’ αρχήν κατά το ίδιο το ΕΔΔΑ. Αβέβαιος είναι ο χρόνος εκκαθάρισης και, μέχρι την εκκαθάριση, το ακριβές οικονομικό αποτέλεσμα για την προσφεύγουσα.
Το άρθρο 1441 γαλλΑΚ προβλέπει ως λόγους λύσης, μεταξύ άλλων, τον θάνατο, το διαζύγιο, τη δικαστική διάσταση (séparation de corps), τον δικαστικό χωρισμό περιουσιών (séparation de biens) και τη μεταβολή του γαμικού καθεστώτος.
Η κριτική παραμένει θεμιτή σε ένα σημείο: η προστασία δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμη και η προσφεύγουσα πρέπει να αναμένει ή να προκαλέσει γεγονός που οδηγεί σε λύση της κοινότητας. Αυτό μειώνει την πρακτική αμεσότητα του αντισταθμίσματος, χωρίς όμως να αναιρεί την ύπαρξή του.
- Η απόφαση αφορά το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς και δεν εξομοιώνει την κοινοκτημοσύνη με τη συγκυριότητα
Οι αποφάσεις QPC του 2021 και ο ν. 2021-1729 ενίσχυσαν τις διαδικαστικές εγγυήσεις του τρίτου και του μη καταδικασθέντος συζύγου (παρ. 28-29). Συνεπώς, η συγκεκριμένη διαδικαστική διαδρομή της Vallée έχει περιορισμένη εφαρμογή σε μεταγενέστερες γαλλικές υποθέσεις.
Αυτό δεν μειώνει τη νομολογιακή σημασία των αρχών της Vallée για την αναλογικότητα, την ιχνηλάτηση και το περιθώριο εκτίμησης. Επίσης, η απόφαση δεν επιτρέπει γενίκευση προς την απλή συγκυριότητα. Το ίδιο το γαλλικό Ακυρωτικό διακρίνει το κοινό πράγμα της συζυγικής κοινοκτημοσύνης από το εξ αδιαιρέτου πράγμα, όπου τα δικαιώματα καλόπιστου τρίτου μπορούν να διατηρηθούν με περιέλευση του πράγματος στο Δημόσιο σε κατάσταση συγκυριότητας (παρ. 20, σκ. 9).
Η νομιμότητα εξετάζεται συνοπτικά. Το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ως βάση το εδ. 5 του άρθρου 131-21, παρά τη ρήτρα προστασίας του καλόπιστου κυρίου. Η απόφαση θα μπορούσε να εξηγήσει αναλυτικότερα πώς η ρήτρα αυτή συμβιβάζεται με την ειδική νομολογιακή λύση για την κοινοκτημοσύνη. Η έλλειψη εκτενέστερης αιτιολογίας είναι θεμιτό αντικείμενο επιστημονικής κριτικής, όχι όμως απόδειξη εσφαλμένης εφαρμογής του εσωτερικού δικαίου.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Bokova κατά Ρωσίας
Η υπόθεση αφορούσε κατοικία την οποία η προσφεύγουσα είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της πριν από την εγκληματική δραστηριότητα του συζύγου της. Τα ρωσικά δικαστήρια δεν εξακρίβωσαν με επάρκεια την έκταση και την αξία των μεταγενέστερων επενδύσεων παράνομων κεφαλαίων στην ανακατασκευή και βελτίωση του ακινήτου ούτε της παρείχαν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις. Διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ. Η Vallée διακρίνεται ακριβώς επειδή τα γαλλικά δικαστήρια ποσοτικοποίησαν τις επενδύσεις και τις αποπληρωμές που συνδέονταν με το προϊόν του εγκλήματος. Πηγή: HUDOC, Bokova v. Russia, no. 27879/13, 16.04.2019.
Β) Denisova και Moiseyeva κατά Ρωσίας
Η υπόθεση αφορούσε δύο προσφεύγουσες, τη σύζυγο και την κόρη του καταδικασθέντος για εσχάτη προδοσία. Η πρώτη διεκδίκησε το συζυγικό της μερίδιο σε οικογενειακή περιουσία και η δεύτερη την κυριότητα προσωπικού υπολογιστή. Δεν είχαν συμμετάσχει στην ποινική διαδικασία και οι μεταγενέστερες αστικές διαδικασίες δεν τους παρείχαν αποτελεσματική εξέταση των ιδιοκτησιακών αξιώσεων. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ λόγω ατομικής και υπέρμετρης επιβάρυνσης. Η σύγκριση με τη Vallée είναι ουσιαστική, αλλά όχι ταύτιση. Στη Denisova το εσωτερικό δίκαιο αναγνώριζε χωριστά μερίδια και δικαιώματα οικογενειακών μελών, ενώ στη Vallée το γαλλικό δίκαιο αντιμετωπίζει την κοινότητα ως ενιαία περιουσιακή μάζα έως τη λύση της. Πηγή: HUDOC, Denisova and Moiseyeva v. Russia, no. 16903/03, 01.04.2010.
Γ) Silickienė κατάΛιθουανίας
Η Silickienė αφορούσε τη δήμευση περιουσίας στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που συνδεόταν με εγκληματική οργάνωση, μετά τον θάνατο του συζύγου της προσφεύγουσας, ο οποίος ήταν ο βασικός ύποπτος. Το ΕΔΔΑ διατύπωσε την αρχή ότι τα πρόσωπα των οποίων η περιουσία δημεύεται πρέπει κατ’ αρχήν να αποκτούν τυπική δικονομική θέση, αλλά έκρινε ότι στην ειδική υπόθεση η προσφεύγουσα είχε στην πράξη εύλογη και επαρκή δυνατότητα να αμφισβητήσει τη δήμευση. Δεν διαπιστώθηκε παραβίαση. Η Vallée ακολουθεί αυτή τη λειτουργική προσέγγιση, εξετάζοντας αν εναλλακτικοί δικονομικοί δίαυλοι αντιστάθμισαν την έλλειψη τυπικής συμμετοχής στην κύρια δίκη. Πηγή: HUDOC, Silickienė v. Lithuania, no. 20496/02, 10.04.2012, παρ. 50.
Δ) Petruzzo κ.α. κατά Ιταλίας
Η Petruzzo αφορούσε δήμευση γης και κτιρίων λόγω παράνομης πολεοδομικής κατάτμησης. Μεταξύ των προσφευγόντων υπήρχαν αγοραστές που δεν είχαν μετάσχει στην ποινική διαδικασία ούτε είχαν κατηγορηθεί τυπικά. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ ως προς όλους και συστηματοποίησε στην § 162 κριτήρια αναλογικότητας τα οποία η Vallée εφαρμόζει ρητά. Πηγή: HUDOC, Petruzzo and Others v. Italy, nos. 1986/09 και 67556/13, 09.10.2025, παρ. 162.
Ε) Sulejmani κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας
Η υπόθεση αφορούσε την οριστική δήμευση φορτηγού μπετονιέρας που ο προσφεύγων είχε αγοράσει από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη και το οποίο είχε εμπλακεί σε ποινική διαδικασία κατά τρίτου. Το ΕΔΔΑ έδωσε βαρύτητα στο ότι ο προσφεύγων είχε διαθέσιμη αστική αξίωση αποζημίωσης κατά του πωλητή και δεν εξήγησε γιατί δεν την άσκησε. Δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ. Η αναλογία με τη Vallée πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά. Στη Vallée το αντιστάθμισμα δεν είναι κοινή αποζημιωτική αγωγή κατά τρίτου, αλλά λογιστικό δικαίωμα της συζυγικής κοινοκτημοσύνης που ενεργοποιείται κατά την εκκαθάρισή της. Πηγή: HUDOC, Sulejmani v. the former Yugoslav Republic of Macedonia, no. 74681/11, 28.04.2016, παρ. 41.
ΣΤ) B.K.M. Lojistik Tasimacilik Ticaret Limited Sirketi κατάΣλοβενίας
Πρόσθετη, ιδιαίτερα χρήσιμη σύγκριση. Η υπόθεση αφορούσε φορτηγό εταιρείας που χρησιμοποιήθηκε από οδηγό για μεταφορά μεγάλης ποσότητας ηρωίνης. Τα εθνικά δικαστήρια είχαν δεχθεί ότι η εταιρεία δεν γνώριζε την εγκληματική χρήση, αλλά η τότε νομοθεσία επέβαλλε υποχρεωτική δήμευση ανεξαρτήτως καλής πίστης. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ. Η απόφαση δείχνει ότι, εκτός του ιδιαίτερου πλαισίου κοινοκτημοσύνης της Vallée, η καλή πίστη και η ρεαλιστική δυνατότητα αποζημίωσης μπορούν να αποκτήσουν αποφασιστική βαρύτητα. Πηγή: HUDOC, B.K.M. Lojistik Tasimacilik Ticaret Limited Sirketi v. Slovenia, no. 42079/12, 17.01.2017.
Ζ) SCI Le Château du Francport κατάΓαλλίας
Η υπόθεση αφορούσε κατάσχεση πύργου στο πλαίσιο ποινικής ανάκρισης, την επιστροφή του τέσσερα χρόνια αργότερα σε υποβαθμισμένη κατάσταση και την απόρριψη της αξίωσης αποζημίωσης της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ λόγω του υπέρμετρου αποδεικτικού βάρους που της επιβλήθηκε. Η Vallée την επικαλείται ως μέρος του γενικού νομολογιακού πλαισίου για τις επεμβάσεις στην περιουσία, όχι ως άμεσο προηγούμενο δήμευσης τρίτου. Πηγή: HUDOC, SCI Le Château du Francport v. France, no. 3269/18, 07.07.2022, παρ. 42.
Η) Tartamella κ.α. κατά Ιταλίας
Η υπόθεση αφορούσε κατάσχεση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων τυπικά ανηκόντων στους προσφεύγοντες, ίσης αξίας προς προϊόντα εγκλημάτων που είχαν τελέσει μέλη των οικογενειών τους, με βάση την κρίση ότι τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονταν στην πραγματική διάθεση των δραστών. Η § 105 επαναλαμβάνει την αρχή της Silickienė περί δικονομικής θέσης, αλλά δέχεται ότι επαρκείς εναλλακτικές εγγυήσεις μπορούν να έχουν σημασία. Η Vallée επικαλείται την Tartamella μόνο για αυτή τη γενική διαδικαστική αρχή. Δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως ταυτόσημη υπόθεση καλόπιστου συζύγου. Πηγή: HUDOC, Tartamella and Others v. Italy, nos. 26338/19 και 2 άλλες, 23.10.2025, παρ. 105.
Θ) Isaia κ.α. κατά Ιταλίας
Η Isaia αφορούσε μη βασιζόμενη σε καταδίκη προληπτική δήμευση περιουσίας που θεωρήθηκε προϊόν παράνομων δραστηριοτήτων. Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε τον θεμιτό σκοπό της καταπολέμησης της εγκληματικότητας, αλλά τελικά διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ λόγω ελλείψεων στη σύνδεση των δημευθέντων στοιχείων με την εγκληματική δραστηριότητα και στη στάθμιση. Η Vallée την επικαλείται mutatis mutandis μόνο στο σκέλος του θεμιτού σκοπού. Πηγή: HUDOC, Isaia and Others v. Italy, no. 36551/22, 25.09.2025, παρ. 66.
Ι) G.I.E.M. S.r.l. κ.α. κατά Ιταλίας [GC]
Η Μεγάλη Σύνθεση έκρινε ότι πολεοδομικές δημεύσεις που επιβλήθηκαν σε εταιρείες οι οποίες δεν ήταν διάδικοι στις σχετικές ποινικές διαδικασίες παραβίασαν, μεταξύ άλλων, το άρθρο 1 ΠΠΠ λόγω δυσανάλογου χαρακτήρα. Η απόφαση αποτελεί σημαντικό γενικό πλαίσιο για τη σύνδεση δήμευσης, ατομικής ευθύνης, διαδικαστικών εγγυήσεων και αναλογικότητας. Η Vallée διαφοροποιείται διότι η δήμευση αφορά ενιαία συζυγική περιουσιακή μάζα που είχε επωφεληθεί αποδεδειγμένα από το προϊόν του εγκλήματος και επειδή το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρχε επαρκής μεταγενέστερη δυνατότητα δικαστικής αμφισβήτησης. Πηγή: HUDOC, G.I.E.M. S.r.l. and Others v. Italy [GC], nos. 1828/06 και 2 άλλες, 28.06.2018 (μη παρατιθέμενη, ερμηνευτικό πλαίσιο).
ΙΑ) Συγκριτικό πλαίσιο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Σε επίπεδο συγκριτικής αναφοράς και μόνον, χωρίς τα ακόλουθα να αποτελούν έρεισμα της κρίσης: στις συνεκδικασθείσες C-845/19 και C-863/19, ποινικές διαδικασίες κατά DR και TS, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 8 §§ 1, 7 και 9 της Οδηγίας 2014/42, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, αποκλείει εθνική νομοθεσία που επιτρέπει τη δήμευση περιουσίας η οποία φέρεται να ανήκει σε τρίτο χωρίς να του παρέχει δικαίωμα να μετάσχει ως διάδικος στη διαδικασία δήμευσης. Πρόκειται πρωτίστως για διαδικαστική εγγύηση.
Ακόμη αμεσότερη ως προς την καλή πίστη είναι η C-393/19, ποινική διαδικασία κατά OM. Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2 § 1 της Απόφασης-Πλαισίου 2005/212, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 17 § 1 του Χάρτη, αποκλείει τη δήμευση οργάνου εγκλήματος που ανήκει σε καλόπιστο τρίτο. Η ενωσιακή νομολογία συνεπώς διακρίνει την ουσιαστική προστασία του καλόπιστου τρίτου από το αυτοτελές δικαίωμά του σε αποτελεσματική συμμετοχή στη διαδικασία.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ
- Bokova v. Russia, 16.04.2019, no. 27879/13 • Denisova and Moiseyeva v. Russia, 01.04.2010, no. 16903/03 • Silickienė v. Lithuania, 10.04.2012, no. 20496/02 • Petruzzo and Others v. Italy, 09.10.2025, nos. 1986/09 και67556/13 • Sulejmani v. the former Yugoslav Republic of Macedonia, 28.04.2016, no. 74681/11 • B.K.M. Lojistik Tasimacilik Ticaret Limited Sirketi v. Slovenia, 17.01.2017, no. 42079/12 • SCI Le Château du Francport v. France, 07.07.2022, no. 3269/18 • Tartamella and Others v. Italy, 23.10.2025, nos. 26338/19 και2 άλλες • Isaia and Others v. Italy, 25.09.2025, no. 36551/22 • G.I.E.M. S.r.l. and Others v. Italy [GC], 28.06.2018, nos. 1828/06 και 2 άλλες (μη παρατιθέμενη, ερμηνευτικό πλαίσιο) • Rustamkhanli v. Azerbaijan, 04.07.2024, no. 24460/16 • Korshunova v. Russia, 06.09.2022, no. 46147/19 • Yordanov and Others v. Bulgaria, 26.09.2023, nos. 265/17 και 26473/18 • Todorov and Others v. Bulgaria, 13.07.2021, nos. 50705/11 και 6 άλλες • Hastaoğlu v. Türkiye, 07.10.2025, no. 29061/21 • Alpaslan v. Türkiye, 04.06.2024, no. 2832/21 • NIT S.R.L. v. the Republic of Moldova [GC], 05.04.2022, no. 28470/12 • Waldner v. France, 07.12.2023, no. 26604/16 • Béláné Nagy v. Hungary [GC], 13.12.2016, no. 53080/13
