ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου – Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία” και με τον διακριτικό τίτλο “Eurobank Ergasias”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ. Κατά την δικάσιμο της 31ης Οκτωβρίου 2022 εκπροσωπήθηκε ομοίως.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά “ΜΕΤΑΞΑ”, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξάνδρα Καλλιανού. Κατά την δικάσιμο της 31ης Οκτωβρίου 2022 εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Κονταρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 689/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 273/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2019 αίτησή της και τον από 12-4-2021 πρόσθετο αυτής λόγο, για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 31η Οκτωβρίου 2022 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ’ αριθμ. …/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ. , η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 674/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).
Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, η από 26.6.2019 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με τη με αριθμό …/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα σ’ αυτούς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε συζητηθεί ωσαύτως κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 31.10.2022 ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 273/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Παραδεκτοί εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1.1.2022, είναι και οι από 12.4.2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (σχετ. προσκ. με αριθμό …2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, Α. Ν. Τ.). Πρέπει, συνεπώς, η παραπάνω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της να συνεκδικασθούν, διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 497/2021, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017).
Α. Με τις διατάξεις του άρθρ. 41 του ν.δ. 496/1974 “περί Κώδικος Λογιστικού των ΝΠΔΔ” ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό ΝΠΔΔ που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [και μεταγενέστερα κατά την υπ’ αριθ. …1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ …/1992) 150.000 δραχμών ή 440,20 ευρώ, ήδη δε, κατά την υπ’ αριθ. …/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ …/2001) 2.500 ευρώ] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διάρκειας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε, η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 84 του ν.δ. 321/1969 “περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού” και ήδη με τις διατάξεις του άρθρ. 80 του μεταγενέστερου ν. 2362/1995 “περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού” (που αντικατέστησε το προηγούμενο Ν.Δ.), συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό ΝΠΔΔ ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι’ αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 1160/2013, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 1135/2010, ΑΠ 1161/2009, ΑΠ 181/2004, ΑΠ 1626/1995).
Β. Ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο και γι’ αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο (ΑΠ 52/2021, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 148/2017, ΑΠ 1819/2012). Την παραγραφή διακόπτει και η άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ κατά την έννοια του οποίου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, μετά την με τον τρόπο αυτό επέλευση της διακοπής, αποτελεί διακοπτικό γεγονός και κάθε μετέπειτα διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 148/2017), όπως η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κλπ. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ η οποία έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου και ΝΠΔΔ χρηματικών απαιτήσεων (ΑΠ 52/2021, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 190/2008, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1774/1999) κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή (το δικόγραφό της -ΑΠ 361/2019) ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Το διακοπτικό δηλαδή αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς (για λόγους δηλαδή που δεν ανάγονται στην νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης – ΑΠ 113/2019, ΑΠ 172/2018, ΑΠ 802/2018, ΑΠ 252/2016), εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής. (ΑΠ 52/2021, ΑΠ 1048/2009, ΑΠ 1758/2005). Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία, δηλαδή κάθε ασκούμενη (επόμενη) αγωγή είτε για να διακόψει την εκ νέου αρχόμενη παραγραφή το άρθρου 261 του ΑΚ, είτε για να θεωρηθεί ότι η παραγραφή του άρθρου 263 του ΑΚ έχει διακοπεί με την αρχικώς εγερθείσα αγωγή, για να έχει τα ανωτέρω αποτελέσματα, πρέπει να στηρίζεται στο ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης ενοχής ή συνέπειας (AΠ 52/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 190/2008). Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα παρατιθέμενα και συγκροτούντα το πραγματικό της στην προηγούμενη αγωγή εφαρμοστέας ουσιαστικής διάταξης περιστατικά, που ήσαν αναγκαία για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της εφαρμοστέας στην νέα δίκη διάταξης. Εάν, όμως, η μεταγενέστερη αγωγή στην ιστορική της βάση περιλαμβάνει, ως στοιχεία της και νέα, πρόσθετα, περιστατικά, δυνάμενα να υπαχθούν σε διαφορετικό ουσιαστικό κανόνα δικαίου, προβλέποντα την επέλευση της διά της νέας αγωγής επικαλούμενης έννομης συνέπειας, δεν υφίσταται η προαναφερόμενη αναγκαία προϋπόθεση και μάλιστα ανεξαρτήτως εάν τα πρόσθετα αυτά περιστατικά υφίσταντο και ήταν δυνατόν να προταθούν δια της προηγούμενης αγωγής, καθώς και εάν το υλικό αντικείμενο της νέας δίκης ταυτίζεται με εκείνο της προηγούμενης. Τούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή δεν επιδιώκεται η διαφορετική νομική αξιολόγηση του ίδιου ιστορικού συμβάντος, αλλά αυθεντική διάγνωση έννομης σχέσης ή συνέπειας με την επίκληση νέων περιστατικών γενεσιουργών αυτής κατά νόμο, τα οποία, όμως, δεν απετέλεσαν αντικείμενο της προηγηθείσας αγωγής (ΑΠ 198/2021, ΑΠ 1267/2017, ΑΠ 1184/2012).
Γ. Ο ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, ο οποίος καταργήθηκε από τον ισχύοντα από 1-1-2015 ν.4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης – εποπτείας -Δημόσιο Λογιστικό) όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 παρ. 1, 141 του ν. 4270/2014), τα ακόλουθα: α) Το άρθρο 90 παρ. 1: “Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής” και β) το άρθρο 91 εδ. α`: “Επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής”.
Περαιτέρω, από τις παρομοίου περιεχομένου (ΑΠ 1800/2022) διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Ν.Δ. 496/1974 “Λογιστικό των ΝΠΔΔ” προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής των εν γένει χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε (5) έτη, πλην των ειδικότερων αξιώσεων που αφορούν αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα χρηματικά ποσά, αξιώσεις υπαλλήλων και συνταξιούχων του ΝΠΔΔ κλπ., για τις οποίες προβλέπεται διαφορετικός χρόνος παραγραφής (άρθρο 48 παρ. 2-6), αρχίζει δε, η εν λόγω πενταετής παραγραφή από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Στις απαιτήσεις δε, κατά του Δημοσίου οι οποίες υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, περιλαμβάνονται τόσο εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία όσο και εκείνες που πηγάζουν από αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 998/2025, ΑΠ 1264/2019, ΣτΕ 2748/2017).
Εξάλλου, στο άρθρο 51 του ίδιου ως άνω Ν.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: “Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ………. διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β) Δια της υποβολής προς το …………. αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως, Αρχής. Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δευτέρας αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφήν. γ) Δια της εκδόσεως τίτλου πληρωμής”. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 52 παρ. 3 του ίδιου Ν.Δ. , συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, δεν μπορεί να την λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 593/2015), η δε παραγραφή διακόπτεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή της στο δικαστήριο (άσκηση αγωγής), οπότε η παραγραφή (ισόχρονη, ΑΚ 270 εδ. α`) αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (πρβλ. ΑΠ 1533/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στη προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση συνιστά κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Με την από 17.6.2015 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, επικαλούμενη διαδοχικές συμβάσεις ενεχυρίασης απαιτήσεων μέσω εκχώρησης, που καταρτίστηκαν το χρονικό διάστημα από 18.12.2007 έως 22.5.2008 μεταξύ της ιδίας, ως εκδοχέως, και της ανώνυμης εταιρείας “Healthcare solutions ΑΕ” (μη διαδίκου), ως πιστούχου -εκχωρήτριας, των αξιώσεων της τελευταίας κατά του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, στο οποίο και αναγγέλθηκαν, προερχόμενες από άκυρες, ελλείψει τύπου, συμβάσεις πώλησης ιατροφαρμακευτικών ειδών, συνολικού τιμήματος 24.945,65 ευρώ, ζήτησε την καταβολή του ποσού αυτού, νομιμοτόκως, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 689/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την αγωγή λόγω πενταετούς παραγραφής, αφού απέρριψε την προβληθείσα από την ενάγουσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής, από την άσκηση προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας εξ αιτίας έλλειψης ταυτότητας ιστορικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών. Ακολούθως, επί της από 30.5.2017 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, εκδόθηκε η με αριθμό 273/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία δέχθηκε τα εξής: “…Δυνάμει της με αριθμό …2001 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας ως πιστώτριας και της εταιρείας “HEALTHCARE SOLUTIONS AΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ” ως πιστούχου, ανοίχθηκε υπέρ της τελευταίας πίστωση… μέχρι του ποσού των 13.000.000 ευρώ. Κατά το χρονικό διάστημα από ….2007 έως και ….2008 με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που κατήρτισε η πιστούχος εταιρεία με το εναγόμενο νοσοκομείο, που τυγχάνει ΝΠΔΔ, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις της νομοθετημένης διαδικασίας για δημόσιες συμβάσεις προμηθείας, πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο ιατροφαρμακευτικά υλικά, που περιγράφονται ειδικότερα στα με αριθμούς …. τιμολόγια…τα οποία αυτό παρέλαβε ανεπιφύλακτα. Ακολούθως, με τις με αριθμούς… συμβάσεις εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου, η πιστούχος εταιρεία εκχώρησε την ενάγουσα προς εξασφάλιση των απαιτήσεώς της από τη μεταξύ τους, κατά τα ανωτέρω, καταρτισθείσα σύμβαση πίστωσης, τις απαιτήσεις από τις προαναφερόμενες συμβάσεις πώλησης και στη συνέχεια αμφότερες προέβησαν σε νόμιμη αναγγελία της εκχώρησης, τόσο στο εναγόμενο ΝΠΔΔ- οφειλέτη, όσο και στα οριζόμενα στο άρθρο 53 του ν.δ. 496/1974 πρόσωπα -αρχές… με συνέπεια η ενάγουσα να καταστεί δικαιούχος των επιδίκων απαιτήσεων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αυτές (επίδικες αξιώσεις) έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 ν. 2362/1995, καθόσον ενόψει του χρόνου γέννησής τους κατά τα οικονομικά έτη 2007 … και 2008 η παραγραφή τους άρχιζε από ….2008 και …2009 και συμπληρωνόταν την ….2012 και ….2013 αντίστοιχα, δηλαδή, σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής στις 29.6.2015… Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με τους λόγους έφεσής της, διατείνεται ότι η ως άνω παραγραφή έχει διακοπεί με την εκ μέρους της άσκηση της με αριθμό …/2011 αγωγής της, που επέδωσε στο εναγόμενο στις 9.5.2011… οπότε ξεκίνησε νέα πενταετής παραγραφή των επιδίκων αξιώσεών της. Με την ως άνω αγωγή η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 30.893,71 ευρώ, για απαιτήσεις της από προμήθειες ιατροφαρμακευτικού υλικού, συμπεριλαμβανομένων και των επιδίκων με την κρινόμενη αγωγή, πλην όμως, τις αξιώσεις της αυτές στήριζε μόνον στις συμβάσεις πώλησης και όχι στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω ακυρότητας των συμβάσεων αυτών, διότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθείας, με συνέπεια, η αγωγή να απορριφθεί αρχικώς εξ ολοκλήρου, ως μη νόμιμη, με τη με αριθμό 4146/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και να γίνει τελεσιδίκως εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, με τη με αριθμό 398/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για όσα τιμολόγια δεν υπερέβαιναν το ποσό των 2.500 ευρώ έκαστο, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά, για τα οποία ακολούθως η ενάγουσα άσκησε την ως άνω νεότερη αγωγή της, με την οποία αιτείται την επιδίκαση των επίμαχων αξιώσεων, επικαλούμενη το πρώτον βάση από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Καθόσον όμως, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές η προηγούμενη αυτή αγωγή είχε διάφορη ιστορική και νομική αιτία από την μεταγενέστερη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη δεν μπορεί να γίνει λόγος για διακοπή της παραγραφής με την άσκηση αυτής, της ήδη επίδικης διαγνωστέας αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό που εισάγεται με την υπό κρίση νεότερη αγωγή, καθώς ελλείπει εν προκειμένω η ταυτότητα των επίδικων αξιώσεων κατά την ιστορική και νομική τους βάση.
Αντίθετο εξ άλλου, συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την διατύπωση της διάταξης του άρθρου 93 περ.α’ του ν. 2362/1995, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων του δικαστηρίου ή των διαιτητών, καθόσον ως υποβολή της υπόθεσης νοείται και εδώ η εισαγωγή προς κρίση συγκεκριμένης κατά ιστορική και νομική βάση αξίωσης του ενάγοντος, όπως αυτή προσδιορίζεται και οριοθετείται με το δικόγραφο, και με τον τρόπο αυτό καθίσταται επίδικη, ενώ περαιτέρω η έγερση της αγωγής, δεν μπορεί να νοηθεί ως αίτηση σε δημόσια αρχή , αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 93 περ. β’ του ν. 2632/1995, προκειμένου να διακοπεί ο χρόνος παραγραφής, και να αρχίσει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής, όπως ομοίως αβάσιμα διατείνεται η εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο αίτησής της.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ότι έχει επέλθει πενταετής παραγραφή των επιδίκων απαιτήσεων, την οποία νομίμως έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη του, κατ’ άρθρο 94 δ’ του ν. 2362/1995 και ήδη 144 δ’ του ν. 4270/2014, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και οι ερευνώμενοι λόγοι έφεσης με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι…”. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας έχουν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του ν. 2362/1995 “Περί Δημοσίου Λογιστικού” , οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες εν προκειμένω, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, δεδομένου ότι στη προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται, οι κατά τα στη μείζονα σκέψη, ομοίου περιεχομένου, διατάξεις των άρθρων 48,49 και 51 του ν.δ. 496/1974, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον έκρινε, ότι οι επίδικες απαιτήσεις της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, οι οποίες της εκχωρήθηκαν λόγω ενεχύρου, από την πιστούχο αυτής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “HEALTHCARE SOLUTIONS AΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ”, θεμελιούμενες στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εξ αιτίας της ελλείψει νομίμου τύπου ακυρότητας των συμβάσεων πώλησης, που η τελευταία κατήρτισε με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, το χρονικό διάστημα από ….2007 έως ….2008, ενόψει της άσκησης της ένδικης αγωγής στις 29.6.2015, υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974, που συμπληρωνόταν στις ….2012 για τις αξιώσεις του έτους 2007 και στις ….2008 για τις αξιώσεις του έτους 2008, χωρίς η παραγραφή αυτών να είχε διακοπεί με την άσκηση της προηγούμενης από 18.4.2011 (αρ. εκθ. κατ. …/2011) αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, για τις αυτές (μεταξύ άλλων) αξιώσεις, καθόσον η τελευταία αυτή αγωγή στερείτο ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας με την ένδικη, δεδομένου ότι νόμιμος λόγος ευθύνης του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ και εναγομένου στην υπόψη (προηγούμενη) αγωγή υπήρξε η έγκυρη σύμβαση πώλησης ιατροφαρμακευτικών υλικών, χωρίς σ’ αυτή να διαλαμβάνεται, ούτε κατ’ επικουρικότητα, η βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μη επαρκούντος, σύμφωνα με τα αναλυτικώς προεκτεθέντα, του γυμνού γεγονότος της υποβολής της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως της θεμελίωσης αυτής σε διαφορετική νομική βάση.
Συνεπώς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, εφόσον το αιτιολογικό της προσβαλλομένης κρίνεται ως προς τις διατάξεις των οποίων έγινε εφαρμογή εσφαλμένο, πλην ως προς το διατακτικό της αυτή είναι ορθή, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής, στον οποίο διαλαμβάνονται, λεπτομερέστερα, οι αυτές με τον κύριο λόγο αιτιάσεις από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. , ότι δηλαδή, η έννοια της διακοπής της παραγραφής με άσκηση νέας αγωγής, δεν περιορίζεται στην νομική βάση με την οποία εισάγεται στο πρώτο επιληφθέν δικαστήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να απορριφθούν στο σύνολό τους , να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που προκατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, και να καταδικασθεί αυτή, λόγω της ήττας της, στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, σύμφωνα με το νόμιμο σχετικό αίτημα του τελευταίου (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.6.2019 αίτηση αναίρεσης και τον από 12.4.2021 πρόσθετο λόγο αυτής, κατά της με αριθμό 273/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
– ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
