ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Αγωγή 105-106 ΕισΝΑΚ- Αποζημίωση για μείωση της αξίας ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας λόγω φερόμενης παράνομης έκδοσης από την ΥΔΟΜ του εναγομένου Δήμου πέντε οικοδομικών αδειών και αντίστοιχων γνωμοδοτήσεων από το Συμβούλιο αρχιτεκτονικής της ΠΕ Θεσσαλονίκης κατ’ εφαρμογή κριθεισών ως αντισυνταγματικών διατάξεων του ΝΟΚ σχετικά με τους συντελεστές δόμησης και τα ύψη- Το έννομο συμφέρον των προσθέτως παρεμβαίνοντων στηρίζεται στα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα επί των ακινήτων- Το συμφέρον της ενάγουσας στηριζόμενο σε ισχύουσα οικοδομική άδεια είναι εξ ορισμού έννομο, ανεξαρτήτως εάν η άδεια εκδόθηκε κατ΄εφαρμογή αντισυνταγματικών διατάξεων για τη μεταφορά συντελεστή δόμησης-Δεν ασκεί επιρροή ο ισχυρισμός ότι κατά το χρόνο αγοράς του διαμερίσματος ήταν σε ισχύ οι αντισυνταγματικές διατάξεις του ΝΟΚ, διότι η αγωγή δεν ερείδεται στη διάψευση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της ενάγουσας- Το Συμβ. Αρχιτεκτονικής υπάγεται στην οικεία Απ. Διοίκηση, ο δε μη εκτελεστός χαρακτήρας των πράξεών του δεν κωλύει τη διεκδίκηση αξιώσεων από το Δημόσιο, το οποίο νομιμοποιείται παθητικά – Παθητική νομιμοποίηση και του εναγομένου Δήμου, καθότι οι αποδιδόμενες παρανομίες αφορούν σε οικοδομικές άδειες εκδοθείσες από την ΥΔΟΜ του ιδίου και παρά το γεγονός ότι η υπηρεσία αυτή προβαίνει αυτομάτως στην έκδοσή τους – Ανεξάρτητο και αυτοτελές το ένδικο βοήθημα της αγωγής- Κρίση ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ΝΟΚ περί κινήτρων για ανέγερση κτιρίων με ευνοϊκότερους όρους δόμησης- Τα αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας δεν καταλαμβάνουν οικοδομικές άδειες, των οποίων η υλοποίηση (οικοδομικές εργασίες) είχε αποδεδειγμένα αρχίσει έως τις 11.12.2024 (ημερομηνία ανακοίνωσης του περιεχομένου των αποφάσεων ΣτΕ)- Αποδεδειγμένη έναρξη της υλοποίησης των οικοδομικών αδειών των ακινήτων των παρεμβαινόντων προ της 11.12.2024- Αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο χρονικός περιορισμός του αναδρομικού αποτελέσματος αφορά μόνο τις περιπτώσεις ευθείας προσβολής οικοδομικών αδειών και όχι την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων αποζημιωτικής φύσης όπως η αγωγή – Κύριος και όχι επικουρικός ο χαρακτήρας της αγωγής- Τα όρια του παρεμπίπτοντος ελέγχου διοικητικής πράξης στο πλαίσιο άσκησης αγωγής αποζημίωσης ταυτίζονται με αυτά του ακυρωτικού ελέγχου όπως προβλέπονται στα άρθρα 48 και 50 του π.δ. 18/1989 -Στα όρια αυτά εντάσσονται και τα προβλεπόμενα στην παρ. 3β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989 για τον περιορισμό του αναδρομικού αποτελέσματος των αποφάσεων του ΣτΕ ως προς τις συνέπειες της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας διατάξεων του ΝΟΚ- Μη στοιχειοθέτηση των αποδιδόμενων παρανομιών και άρα της ευθύνης κατ’ άρ. 105-106 ΕισΝΑΚ- Αντίθετη μειοψηφία- Απορρίπτει την αγωγή- Δέχεται τις παρεμβάσεις των φυσικών προσώπων.
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Η΄
ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2026, με δικαστές τους Στέργιο Κοφίνη, Πρωτοδίκη Δ.Δ., Προεδρεύοντα, με βάση την υπ’ αριθ. 21/19.3.2026 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου, και τις Πρωτοδίκες Δ.Δ., Ναταλία- Ελένη Γρηγοριάδου και Ευαγγελία Παυλίδου (εισηγήτρια). Ως γραμματέας έλαβε μέρος ο Νικόλαος Τοκμακίδης, δικαστικός υπάλληλος.
Γ ι α να δικάσει την αγωγή, με ημερομηνία κατάθεσης 14.10.2025 (αριθ. εισαγωγής ΑΓ 3229/2025, Εθνικός Αριθμός Υπόθεσης 2025044764),
τ η ς … του …, κατοίκου … Θεσσαλονίκης (οδός …, αρ. 26 και …, αρ. 9), που λογίζεται ότι παρέστη με την, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 ΚΔΔ, δήλωση του πληρεξούσιού της δικηγόρου, Γεώργιου Γιαννόπουλου,
κ α τ ά: 1. του Δήμου Καλαμαριάς, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχό του, που λογίζεται ότι παρέστη με την, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 ΚΔΔ, δήλωση της πληρεξούσιάς του δικηγόρου, Αικατερίνης Μπόσδα και 2. του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που λογίζεται ότι παρέστη με την, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 ΚΔΔ, δήλωση της δικαστικής πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαγδαληνής Καρυπίδου
κ α ι κ α τ ά των προσθέτως παρεμβαινόντων (αρ. εισαγωγής παρέμβασης Π …/16.4.2026): 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», υπό τον διακριτικό τίτλο «…», η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (οδός …, αρ. 1), 2. … του …, κατοίκου …(οδός …, αρ. 106), 3. … του …, κατοίκου … (οδός …, αρ. … και ήδη …, αρ. 1), 4. … του …, κατοίκου … (οδός …, αρ. 106 και ήδη …, αρ. 1) και 5. … του …, κατοίκου … (οδός …, αρ. 16) και ήδη … (…), που παρέστησαν διά των δικηγόρων, Σπυρίδωνος Κωνσταντόπουλου και Αθανάσιου Γκιουλέκα.
Κατά τη συζήτηση, οι δικηγόροι των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των εναγόμενων που παρέστησαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν τα αναφερόμενα στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων προθεσμία επτά (7) ημερών, για την προσκόμιση των νομιμοποιητικών τους στοιχείων, που τους χορηγήθηκε. Μετά από τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα, σκέφθηκε κατά τον νόμο.
Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς:
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής έχει καταβληθεί το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, ύψους 1.609,98 ευρώ (βλ. το υπ’ αριθ. … εξοφληθέν ηλεκτρονικό παράβολο).
2. Επειδή, με την υπό κρίση αγωγή ζητείται να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, με απόφαση κηρυσσόμενη προσωρινώς εκτελεστή, να καταβάλουν στην ενάγουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 152.000 ευρώ. Το ποσό αυτό, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της εν λόγω αγωγής, ζητείται βάσει των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ και αντιστοιχεί: α) μέχρι του ποσού των 122.000 ευρώ, σε αποζημίωση για την επικαλούμενη ισόποση μείωση της αξίας ακινήτου της ενάγουσας, ευρισκόμενου στον τελευταίο όροφο οικοδομής στη συμβολή των οδών … αρ. 26 και …, αρ. 9, στην …, συνεπεία της παράνομης, κατά την ίδια, έκδοσης από τα όργανα των εναγόμενων πράξεων και, συγκεκριμένα, πέντε οικοδομικών αδειών από την Υπηρεσία Δόμησης (ΥΔΟΜ) του πρώτου εναγόμενου Δήμου και αντίστοιχων γνωμοδοτήσεων από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Περιφερειακής Ενότητας (ΠΕ) Θεσσαλονίκης του δεύτερου εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή αντισυνταγματικών, κατ’ αυτή, διατάξεων του, κυρωθέντος με τον ν. 4067/2012 (Α΄ 79), Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ) και β) μέχρι του υπόλοιπου ποσού των 30.000 ευρώ, σε χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, για την ηθική της βλάβη από τις ίδιες ως άνω αποδιδόμενες παρανομίες, που είχαν ως συνέπεια τη στέρηση της απρόσκοπτης θέας του ακινήτου της και συνακόλουθα τη μείωση της εμπορικής αξίας του, προκαλώντας σ’ αυτή αισθήματα υπέρμετρου άγχους, θλίψης και στεναχώριας.
3. Επειδή, στις 29.4.2026, ήτοι εντός της επταήμερης προθεσμίας που χορηγήθηκε στους προσθέτως παρεμβαίνοντες για την προσκόμιση των νομιμοποιητικών στοιχείων των δικηγόρων τους, κατετέθησαν τα εξής: α) το από 20.4.2026 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης παρεμβαίνουσας εταιρείας, με την από 27.4.2026 εξουσιοδότηση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, …, για την παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας στους δύο ως άνω δικηγόρους που παρέστησαν για λογαριασμό της, καθώς και β) οι από 28.4.2026 υπεύθυνες δηλώσεις, βεβαιωμένες ψηφιακά ως προς το γνήσιο της υπογραφής τους, για την παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας στους ίδιους δικηγόρους και από τους λοιπούς τέσσερις των παρεμβαινόντων. Ωστόσο, με βάση τα προσκομισθέντα αυτά στοιχεία, οι εν λόγω δικηγόροι δεν έχουν νομιμοποιηθεί προσηκόντως ως προς την πρώτη παρεμβαίνουσα εταιρεία. Και τούτο διότι έχει προσκομισθεί μόνον πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου μαζί με ιδιωτικό έγγραφο για την παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας στους ανωτέρω δικηγόρους, χωρίς, όμως, να προσκομίζεται και το καταστατικό της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ή, σε αναπλήρωση αυτού, η ανακοίνωσή του στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) ή ανακοίνωση, επίσης στο ΓΕΜΗ, της απόφασης του αρμόδιου οργάνου της εταιρείας, για τον ορισμό του οργάνου στο οποίο ανατίθεται η εξουσία για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και την εξουσιοδότηση δικηγόρου, κατά το άρθρο 30 παρ. 2 περ. β΄ του, κυρωθέντος με τον ν. 2717/1999 (Α΄ 97), Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (βλ. ΣτΕ 550- 1/2023). Για τον λόγο αυτόν, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθ’ ο μέρος αυτή ασκείται από την πρώτη εταιρεία.
4. Επειδή, οι λοιποί τέσσερις παρεμβαίνοντες μετ’ εννόμου συμφέροντος και, εν γένει, παραδεκτώς ασκούν την από 16.4.2026 πρόσθετη παρέμβασή τους υπέρ των εναγόμενων, την οποία και επέδωσαν στην ενάγουσα την αυτή ημέρα της κατάθεσής της (βλ. την υπ’ αριθ. …/16.4.2026 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνου Σίσκου, για την επίδοση αντιγράφου του δικογράφου της στην ίδια την ενάγουσα). Όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται, με το από 28.4.2026 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα της ενάγουσας, η οποία αμφισβητεί το έννομο συμφέρον τους, ισχυριζόμενη ότι από την τυχόν επιδίκαση αποζημίωσης σε αυτή δεν προκύπτει απαραίτητα βλάβη στα δικαιώματα των παρεμβαινόντων, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Και τούτο διότι το έννομο συμφέρον των τελευταίων θεμελιώνεται στα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα επί ενός εκ των πέντε κτιρίων που αφορούν οι αποδιδόμενες παρανομίες και, συγκεκριμένα, του ευρισκόμενου επί των οδών …, αρ. 109 και …, αρ. 14, με ρητή μνεία τους στην αρχική, υπ’ αριθ. …/30.4.2024 οικοδομική άδεια (βλ. και ΔΕφΘεσ εν συμβ. 11/2025, σκ. 3).
5. Επειδή, το δεύτερο εναγόμενο Δημόσιο, με το από 28.4.2026 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημά του, προβάλλει ότι η υπό κρίση αγωγή είναι αόριστη ελλείψει: α) εξειδίκευσης των παρανομιών που αποδίδονται στις γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής, β) μνείας του ακριβούς ύψους στο οποίο βρίσκεται το διαμέρισμα της ενάγουσας, καθώς και γ) σαφούς καθορισμού της διεκδικούμενης ζημίας της, για την οποία προσκομίζεται μόνο μελέτη με συγκριτικά στοιχεία από αγγελίες παρακείμενων ακινήτων, χωρίς συνυπολογισμό συγκεκριμένων κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του ακινήτου της ενάγουσας, όπως και των αντικειμενικών αξιών της περιοχής. Ωστόσο, η ένσταση αυτή του Δημοσίου είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθώς το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 73 παρ. 1 ΚΔΔ, στοιχεία, τα λοιπά δε προβαλλόμενα ανάγονται όχι στο κύρος του, αλλά στην ουσιαστική βασιμότητα των ένδικων αξιώσεων.
6. Επειδή, προς απόδειξη της ενεργητικής της νομιμοποίησης η ενάγουσα, την προτεραία της παρούσας δικασίμου, προσκόμισε τα εξής: α) το υπ’ αριθ. …/2.11.2016 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, …, για την πώληση σε αυτήν ενός διαμερίσματος, καθαρής επιφάνειας 142,90 τ.μ., ευρισκόμενου στον έβδομο και τελευταίο όροφο οικοδομής στη συμβολή των οδών … και … και β) το υπ’ αριθ. …/3.11.2016 πιστοποιητικό της Προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, για την καταχώριση του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο.
7. Επειδή, οι τέσσερις, εν τέλει, παραδεκτώς παρεμβαίνοντες με το δικόγραφο της παρέμβασής τους προβάλλουν ότι το ακίνητό τους βρίσκεται σε διαφορετικό οικοδομικό τετράγωνο από εκείνο της ενάγουσας και, μάλιστα, σε απόσταση 125 μέτρων, με συνέπεια αυτή να στερείται άμεσου εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της αγωγής της. Επιπροσθέτως, τόσο με την παρέμβασή τους όσο και με το από 28.4.2026 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημά τους, οι ίδιοι προβάλλουν ότι το διαμέρισμα της ενάγουσας βρίσκεται στον έβδομο όροφο της οικείας οικοδομής, η ανέγερση της οποίας, σε αυτό το ύψος, κατέστη εφικτή με τη μεταφορά συντελεστή δόμησης. Αντίστοιχα και ο πρώτος εναγόμενος Δήμος, με το από 28.4.2026 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημά του, προβάλλει ότι η άδεια για την ανέγερση της οικοδομής στην οποία βρίσκεται το ρετιρέ της ενάγουσας είχε εκδοθεί το έτος 1992, με αξιοποίηση των, τότε, ισχυουσών διατάξεων για τη μεταφορά συντελεστή δόμησης. Εκτός αυτού, όμως, ο Δήμος αμφισβητεί το έννομο συμφέρον της ίδιας και για τον πρόσθετο λόγο ότι κατά τον χρόνο της αγοράς του εν λόγω ακινήτου της, ήτοι το έτος 2016, ήταν ήδη σε ισχύ οι επίμαχες διατάξεις του ΝΟΚ. Ωστόσο, το έννομο συμφέρον της ενάγουσας δεν αναιρείται από τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αντιδίκων της. Και τούτο διότι, πέρα από τη μη απόδειξή τους, ελλείψει προσκόμισης οποιουδήποτε στοιχείου για την οικοδομική άδεια της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το ακίνητό της, η εν λόγω άδεια δεν προκύπτει πως έχει τυχόν ανακληθεί ή ακυρωθεί. Συνεπώς, συμφέρον στηριζόμενο σε ισχύουσα διοικητική πράξη είναι, πάντοτε και εξ ορισμού, έννομο, ανεξαρτήτως της ίδιας συμπεριφοράς του διοικούμενου (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3095/2001, ΣτΕ 760/2017, 764/2006, επταμ.). Κατά τα λοιπά, ειδικά ως προς την έναρξη ισχύος των επίμαχων διατάξεων ήδη πριν από την αγορά του ακινήτου της ενάγουσας, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου Δήμου είναι, επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος. Και αυτό γιατί, τότε, σε κάθε περίπτωση, δεν είχαν επέλθει ακόμη οι επικαλούμενες επιζήμιες συνέπειες από την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, όπως και η αντίστοιχη ηθική βλάβη της ενάγουσας, η οποία, εξ άλλου, δεν αποδίδεται σε διάψευση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της.
8. Επειδή, περαιτέρω, το δεύτερο εναγόμενο Δημόσιο, με το προαναφερθέν υπόμνημά του, προβάλλει ότι απαραδέκτως η υπό κρίση αγωγή στρέφεται κατ’ αυτού, ελλείψει παθητικής του νομιμοποίησης. Και τούτο διότι, κατά το ίδιο, το, κατ’ άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167), Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής λειτουργεί ως ανεξάρτητο γνωμοδοτικό όργανο και, μάλιστα, οι θετικές του γνώμες στερούνται εκτελεστότητας, με συνέπεια αυτό να μην αποτελεί όργανο του Ελληνικού Δημοσίου. Ωστόσο, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθώς το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής, βάσει των οριζόμενων στις διατάξεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 7 του ν. 4495/2017, αποτελεί όργανο που υπάγεται στην οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση, ο τυχόν δε μη εκτελεστός χαρακτήρας των πράξεών του (βλ. ΣτΕ 1337/2021, 1099/2020), δεν κωλύει τη διεκδίκηση αξιώσεων από το Δημόσιο, καθώς ευθύνη προς αποζημίωση του τελευταίου γεννάται και από μη εκτελεστές πράξεις των οργάνων του (βλ. ΣτΕ 2125/2022, σκ. 7).
9. Επειδή, εν προκειμένω, νομιμοποιείται παθητικώς και ο πρώτος εναγόμενος Δήμος, καθώς οι αποδιδόμενες παρανομίες αφορούν σε πέντε οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΝΟΚ, από την Υπηρεσία Δόμησης του εν λόγω Δήμου. Η τελευταία, άλλωστε, θεωρείται εκδούσα αρχή, έστω και στο πλαίσιο της εκ του νόμου «αυτόματης» έκδοσης των οικοδομικών αδειών, χωρίς προηγούμενο έλεγχο των νόμιμων προϋποθέσεών τους (βλ. ΣτΕ Ολομ. 146- 9/2025). Όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλει ο Δήμος με το από 28.4.2026 υπόμνημά του είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.
10. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η αγωγή ασκείται, εν γένει, παραδεκτώς κατά αμφότερων των εναγόμενων και πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, κατ’ ουσίαν.
11. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του, κυρωθέντος με το π.δ. 456/1984 (Α΄ 164), Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ): «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Ακολούθως, κατά το αμέσως επόμενο άρθρο 106 ΕισΝΑΚ: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των Δήμων … από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Περαιτέρω, το άρθρο 932 του ΑΚ προβλέπει ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης …».
12. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105 ή και 106 ΕισΝΑΚ, λόγω πράξης ή παράλειψης οργάνων του Δημοσίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ όλων των σωρευτικώς τασσόμενων προϋποθέσεων, η πράξη ή η παράλειψη να είναι παράνομη. Εάν δε ο νομοθέτης με νόμο ή με κανονιστική πράξη εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση νόμου ή με την παράλειψη νομοθέτησης, παραβίασε κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται μόνο σε περίπτωση που οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου, αλλά από την τελευταία αυτή πράξη. Περαιτέρω, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής της μνημονευόμενης διάταξης, γεννάται υποχρέωση αποκατάστασης κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας. Ειδικότερα, θετική ζημία, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς στην αγωγή, συνιστά η μείωση της περιουσίας του ζημιωθέντος, η δε αποζημίωση αποσκοπεί στην αποκατάστασή της στο ύψος που θα βρισκόταν, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η διαγνωσθείσα παρανομία (βλ. ΣτΕ 2435/2017, 1942/2013, 2773/2010, επταμ.).
13. Επειδή, ακόμη, ο ως άνω Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 80 ορίζει τα εξής: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το Δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής».
14. Επειδή, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, η αγωγή είναι ανεξάρτητο ένδικο βοήθημα, δυνάμενη να ασκηθεί και αυτοτελώς. Σε περίπτωση, όμως, που το διαπλαστικό ένδικο βοήθημα για τον ευθύ δικαστικό έλεγχο της φερόμενης ως ζημιογόνου πράξης συνίσταται σε αίτηση ακυρώσεως, ο παρεμπίπτων έλεγχος της πράξης αυτής γίνεται εντός των ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 48 και 50 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) και στο πλαίσιο της αγωγής (βλ. ΣτΕ 841/2015, 2176/2012, 4109/2010, 2803/2006).
15. Επειδή, εξ άλλου, το αμέσως προαναφερθέν άρθρο 50 του π.δ/τος 18/1989 στην πρώτη του παράγραφο ορίζει ότι: «Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη». Ακολούθως, στην παρ. 3β του ίδιου άρθρου, όπως αυτή έχει προστεθεί με το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), προβλέπεται ότι: «Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το Δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης». Ακολούθως, κατά την παρ. 3δ του ίδιου άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989, όπως αυτή έχει, επίσης, προστεθεί, με το ανωτέρω άρθρο 22 του ν. 4274/2014: «Η εφαρμογή των παραγράφων 3α, 3β και 3γ δεν θίγει τις αποζημιωτικές αξιώσεις».
16. Επειδή, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης της παρ. 3β του άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989, με αυτή δόθηκε η δυνατότητα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό προϋποθέσεις τις οποίες το ίδιο σταθμίζει, να αποκλίνει, σε εξαιρετικές, πάντως, περιπτώσεις, από τον κανόνα της αναδρομικής ακύρωσης και να καθορίσει μεταγενέστερο χρόνο επέλευσης των συνεπειών της ακύρωσης· όπως δε παγίως πλέον γίνεται δεκτό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου η αυτή δυνατότητα ισχύει αναλογικώς και επί αγωγών και άλλων διαφορών ουσίας, που άγονται προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας μέσω του δικονομικού θεσμού της πρότυπης δίκης, με συνέπεια να μπορεί το Δικαστήριο αυτό, με ρητή σχετική του απόφαση, να ορίζει ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των κρίσιμων για την επίλυση της εκάστοτε διαφοράς διατάξεων θα επέρχονται μετά τη δημοσίευση της απόφασης (βλ. ΣτΕ 4741/2014 Ολ. σκ. 25, 2288/2015 Ολ. σκ. 25, 431/2018 Ολ. σκ. 19, 1408/2022 Ολ. σκ. 30). Εξάλλου, ομοίως έγινε δεκτό, στο πλαίσιο εκδίκασης ακυρωτικής διαφοράς, ότι στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ακύρωση ατομικής διοικητικής πράξης λόγω αντισυνταγματικότητας του νόμου, κατ’ εφαρμογήν του οποίου εκδόθηκε, θα έθετε ζήτημα ανάκλησης και άλλων πράξεων εκδοθεισών κατ’ εφαρμογήν του ίδιου νόμου, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να καθορίζει, σταθμίζοντας το δημόσιο συμφέρον προς τις συντρέχουσες συνταγματικές αρχές και τα ατομικά δικαιώματα των εμπλεκομένων μερών, ότι τα αποτελέσματα της διακηρυχθείσας αντισυνταγματικότητας συγκεκριμένης διάταξης επέρχονται από συγκεκριμένη ημερομηνία, την οποία το ίδιο καθορίζει (βλ. ΣτΕ 146/2025 Ολ., σκ. 47 και τις αντίστοιχες σκέψεις των ΣτΕ 147-149/2025 Ολ.· πρβλ. ΣτΕ 1150/2025 Ολ., σκ. 15-16 για την περίπτωση που εκκρεμούν πολλές παρόμοιες υποθέσεις ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων). Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, σε περίπτωση που ο περιορισμός του αναδρομικού αποτελέσματος της απόφασης αφορά στις συνέπειες διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου που όρισε η σχετική απόφαση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ/τος 18/1989, συμπεριλαμβανόμενης της θεμελίωσης αξιώσεων βάσει των διατάξεων αυτών, με εξαίρεση την τυχόν ρητή πρόβλεψη της απόφασης ως προς τους διαδίκους της ίδιας δίκης, καθώς και αναφορικά με όσους είχαν ήδη ασκήσει σχετικά ένδικα βοηθήματα ή μέσα (βλ. ΣτΕ Ολομ. 2287- 8/2015). Εξ άλλου, ο περιορισμός αυτός δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της, κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ή στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της. Και τούτο διότι αφενός μεν η αναδρομικότητα των συνεπειών των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι αυτονόητη και αποκλειστική κάθε άλλης ρύθμισης αφετέρου δε με τον ως άνω τιθέμενο περιορισμό δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων του διοικούμενου, εφόσον αυτοί δεν αποστερούνται των δικαιωμάτων τους, τα οποία, απλώς, περιορίζονται για τους προαναφερόμενους λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ Ολομ. 172/2026). Μειοψήφησε ο προεδρεύων Πρωτοδίκης Στέργιος Κοφίνης, ο οποίος υποστήριξε τη θέση που εκτίθεται αναλυτικώς στη σκέψη 29.
17. Επειδή, ακόμη, o προαναφερθείς Νέος Οικοδομικός Κανονισμός (ΝΟΚ) στο άρθρο 11 καθορίζει τους συντελεστές δόμησης, ενώ το άρθρο 15, για το ύψος του κτιρίου, στην πρώτη του παράγραφο, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 20 παρ. 23 του ν. 4258/2014 (Α΄ 94), 7 παρ. 11- 13 του ν. 4315/2014 (Α΄ 269), 13 του ν. 4467/2017 (Α΄ 56), 7 παρ. 1 του ν. 4664/2020 (Α΄ 32) και 72 του ν. 4663/2020 (Α΄ 30), μετά και από τη διαμόρφωσή της από το άρθρο 106 του ν. 4759/2020 (Α΄ 245), προβλέπει τα εξής: «1. Το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος του κτιρίου ορίζεται σε συνάρτηση με τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης της περιοχής ως εξής: α) για συντελεστή δόμησης έως και 0,4, ύψος 10,75 μ., β) για συντελεστή δόμησης έως και 0,8, ύψος 14,00 μ., γ) για συντελεστή δόμησης έως και 1,2, ύψος 17,25 μ., δ) για συντελεστή δόμησης έως και 1,6, ύψος 19,50 μ., ε) για συντελεστή δόμησης έως και 2,0, ύψος 22,75 μ., στ) για συντελεστή δόμησης έως και 2,6, ύψος 26,00 μ. και ζ) για συντελεστή δόμησης 2,6 και άνω, το δεκαπλάσιο του επιτρεπόμενου συντελεστή με μέγιστο ύψος 32,00 μ.». Ακολούθως το άρθρο 19 του ΝΟΚ προέβλεπε ότι επιτρέπονται κατασκευές πάνω από το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος της περιοχής και μέσα στο ιδεατό στερεό, μεταξύ των οποίων, κατά την περ. α΄ του εν λόγω άρθρου, όπως αυτή ίσχυε πριν από την κατάργησή της από το άρθρο 71 περ. β΄ του ν. 5197/2025 (Α΄ 76), επιτρεπόταν σε νέα και υφιστάμενα κτίρια, χώροι κύριας χρήσης, αποκλειστικής ή κοινόχρηστης, μέγιστης επιφάνειας 35 τ.μ. και μέγιστου ύψους 3,40 μ., με προϋπόθεση τη δημιουργία φυτεμένου δώματος. Περαιτέρω, στο άρθρο 25 του ίδιου νόμου προβλέπεται η παροχή κινήτρων, για τη δημιουργία κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας. Με τις εν λόγω δε διατάξεις του ΝΟΚ εισήχθη σύστημα, με το οποίο θεσπίζονται σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο τα κίνητρα της προσαύξησης των όρων δόμησης, ήτοι του συντελεστή και του ύψους, για την ανέγερση των κτιρίων, με αντιστάθμισμα τη μείωση της κάλυψης, την αύξηση ακάλυπτων κοινόχρηστων χώρων και χώρων πρασίνου, καθώς και την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων.
18. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ΝΟΚ και όπως έχει κριθεί με τις υπ’ αριθ. 146-149/2025 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ναι μεν με το σύστημα των επίμαχων ρυθμίσεων θεσπίζονται, διά των παρεχόμενων με αυτές προσαυξήσεων στον συντελεστή δόμησης και το ύψος, κίνητρα για την ανέγερση κτιρίων με ευνοϊκότερους όρους δόμησης από τους ισχύοντες στην περιοχή του οικοδομούμενου ακινήτου, εν τούτοις, το σύστημα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ως εκ του περιεχομένου των σχετικών διατάξεων, επιφέρει, καθ’ εαυτό, επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και υποβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος. Και τούτο, κατά πρώτον, διότι, η προσαύξηση του συντελεστή δόμησης αυξάνει μεν την πραγματοποιούμενη δόμηση, αυτή, όμως, αριθμητικώς και ποσοστιαίως υπολογιζόμενη, δεν παρίσταται προδήλως υπέρμετρη, ώστε να άγει, άνευ άλλου, σε ανεπίτρεπτη συνταγματικά επιδείνωση των όρων διαβίωσης και του περιβάλλοντος. Ο δε όρος δόμησης που αναφέρεται στο ύψος δεν συνιστά, καθ’ εαυτόν, δυσμενή μεταβολή των συνθηκών, αλλά αξιολογείται σε συγκεκριμένο χωρικό πλαίσιο αναφοράς, σε συσχέτιση και με το περιεχόμενο του όλου σχεδιασμού, στον οποίον εντάσσεται. Κατά δεύτερον, διότι τα εν λόγω κίνητρα συνοδεύονται από τα ανωτέρω αντισταθμίσματα της μείωσης της κάλυψης, της δημιουργίας κτιρίων υψηλής ενεργειακής απόδοσης και της αύξησης των κοινόχρηστων χώρων και των χώρων πρασίνου, τα οποία συνιστούν, κατά κοινή πείρα, ευνοϊκά για το περιβάλλον στοιχεία. Συνεπώς, οι επίμαχες διατάξεις του ΝΟΚ δεν αντίκεινται, κατ’ αρχήν, ως εκ του περιεχομένου τους, στο τιθέμενο από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος πλαίσιο, το οποίο επιτάσσει τη διασφάλιση των βέλτιστων όρων διαβίωσης και την απαγόρευση λήψης μέτρων που επιφέρουν επιδείνωση των όρων διαβίωσης και του οικιστικού περιβάλλοντος. Περαιτέρω, οι ίδιες ρυθμίσεις, διαπνεόμενες από την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, παρίστανται αναγκαίες και πρόσφορες για την επίτευξη των θεμιτών, κατά το Σύνταγμα, ως άνω φιλοπεριβαλλοντικών σκοπών, στους οποίους αποβλέπουν τα προβλεπόμενα με αυτές αντισταθμίσματα, δηλαδή της αύξησης των ελεύθερων χώρων και των χώρων πρασίνου, της μείωσης εκπομπής ρύπων από τα κτίρια και της εξοικονόμησης ενέργειας, καθώς και της βελτίωσης του μικροκλίματος, και δεν είναι δυσανάλογες σε σχέση με τους σκοπούς αυτούς. Η καταλληλότητα δε των εν λόγω ρυθμίσεων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι είναι νοητές και άλλες πρόσφορες ρυθμίσεις για την ικανοποίηση των αυτών ως άνω επιδιωκόμενων σκοπών. Ούτε, εξ άλλου, απομειώνει τη σημασία των κινήτρων αυτών και πολύ περισσότερο δεν θεμελιώνει την αντισυνταγματικότητά τους, το γεγονός ότι η εφαρμογή τους ενδέχεται να καθίσταται οικονομικώς επωφελής για όσους τα αξιοποιούν, διότι αυτό αυξάνει την ελκυστικότητά τους και διασφαλίζει την αποδοχή τους από την κοινωνία, η δε επικερδής αξιοποίηση της γης υπό συνθήκες που διασφαλίζουν την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής, όχι απλώς δεν αντιστρατεύεται αλλά, αντιθέτως, μπορεί να εναρμονίζεται με το συνταγματικό ζητούμενο της προστασίας και βελτίωσης του οικιστικού περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, η αύξηση, καθ’ εαυτή, ορισμένων πολεοδομικών μεγεθών δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ προοιμίου αντίθετη προς το Σύνταγμα, υπό την αυτονόητη, πάντως, προϋπόθεση ότι έχει αποτελέσει αντικείμενο σχεδιασμού, στάθμισης και μελέτης και έχει υπαχθεί στη δέουσα διοικητική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει και την προβλεπόμενη διαβούλευση. Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν κωλύεται να μεταβάλλει αντιλήψεις ως προς την ισορροπία μεταξύ επιμέρους όρων δόμησης, ο επανακαθορισμός δε της μεταξύ τους σχέσης ούτε εκ προοιμίου αντίθετη προς το Σύνταγμα επιδείνωση των όρων διαβίωσης συνιστά ούτε στο «πολεοδομικό κεκτημένο» προσκρούει, το οποίο, ανεξάρτητα από την έννοιά του, δεν αποκλείει οι ίδιες διατάξεις να κρίνονται ισχυρές σε ορισμένες περιπτώσεις και ανίσχυρες σε άλλες. Εξ άλλου, η συμβατότητα του συστήματος κινήτρων με το Σύνταγμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο νόμος που τα προβλέπει περιλαμβάνει και άλλες διατάξεις, λιγότερο ή περισσότερο πρόσφορες για την ικανοποίηση του ίδιου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Κατά τα λοιπά, όμως, με τις ίδιες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι το εν λόγω σύστημα κινήτρων του ΝΟΚ αντίκειται στα άρθρα 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όχι, κατ’ αρχήν, εξ αιτίας του περιεχομένου των επίμαχων διατάξεών του, κατά τα γενόμενα δεκτά αμέσως ανωτέρω, αλλά για τον λόγο ότι με τις διατάξεις αυτές παρέχεται απευθείας στις Υπηρεσίες Δόμησης η δυνατότητα να εκδίδουν οικοδομικές άδειες, κατ’ απόκλιση και, μάλιστα, ουσιώδη από τους ισχύοντες όρους δόμησης, με βάση το πολεοδομικό καθεστώς κάθε περιοχής. Ειδικότερα, τα παρεχόμενα με τις διατάξεις αυτές κίνητρα πρέπει να έχουν ληφθεί υπ’ όψιν και να έχουν σταθμισθεί οι συνέπειές τους στο οικιστικό περιβάλλον κάθε περιοχής, κατά το στάδιο του πολεοδομικού σχεδιασμού, κατόπιν ειδικής επιστημονικής μελέτης που να τεκμηριώνει τις περιεχόμενες ρυθμίσεις, σε σχέση με τις ιδιαιτερότητες και την εν γένει φυσιογνωμία κάθε οικισμού. Ειδικά δε η μη προσμέτρηση των εσωτερικών εξωστών (παταριών) στον συντελεστή δόμησης, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 6 περ. ιδ΄ του ΝΟΚ, κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται από πολεοδομικούς ή άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος. Επίσης και η ρύθμιση του άρθρου 11 παρ. 6 εδ. ιστ΄ του ΝΟΚ, κατά το μέρος που αφορά στη μη προσμέτρηση στον συντελεστή δόμησης του προβλεπόμενου κτίσματος στο δώμα της οικοδομής, κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται από πολεοδομικούς λόγους και, συνεπώς, έχει τεθεί κατά παράβαση του άρθρου 24 του Συντάγματος. Ομοίως, κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται, εν πάση περιπτώσει, η ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 19 του ΝΟΚ, κατά την οποία στον υπολογισμό της φυτεμένης επιφάνειας συμμετέχουν οι ασκεπείς κατασκευές για την υποδοχή στοιχείων νερού και οι πισίνες, σε ποσοστό 50% της επιφάνειάς τους.
19. Επειδή, ωστόσο, με τις ίδιες, υπ’ αριθ. 146-149/2025 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι στις κρινόμενες περιπτώσεις η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων του ΝΟΚ περί κινήτρων θα συνεπαγόταν δυνατότητα των Υπηρεσιών Δόμησης να ανακαλέσουν οικοδομικές άδειες εκδοθείσες κατ’ εφαρμογή τους σε όλη τη χώρα ή και υποχρέωσή τους να εξετάσουν αιτήματα τρίτων περί ανάκλησης οικοδομικών αδειών, βάσει των οποίων ανεγέρθησαν οικοδομές ή κατόπιν των οποίων αποκτήθηκαν εμπράγματα δικαιώματα από μεγάλο αριθμό προσώπων. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να προβεί σε στάθμιση: α) του δημοσίου συμφέροντος, που θα επέβαλλε, κατ’ αρχήν, την ανάκληση των εκδοθεισών οικοδομικών αδειών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει παρέλθει εύλογος χρόνος από την έκδοσή τους, κατά το μέρος που υλοποιούν αυξημένη δόμηση και ύψος κτιρίων κατόπιν χρήσης των κινήτρων του ΝΟΚ, με σκοπό την αποκατάσταση της πληγείσας πολεοδομικής νομιμότητας και του οικιστικού περιβάλλοντος, και β) των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της εμπιστοσύνης των διοικούμενων που οικοδόμησαν, εμπιστευθέντες το νομοθετικό καθεστώς και τα θεσπισθέντα κίνητρα του ν. 4067/2012, και που απέκτησαν καλοπίστως εμπράγματα δικαιώματα επί των εν λόγω ακινήτων. Σταθμίζοντας, συνεπώς, αφενός τις ανωτέρω αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικούμενων και αφετέρου το δημόσιο συμφέρον, κρίθηκε ότι τα αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας δεν καταλαμβάνουν τις οικοδομικές άδειες, των οποίων η υλοποίηση (οικοδομικές εργασίες) είχε αποδεδειγμένα αρχίσει έως και τις 11.12.2024, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο, διά του Προέδρου του, προέβη σε ανακοίνωση του περιεχομένου των αποφάσεών του, κατά το άρθρο 34 παρ. 8 του π.δ/τος 18/1989. Ως έναρξη δε υλοποίησης των οικοδομικών αδειών νοούνται οι εργασίες εκσκαφής για την ανέγερση της οικοδομής, ο χρόνος πραγματοποίησης των οποίων πρέπει να αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως, ιδίως, α) με τη γνωστοποίηση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, της έναρξης των εργασιών εκσκαφής σε οποιαδήποτε διοικητική αρχή (ενδεικτικά: Υπουργεία, Δήμους, Αστυνομικά Τμήματα, Περιφέρειες, Επιθεώρηση Εργασίας κ.λπ.), β) την ηλεκτρονική υποβολή Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης (ΑΠΔ) από τον εργοδότη στη βάση δεδομένων του ΕΦΚΑ, εφόσον η γνωστοποίηση ή η υποβολή των ως άνω στοιχείων έχει λάβει χώρα έως και την κρίσιμη ημερομηνία της ανακοίνωσης, δηλαδή έως και την 11η Δεκεμβρίου 2024. Δεν αρκούν, όμως, η ηλεκτρονική αυτόματη έκδοση της οικοδομικής άδειας και η λήψη αριθμού άδειας, η οποία απλώς επιτρέπει την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, κατά το άρθρο 38 του ΝΟΚ, αλλά δεν αποδεικνύει τον χρόνο έναρξης των εν λόγω εργασιών, ούτε η ηλεκτρονική ενημέρωση άλλων υπηρεσιών, η οποία αφορά μόνον το γεγονός της έκδοσης της άδειας, βάσει του άρθρου 43 παρ. 3 του ν. 4495/2017. Κατά τα λοιπά, πάντως, κρίθηκε, ακόμη, ότι ο περιορισμός των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς δίκες, δηλαδή δίκες επί αιτήσεων ακυρώσεως που είχαν ασκηθεί παραδεκτώς μέχρι τον κρίσιμο, κατά τα ανωτέρω χρόνο, της 11.12.2024 κατά οικοδομικών αδειών οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του ΝΟΚ.
20. Επειδή, εξ άλλου, το άρθρο 41 του ν. 5167/2024 (Α΄ 207) όρισε ότι: «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και έως τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί της οποίας εκδόθηκε η από 11 Δεκεμβρίου 2024 ανακοίνωση του Προέδρου αυτού … αναστέλλονται: α) Η έκδοση προεγκρίσεων και νέων οικοδομικών αδειών, που κάνουν χρήση των κινήτρων: αα) Προσαύξησης των όρων δόμησης του άρθρου 10, της παρ. 8 του άρθρου 15, της παρ. 2 του άρθρου 19 και του άρθρου 25 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού … αβ) της μη προσμέτρησης στον συντελεστή δόμησης, δυνάμει της παρ. 6 του άρθρου 11 του ΝΟΚ, των εσωτερικών εξωστών (παταριών) και του χώρου κύριας χρήσης επιφάνειας τριάντα πέντε τετραγωνικών μέτρων (35 τ.μ.) στο δώμα της οικοδομής, όπως και της εξομοίωσης της πισίνας με φυτεμένη επιφάνεια της παρ. 2 του άρθρου 19 του ΝΟΚ, β) οι συνεδριάσεις των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής του άρθρου 7 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167) … για θέματα στις μελέτες των οποίων γίνεται χρήση των κινήτρων της περ. α΄ της παρούσας. 2. Οι οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των κινήτρων της περ. α) της παρ. 1 δεν ανακαλούνται από τη Διοίκηση έως τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας της παρ. 1 του παρόντος. Ανακλήσεις οικοδομικών αδειών από τη Διοίκηση, λόγω της χρήσης των ανωτέρω κινήτρων, που έλαβαν χώρα από την 11η Δεκεμβρίου 2024 έως τη δημοσίευση του παρόντος, ανακαλούνται αυτοδικαίως. 3. Το χρονικό διάστημα εφαρμογής του παρόντος δύναται να παραταθεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον έναν (1) μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης της παρ. 1», όπως και έγινε, με το άρθρο 44 παρ. 1 του ν. 5184/2025 (Α΄ 34), που παρέτεινε το χρονικό αυτό διάστημα έως και τις 30.4.2025.
21. Επειδή, ακολούθησε ο ως άνω ν. 5197/2025, που στο άρθρο 67 προέβλεψε ότι: «1. Οι οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί με χρήση των κινήτρων και προσαυξήσεων των άρθρων 66 και 71, έως και την 11η Δεκεμβρίου 2024 και δεν έχουν εκκινήσει οι οικοδομικές εργασίες έως την ημερομηνία αυτή, υλοποιούνται μόνο αν προηγηθεί αναθεώρησή τους για την αφαίρεση των κινήτρων αυτών, με την επιφύλαξη του άρθρου 68 και της παρ. 2 του άρθρου 70 … 2. Σε περίπτωση αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών που έχουν εκδοθεί με χρήση των κινήτρων και προσαυξήσεων των άρθρων 66 και 71, αν, έως και την 11η Δεκεμβρίου 2024, έχουν εκκινήσει οι οικοδομικές εργασίες: α) δεν θίγεται η προ της αναθεώρησης χρήση κινήτρων και προσαυξήσεων, β) δεν επιτρέπεται η επέκταση της χρήσης των κινήτρων διά της αναθεώρησης, εκτός αν η επέκταση δύναται να προσμετρηθεί στα πολεοδομικά μεγέθη, σύμφωνα με τις ισχύουσες, κατά τον χρόνο αναθεώρησης, διατάξεις … 3. Η τήρηση της προϋπόθεσης εκκίνησης των οικοδομικών εργασιών έως και την 11η Δεκεμβρίου 2024 ελέγχεται: α) από την οικεία Υπηρεσία Δόμησης σε περίπτωση αναθεώρησης οικοδομικής αδείας ή αυτεπαγγέλτως ή β) κατόπιν παρατήρησης Ελεγκτή Δόμησης κατά τη διαδικασία ελέγχου του άρθρου 44 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167).
22. Επειδή, εξ άλλου, ο προαναφερθείς ν. 4495/2017 στο άρθρο 46, με τίτλο: «Πόρισμα Ελεγκτού των Ελεγκτών Δόμησης», ορίζει ότι: «1. Μετά τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου οι Ελεγκτές Δόμησης συντάσσουν το σχετικό πόρισμα ελέγχου. Το πόρισμα ελέγχου επέχει θέση έκθεσης αυτοψίας και απαιτείται σαφής διατύπωση του αποτελέσματος του ελέγχου, δηλαδή να αποτυπώνονται τόσο οι παραβάσεις όσο και η έλλειψη οποιασδήποτε παράβασης. α) Αν δεν διαπιστωθούν παραβάσεις, το πόρισμα συντάσσεται από τους Ελεγκτές Δόμησης εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών και αποστέλλεται ηλεκτρονικά στην οικεία υπηρεσία δόμησης, η οποία ενημερώνει εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών τον κύριο του έργου και τον επιβλέποντα μηχανικό … 2. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις, διακόπτονται οι εργασίες από την αρμόδια ΥΔΟΜ …».
23. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα ιστορούμενα στην αγωγή, σε συνδυασμό και με τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι η ενάγουσα, δυνάμει του προαναφερθέντος υπ’ αριθ. …/2.11.2016 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, …, απέκτησε διά αγοραπωλησίας και έναντι τιμήματος, ύψους 295.000 ευρώ, ένα ακίνητο στη συμβολή των οδών …, αρ. 26 και …, αρ. 9, στην περιοχή «…», στην …. Πρόκειται, ειδικότερα, για ένα διαμέρισμα, μικτού εμβαδού 181,90 τ.μ., με καθαρή επιφάνεια 142,90 τ.μ., που βρίσκεται στον έβδομο και τελευταίο όροφο της οικοδομής και του οποίου η αντικειμενική αξία προσδιορίζεται στον ίδιο τίτλο ιδιοκτησίας, κατά τον χρόνο της μεταβίβασής του, στο ποσό των 420.758,85 ευρώ. Μετά, ωστόσο, από την ανακαίνιση του εν λόγω διαμερίσματος από την ενάγουσα και ενώ η ίδια διέμενε εκεί, εκδόθηκαν από την ΥΔΟΜ του Δήμου Καλαμαριάς πέντε οικοδομικές άδειες, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΝΟΚ, για την ανέγερση πολυώροφων οικοδομών πλησίον του ακινήτου της ίδιας. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τις εξής οικοδομικές άδειες, όπως αυτές προσκομίσθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο Δήμο και αφορούν σε ακίνητα επί των διευθύνσεων που αναφέρονται στην αγωγή: α) την υπ’ αριθ. …/2021 άδεια (και όχι …/2022, όπως, εκ παραδρομής, αναγράφεται στο εισαγωγικό δικόγραφο, αριθμός που αντιστοιχεί όχι στην αρχική οικοδομική άδεια, αλλά στην ενημέρωσή της), για την ανέγερση, επί των οδών …, αρ. … και …, εξαώροφου κτιρίου κατοικιών, με πυλωτή, υπόγειο και περίφραξη, β) την υπ’ αριθ. …/2022 (και όχι …/2022, όπως, επίσης εκ παραδρομής, αναγράφεται στο εισαγωγικό δικόγραφο) άδεια, για την ανέγερση, επί της οδού …, αρ. …, πενταώροφης οικοδομής, με υπόγειες θέσεις στάθμευσης, φυτεμένο δώμα και δύο κολυμβητικές δεξαμενές, γ) την υπ’ αριθ. …/2023 άδεια, για την ανέγερση, επί της οδού …, αρ. …, εξαώροφης οικοδομής, με pilotis, υπόγειο χώρο στάθμευσης, φυτεμένο δώμα και περίφραξη, με χρήση των άρθρων 15 και 25 του ΝΟΚ, δ) την υπ’ αριθ. …/2023 άδεια, με την υπ’ αριθ. …/2023 ενημέρωσή της, για την ανέγερση, επί της οδού …, αρ. …, επταώροφου κτιρίου κατοικιών, με pilotis, υπόγειο, περίφραξη και φυτεμένο δώμα, με χρήση των άρθρων 10, 15 και 25 του ΝΟΚ, καθώς και ε) την υπ’ αριθ. …/2024 οικοδομική άδεια, για την ανέγερση, επί των οδών …, αρ. … και … αρ. …, επταώροφης οικοδομής, με υπόγειο, πυλωτή, φυτεμένο δώμα και περίφραξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 25 του ΝΟΚ. Ειδικότερα, η τελευταία αυτή οικοδομική άδεια αφορά στο οικόπεδο των παραδεκτώς παρεμβαινόντων, που συνήψαν σύμβαση εργολαβίας για την ανοικοδόμησή του με την εταιρεία «… ΑΕ». Ωστόσο, από την ανέγερση των πέντε ανωτέρω κτιρίων η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περιορίσθηκε η απρόσκοπτη θέα του δικού της διαμερίσματος, ιδίως προς τη θάλασσα, συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΟΚ. Συγκεκριμένα, χωρίς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και τα πέντε αυτά κτίρια θα είχαν μέγιστο ύψος 20,50 μ., ενώ, βάσει του συστήματος των επίμαχων διατάξεων του ΝΟΚ, διά των παρεχόμενων προσαυξήσεων στον συντελεστή δόμησης και το ύψος, οι ανεγερθείσες οικοδομές έχουν, εν τέλει, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ύψος 26,30 μ., 23,60 μ., 24,62 μ., 27,75 μ. και 27,85 μ., αντίστοιχα. Για την ανέγερση, πάντως, των εν λόγω κτιρίων, είχαν εκδοθεί τα εξής πρακτικά με τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Θεσσαλονίκης, όπως αυτά προσκομίσθηκαν με τις από 19.1.2026 και 20.1.2026 εκθέσεις απόψεων του πρώτου εναγόμενου Δήμου: α) το υπ’ αριθ. …/29.7.2021 πρακτικό, για το εξαώροφο κτίριο, επί των οδών … και … , β) το υπ’ αριθ. …/1.7.2021 πρακτικό, για την πενταώροφη οικοδομή, επί της οδού …, αρ. …, γ) το υπ’ αριθ. …/13.7.2023 πρακτικό, για την εξαώροφη οικοδομή, επί της οδού … , με προσαύξηση του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους κατά δύο μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 8 του ΝΟΚ, δ) το υπ’ αριθ. …/28.9.2023 πρακτικό, για το επταώροφο κτίριο, επί της οδού … αρ. … επίσης, με προσαύξηση του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους κατά δύο μέτρα, σύμφωνα με την ίδια διάταξη και ε) το υπ’ αριθ. …/1.2.2024 πρακτικό, για την επταώροφη οικοδομή των παρεμβαινόντων, ομοίως με προσαύξηση του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους του κατά δύο μέτρα, κατά την αυτή διάταξη του ΝΟΚ. Περαιτέρω και για τις πέντε ανωτέρω οικοδομές είχαν εκδοθεί, προ της 11.12.2024, πορίσματα ελεγκτών δόμησης, κατά το προεκτεθέν άρθρο 46 του ν. 4495/2017, και, συγκεκριμένα: α) το υπ’ αριθ. …/22.12.2021 πόρισμα, για το κτίριο επί των οδών … και …, β) το υπ’ αριθ. …/7.4.2023 πόρισμα, για το κτίριο επί της οδού …, γ) το υπ’ αριθ. …/5.9.2023 πόρισμα, για το κτίριο επί της οδού …, δ) το υπ’ αριθ. …/24.11.2023 πόρισμα, για το κτίριο επί της οδού … και ε) το υπ’ αριθ. …/7.11.2024 πόρισμα, για το κτίριο των παρεμβαινόντων επί της οδού …. Κατόπιν αυτών, με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα αποδίδει στα όργανα των δύο εναγόμενων την παράνομη έκδοση των πράξεων, βάσει των οποίων έχουν ανεγερθεί τα πέντε ανωτέρω πολυώροφα κτίρια, που περιόρισαν την απρόσκοπτη θέα του διαμερίσματός της. Ειδικότερα, αυτή προβάλλει τόσο την παράνομη έκδοση των σχετικών οικοδομικών αδειών από την ΥΔΟΜ του πρώτου εναγόμενου Δήμου Καλαμαριάς όσο και την παράνομη έκδοση των αντίστοιχων γνωμοδοτήσεων από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Θεσσαλονίκης, ως οργάνου του δεύτερου εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου. Για τις αποδιδόμενες δε αυτές παρανομίες ζητούνται τα αναφερόμενα στη δεύτερη σκέψη ποσά, ήτοι: α) 122.000 ευρώ, για την ισόποση μείωση της αξίας του ακινήτου της ενάγουσας από τον περιορισμό της θέας του, καθώς και β) 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, για την ηθική της βλάβη από την ίδια αιτία. Περαιτέρω, το πρώτον, με το από 28.4.2026 υπόμνημά της, αυτή επικαλείται και την ηθική της βλάβη από τις επιπτώσεις των επίμαχων κτιρίων στην υδροδότηση και ηλεκτροδότηση του ακινήτου της, όπως και στην κυκλοφοριακή επιβάρυνση της περιοχής.
24. Επειδή, προς απόδειξη των ισχυρισμών της αγωγής της, η ενάγουσα, εκτός των ήδη αναφερθέντων, την προτεραία της παρούσας δικασίμου, προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) την υπ’ αριθ. …/15.10.2025 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Νικόλαου Ρήγα, για την επίδοση αντιγράφου της στον πρώτο εναγόμενο Δήμο, β) την υπ’ αριθ. …/16.10.2025 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς, Σταυρούλας Μανωλάκου, για την επίδοση αντιγράφου της και στο δεύτερο εναγόμενο Δημόσιο, γ) την από 15.7.2025 μελέτη της μηχανικού, …, άνευ υπογραφής της, που επισυνάπτεται και στο εισαγωγικό δικόγραφο, για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου της ενάγουσας, που υπολογίζεται, με τη μέθοδο των συγκριτικών στοιχείων από αγγελίες ακινήτων της περιοχής, σε 4.730 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι σε 860.387 ευρώ συνολικά και κατόπιν στρογγυλοποίησης σε 860.000 ευρώ, ενώ, η αγοραία αξία του ίδιου διαμερίσματος, σε περίπτωση που δεν είχε θιγεί η θέα του, υπολογίζεται σε 5.400 ευρώ ανά τ.μ., ήτοι σε 982.260 ευρώ και, κατόπιν στρογγυλοποίησης, σε 982.000 ευρώ, δ) την υπ’ αριθ. …/30.12.2025 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, …, του …, μεσίτη και ιδιοκτήτη του μεσιτικού γραφείου «…», που αναφέρει ότι, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2025, κλήθηκε από την ενάγουσα να εκτιμήσει το επίμαχο ακίνητό της, με σκοπό την πώλησή του, υπολογίζοντας την τιμή του, αρχικά, στο ποσό των 850.000 ευρώ, την οποία, όμως, εν συνεχεία, αναπροσάρμοσε στο ποσό των 830.000 ευρώ, λόγω της, εν τω μεταξύ, ολοκλήρωσης της ανέγερσης και νέας οικοδομής που περιόρισε έτι περαιτέρω τη θέα του διαμερίσματος, ε) την υπ’ αριθ. …/30.12.2025 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, της …, η οποία, υπό την ιδιότητά της ως αρχιτέκτονος και πολιτικού μηχανικού, που είχε αναλάβει τον σχεδιασμό της ανακαίνισης του διαμερίσματος της ενάγουσας, την επισκέφθηκε, διαπιστώνοντας ότι, πλέον, είχε περιορισθεί η θέα του προς την Άνω Πόλη, τα κάστρα και τη Νέα Παραλία Θεσσαλονίκης, επί τη βάσει της οποίας αυτή είχε σχεδιάσει την όλη κατοικία και, ιδίως, τα παράθυρά της, στ) τις υπ’ αριθ. … και …/17.12.2025 εκθέσεις των ίδιων ως άνω δικαστικών επιμελητών, για την επίδοση στους δύο εναγόμενους κλήσεων, σχετικά με τη λήψη των ανωτέρω ένορκων βεβαιώσεων, ζ) σαράντα εννέα (49) φωτογραφίες, άνευ ημερομηνίας λήψης τους, που φέρεται να απεικονίζουν την προηγούμενη και την υφιστάμενη θέα του διαμερίσματος της ενάγουσας, την ευρύτερη περιοχή και κτίρια στα στάδιο της ανέγερσης και μετά από την ολοκλήρωσή τους, η) αγγελία για την πώληση του ακινήτου της έναντι τιμήματος, ύψους 830.000 ευρώ, καθώς και θ) αγγελίες για την πώληση άλλων διαμερισμάτων στην ίδια περιοχή.
25. Επειδή, σε αντίκρουση των ανωτέρω, ο πρώτος εναγόμενος Δήμος, εκτός των ήδη αναφερθέντων από 19.1.2026 και 20.1.2026 διοικητικών του φακέλων, την προτεραία της παρούσας δικασίμου, προσκόμισε και την από 17.4.2026 έκθεση, υπογεγραμμένη από την τοπογράφο μηχανικό, …, για την αντίκρουση των τεχνικών στοιχείων της ενάγουσας, σχετικά με την εκτίμηση της μεταβολής της αξίας του ακινήτου της.
26. Επειδή, το δεύτερο εναγόμενο προσκόμισε την από 8.1.2026 έκθεση απόψεων του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, για τέσσερα από τα επίμαχα κτίρια, ήτοι εξαιρέσει του ευρισκόμενου επί της οδού …, για το οποίο αναφέρεται ότι δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που εφαρμόσθηκε προσαύξηση ύψους με έγκριση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής, τα ύψη διαμορφώθηκαν ως εξής: α) για την οικοδομή επί των οδών … και …, με αρχικό επιτρεπόμενο ύψος, βάσει των όρων δόμησης της περιοχής, 19,50 μ., επετράπη ύψος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΝΟΚ, 23,75 μ., όμως, το πραγματοποιηθέν, βάσει της οικείας μελέτης, ανήλθε σε 23,75 μ. (και όχι 26,30 μ., όπως αναφέρει η ενάγουσα), ήτοι με συνολική προσαύξηση, κατά τον ΝΟΚ, σε σχέση με το αρχικά επιτρεπόμενο ύψος, 3,60 μ., β) για την οικοδομή επί της οδού …, αρ. …, το αρχικό επιτρεπόμενο ύψος ήταν, επίσης, 19,50 μ., επετράπη προσαύξηση 2 μ., βάσει ΝΟΚ και το πραγματοποιηθέν ανήλθε σε 21,22 μ. (και όχι σε 24,62 μ., όπως αναφέρει η ενάγουσα), ήτοι με, εν τέλει, προσαύξηση 1,72 μ., γ) για την οικοδομή επί της οδού …, αρ. …, το αρχικό επιτρεπόμενο ύψος 19,50 μ. προσαυξήθηκε, με βάση τις διατάξεις του ΝΟΚ, στα 24,75 μ., με πραγματοποιηθέν, βάσει της μελέτης, 24,65 μ. (και όχι 27,75 μ., όπως αναφέρει η ενάγουσα), ήτοι τελική προσαύξηση 5,14 μ. και δ) για την οικοδομή των παρεμβαινόντων, επί της οδού …, αρ. …, το αρχικό επιτρεπόμενο ύψος, 19,50 μ., προσαυξήθηκε, βάσει ΝΟΚ, στα 24,75 μ., με πραγματοποιηθέν, βάσει της μελέτης, στα 24,58 μ. (και όχι 27,85 μ., όπως αναφέρει η ενάγουσα), ήτοι με συνολική προσαύξηση 5,08 μ. Εξ άλλου, στην ίδια έκθεση απόψεων αναφέρεται ότι από τις επίμαχες οικοδομές μόνον οι δύο, ήτοι οι ευρισκόμενες επί της οδού … και …, έχουν χώρο κύριας χρήσης στο δώμα, επιφάνειας 34,25 τ.μ. και 32,86 τ.μ., αντίστοιχα.
27. Επειδή, οι τέσσερις, εν τέλει, παραδεκτώς παρεμβαίνοντες, την προτεραία της παρούσας δικασίμου, προσκόμισαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) την ήδη αναφερθείσα υπ’ αριθ. …/16.4.2026 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνου Σίσκου, για την επίδοση αντιγράφου της παρέμβασής τους στην ενάγουσα, β) την προαναφερθείσα, υπ’ αριθ. …/30.4.2024 οικοδομική άδεια, για την ανέγερση της επταώροφης οικοδομής επί του οικοπέδου τους, με τις υπ’ αριθ. …/24.7.2024 και …/7.11.2024 ενημερώσεις της, γ) το υπ’ αριθ. …/7.11.2024 πόρισμα ελέγχου από Ελεγκτή Δόμησης, για τον έλεγχο του κτιρίου, με φωτογραφία του οπλισμού θεμελίωσής του, χωρίς τη διαπίστωση παραβάσεων, σύμφωνα με την άδεια δόμησης και τις ενημερώσεις της, δ) το υπ’ αριθ. …/2.7.2024 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευαγγελίας …, για το προσύμφωνο της εκ μέρους τους μεταβίβασης στην εταιρεία «… ΑΕ» ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου τους, με δικαίωμα ανοικοδόμησής του και σύμβαση εργολαβίας, ε) το υπ’ αριθ. …/20.9.2024 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, για την τροποποίηση του προηγούμενου προσυμφώνου, με πρόβλεψη, ως ανταλλάγματος για τους οικοπεδούχους, τεσσάρων διαμερισμάτων της νέας οικοδομής, ήτοι των Γ1, Δ1, Ε1 και Στ1, για λογαριασμό των 5ης, 3ου, 4ης και 2ης των παρεμβαινόντων, αντίστοιχα, στ) το υπ’ αριθ. …/18.10.2024 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, για τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί όλων των διαιρετών χώρων της εν λόγω οικοδομής, με τον κανονισμό της διοίκησής της και τη διανομή των ανοικοδόμητων χώρων της, καθώς και ζ) τα υπ’ αριθ. …/8.4.2025 και …/9.4.2025 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης, … και …, αντίστοιχα, για την πώληση σε τρίτους του Β1 διαμερίσματος, καθώς και των διαμερισμάτων του 7ου και του 8ου ορόφου της οικοδομής, αντίστοιχα.
28. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή αποδίδεται στο μεν όργανο της Υπηρεσίας Δόμησης του πρώτου εναγόμενου, Δήμου Καλαμαριάς η παράνομη έκδοση των οικοδομικών αδειών για τις πέντε πολυώροφες οικοδομές πλησίον του διαμερίσματος της ενάγουσας, με συνέπεια τον περιορισμό της απρόσκοπτης θέας του, στο δε όργανο του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Θεσσαλονίκης του δεύτερου εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, η παράνομη έκδοση των αντίστοιχων γνωμοδοτήσεων, κατ’ εφαρμογή αντισυνταγματικών διατάξεων του ΝΟΚ. Επί των αποδιδόμενων αυτών παρανομιών, αμφότερα τα εναγόμενα, με τα από 28.4.2026 παραδεκτώς κατατεθέντα υπομνήματά τους, αντιτείνουν ότι και οι πέντε οικοδομές, για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι φερόμενες ως ζημιογόνες πράξεις τους, αφορούν σε κτίρια, με αποδεδειγμένη έναρξη υλοποίησης των εργασιών τους προ της 11.12.2024, όπως προκύπτει από τα οικεία πορίσματα ελεγκτών δόμησης και, συνεπώς, δεν καταλαμβάνονται από τα αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ΝΟΚ, βάσει των ρητώς οριζόμενων στις υπ’ αριθ. 146- 149 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επ’ αυτού, η ενάγουσα, τόσο με την αγωγή της όσο και με το από 28.4.2026 υπόμνημά της, προβάλλει ότι το χρονικό ορόσημο της 11.12.2024 δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση αποζημιωτικής φύσης αγωγή της, διότι η ημερομηνία αυτή συνδέεται αμιγώς με τη σχετική ακυρωτική κρίση του Δικαστηρίου, ήτοι αφορά μόνον περιπτώσεις προσβολής και ακύρωσης οικοδομικών αδειών. Επί του εν λόγω ισχυρισμού, ωστόσο, οι παρεμβαίνοντες αντιτείνουν, με το δικόγραφο της παρέμβασής τους, ότι η ενάγουσα, κατ’ ουσίαν, αμφισβητεί, ανεπιτρέπτως, την ορθότητα της εφαρμογής του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ/τος 18/1989 από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.
29. Επειδή, εν προκειμένω, οι αποδιδόμενες από την ενάγουσα παρανομίες αφορούν στην έκδοση πράξεων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΝΟΚ, για πέντε οικοδομές, πλησίον του διαμερίσματος της ίδιας. Ωστόσο, η υλοποίηση των οικοδομικών αδειών και των πέντε αυτών κτιρίων, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου των παρεμβαινόντων, διά των σχετικών οικοδομικών εργασιών εκσκαφής, είχε αρχίσει πριν από τις 11.12.2024, όπως αποδεικνύεται από τα αντίστοιχα πορίσματα ελεγκτών δόμησης, που έχουν εκδοθεί κατά τις διατάξεις του προεκτεθέντος άρθρου 46 του ν. 4495/2017 και αναφέρονται αναλυτικά στη σκέψη 23. Τούτο, άλλωστε, δεν αμφισβητείται ούτε από την ενάγουσα, που, μάλιστα, αναφέρει την ολοκλήρωση του φέροντος οργανισμού των τεσσάρων από τα πέντε επίμαχα κτίρια, ήτοι εξαιρέσει εκείνου των παρεμβαινόντων, έως τον Οκτώβριο του 2024 (βλ. σελ. 3 του δικογράφου της αγωγής της). Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα κριθέντα με τις υπ’ αριθ. 146-149 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που καθορίζουν το χρονικό αυτό σημείο της 11.12.2024 ως κρίσιμο για την έναρξη των αποτελεσμάτων των εν λόγω αποφάσεων, βάσει του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ/τος 18/1989, η ενάγουσα δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη διαγνωσθείσα με τις αποφάσεις αυτές αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του ΝΟΚ, για το σύστημα θέσπισης κινήτρων, με προσαυξήσεις στους συντελεστές δόμησης και τα ύψη, κατ’ εφαρμογή των οποίων έχουν εκδοθεί οι οικοδομικές άδειες και οι αντίστοιχες γνωμοδοτήσεις, για την ανέγερση των πέντε πλησίον της κτιρίων. Εξ άλλου, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η ίδια ήταν διάδικος ούτε στις δίκες ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ούτε σε άλλη τυχόν εκκρεμή δίκη, επί αιτήσεως ακυρώσεως ασκηθείσας προ του χρονικού αυτού σημείου, καθώς προκύπτει μόνον η υπ’ αριθ. …/18.12.2024 μεταγενέστερη αίτηση ακυρώσεώς της κατά της οικοδομικής άδειας των παρεμβαινόντων. Περαιτέρω, όσα προβάλλει η ενάγουσα, για τη μη επιρροή του περιορισμού των αναδρομικών αποτελεσμάτων της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ΝΟΚ στο υπό κρίση ένδικο βοήθημα, δεδομένης της αποζημιωτικής τους φύσης, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω στη σκέψη 14, η αγωγή δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί ανεξάρτητο και αυτοτελές ένδικο βοήθημα, που οδηγεί στον παρεμπίπτοντα έλεγχο της φερόμενης ως ζημιογόνου πράξης. Η έκταση δε του παρεμπίπτοντος αυτού ελέγχου ταυτίζεται με το εύρος του ευθέως ασκούμενου δικαστικού ελέγχου της ίδιας πράξης, βάσει του εκάστοτε προβλεπόμενου διαπλαστικού ενδίκου βοηθήματος. Συνεπώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση και ο παρεμπίπτων έλεγχος στο πλαίσιο της αγωγής υπόκειται στα όρια του προεκτεθέντος άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989, τα οποία δεν αφορούν μόνο στην ακύρωση των επίμαχων πράξεων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ειδικότερα, στα όρια αυτά εντάσσονται και τα προβλεπόμενα στην παρ. 3β, για τον περιορισμό του αναδρομικού αποτελέσματος των υπ’ αριθ. 146-149/2025 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως προς τις συνέπειες της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας διατάξεων του ΝΟΚ, συμπεριλαμβανομένης και της θεμελίωσης αξιώσεων βάσει των αυτών διατάξεων, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω στη σκέψη 16. Υπό τα δεδομένα αυτά, εν προκειμένω, δεν στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες παρανομίες, που αφορούν μόνο στην επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ΝΟΚ, κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδόθηκαν οι επίμαχες οικοδομικές άδειες και οι αντίστοιχες γνωμοδοτήσεις, χωρίς να προσάπτονται και άλλες τυχόν πολεοδομικές ή λοιπές πλημμέλειές τους. Μη πληρούμενης, συνεπώς, της σωρευτικώς αυτής απαιτούμενης προϋπόθεσης της παρανομίας, δεν στοιχειοθετείται ευθύνη των εναγόμενων, βάσει των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, οπότε παρέλκει και η εξέταση των λοιπών ισχυρισμών τόσο της ενάγουσας όσο και των αντιδίκων της. Μειοψήφησε ο προεδρεύων Πρωτοδίκης Στέργιος Κοφίνης, ο οποίος διατύπωσε την εξής γνώμη: Η νομολογιακή αναγνώριση (με πάγια πλέον νομολογία) της δυνατότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας να μεταθέτει χρονικά την έναρξη των συνεπειών της διακηρυχθείσας αντισυνταγματικότητας διάταξης νόμου, είτε εκδικάζει αίτηση ακύρωσης είτε ένδικο βοήθημα ουσίας (βλ. ανωτέρω σκ. 16), δεν αμφισβητείται ότι βρίσκει δικονομικό έρεισμα (αποκλειστικά) στην ως άνω διάταξη της παρ. 3β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, συμπληρώνοντάς την (βλ. αναλυτικά σκ. 25 της ΣτΕ 2288/2015 Ολ., όπου γίνεται σύντομη ιστορική αναδρομή στις σχετικές δικονομικές ρυθμίσεις και τη συμπλήρωσή τους από το ΣτΕ «με παραδοχές μιας ευέλικτης νομολογίας»). Περαιτέρω, η παρ. 3δ του ίδιου άρθρου ορίζει ρητώς ότι η εφαρμογή (μεταξύ άλλων και) της ως άνω παρ. 3β «δεν θίγει τις αποζημιωτικές αξιώσεις». Η τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3δ δεν προκύπτει ότι έχει κριθεί έως τώρα από το Συμβούλιο της Επικρατείας – το οποίο κατά τα ανωτέρω είναι το μόνο αρμόδιο δικαστήριο να διαμορφώσει τη νομολογία που θα συμπληρώνει τις εν λόγω διατάξεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι ουσιαστικές ή δικονομικές ως προς τη φύση τους – ότι τυγχάνει εν γένει εφαρμογής (βλ. μάλιστα ΣτΕ 1400/2022 Ολ. σκ. 26, όπου ρητώς γίνεται δεκτό ότι δεν θίγονται οι αποζημιωτικές αξιώσεις των αιτούντων, κατ’ επίκληση ακριβώς της ως άνω διάταξης) ή, έστω, ότι παραμερίζεται πάντοτε ως μη εφαρμοστέα στην ειδική περίπτωση της κρίσης περί περιορισμένης αναδρομικότητας της αντισυνταγματικότητας διάταξης νόμου. Αντιθέτως, όπου το Συμβούλιο της Επικρατείας θέλησε, στο πλαίσιο της κρίσης του περί μετάθεσης του χρόνου έναρξης των συνεπειών της αντισυνταγματικότητας σε συγκεκριμένη υπόθεση, να αποκλείονται οι αποζημιωτικές αξιώσεις άλλων ενδιαφερομένων, που θα στηρίζονταν στην ίδια αναγνωρισθείσα ως αντισυνταγματική διάταξη, για χρονικό διάστημα προ της ορισθείσας έναρξης των συνεπειών της αντισυνταγματικότητας, το όρισε ρητώς, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό εμμέσως την εφαρμογή της παρ. 3δ του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989 (βλ. ΣτΕ 172/2026 Ολ. σκ. 7, όπου κρίθηκε – όχι ότι δεν τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη της παρ. 3δ του άρθρου 50 αλλά – ότι είναι δεσμευτική για το δικαστήριο η κρίση της 1408/2022 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχε ορίσει ρητώς ότι δεν θα ηδύνατο να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ως άνω νόμου «“για τη θεμελίωση αξιώσεων άλλων ιατρών του Ε.Σ.Υ.” που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, αποδοχές τους “ή για τη θεμελίωση αιτημάτων επιστροφής” των περικοπεισών αυτών αποδοχών, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της εκδοθείσας επί της κριθείσας προσφυγής αποφάσεως»). Ωστόσο, τέτοια δέσμευση ως προς την απαγόρευση έγερσης αποζημιωτικών αξιώσεων δεν προκύπτει ότι μπορεί να συναχθεί, αμέσως ή εμμέσως, από τις κρίσιμες εν προκειμένω αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (146-149/2025) για την αντισυνταγματικότητα ορισμένων διατάξεων του ΝΟΚ. Τούτο δε διότι: α) Κατά ρητή διατύπωση των εν λόγω αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας η μετάθεση του χρόνου έναρξης των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας αφορά τις «αιτήσεις ακυρώσεως» που «στρέφονται κατά οικοδομικών αδειών», χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στις αποζημιωτικές αξιώσεις που γεννώνται από την αντισυνταγματικότητα των ίδιων διατάξεων· β) Ναι μεν, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά (βλ. ανωτέρω σκ. 14), ο παρεμπίπτων έλεγχος της πράξης στο πλαίσιο αποζημιωτικής αγωγής γίνεται εντός των ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 48 και 50 του π.δ. 18/1989, πλην όμως η νομολογιακή αυτή κατασκευή, που τελούσε σε γνώση του νομοθέτη του ν. 4274/2014, υποχωρεί έναντι της ρητής διάταξης του άρθρου 50 παρ. 3δ του π.δ. 18/1989, που εισάγει εξαίρεση από αυτή, εκτός και αν το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας επεκτείνει κατά τα ανωτέρω και στις αποζημιωτικές αξιώσεις τις συνέπειες της απόφασής του, περίπτωση που εν προκειμένω δεν συντρέχει· γ) Άλλωστε, η λύση αυτή συνάδει προς τη λογική της μετάθεσης του χρόνου έναρξης της αντισυνταγματικότητας μόνο κατ’ εξαίρεση και κατόπιν στάθμισης από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας των συγκεκριμένων αντιτιθέμενων εννόμων συμφερόντων, ενόψει του ότι στις αποφάσεις για την αντισυνταγματικότητα διατάξεων του ΝΟΚ ουδόλως ελήφθησαν υπόψη, ως προς τη μετάθεση του χρόνου έναρξης των συνεπειών της αντισυνταγματικότητας αυτής, παράγοντες που αφορούσαν τις τυχόν χρηματικής φύσης επιπτώσεις που συνεπάγεται η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας για το Δημόσιο ή για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (βλ. ανωτέρω, στη σκ. 19, τους παράγοντες που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά τη στάθμιση που πραγματοποίησε), με αποτέλεσμα η περίπτωση αυτή να διαφοροποιείται σαφώς από εκείνες στις οποίες το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε επί αγωγών ή προσφυγών για μισθολογικής φύσης ζητήματα, όπου προείχε η εκτίμηση για τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των αποφάσεών του (βλ. π.χ. ΣτΕ 1408/2022 Ολ.)· και δ) Ενόψει αυτού, η αντίθετη ερμηνευτική λύση (ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται ούτε η άσκηση αποζημιωτικής αγωγής εφόσον έχει περιοριστεί η αναδρομικότητα των αποτελεσμάτων της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας στο πλαίσιο ακυρωτικής διαφοράς) δεν καταλείπει κανονιστικό περιεχόμενο στην παρ. 3δ του άρθρου 50 σε περιπτώσεις μετάθεσης του χρόνου έναρξης των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας, επιφέροντας περιορισμό του δικαιώματος έννομης προστασίας χωρίς να έχει προηγηθεί συγκεκριμένη περί τούτου στάθμιση από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Συνεπώς, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, που δεν επικράτησε, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων αποζημιωτικής ευθύνης των εναγομένων.
30. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η μόνη βάση της υπό κρίση αγωγής στα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος αναστολής της προόδου της παρούσας δίκης μέχρι τη δημοσίευση απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως της ενάγουσας κατά της οικοδομικής άδειας των παρεμβαινόντων, όπως αβασίμως ζητούν οι τελευταίοι με το από 28.4.2026 υπόμνημά τους.
31. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η δε παρέμβαση, εξαιρέσει του απαραδέκτου της καθ’ ο μέρος ασκείται από την πρώτη εταιρεία, πρέπει να γίνει δεκτή, ως προς τους λοιπούς τέσσερις των παρεμβαινόντων. Ωστόσο, παρά την έκβαση αυτή της δίκης, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να επιστραφεί στην ενάγουσα το εκ μέρους της καταβληθέν τέλος δικαστικού ενσήμου, βάσει του, αναλογικώς εφαρμοστέου, άρθρου 277 παρ. 10 εδ. α΄ ΚΔΔ (βλ. ΣτΕ 2607/2013, επταμ.). Επίσης, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ ΚΔΔ, πρέπει να απαλλαγούν από τα δικαστικά έξοδα τόσο η ενάγουσα όσο και η πρώτη παρεμβαίνουσα εταιρεία.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την αγωγή.
Διατάσσει την επιστροφή στην ενάγουσα του εκ μέρους της καταβληθέντος τέλους δικαστικού ενσήμου, ύψους χιλίων εξακοσίων εννέα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (1.609,98).
Απορρίπτει την παρέμβαση ως προς την πρώτη εταιρεία.
Δέχεται την παρέμβαση, ως προς τους λοιπούς τέσσερις των παρεμβαινόντων.
Απαλλάσσει από τα δικαστικά έξοδα τόσο την ενάγουσα όσο και την ως άνω εταιρεία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 10 Ιουνίου 2026 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, στις 10 Ιουλίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΚΟΦΙΝΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΥΛΙΔΟΥ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟΚΜΑΚΙΔΗΣ
ΠΗΓΗ adjustice.gr
