ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 8ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Καθεστώτα άμεσης στήριξης – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Άρθρο 20, παράγραφος 1 – Σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων – Αποτελεσματικότητα των διαδικασιών διαχειρίσεως και ελέγχου – Κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 – Άρθρο 68 – Υποχρέωση του κατόχου της εκμεταλλεύσεως γεωργού να δηλώνει με ακρίβεια τις εκτάσεις προσδιορίζοντας επακριβώς το υπό εκμετάλλευση αγροτεμάχιο και τα όριά του – Μειώσεις και αποκλεισμοί που έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις δήλωσης έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική – Εξαιρέσεις – Έννοια του όρου “ακριβή πραγματικά στοιχεία” – Ευθύνη του Δημοσίου για ζημία που προκλήθηκε στους ιδιώτες λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης – Παραβίαση καταλογιστέα σε εθνικό δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό – Έλλειψη διατάξεως αποσκοπούσας στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες »
Στην υπόθεση C‑163/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Curtea de Apel Bucureşti (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) με απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Μαρτίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
BX
κατά
Statul Român – Ministerul Finanţelor Publice,
Curtea de Apel București,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, F. Biltgen, K. Jürimäe, M. L. Arastey Sahún, J. Passer και F. Schalin, προέδρους τμήματος, S. Rodin, E. Regan, Δ. Γρατσία, M. Gavalec (εισηγητή), Z. Csehi, S. Gervasoni, N. Fenger και R. Frendo, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος
γραμματέας: R. Şereş, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Μαΐου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο BX, αυτοπροσώπως και εκπροσωπούμενος από την I. Kis, avocate,
– η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Gane, L. Ghiță και L. Lițu,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις A. C. Becker και L. Radu Bouyon,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001 (ΕΕ L 270, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1009/2008 του Συμβουλίου, της 9ής Οκτωβρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 276, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 1782/2003), και του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (ΕΕ 2004, L 141, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 381/2007 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 95, σ. 8) (στο εξής: κανονισμός 796/2004).
2 Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του BX, γεωργού, και, αφετέρου, του Statul Român – Ministerul Finanţelor Publice (Ρουμανικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από το Υπουργείο Οικονομικών) και του Curtea de Apel Bucureşti (εφετείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία), σχετικά με τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του συγκεκριμένου κράτους μέλους λόγω μη τηρήσεως από το προμνημονευθέν δικαστήριο του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 και του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004, καθώς και μη τηρήσεως από το εν λόγω δικαστήριο της υποχρεώσεως υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη ΛΕΕ
3 Το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις:
α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών,
β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.
Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού.
Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
[…]»
Ο κανονισμός 1782/2003
4 Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 13 έως 16 του κανονισμού 1782/2003, ο οποίος ετύγχανε εφαρμογής στη διαφορά της κύριας δίκης, είχαν ως εξής:
«(11) Προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και η χρησιμότητα των μηχανισμών διαχείρισης και ελέγχου, απαιτείται η προσαρμογή του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου, που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων [(ΕΕ 1992, L 355, σ. 1)] […]
[…]
(13) Τα διάφορα τμήματα του ολοκληρωμένου συστήματος [διαχείρισης και ελέγχου] έχουν ως στόχο αποτελεσματικότερη διαχείριση και έλεγχο. […]
(14) Δεδομένης της πολυπλοκότητας του συστήματος και του μεγάλου αριθμού αιτήσεων παροχής ενίσχυσης που θα πρέπει να διεκπεραιωθούν, είναι ζωτικής σημασίας να χρησιμοποιηθούν οι κατάλληλοι τεχνικοί πόροι και οι κατάλληλες μέθοδοι διαχείρισης και ελέγχου. Κατά συνέπεια, το ολοκληρωμένο σύστημα θα πρέπει να περιλαμβάνει σε κάθε κράτος μέλος, μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων, ένα σύστημα αναγνώρισης των αγροτεμαχίων, και των αιτήσεων παροχής ενίσχυσης που υποβάλλουν οι γεωργοί, ένα εναρμονισμένο σύστημα ελέγχου και, για το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης, ένα σύστημα για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των δικαιωμάτων.
(15) Προκειμένου να γίνει ευκολότερη η επεξεργασία και η χρήση των δεδομένων που θα συλλεχθούν για την επαλήθευση των αιτήσεων παροχής ενίσχυσης, απαιτείται η δημιουργία ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων με υψηλές επιδόσεις, που θα επιτρέπουν ιδιαίτερα την πραγματοποίηση διασταυρωμένων ελέγχων.
(16) Η αναγνώριση των αγροτεμαχίων αποτελεί στοιχείο ζωτικής σημασίας για τη σωστή εφαρμογή των καθεστώτων που συνδέονται με την επιφάνεια των εκτάσεων. Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι υφιστάμενες μέθοδοι παρουσιάζουν ορισμένες ελλείψεις. Συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθεί η δημιουργία ενός συστήματος αναγνώρισης με τη βοήθεια τηλεπισκόπησης, όπου αυτό είναι αναγκαίο.»
5 Τα άρθρα 13 έως 16 του εν λόγω κανονισμού αφορούσαν σύστημα παροχής συμβουλών διαχειρίσεως όσον αφορά τη γη και τις εκμεταλλεύσεις, το οποίο έφερε τον τίτλο «Σύστημα παροχής συμβουλών σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις».
6 Το άρθρο 17 του κανονισμού 1782/2003, το οποίο έφερε τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», όριζε στο πρώτο εδάφιο τα ακόλουθα:
«Κάθε κράτος μέλος οφείλει να θεσπίσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, το οποίο στο εξής αναφέρεται ως “ολοκληρωμένο σύστημα”.»
7 Το άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος», όριζε στην παράγραφο 1, στοιχείο βʹ, τα εξής:
«Το ολοκληρωμένο σύστημα περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
[…]
β) σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων».
8 Με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, το οποίο έφερε τον τίτλο «Ηλεκτρονική βάση δεδομένων», διευκρινιζόταν ότι:
«Στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων καταγράφονται για κάθε γεωργική εκμετάλλευση, τα στοιχεία που περιέχονται στις αιτήσεις παροχής ενίσχυσης.
Η βάση δεδομένων αυτή επιτρέπει, ιδίως, άμεση και απευθείας πρόσβαση, μέσω της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, στα στοιχεία που σχετίζονται με τα ημερολογιακά έτη ή/και περιόδους εμπορίας που αρχίζουν από το έτος 2000 και, για την ενίσχυση που χορηγείται δυνάμει του τίτλου IV κεφάλαιο 10β, από 1ης Μαΐου 1998.»
9 Το άρθρο 20 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων», όριζε, στην παράγραφο 1, τα ακόλουθα:
«Το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων δημιουργείται με βάση χάρτες ή κτηματολογικά έγγραφα ή άλλες χαρτογραφικές αναφορές. Χρησιμοποιούνται τεχνικές ηλεκτρονικού συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης κατά προτίμηση της εναέριας ή δορυφορικής ορθοφωτογραφίας, με ομοιογενή πρότυπα που εξασφαλίζουν ακρίβεια τουλάχιστον ισοδύναμη με χαρτογραφία κλίμακας 1:10 000.»
10 Το άρθρο 21 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Σύστημα για την αναγνώριση και την καταγραφή των δικαιωμάτων ενίσχυσης», όριζε τα εξής:
«1. Το σύστημα για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των δικαιωμάτων ενίσχυσης δημιουργείται με τρόπο που να επιτρέπει επαλήθευση των δικαιωμάτων και διασταύρωση με τις αιτήσεις παροχής ενίσχυσης και με το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων.
2. Το σύστημα αυτό επιτρέπει την άμεση και απευθείας πρόσβαση, μέσω της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, στα στοιχεία που συνδέονται τουλάχιστον με τα τρία συνεχή προηγούμενα ημερολογιακά έτη ή/και περιόδους εμπορίας.»
11 Το άρθρο 22 του ίδιου κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Αιτήσεις παροχής ενίσχυσης», είχε ως εξής:
«1. Ο γεωργός υποβάλλει για τις άμεσες ενισχύσεις που καλύπτονται από το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης, μία αίτηση ετησίως, η οποία περιλαμβάνει ανάλογα με την περίπτωση τα ακόλουθα:
– όλα τα αγροτεμάχια της εκμετάλλευσης,
– […]
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η αίτηση ενίσχυσης περιλαμβάνει μόνο τις μεταβολές σε σχέση με την αίτηση ενίσχυσης που υπεβλήθη το προηγούμενο έτος. Τα κράτη μέλη διανέμουν έντυπα δελτία με βάση τις εκτάσεις που καθορίστηκαν το προηγούμενο έτος και διαθέτουν σχεδιαγράμματα στα οποία εντοπίζονται οι εκτάσεις αυτές και, κατά περίπτωση, η θέση των ελαιοδέντρων.
[…]»
12 Με το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, το οποίο έφερε τον τίτλο «Επαλήθευση των όρων επιλεξιμότητας», διευκρινιζόταν ότι:
«Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν διαχειριστικούς ελέγχους επί των αιτήσεων παροχής ενίσχυσης συμπεριλαμβανομένης και επαλήθευσης της επιλέξιμης έκτασης και των αντίστοιχων δικαιωμάτων ενίσχυσης.»
Ο κανονισμός 796/2004
13 Οι αιτιολογικές σκέψεις 13 και 55 του κανονισμού 796/2004, ο οποίος ετύγχανε εφαρμογής στη διαφορά της κύριας δίκης, είχαν ως εξής:
«(13) Με σκοπό τους αποτελεσματικούς ελέγχους, πρέπει να δηλώνεται ταυτόχρονα κάθε είδος χρήσης της έκτασης και των σχετικών καθεστώτων ενίσχυσης. Επομένως, πρέπει να προβλεφθεί η υποβολή ενιαίας αίτησης ενίσχυσης που θα περιλαμβάνει όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης, οι οποίες σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με την έκταση.
[…]
(55) Για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση των παρατυπιών και των περιπτώσεων απάτης. Πρέπει να θεσπιστούν χωριστές διατάξεις σε περιπτώσεις παρατυπιών που διαπιστώνονται σε σχέση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα διάφορα καθεστώτα ενισχύσεων.»
14 Το άρθρο 2 του ως άνω κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Ορισμοί», προέβλεπε, στο σημείο 22, τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
22) “Προσδιορισθείσα έκταση”: είναι η έκταση, για την οποία έχουν εκπληρωθεί όλοι οι όροι που περιλαμβάνονται στους κανόνες για τη χορήγηση της ενίσχυσης· στην περίπτωση του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, η δηλωθείσα έκταση μπορεί να θεωρηθεί προσδιορισθείσα, μόνον εάν πράγματι συνοδεύεται από τον αντίστοιχο αριθμό δικαιωμάτων ενίσχυσης».
15 Το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Περιεχόμενο της ενιαίας αίτησης», όριζε στην παράγραφο 1, στοιχείο δʹ, τα εξής:
«Η ενιαία αίτηση περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για την ενίσχυση, και ειδικότερα:
[…]
δ) τα στοιχεία που επιτρέπουν την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμετάλλευσης, την έκτασή τους εκπεφρασμένη σε εκτάρια με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων, την θέση τους και, ανάλογα με την περίπτωση, τη χρήση τους και το κατά πόσον πρόκειται για αρδευόμενο αγροτεμάχιο».
16 Το άρθρο 15 του κανονισμού 796/2004 έφερε τον τίτλο «Τροποποιήσεις των ενιαίων αιτήσεων» και όριζε στην παράγραφο 3 τα ακόλουθα:
«Εάν η αρμόδια αρχή έχει ήδη ενημερώσει τον γεωργό για παρατυπίες στην ενιαία αίτηση ή εάν έχει ειδοποιήσει τον γεωργό για την πρόθεσή της να πραγματοποιήσει επιτόπιο έλεγχο και ο εν λόγω επιτόπιος έλεγχος αποκαλύψει παρατυπίες, τροποποιήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιτρέπονται για τα αγροτεμάχια που αφορούν οι παρατυπίες.»
17 Το άρθρο 22 του κανονισμού 796/2004, το οποίο έφερε τον τίτλο «Ανάκληση των αιτήσεων ενίσχυσης», προέβλεπε τα εξής:
«1. Μια αίτηση ενίσχυσης μπορεί να ανακληθεί εν όλω ή εν μέρει εγγράφως ανά πάσα στιγμή.
[…]
Εντούτοις, εάν η αρμόδια αρχή έχει ήδη ενημερώσει τον κάτοχο της εκμετάλλευσης για παρατυπίες στην αίτηση ενίσχυσης ή εάν η αρμόδια αρχή έχει ειδοποιήσει τον κάτοχο της εκμετάλλευσης για την πρόθεσή της να πραγματοποιήσει επιτόπιο έλεγχο και ο εν λόγω επιτόπιος έλεγχος αποκαλύψει παρατυπίες, δεν επιτρέπονται αποσύρσεις για τα μέρη της αίτησης ενίσχυσης που αφορούν οι παρατυπίες.
2. Οι ανακλήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 επαναφέρουν τον αιτούντα στη θέση που βρισκόταν πριν υποβάλει την εν λόγω αίτηση ενίσχυσης ή μέρος της αίτησης ενίσχυσης.»
18 Με το άρθρο 24 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Διασταυρούμενοι έλεγχοι», διευκρινίζονταν στην παράγραφο 1, στοιχείο γʹ, τα ακόλουθα:
«Οι διοικητικοί έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 23 του κανονισμού [1782/2003] πρέπει να επιτρέπουν τον εντοπισμό παρατυπιών, ιδίως τον αυτόματο εντοπισμό με τη χρήση μηχανογραφικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των διασταυρούμενων ελέγχων:
[…]
γ) μεταξύ των αγροτεμαχίων που δηλώθηκαν στην ενιαία αίτηση και των αγροτεμαχίων αναφοράς που περιέχονται στο σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων, ώστε να επαληθεύεται η επιλεξιμότητα για ενίσχυση των εκτάσεων καθαυτές.
[…]»
19 Το άρθρο 51 του κανονισμού 796/2004, το οποίο έφερε τον τίτλο «Μειώσεις και αποκλεισμοί σε περιπτώσεις δήλωσης έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική», προέβλεπε, κατ’ ουσίαν, στην παράγραφο 1, ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η διαφορά μεταξύ της δηλωθείσας και της ορισθείσας κατά τον εν λόγω κανονισμό εκτάσεως υπερέβαινε το 20 % της προσδιορισθείσας εκτάσεως, δεν χορηγούνταν καμία ενίσχυση βάσει της έκτασης για τη σχετική καλλιεργητική ομάδα.
20 Με το άρθρο 68 του ως άνω κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Εξαιρέσεις από την επιβολή μειώσεων και αποκλεισμών», διευκρινιζόταν, στην παράγραφο 1, ότι:
«Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί που προβλέπονται στο κεφάλαιο Ι δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις όπου ο κάτοχος της εκμετάλλευσης έχει υποβάλει ακριβή πραγματικά στοιχεία ή μπορεί να αποδείξει με άλλον τρόπο ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπό του.»
Ο κανονισμός 1973/2004
21 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1973/2004 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου, όσον αφορά τα καθεστώτα στήριξης τα προβλεπόμενα βάσει των τίτλων 4 και 4α του εν λόγω κανονισμού και τη χρήση των εκτάσεων γης που προκύπτουν από την παύση καλλιέργειας για την παραγωγή πρώτων υλών (ΕΕ 2004, L 345, σ. 1), περιελάμβανε άρθρο 138 το οποίο έφερε τον τίτλο «Μειώσεις και αποκλεισμοί που αφορούν τους όρους επιλεξιμότητας». Κατά την παράγραφο 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του ως άνω άρθρου, εάν από διοικητικό ή επιτόπιο έλεγχο προκύψει ότι η διαφορά που διαπιστώθηκε μεταξύ της δηλωθείσας και της προσδιορισθείσας έκτασης, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 22, του κανονισμού 796/2004, κυμαίνεται μεταξύ του 30 % και του 50 % της προσδιορισθείσας έκτασης, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση για το σχετικό έτος.
Το ρουμανικό δίκαιο
22 Το Ordonanța de urgență a Guvernului nr. 125/2006 pentru aprobarea schemelor de plăți directe și plăți naționale directe complementare, care se acordă în agricultură începând cu anul 2007, și pentru modificarea articolului 2 din Legea nr. 36/1991 privind societățile agricole și alte forme de asociere în agricultură (έκτακτο κυβερνητικό διάταγμα αριθ. 125/2006 για την έγκριση των καθεστώτων άμεσων ενισχύσεων και συμπληρωματικών εθνικών άμεσων ενισχύσεων, που χορηγούνται στον τομέα της γεωργίας από το 2007, και για την τροποποίηση του άρθρου 2 του νόμου 36/1991 περί γεωργικών επιχειρήσεων και άλλων μορφών ενώσεων στον τομέα της γεωργίας), της 21ης Δεκεμβρίου 2006 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 1043 της 29ης Δεκεμβρίου 2006), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, όριζε στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία b) και c), τα εξής:
«Για να λάβουν ενισχύσεις στο πλαίσιο των καθεστώτων ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης, οι αιτούντες πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο γεωργών το οποίο διαχειρίζεται ο Agenția de Plăți și Intervenție pentru Agricultură (Οργανισμός πληρωμών και παρέμβασης για τη γεωργία, Ρουμανία), να υποβάλουν αίτηση ενίσχυσης εμπροθέσμως και να πληρούν τις ακόλουθες γενικές προϋποθέσεις:
[…]
b) να δηλώνουν όλα τα αγροτεμάχια·
c) να παρέχουν, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, αληθείς, πλήρεις και απολύτως έγκυρες πληροφορίες στο έντυπο της αίτησης άμεσης στρεμματικής ενίσχυσης και στα συνημμένα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των εκτάσεων·
[…]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
23 Στις 14 Μαΐου 2007 ο BX, Ρουμάνος γεωργός, υπέβαλε στον Agenția de Plăți și Intervenție pentru Agricultură – Centrul Județean Argeș (Οργανισμό πληρωμών και παρέμβασης για τη γεωργία – Νομαρχιακό Κέντρο Argeș, Ρουμανία) (στο εξής: APIA Argeș) αίτηση για το έτος 2007, στο πλαίσιο των καθεστώτων ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης και μειονεκτικών γεωργικών περιοχών. Στη συγκεκριμένη αίτηση μνημονευόταν συνολική γεωργική έκταση 264,71 εκταρίων, η οποία αποτελούνταν από πλείονα αγροτεμάχια, τις αντίστοιχες εκτάσεις των οποίων ο BX είχε προσδιορίσει και ταυτοποιήσει χρησιμοποιώντας χάρτες που παρείχε το APIA Argeș.
24 Έχοντας διαπιστώσει, κατόπιν διοικητικού ελέγχου, ότι και άλλα πρόσωπα είχαν υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως για ορισμένες από τις εκτάσεις που είχε δηλώσει ο BX, το APIA Argeș ζήτησε την παροχή διευκρινίσεων από τον BX και από τα λοιπά εμπλεκόμενα πρόσωπα. Αφού προσδιόρισαν τις εκτάσεις που εκμεταλλευόταν καθένας από τους γεωργούς, ο BX και τα ως άνω πρόσωπα επισήμαναν, στις 28 Νοεμβρίου 2007, ότι ο BX χρησιμοποιούσε μόνον 45 από τα 129,09 εκτάρια που είχε δηλώσει στην αίτησή του όσον αφορά την περιοχή Rucăr.
25 Την ίδια ημέρα, ο BX υπέβαλε στο APIA Argeș το έντυπο M.1.1, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τροποποίηση της δήλωσης έκτασης» (στο εξής: έντυπο M.1.1) προκειμένου να διορθώσει σχετικώς την αίτηση που είχε υποβάλει στις 14 Μαΐου 2007. Υπέβαλε επίσης χειρόγραφο σημείωμα με το οποίο εξηγούσε ότι η απόκλιση μεταξύ της αρχικής και της τροποποιημένης δηλώσεώς του οφειλόταν, αφενός, στον εσφαλμένο προσδιορισμό των ορίων του όρους Găinațu Mic (Ρουμανία), λόγω της απουσίας σημείων αναφοράς στους τοπογραφικούς χάρτες που τέθηκαν στη διάθεσή του από το APIA Argeș, και, αφετέρου, στη διαφορά μεταξύ της εκτάσεως η οποία αναγραφόταν στη σύμβαση μισθώσεως των αγροτεμαχίων και του αθροίσματος των εκτάσεων των δύο φυσικών υψωμάτων που αποτελούσαν το εν λόγω όρος.
26 Με απόφαση της 28ης Μαΐου 2008, το APIA Argeș έκρινε ότι η εκ μέρους του BX αρχική δήλωση εκτάσεως 264,71 εκταρίων υπερέβαινε κατά ποσοστό 46,56 % την πραγματική έκταση, η οποία ανερχόταν σε 180,62 εκτάρια, και, κατά συνέπεια, απέρριψε την αίτησή του για την παροχή ενισχύσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 1, του κανονισμού 1973/2004.
27 Ο BX άσκησε ενώπιον του Tribunalul București (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία) προσφυγή-αγωγή με αίτημα, μεταξύ άλλων, να ακυρωθεί η ως άνω απόφαση και να υποχρεωθεί το APIA Argeș να του καταβάλει το ποσό των 697 391 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της παράνομης απορρίψεως της αιτήσεώς του για χορήγηση ενισχύσεως όσον αφορά το 2007. Υποστήριξε ότι η δήλωση εκτάσεως μεγαλύτερης από την πραγματική που του προσαπτόταν έπρεπε, στην πράξη, να καταλογισθεί στο APIA Argeș, το οποίο του παρέσχε τοπογραφικούς χάρτες που δεν ήταν αρκούντως ακριβείς και δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις του άρθρου 20 του κανονισμού 1782/2003, ισχυρισμό τον οποίο δήλωνε ότι μπορούσε να αποδείξει με έγγραφα, μάρτυρες και τοπογραφική πραγματογνωμοσύνη. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε δική του υπαιτιότητα, δεν έπρεπε να του επιβληθεί καμία μείωση ή αποκλεισμός από την ενίσχυση, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004.
28 Το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή-αγωγή με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, κατά της οποίας ο BX άσκησε αναίρεση ενώπιον του Curtea de Apel București (εφετείου Βουκουρεστίου).
29 Με διάταξη της 2ας Απριλίου 2012, το εν λόγω δικαστήριο, κατά πρώτον, απέρριψε το αίτημα του BX να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004, για τον λόγο ότι τα στοιχεία που αυτός προέβαλλε δεν καθιστούσαν αναγκαία την υποβολή τέτοιας αιτήσεως δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
30 Κατά δεύτερον, με απόφαση της 9ης Απριλίου 2012, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου), αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που είχε ασκήσει ο BX ως αβάσιμη. Έκρινε ότι η απόφαση της 28ης Μαΐου 2008 του APIA Argeș ήταν δικαιολογημένη λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 138, παράγραφος 1, του κανονισμού 1973/2004, στο μέτρο που ο BX είχε δηλώσει μεγαλύτερη έκταση από εκείνην που χρησιμοποιούσε, σφάλμα το οποίο παραδέχθηκε ο ίδιος υποβάλλοντας το έντυπο M.1.1.
31 Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε συναφώς, πρώτον, ότι αποτελούσε ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αγροτεμάχιο να μνημονεύσει την πραγματική έκταση στην αίτηση ενισχύσεως, χωρίς να στηρίζεται στην έκταση που αναγράφεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου αγροτεμαχίου. Επομένως, η ανακρίβεια των τοπογραφικών χαρτών του APIA Argeș δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους του BX υπερεκτίμηση της έκτασης που χρησιμοποιεί, λαμβανομένης υπόψη, ιδίως, της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο c, του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος 125/2006 υποχρεώσεως αναγραφής, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, αληθών, πλήρων και απολύτως έγκυρων στοιχείων στο έντυπο της αιτήσεως άμεσης στρεμματικής ενισχύσεως.
32 Δεύτερον, δεδομένου ότι τόσο η αρχική δήλωση όσο και η δήλωση τροποποιήσεως των εκτάσεων στο έντυπο M.1.1 υποβλήθηκαν βάσει των ίδιων χαρτών του APIA Argeș, η δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα σφάλματα που ενδεχομένως ενείχαν οι χάρτες αυτοί. Οι ανακρίβειες στους συγκεκριμένους χάρτες δεν μπορούσαν, επ’ ουδενί, να δικαιολογήσουν δήλωση εκτάσεως μεγαλύτερης από την πραγματική κατά 46,56 %.
33 Τρίτον, η υποβολή του εντύπου M.1.1 έπρεπε να θεωρηθεί αίτηση μερικής ανακλήσεως εκτάσεως επί της οποίας είχε εφαρμογή το άρθρο 22 του κανονισμού 796/2004. Δεδομένου, όμως, ότι ο BX υπέβαλε την αίτηση ανακλήσεως μετά την παραλαβή της αιτήσεως παροχής διευκρινίσεων από το APIA Argeș, το άρθρο 15, παράγραφος 3, του προμνημονευθέντος κανονισμού αντιτίθεται σε ενδεχόμενη απαλλαγή του από την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 51 του κανονισμού.
34 Τέταρτον, η περίπτωση του BX δεν ενέπιπτε ούτε στο πεδίο εφαρμογής των περιπτώσεων εξαιρέσεως που διαλαμβάνονται στο άρθρο 68, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού. Συγκεκριμένα, ο BX δήλωσε αρχικώς συνολική έκταση 264,71 εκταρίων, πριν αφαιρέσει από αυτήν έκταση 84,09 εκταρίων, μολονότι δεν υπήρξε μεταβολή της καταστάσεως επί του αγροκτήματος. Επομένως, ο BX δεν υπέβαλε ακριβή πραγματικά στοιχεία.
35 Πέμπτον, εκτιμώντας ότι η απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως δεν οφειλόταν σε αδυναμία αποδείξεως της υλικής ζημίας, αλλά στην απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως της διοικητικής αποφάσεως της 28ης Μαΐου 2008, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η εξέταση μαρτύρων. Ομοίως, δεδομένου ότι το Tribunalul București (πρωτοδικείο Βουκουρεστίου) διαπίστωσε δήλωση εκτάσεως μεγαλύτερης από την πραγματική βάσει της εκ μέρους του BX ανακλήσεως εκτάσεων, δεν κρίθηκε σκόπιμη ούτε η διενέργεια τοπογραφικής πραγματογνωμοσύνης.
36 Τα ασκηθέντα από τον BX έκτακτα ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως της 9ης Απριλίου 2012 του Curtea de Apel București (εφετείου Βουκουρεστίου), απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα από το εν λόγω δικαστήριο.
37 Στις 8 Απριλίου 2013 ο BX άσκησε ενώπιον του Tribunalul București (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου) αγωγή με αίτημα να αναγνωρισθεί η ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που προκλήθηκαν λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης στην οποία υπέπεσε το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) με την απόφασή του της 9ης Απριλίου 2012. Συγκεκριμένα, ο BX προσήπτε στο εφετείο Βουκουρεστίου, αφενός, ότι δεν εφάρμοσε το άρθρο 20 του κανονισμού 1782/2003 και το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2004 και αφετέρου, ότι δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον δεν αιτιολόγησε την άρνησή του να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
38 Με απόφαση της 1ης Ιουλίου 2016, το Tribunalul București (πρωτοδικείο Βουκουρεστίου) απέρριψε την αγωγή του BX ως αβάσιμη.
39 Το ως άνω δικαστήριο έκρινε ιδίως ότι, αντιθέτως προς το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2004 δεν απένεμε δικαιώματα στους ιδιώτες. Έκρινε, επίσης, ότι το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) είχε παραβεί τη δεύτερη εκ των προμνημονευθεισών διατάξεων, πρώτον, επειδή δεν προσδιόρισε την έννοια της μνημονευόμενης σε αυτήν φράσεως «ακριβή πραγματικά στοιχεία», δεύτερον, επειδή αποφάνθηκε ότι η εν λόγω διάταξη δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του BX αποκλειστικώς βάσει των εγγράφων επί των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση του APIA Argeș και, επομένως, μη λαμβάνοντας υπόψη τα λοιπά έγγραφα που προσκόμισε ο BX και, τρίτον, επειδή δεν του παρέσχε τη δυνατότητα να αποδείξει με κάθε αποδεικτικό μέσο ότι δεν ευθυνόταν για τη δήλωση εκτάσεως μεγαλύτερης από την πραγματική.
40 Ωστόσο, βάσει των κριτηρίων που μνημονεύονταν στις σκέψεις 55 και 56 της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C‑224/01, EU:C:2003:513), το Tribunalul București (πρωτοδικείο Βουκουρεστίου) έκρινε ότι η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης στην οποία υπέπεσε το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) δεν ήταν πρόδηλη.
41 Συναφώς, το Tribunalul București (πρωτοδικείο Βουκουρεστίου) επισήμανε, μεταξύ άλλων, πρώτον, ότι το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2004 ήταν σαφές καθόσον διέπει το δικαίωμα του γεωργού να απαλλαγεί από την επιβολή της κυρώσεως μειώσεως της ενισχύσεως ή αποκλεισμού του δικαιώματος στις δύο περιπτώσεις που μνημονεύει.
42 Δεύτερον, το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε υποστηρίξει επανειλημμένως, ιδίως στο πλαίσιο έρευνας για τις πλημμέλειες του συστήματος αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων που πρέπει να στηρίζεται σε ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών, ότι η ρουμανική νομοθεσία δεν διασφάλιζε την αποτελεσματικότητα των διασταυρούμενων διοικητικών ελέγχων δεν αρκούσε για να διαπιστωθεί ο πρόδηλος χαρακτήρας της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης.
43 Τρίτον, έκρινε ότι το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) δεν παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης εκ προθέσεως ή ασυγγνώστως. Συγκεκριμένα, εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε, αφενός, ότι δεν ήταν αναγκαίο να γίνουν δεκτά τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, όπως ζητούσε ο BX, και, αφετέρου, ότι το άρθρο 68 δεν ετύγχανε εφαρμογής στη διαφορά της κύριας δίκης.
44 Τέλος, τέταρτον, το Tribunalul București (πρωτοδικείο Βουκουρεστίου) επισήμανε ότι η μη τήρηση του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να θεμελιώσει ευθύνη του Δημοσίου, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες.
45 Ο BX άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Curtea de Apel București (εφετείου Βουκουρεστίου), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Το εφετείο Βουκουρεστίου κρίνει αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα όσον αφορά το ζήτημα, πρώτον, αν το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 απονέμει συγκεκριμένα δικαιώματα στους ιδιώτες, δεύτερον, αν η έννοια του όρου «ακριβή πραγματικά στοιχεία», κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, καταλαμβάνει τόσο την ορθή δήλωση των εκτάσεων από τον γεωργό όσο και τον ορθό προσδιορισμό του υπό εκμετάλλευση αγροτεμαχίου, δηλαδή των ορίων αυτού, και, τρίτον, αν, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, το γεγονός ότι το εφετείο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του προμνημονευθέντος άρθρου 68 συνιστά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου.
46 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού [1782/2003] κανόνα της Ένωσης ο οποίος απονέμει ειδικά δικαιώματα στους ιδιώτες και του οποίου η παράβαση μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του Δημοσίου λόγω αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό;
2) Έχει ο όρος “ακριβή πραγματικά στοιχεία”, κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού [796/2004], την έννοια ότι καταλαμβάνει τόσο την ορθή δήλωση εκτάσεων από τον γεωργό όσο και τον ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του;
3) Συνιστά, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η παράλειψη προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο, εκ μέρους εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό, για την ερμηνεία του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004 πρόδηλη και κατάφωρη παράβαση, ικανή να θεμελιώσει ευθύνη του Δημοσίου για τη ζημία που φέρεται να προκλήθηκε από την απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
47 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 έχει την έννοια ότι συνιστά κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και του οποίου η παράβαση μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς προς στήριξη αγωγής με αίτημα να αναγνωρισθεί η εξωσυμβατική ευθύνη κράτους μέλους.
48 Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ευθύνης του Δημοσίου για ζημίες οι οποίες προκαλούνται στους ιδιώτες λόγω παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης καταλογιστέες στο Δημόσιο είναι σύμφυτη προς το σύστημα των Συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση (απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ., C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428,, σκέψη 35). Η εν λόγω αρχή ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, τούτο δε ανεξαρτήτως της δημόσιας αρχής που υπέπεσε στην επίμαχη παραβίαση [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψεις 31 και 32, και της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Ministre de la Transition écologique και Premier ministre (Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση), C‑61/21, EU:C:2022:1015, σκέψη 43]. Η συγκεκριμένη αρχή τυγχάνει εφαρμογής και σε περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη παραβίαση οφείλεται σε απόφαση δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου (στο εξής: εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα) (αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 50, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψη 20).
49 Όσον αφορά τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ως άνω ευθύνης, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστησαν εφόσον πληρούνται σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις, συγκεκριμένα δε ότι ο κανόνας δικαίου της Ένωσης του οποίου υπήρξε παράβαση αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ότι η παράβαση του εν λόγω κανόνα είναι κατάφωρη και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και της ζημίας που υπέστησαν οι προμνημονευθέντες ιδιώτες [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51, της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Ministre de la Transition écologique και Premier ministre (Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση), C‑61/21, EU:C:2022:1015, σκέψη 44, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Hamoudi κατά Frontex, C‑136/24 P, EU:C:2025:977, σκέψη 68].
50 Οι ανωτέρω τρεις προϋποθέσεις είναι αναγκαίες και ικανές για τη θεμελίωση της ευθύνης κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 66, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 57).
51 Κατά συνέπεια, το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στη βάσει του εθνικού δικαίου επιβολή πρόσθετων ή αυστηρότερων προϋποθέσεων σε σχέση με τις μνημονευόμενες στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως. Αντιθέτως, ουδόλως αποκλείει τη βάσει του εθνικού δικαίου δυνατότητα θεμελιώσεως της ευθύνης του Δημοσίου, λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, υπό προϋποθέσεις λιγότερο αυστηρές (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 66, της 13ης Μαρτίου 2007, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, C‑524/04, EU:C:2007:161, σκέψη 115, και της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψεις 65 και 66).
52 Όσον αφορά, ειδικότερα, την ευθύνη κράτους μέλους για ζημίες προκληθείσες από ενέχουσα παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης απόφαση δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η συγκεκριμένη ευθύνη διέπεται από τις τρεις προϋποθέσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 52, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψη 23).
53 Δεδομένου ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά ειδικώς την πρώτη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, υπενθυμίζεται συναφώς ότι μόνον παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες είναι δυνατόν να στοιχειοθετεί την ευθύνη του Δημοσίου. Τα δικαιώματα αυτά γεννώνται όχι μόνον όταν η απονομή τους προβλέπεται ρητώς από διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, αλλά και λόγω θετικών ή αρνητικών υποχρεώσεων που οι εν λόγω διατάξεις επιβάλλουν κατά σαφώς καθορισμένο τρόπο τόσο στους ιδιώτες όσο και στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Η εκ μέρους κράτους μέλους παράβαση τέτοιων θετικών ή αρνητικών υποχρεώσεων είναι πράγματι ικανή να μεταβάλει την έννομη κατάσταση την οποία οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως σκοπό να δημιουργήσουν για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες, παρεμποδίζοντας την εκ μέρους τους άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία τους απονέμονται εμμέσως βάσει των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και τα οποία πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων [πρβλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Ministre de la Transition écologique και Premier ministre (Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση), C‑61/21, EU:C:2022:1015, σκέψεις 45 έως 47].
54 Αντιθέτως, σε περίπτωση κατά την οποία με διάταξη του δικαίου της Ένωσης επιδιώκεται απλώς γενικός σκοπός προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η συγκεκριμένη διάταξη αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως [πρβλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Ministre de la Transition écologique και Premier ministre (Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση), C‑61/21, EU:C:2022:1015, σκέψεις 55 και 56].
55 Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 ορίζει ότι το σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων δημιουργείται με βάση χάρτες ή κτηματολογικά έγγραφα ή άλλες χαρτογραφικές αναφορές. Χρησιμοποιούνται τεχνικές στηριζόμενες σε ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης κατά προτίμηση εναέριας ή δορυφορικής ορθοφωτογραφίας, με ομοιογενή πρότυπα που εξασφαλίζουν ακρίβεια τουλάχιστον ισοδύναμη με χαρτογραφία κλίμακας 1:10 000.
56 Από το γράμμα του προμνημονευθέντος άρθρου 20, παράγραφος 1, συνάγεται σαφώς η θεσμική διάστασή του, υπό την έννοια ότι με τη συγκεκριμένη διάταξη διευκρινίζεται, αποκλειστικώς στα κράτη μέλη, ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να σχεδιάσουν το σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων.
57 Η συστηματική και τελολογική ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 20, παράγραφος 1, επιβεβαιώνει ότι η διάταξη δεν αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.
58 Κατά πρώτον, από το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1782/2003 προκύπτει ότι το σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων αποτελεί μέρος του ολοκληρωμένου συστήματος που πρέπει να καθιερώσουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 17 του εν λόγω κανονισμού.
59 Στις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 13 του προμνημονευθέντος κανονισμού μνημονεύεται η ανάγκη ενισχύσεως και βελτιώσεως της αποτελεσματικότητας και της χρησιμότητας των διαδικασιών διαχειρίσεως και ελέγχου, η οποία απαιτεί την προσαρμογή του προγενέστερου συστήματος που είχε καθιερωθεί με τον κανονισμό 3508/92. Με την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 1782/2003 επισημαίνεται ειδικότερα ότι, δεδομένης της πολυπλοκότητας του συστήματος και του μεγάλου αριθμού των προς διεκπεραίωση αιτήσεων παροχής ενισχύσεως, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν τα κατάλληλα τεχνικά μέσα και οι κατάλληλες μέθοδοι διαχειρίσεως και ελέγχου, αναγκαιότητα η οποία προϋποθέτει ότι κάθε κράτος μέλος πρέπει να αποκτήσει σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων. Υπό το ίδιο πρίσμα, στην αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού μνημονεύεται εκ νέου η ανάγκη δημιουργίας ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων με υψηλές επιδόσεις, οι οποίες θα παρέχουν ιδίως τη δυνατότητα διενέργειας διασταυρούμενων ελέγχων, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η επεξεργασία και η χρήση των δεδομένων που θα συλλέγονται για τον έλεγχο των αιτήσεων παροχής ενισχύσεως. Τέλος, κατά την αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού, η αναγνώριση των αγροτεμαχίων αποτελεί στοιχείο ζωτικής σημασίας για την προσήκουσα εφαρμογή καθεστώτος που συνδέεται με την επιφάνεια των εκτάσεων, επισημαίνεται δε επίσης ότι η πείρα έχει καταδείξει την ύπαρξη ορισμένων πλημμελειών ως προς τις υφιστάμενες μεθόδους, οπότε πρέπει να προβλεφθεί η δημιουργία ενός συστήματος αναγνωρίσεως με τη βοήθεια τηλεπισκόπησης, όπου αυτό είναι αναγκαίο.
60 Επομένως, οι μνημονευθείσες στην προηγούμενη σκέψη αιτιολογικές σκέψεις επιβεβαιώνουν ότι τα στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος, στο οποίο εντάσσεται το σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων, αποσκοπούν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών διαχειρίσεως και ελέγχου. Πράγματι, η αναγνώριση των αγροτεμαχίων αποτελεί στοιχείο καίριας σημασίας για την προσήκουσα εφαρμογή καθεστώτος συνδεομένου με την επιφάνεια των εκτάσεων.
61 Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 70 και 71 των προτάσεών του, ως συστατικό στοιχείο του ολοκληρωμένου συστήματος, το σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων δεν μπορεί να εξετασθεί αυτοτελώς, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ευρύτεροι σκοποί οι οποίοι επιδιώκονται με την εγκατάσταση του ολοκληρωμένου συστήματος και οι οποίοι συνίστανται, αφενός, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών διαχειρίσεως και ελέγχου και, αφετέρου, στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
62 Οι εν λόγω δύο σκοποί μνημονεύονται και στις αιτιολογικές σκέψεις 13 και 15 του κανονισμού 796/2004, από κοινού με την καταπολέμηση των παρατυπιών και των περιπτώσεων απάτης.
63 Υπό το ανωτέρω πρίσμα, το σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων που διέπεται από το άρθρο 20 του κανονισμού 1782/2003 συμβάλλει ώστε να καταστεί ευχερέστερη η αποστολή διενέργειας του διοικητικού ελέγχου των αιτήσεων παροχής ενισχύσεως η οποία, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, ανατίθεται στα κράτη μέλη, ιδίως διά του ελέγχου της εκτάσεως που είναι επιλέξιμη για την ενίσχυση και για τα αντίστοιχα δικαιώματα καταβολής της εν λόγω ενισχύσεως. Οι συγκεκριμένοι διοικητικοί έλεγχοι έχουν ως σκοπό, όπως διευκρινίζεται με το άρθρο 24, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 796/2004, να καταστήσουν δυνατό τον εντοπισμό παρατυπιών, ιδίως δε τον αυτόματο εντοπισμό με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων, περιλαμβανομένων των διασταυρούμενων ελέγχων που διενεργούνται βάσει συγκρίσεως μεταξύ των αγροτεμαχίων που δηλώνονται με την ενιαία αίτηση και των αγροτεμαχίων αναφοράς που είναι καταγεγραμμένα στο σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων προκειμένου να διακριβωθεί η επιλεξιμότητα των εκτάσεων αυτών καθεαυτές για την ενίσχυση.
64 Όπως υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επιβάλλοντας ελάχιστες απαιτήσεις ακρίβειας όσον αφορά τους χάρτες που χρησιμοποιούνται στο σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων, το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 δεν έχει, επομένως, ως σκοπό τη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των αιτούντων ενισχύσεις γεωργών, αλλά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων, διασφαλίζοντας ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να ελέγχουν ότι οι αιτήσεις ενισχύσεων είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης.
65 Κατά συνέπεια, ο σκοπός της αποτελεσματικής διαχειρίσεως και του αποτελεσματικού ελέγχου των άμεσων ενισχύσεων συνίσταται στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, οπότε η χρήση χαρτών μη επαρκούς ακρίβειας είναι δυνατόν να θίξει την αποτελεσματικότητα του ελέγχου, ενέχοντας επομένως τον κίνδυνο τα κράτη μέλη να μην εντοπίζουν τις αχρεωστήτως καταβληθείσες ενισχύσεις.
66 Κατά δεύτερον, ουδόλως μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 έχει διττή φύση υπό την έννοια ότι, πέραν της θεσμικής διαστάσεώς του, η οποία έχει ως σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, αποσκοπεί επίσης στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.
67 Πράγματι, με την ως άνω διάταξη δεν κατοχυρώνεται κανένα δικαίωμα προσβάσεως των αγροτών οι οποίοι ζητούν την καταβολή ενισχύσεως στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων.
68 Βεβαίως, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 21, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, την ηλεκτρονική βάση δεδομένων και το σύστημα για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των δικαιωμάτων ενισχύσεως, προβλέπουν τη, διά της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, άμεση και απευθείας πρόσβαση στα στοιχεία σχετικά, αφενός, με τα ημερολογιακά έτη και/ή τις περιόδους εμπορίας από το έτος 2000 και, αφετέρου, με τα τρία συνεχή προηγούμενα ημερολογιακά έτη και/ή περιόδους εμπορίας.
69 Ωστόσο, όπως επισήμαναν η Ρουμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το συγκεκριμένο δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα τα οποία τηρεί η αρμόδια εθνική αρχή αφορά μόνον τα στοιχεία που περιέχονται στις αιτήσεις παροχής ενισχύσεως, όπως ρητώς μνημονεύεται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, το προμνημονευθέν δικαίωμα προσβάσεως δεν αφορά το σύστημα αναγνωρίσεως των ίδιων των αγροτεμαχίων.
70 Εν πάση περιπτώσει, όπως υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα χαρτογραφικά δεδομένα που μνημονεύονται στο άρθρο 20 του κανονισμού 1782/2003 δεν διατηρούνται στη βάση δεδομένων την οποία προβλέπει το άρθρο 19 του κανονισμού. Επιπλέον, αντιθέτως προς το σύστημα παροχής συμβουλών σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, κατά τα άρθρα 13 έως 16 του εν λόγω κανονισμού, το ολοκληρωμένο σύστημα δεν λειτουργεί ως μέσο τεκμηριώσεως και υποστηρίξεως των γεωργών, αλλά, όπως καταδεικνύει η ονομασία του, ως μηχανισμός ελέγχου.
71 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 έχει την έννοια ότι δεν συνιστά κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και του οποίου η παράβαση μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς προς στήριξη αγωγής με αίτημα να αναγνωρισθεί η εξωσυμβατική ευθύνη κράτους μέλους.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
72 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, έχει την έννοια ότι ο όρος «ακριβή πραγματικά στοιχεία», κατά το προμνημονευθέν άρθρο 68, παράγραφος 1, αφορά τόσο την ορθή δήλωση εμβαδού από τον γεωργό όσο και τον εκ μέρους του ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του.
73 Κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, τα μέτρα μειώσεως και αποκλεισμού από το δικαίωμα παροχής ενισχύσεως δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση κατά την οποία ο γεωργός υπέβαλε ακριβή πραγματικά στοιχεία ή δύναται να αποδείξει καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπό του.
74 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του προμνημονευθέντος κανονισμού, με το οποίο διευκρινίζεται το περιεχόμενο της ενιαίας αιτήσεως και, συνεπώς, αποσαφηνίζεται το περιεχόμενο του ως άνω άρθρου 68, παράγραφος 1, ορίζει ότι η ενιαία αίτηση περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας της ενισχύσεως, ιδίως δε τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμεταλλεύσεως, την έκτασή τους εκπεφρασμένη σε εκτάρια με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων και τη θέση τους.
75 Επομένως, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των ανωτέρω δύο διατάξεων συνάγεται ότι η έννοια του όρου «ακριβή πραγματική στοιχεία», κατά το προμνημονευθέν άρθρο 68, παράγραφος 1, καταλαμβάνει τόσο την ορθή δήλωση εμβαδού από τον γεωργό όσο και τον εκ μέρους του ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των εκτάσεών του.
76 Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, γεωργός που υπέβαλε στην αρμόδια εθνική αρχή εσφαλμένα στοιχεία μπορεί να απαλλαγεί από την επιβολή μειώσεως ή αποκλεισμού από το δικαίωμα ενισχύσεων εφόσον αποδείξει ότι το σφάλμα που διαπίστωσε η εν λόγω αρχή δεν είναι καταλογιστέο σε αυτόν.
77 Τούτου λεχθέντος, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, εν προκειμένω, αφενός, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στις δηλώσεις του, ο BX παρέλειψε να μνημονεύσει ένα πραγματικό στοιχείο το οποίο είναι, ωστόσο, ουσιώδες, ήτοι το ορθό εμβαδόν, ενώ όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι ορισμένες από τις δηλωθείσες εκτάσεις χρησιμοποιούνταν από τον κύριό τους ή από άλλα πρόσωπα, τούτο δε κατά μείζονα λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δήλωση εμβαδού μεγαλύτερου από το πραγματικό κατέληγε σε διαφορά υπερβαίνουσα τα 80 εκτάρια. Μια τέτοια διαφορά δεν είναι ευλόγως δυνατόν να διαφύγει της προσοχής του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης, ο οποίος, ως γεωργός εκμεταλλευόμενος αγροτεμάχια, υποχρεούται να τα διαχειρίζεται στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αφετέρου, μολονότι ο BX προέβαλε την ύπαρξη σφαλμάτων στους τοπογραφικούς χάρτες που του είχε παράσχει το APIA Argeș, από τα στοιχεία της υποθέσεως των οποίων έχει λάβει γνώση το Δικαστήριο προκύπτει ότι τόσο η αρχική δήλωση όσο και η τροποποιημένη δήλωση της εκτάσεως είχαν υποβληθεί βάσει των ίδιων χαρτών του APIA Argeș. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, πάντως, να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
78 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, έχει την έννοια ότι ο όρος «ακριβή πραγματικά στοιχεία», κατά το προμνημονευθέν άρθρο 68, παράγραφος 1, αφορά τόσο την ορθή δήλωση εμβαδού από τον γεωργό όσο και τον εκ μέρους του ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
79 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι η, σε προγενέστερο στάδιο της διαφοράς της κύριας δίκης, παράλειψη εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 συνιστά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου.
80 Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως και σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχε ο BX απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, το ως άνω προδικαστικό ερώτημα έχει ειδικότερα ως σκοπό να κριθεί αν, με τη διάταξή του της 2ας Απριλίου 2012, το αιτούν δικαστήριο παρέβη προδήλως το δίκαιο της Ένωσης, θεμελιώνοντας, ως εκ τούτου, την ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου, καθόσον δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με αντικείμενο της ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 και καθόσον δεν αιτιολόγησε τη συγκεκριμένη άρνηση.
81 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως, η αρχή της ευθύνης του Δημοσίου για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες λόγω καταλογιστέων στο Δημόσιο παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης τυγχάνει εφαρμογής και σε περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη παραβίαση οφείλεται σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η δικαστική εξουσία επιτελεί σημαντική αποστολή όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από τους κανόνες δικαίου της Ένωσης και ότι δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό συνιστά, εξ ορισμού, το τελευταίο δικαιοδοτικό όργανο ενώπιον του οποίου οι ιδιώτες μπορούν να προβάλλουν τα δικαιώματα που τους απονέμονται βάσει των κανόνων αυτών. Το Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι θα θιγόταν η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων του δικαίου της Ένωσης και ότι θα εξασθενούσε η προστασία των ως άνω δικαιωμάτων αν δεν παρεχόταν στους ιδιώτες η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποκαταστάσεως της ζημίας που υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλομένης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 32 έως 36 και 59, της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 31, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψη 20).
82 Όσον αφορά ειδικότερα τη δεύτερη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, ήτοι την απαίτηση περί κατάφωρης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ιδιομορφία της δικαστικής λειτουργίας και οι θεμιτές απαιτήσεις περί ασφάλειας δικαίου. Ως εκ τούτου, ευθύνη του κράτους μέλους λόγω τέτοιας παραβιάσεως οφειλόμενη σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα θεμελιώνεται μόνον στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρέβη προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 53).
83 Για να κρίνει αν πληρούται η συγκεκριμένη προϋπόθεση, το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής αποζημιώσεως πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υποβληθείσα στην κρίση του περίπτωση, ιδίως δε, τον βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα, το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως που καταλείπει ο κανόνας στις εθνικές αρχές ή στις αρχές της Ένωσης, τον ηθελημένο ή ακούσιο χαρακτήρα της διαπραχθείσας παραβάσεως ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστό ή ασύγγνωστο ενδεχόμενης πλάνης περί το δίκαιο, το ζήτημα αν η στάση θεσμικού οργάνου της Ένωσης ενδέχεται να συνετέλεσε στη λήψη ή τη διατήρηση σε ισχύ αντιθέτων προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικών μέτρων ή πρακτικών και την εκ μέρους του οικείου δικαστηρίου παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του περί προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Εν πάση περιπτώσει, παραβίαση του δικαίου της Ένωσης χαρακτηρίζεται ως κατάφωρη σε περίπτωση κατά την οποία η εκδοθείσα απόφαση αντιβαίνει προδήλως στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 54 έως 56, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψεις 25 και 26).
84 Διευκρινίζεται πάντως ότι δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να πληρούται το σύνολο των κριτηρίων που μνημονεύθηκαν στην προηγούμενη σκέψη προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη κράτους μέλους.
85 Όσον αφορά την εκ μέρους εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του περί υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, αυτή συνιστά στοιχείο του οποίου η σημασία διαφέρει αναλόγως των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως.
86 Πράγματι, μολονότι η παράβαση της εν λόγω υποχρεώσεως μπορεί να συμβάλει στη διαπίστωση ότι η εκ μέρους τέτοιου δικαστηρίου παραβίαση του δικαίου της Ένωσης είναι πρόδηλη, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να διαπιστωθεί κατάφωρη παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και, ως εκ τούτου, για να θεμελιωθεί ευθύνη κράτους μέλους.
87 Η ως άνω υποχρέωση εντάσσεται στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, μέσω διαλόγου σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων, προκειμένου να διασφαλίζεται, αφενός μεν, η συνέπεια, η πλήρης αποτελεσματικότητα και ο ιδιάζων χαρακτήρας του δικαίου της Ένωσης, καθώς και η αυτονομία του νομικού συστήματος της Ένωσης, τον σεβασμό του οποίου εγγυάται το Δικαστήριο, αφετέρου δε, η προσήκουσα εφαρμογή και η ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Η εν λόγω συνεργασία καθιστά δυνατή, μεταξύ άλλων, την αποτροπή του ενδεχομένου διαμορφώσεως στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1965, Schwarze, 16/65, EU:C:1965:117, σ. 1094, της 24ης Μαΐου 1977, Hoffmann-La Roche, 107/76, EU:C:1977:89, σκέψη 5, της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψεις 33 και 35, και της 24ης Μαρτίου 2026, Remling, C‑767/23, EU:C:2026:243, σκέψεις 19 και 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συνεπάγεται επομένως κοινή ευθύνη των εθνικών δικαστηρίων, ιδίως δε εκείνων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, και του Δικαστηρίου για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης και συνεπούς ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης.
88 Υπενθυμίζεται επίσης ότι το σύστημα άμεσης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που καθιερώνεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεν συνιστά ένδικο βοήθημα παρεχόμενο στους διαδίκους διαφοράς η οποία εκκρεμεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, απλώς και μόνον το ότι ένας διάδικος υποστηρίζει ότι η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης δεν υποχρεώνει το οικείο δικαστήριο να δεχθεί ότι ανακύπτει τέτοιο ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management et Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψεις 53 και 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
89 Συνεπώς, προκειμένου να διαπιστωθεί κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης στοιχειοθετούσα την ευθύνη κράτους μέλους, εκτός της παραβάσεως της υποχρεώσεως περί προδικαστικής παραπομπής, κατά το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να υφίσταται και παράβαση άλλου κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος να απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες.
90 Εν προκειμένω, από την απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει, αφενός, ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 δεν αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και, αφετέρου, ότι ένας γεωργός δεν δύναται να επικαλεσθεί λυσιτελώς το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Curtea de Apel Bucureşti (εφετείο Βουκουρεστίου) παρέβη την υποχρέωσή του περί προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τέτοια παράβαση δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να συντελέσει στη βάσει του δικαίου της Ένωσης θεμελίωση της ευθύνης του Ρουμανικού Δημοσίου για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο αναιρεσείων της κύριας δίκης συνεπεία της αποφάσεως του προμνημονευθέντος δικαστηρίου της 9ης Απριλίου 2012.
91 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι η, σε προγενέστερο στάδιο της διαφοράς της κύριας δίκης, παράλειψη εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 δεν συνιστά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους.
Επί των δικαστικών εξόδων
92 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1009/2008 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2008,
έχει την έννοια ότι:
δεν συνιστά κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και του οποίου η παράβαση μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς προς στήριξη αγωγής με αίτημα να αναγνωρισθεί η εξωσυμβατική ευθύνη κράτους μέλους.
2) Το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 381/2007 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2007, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του κανονισμού 796/2004,
έχει την έννοια ότι:
ο όρος «ακριβή πραγματικά στοιχεία», κατά το προμνημονευθέν άρθρο 68, παράγραφος 1, αφορά τόσο την ορθή δήλωση εμβαδού από τον γεωργό όσο και τον εκ μέρους του ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του.
3) Το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι η, σε προγενέστερο στάδιο της διαφοράς της κύριας δίκης, παράλειψη εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 δεν συνιστά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους.
(υπογραφές)
