ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Β. , κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Παπανικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Τ. του Ζ. , κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γώττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09-03-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1758/2023 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-02-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 1758/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμ. 29/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 9.3.2021 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 “περί δικαστικών ενσήμων”, όπως μεταγενέστερα ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν. δ/γμα 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν. δ/γμα 4189/1961, αν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (και όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 140/2023).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν. δ/γμα 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης του έτους 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου. Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912, η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αναφερόμενων στις διατάξεις του αποτιμητών σε χρήμα αγωγών, χωρίς να αναιρείται ή να περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από τη δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παράλειψής του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του, που καθιερώνεται με το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν. δ/τος 1544/1942 (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 2031/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 “περί δικαστικών ενσήμων”, όπως αυτός μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το νδ. 4189/1961, και των άρθρων 70 ν.3994/2011 και 21 ν.4055/2012 (δηλαδή προ της ισχύος του άρθρου 33 ν.4446/2016), υφίσταται υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και για τις αναγνωριστικές αγωγές που ασκήθηκαν μετά την ισχύ του ν. 3994/2011 (25.07.2021), καθώς και για τις ασκηθείσες καταψηφιστικές που μετατράπηκαν μετά την 25.07.2011 σε αναγνωριστικές. Στη συνέχεια, με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 με τίτλο “Κατάργηση του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές” ορίστηκε ότι: “1. Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 και το άρθρο 21 του ν. 4055/2012, αντικαθίσταται ως εξής: 3. Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές … 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμόζεται στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του.” Ακολούθως, με το άρθρο 42 ν. 4640/2019 επαναφέρθηκε μερικώς η υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Ειδικότερα ορίστηκε ότι: “1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α’ 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α’ 165), το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α’ 51) και το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (Α’ 240), αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: “3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού. 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία”.
Συνεπώς, με την τελευταία αυτή ρύθμιση, εξαιρούνται της υποχρεώσεως προς καταβολή δικαστικού ενσήμου οι αναγνωριστικές αγωγές που υπάγονται στην υλική αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, όχι όμως και εκείνες που υπάγονται στην υλική αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων και συζητούνται μετά την 1-1-2020, για τις οποίες οφείλεται δικαστικό ένσημο. Έτσι, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο τόσο οι υπαγόμενες στην υλική αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές που ήσαν εκκρεμείς στις 30-11-2019, όσο και εκείνες οι εκκρεμείς καταψηφιστικές αγωγές, υπαγόμενες στην υλική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, οι οποίες είχαν ασκηθεί ενώπιον πριν από την 30-11-2019, αλλά μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μέχρι την ημερομηνία αυτή, και οι οποίες συζητούνται μετά την 01-01-2020, καθώς και όσες ασκήθηκαν μετά την 1.1.2020. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος που περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1012 “περί δικαστικού ενσήμου”, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ΝΔ 1542/42 και 11 του ΝΔ 4189/1961, γιατί εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1789/2024, 904/2024, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 491/2015). Επίσης σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, η απόρριψη αυτή έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε περίπτωση ακυρότητας λόγω μη προσήκουσας παράστασης του ενάγοντος όπως αυτή επιβάλλεται από την ανωτέρω δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 επί αγωγής υποκείμενης σε τέλος δικαστικού ενσήμου, η οποία ακυρότητα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως συνεπάγεται ακολούθως και την πλασματική ερημοδικία αυτού και την απόρριψη της αγωγής, ανεξαρτήτως μάλιστα αν ο ενάγων θεωρείται ως κατ’ αντιμωλία δικαζόμενος, αφού τελικά η αγωγή απορρίπτεται λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου. Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή εσφαλμένως από το Εφετείο λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο ακυρότητας ή μη κήρυξης ακυρότητας (ΑΠ 1789/2024, ΑΠ 65/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην από 9.3.2021 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, εξέθεσε ότι ανέθεσε στον εναγόμενο-εργολάβο και ήδη αναιρεσείοντα δυνάμει εργολαβικού συμβολαίου-προσυμφώνου να ανεγείρει οικοδομή που βρίσκεται στην πόλη της Κατερίνης, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117ΑΚ με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονταν σ’αυτό. Οτι τα διαμερίσματα και οι κοινόχρηστοι χώροι έπρεπε να παραδοθούν εντός 24 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης παράδοσης στον οικοπεδούχο, ο εργολάβος υποχρεούται να του καταβάλει ως ποινική ρήτρα το ποσό των 600€ για κάθε μήνα καθυστέρησης παράδοσης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας και περαιτέρω σε μη αποπεράτωσης εντός 6 μηνών, ο οικοπεδούχος πέραν των λοιπών δικαιωμάτων, έχει δικαίωμα να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο. Ο εναγόμενος-εργολάβος δεν ολοκλήρωσε το έργο, εγκαταλείποντας τις εργασίες των διαμερισμάτων και των κοινοχρήστων μερών στο στάδιο του “σοβά”. Ο ενάγων μετά την πάροδο των προβλεπόμενων προθεσμιών με την από 6.3.2021 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία κήρυξε έκπτωτο τον εναγόμενο. Ζήτησε δε κατ’εκτίμηση του αιτήματός του ν’αναγνωριστεί ότι η παραπάνω εξώδικη δήλωση επέφερε τη λύση της επίδικης σύμβασης έργου και ότι συνεπεία της υπαναχώρησης και της έκπτωσης του εναγομένου-εργολάβου έχει απέλθει απόσβεση των υποχρεώσεων του (ενάγοντος) και ακολούθως ν’αναγνωριστεί κατόπιν μετατροπής του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει:1) ποσό 117.600€, ως ποινική ρήτρα (600€Χ98 μήνες για δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες) και 2) ποσό 12.000€ ως υπόχρεος ασφαλιστικών εισφορών για το μέρος του έργου που κατασκευάστηκε,σε περίπτωση μη καταβολής αυτών από τον εναγόμενο και συνολικά το ποσό των 129.000€, με το νόμιμο τόκο. Με την αριθ. 29/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης έγινε δεκτή η αγωγή στο σύνολό της. Ο εναγόμενος άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, η οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος με την αριθ. 1738/2022 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό αυτός καταβάλει στο ΙΚΑ (ΕΦΚΑ) μετά την άσκηση της αγωγής μέχρι το ποσό των 12.000€, ενώ κατά τα λοιπά αιτήματα επικύρωσε την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 (και όχι από τους αρ. 1 και 19, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 272 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγω πλασματικής ερημοδικίας εξαιτίας της μη προσκόμισης του απαιτούμενου τέλους δικαστικού ενσήμου από τον ενάγοντα, κατά παράβαση του άρθρου 42 του Ν.4640/2019, έκρινε ότι δεν απαιτείται η καταβολή του και έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή του αναιρεσείοντα-εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 117.600€. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία: “…ο εκκαλών, με σχετικό λόγο έφεσης, παραπονείται διότι, παρόλο που η κατατεθείσα στις 9.3.2021, αγωγή υπόκειτο σε τέλος δικαστικού ενσήμου, ακόμη και μετά τη μετατροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό, εντούτοις, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωστά το άρθρο 2 του Ν.ΓΠΟΗ/1912, όπως ίσχυε μετά την μετατροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό και αντί να εφαρμόσει τις συνέπειες λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου από τον ενάγοντα, εσφαλμένα προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Και τούτο διότι, παρόλο που πράγματι η αγωγή ασκήθηκε μετά την εφαρμογή του νόμου 4640/2019, οπότε και μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, νομότυπα, με τις από 17.6.2021 έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος, θα έπρεπε ο ενάγων να καταβάλει τέλος δικαστικού ενσήμου, εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή αμιγώς υπαγόμενη στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, οπότε και θα ίσχυε η υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου, από τη δημοσίευση του Ν.4640/2019, αλλά πρόκειται για αίτημα αναγνώρισης οφειλής ποσού 129.600 ευρώ, ήτοι αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου, που, λόγω συνάφειας, δικάζεται από το πολυμελές πρωτοδικείο, στο οποίο υπάγεται υλικά το έτερο, μη αποτιμητό σε χρήμα, αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης λύσης της σύμβασης έργου με την εξώδικη δήλωση υπαναχώρησης.
Εξ αυτού του λόγου, ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου.” Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο θεώρησε ως δικονομικώς προσήκουσα την παράσταση του αναιρεσίβλητου, δεχόμενο ότι δεν απαιτείται καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου για το περιορισθέν πρωτοδίκως αναγνωριστικό αίτημα αυτού από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, και στη συνέχεια προχώρησε στην ουσιαστική εξέταση της αγωγής, κάνοντας αυτή δεκτή, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας. Και τούτο διότι το πρώτο αίτημα της αγωγής, δηλαδή η αναγνώριση της λύσης της εργολαβικής σύμβασης λόγω υπαναχώρησης, δεν είναι αποτιμητό σε χρήμα και επομένως δεν απαιτείται γι’ αυτό η καταβολή δικαστικού ενσήμου, ενώ το δεύτερο αίτημα, δηλαδή η καταψήφιση, και κατόπιν παραδεκτής μετατροπής η αναγνώριση οφειλής χρηματικού ποσού 129.600 ευρώ, υπάγεται στην υλική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και επομένως ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου γι’ αυτό, ανεξαρτήτως του ότι σώρευσε παραδεκτώς κατ’ άρθρο 31 § 2 ΚΠολΔ το ανωτέρω αίτημα, ως συναφές με το πρώτο, στην αγωγή που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης ως καθ’ ύλην αρμόδιου για το πρώτο αίτημα, αφού κριτήριο για την ύπαρξη υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 7 § 3 ν.δ. 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 4640/2019, είναι η υλική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο υπάγεται η διαφορά, δηλαδή εν προκειμένω του μονομελούς πρωτοδικείου, και όχι του ανώτερου δικαστηρίου, στο οποίο εισήγαγε ο ενάγων το αίτημα αυτό με βάση τη δωσιδικία της συνάφειας.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου λόγοι της αίτησης αναίρεσης τυγχάνουν αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διάταξη προϋποθέτει άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, το δε δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, όταν η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που ορίζει η ως άνω διάταξη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, μεταβολή συμπεριφοράς αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, να προκαλείται δε, τόσο έντονη εντύπωση αδικίας, ώστε να καθίσταται αναγκαία η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος.
Περαιτέρω, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Επομένως, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα η ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη αντικειμενικών ορίων. Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται για μακρό χρονικό διάστημα, αλλά έλασσον του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 6/2016, 10/2012, 16/2006, ΑΠ 172/2019). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 10/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1214/2023, ΑΠ 1335/23, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την προταθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου. Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ επικαλέστηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εντελώς καταχρηστικά και ενάντια στις αρχές της καλής πίστης εννέα ολόκληρα χρόνια μετά τη φερόμενη αποπεράτωση του έργου, άσκησε την υπό κρίση αγωγή, ενώ είχε το δικαίωμα να τον κηρύξει έκπτωτο ήδη από το έτος 2013. Ουδέποτε τον ενόχλησε για δήθεν αντισυμβατική συμπεριφορά και αθέτηση της μεταξύ τους συμφωνίας, ούτε του απέστειλε την οποιαδήποτε εξώδικο όχληση-διαμαρτυρία πλην της από 6.3.2021 εξωδίκου η οποία του κοινοποιήθηκε την ίδια ακριβώς ημέρα με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, ήτοι στις 9.3.2021. Από τη συμπεριφορά του αυτή και κυρίως την αδράνεια του να τον ενημερώσει και να προβεί σε καταγγελία επί εννέα ολόκληρα έτη, του δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός της μη τήρηση εκ μέρους του, της συμφωνίας για καταβολή του υπόλοιπου ποσού των 25.000€, ότι ο αντίδικος αποδέχτηκε την παραλαβή των διαμερισμάτων ως είχαν.
Κατά συνέπεια, η αγωγή ασκείται παντελώς καταχρηστικά και πρέπει να απορριφθεί. Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω ένσταση είναι μη νόμιμη, και τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά και συγκεκριμένα ότι ο εφεσίβλητος ουδέποτε, επί εννέα έτη, ήγειρε αξιώσεις σε βάρος του, ότι ουδέποτε τον όχλησε, αν και δήθεν είχε το δικαίωμα από το έτος 2013 να τον κηρύξει έκπτωτο, και ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, και εάν θεωρηθούν αληθή, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής, αφού δεν εκτίθενται ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προηγήθηκαν της ασκήσεως της αγωγής και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, οι οποίες, σε συνδυασμό και με την μακροχρόνια αδράνεια του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, να δημιούργησαν στον εκκαλούντα-εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι ο πρώτος δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή της να έχει επαχθείς γι’αυτόν συνέπειες. Έτσι, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς οι περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενες στον παραπάνω λόγο αναίρεσης αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 Α.Κ. προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης και να παραδώσει τούτο, και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, ήτοι την περιέλευση του έργου στη δική του σφαίρα εξουσίασης. Από την κατάρτιση της σύμβασης έργου υφίσταται αμοιβαία υποχρέωση του εργολάβου και του εργοδότη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από αυτή και αντίστοιχη αξίωση καθενός τούτων, έναντι του ετέρου. Η αλλοίωση της υφιστάμενης σχέσης μεταξύ τους και η μη εξακολούθηση της υποχρέωσης για εκπλήρωση της παροχής συμβαίνει όταν συντρέξουν συγκεκριμένες καταστάσεις που καθορίζονται στο νόμο. Έτσι, τα αποτελέσματα της σύμβασης μπορούν να ανατραπούν με συμφωνία των συμβληθέντων, καταργητική της σύμβασης, κατ’ άρθρο 361 Α.Κ. Επίσης, αιτία κατάργησης της σύμβασης αποτελεί και η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από αυτή. Η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων στη σύμβαση ως δικαίωμα κάποιου από τα μέρη (Α.Π. 1135/2022, Α.Π. 793/2015), δηλαδή να επιφυλάξει κάποιος από τους συμβαλλόμενους για τον εαυτό του το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση κατά τα άρθρα 389 επ. Α.Κ., ακόμη και χωρίς λόγο, όπως το συμβατικό δικαίωμα να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο (συμβατική υπαναχώρηση), οπότε για την άσκηση αυτού δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. Α.Κ., γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης και δεν αποτελεί προϋπόθεση της συμβατικής υπαναχώρησης (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 896/2011), αλλά και για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, στην οποία (μη εκπλήρωση) περιλαμβάνονται και οι τρεις περιπτώσεις παράβασης της σύμβασης, δηλαδή η αδυναμία παροχής, η υπερημερία και η πλημμελής εκπλήρωση (Α.Π. 699/2019, Α.Π. 793/2015). Επομένως, αν συνομολογηθεί μεταξύ εργολάβου και εργοδότη η ρήτρα εκπτώσεως για την περίπτωση της καθυστέρησης της εκτέλεσης του έργου, αυτή έχει την έννοια ότι παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, και από την περιέλευση της σχετικής δήλωσης στον εργολάβο καταργείται ex tunc η σύμβαση, αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό (Α.Π. 699/2019, Α.Π. 1147/2011). Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος , που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ ΑΠ648/2019, ΑΠ 383/2017). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες με την αιτίαση ότι, δεχόμενο το Εφετείο κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με παντελώς ασαφή και εσφαλμένη αιτιολογία κατά παράβαση των άρθρων 383 επ. και 389 επ.ΑΚ περί νόμιμης και συμβατικής υπαναχώρησης, ότι παρότι ευθέως προβλέπεται από την επίδικη εργολαβική σύμβαση η τήρηση των διατυπώσεων περί νόμιμης υπαναχώρησης προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταγγελία της σύμβασης, εντούτοις έκρινε ότι δεν απαιτούνταν η τήρηση των προυποθέσεων των άρθρων αυτών, ήτοι να θέσει ο αναιρεσίβλητος -ενάγων εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής του, μετά την παρέλευση της οποίας θα μπορούσε να προβεί στην καταγγελία της εργολαβικής σύμβασης.
Συναφώς προς τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε κατά το ενδιαφέρον μέρος της (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) τις εξής παραδοχές: “… Μεταξύ του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, ως οικοπεδούχου, και του εναγομένου-εκκαλούντος, ως εργολάβου, συνήφθη το υπ’ αριθ. …-2009 εργολαβικό προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου μετά δικαιώματος δομήσεως ανοικοδόμητων χώρων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμό διοίκησης και διαχείρισης οικοδομής, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, στον τόμο 574 και με αριθμό 325. Με αυτό, συμφωνήθηκε η ανέγερση πολυόροφης οικοδομής στο υπ’ αριθ. A 184 οικόπεδο, εμβαδού 477 τ.μ., κείμενο στην Κατερίνη, στην ενότητα “Αναθεώρηση Βατάν”, στο υπ’ αριθ. 318 Ο.Τ, επί της οδού …, που ανήκει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος- εφεσιβλήτου….
Περαιτέρω, συμφωνήθηκε (άρθρο 14 προσυμφώνου) ότι ο εκκαλών – εργολάβος ήταν υποχρεωμένος να αποπερατώσει την οικοδομή σε 24 μήνες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, η οποία θα εκδιδόταν το αργότερο εντός 3 μηνών από την υπογραφή του εργολαβικού προσυμφώνου, καθώς και να παραδώσει τις ιδιοκτησίες του εφεσιβλήτου – οικοπεδούχου ως προς όλα έτοιμες για χρήση και οίκηση (με το κλειδί) εντός της ίδιας προθεσμίας, ενώ έπρεπε, επίσης, να έχει αποπερατώσει τους κοινόχρηστους χώρους, το λεβητοστάσιο, τις περιφράξεις του περιβάλλοντος χώρου, τον ανελκυστήρα, το φρέαρ ανελκυστήρα, την είσοδο της οικοδομής, την κεντρική θέρμανση και, εν γένει, όλες τις εγκαταστάσεις και λειτουργίες της οικοδομής. Ορίστηκε, επίσης, με το ίδιο άρθρο, ότι η παράδοση των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων χώρων θα γινόταν με πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, ακολουθώντας τη διαδικασία πρόσκλησης του οικοπεδούχου ενώπιον συμβολαιογράφου 10 ημέρες νωρίτερα, οπότε αν ο οικοπεδούχος δεν προσερχόταν την οριζόμενη ημέρα ή αρνούνταν αδικαιολόγητα την παραλαβή, οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του θα θεωρείτο ότι είχαν παραδοθεί. Σε περίπτωση που ο εκκαλών – εργολάβος δεν παρέδιδε στον οικοπεδούχο τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του ή τους κοινόκτητους χώρους και εγκαταστάσεις/μέσα στις άνω προθεσμίες, ήταν υποχρεωμένος να του καταβάλει λόγω εύλογης και δίκαιης ποινικής ρήτρας το ποσό των 600 ευρώ, για κάθε μήνα καθυστέρησης παράδοσης της κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας του (άρθρο 15 προσυμφώνου).
Περαιτέρω, αν δεν αποπεράτωνε ο εργολάβος τους χώρους της αντιπαροχής του οικοπεδούχου στην άνω προθεσμία και παρέρχονταν και άλλοι 6 μήνες πέρα από αυτήν, ο οικοπεδούχος, πέραν της άνω ποινικής ρήτρας, είχε δικαίωμα να κηρύξει τον εργολάβο έκπτωτο και να συνεχίσει τις οικοδομικές εργασίες μόνος του ή με άλλον εργολάβο της επιλογής του. Σε περίπτωση που συνέβαινε αυτό, όλοι οι χώροι του εργολαβικού ανταλλάγματος που δεν μεταβιβάστηκαν μέχρι την ημέρα της έκπτωσης με οριστικά συμβόλαια και όλες οι κατασκευές που έκανε στο μεταξύ ο εργολάβος στο προς ανοικοδόμηση ακίνητο θα παρέμεναν σε όφελος του οικοπεδούχου, ως ποινική ρήτρα (άρθρο 16 προσυμφώνου). Ο όρος αυτός του εργολαβικού συνιστά “ρήτρα εκπτώσεως”, για την περίπτωση που ο εργολάβος δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Ακολούθησε η σύναψη της από 12-2-2010 γενικής συγγραφής υποχρεώσεων μεταξύ των ιδίων, αφορώσα τις ειδικότερες κατασκευές, υλικά και προδιαγραφές των εργασιών ανέγερσης και αποπεράτωσης της οικοδομής. Στη συνέχεια, συνήφθη μεταξύ των ίδιων προσώπων η υπ’ αριθ. …-2011 συμβολαιογραφική τροποποίηση του άνω εργολαβικού του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία στον τόμο 605 και με αριθμό 280. Με αυτή, μεταξύ άλλων, παρατάθηκε η προθεσμία παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών του οικοπεδούχου και των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής ως την 31-12-2012… Ωστόσο, αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών – εργολάβος ουδέποτε αποπεράτωσε την οικοδομή και, κυρίως, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, τις οποίες έπρεπε να παραδώσει στον εφεσίβλητο – οικοπεδούχο, ήτοι το διαμέρισμα του πρώτου και του πέμπτου ορόφου της οικοδομής. Όπως προαναφέρθηκε, ο ίδιος είχε υποχρέωση να παραδώσει τις ιδιοκτησίες του οικοπεδούχου ως προς όλα έτοιμες για χρήση και οίκηση (με το κλειδί) εντός της ως άνω ορισθείσας προθεσμίας, ενώ έπρεπε, επίσης, να έχει αποπερατώσει τους κοινόχρηστους χώρους, το λεβητοστάσιο, τις περιφράξεις του περιβάλλοντος χώρου, τον ανελκυστήρα, το φρέαρ ανελκυστήρα, την είσοδο της οικοδομής, την κεντρική θέρμανση και, εν γένει, όλες τις εγκαταστάσεις και λειτουργίες της οικοδομής…. Εν τέλει, και αφού ο ενάγων – εφεσίβλητος διαπίστωσε ότι, παρά τις συνεχείς και έντονες οχλήσεις του, ο εναγόμενος – εκκαλών δεν επρόκειτο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, απέστειλε σε αυτόν την από 6-3-2021 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση – διαμαρτυρία, που του επιδόθηκε στις 9-3-2021 (βλ. την υπ’ αριθ. …-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης, Ν. Κ.), με την οποία τον κήρυσσε έκπτωτο, ως είχε δικαίωμα από το άρθρο 16 του εργολαβικού, ανακαλούσε οποιαδήποτε εντολή και πληρεξουσιότητα προς το πρόσωπό του και τον καλούσε να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια επί του οικοπέδου και των οριζοντίων ιδιοκτησιών. Έτσι, ο ενάγων-εφεσίβλητος άέτκησε, ως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, το δικαίωμα της υπαναχώρησης, για το οποίο δεν απαιτούνταν η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, διότι τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άρθρο 383 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης και δεν αποτελεί προϋπόθεση της συμβατικής υπαναχώρησης, όπως αναφέρθηκε στη σχετική μείζονα σκέψη. Για το λόγο αυτό δεν απαιτούνταν ο εφεσίβλητος-οικοπεδούχος να θέσει στον εκκαλούντα εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής του (κατ’ άρθ. 383 ΑΚ), δηλώνοντάς του ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή.
Άλλωστε, στο εργολαβικό συμβόλαιο που υπογράφηκε από τους διαδίκους ρητά συμφωνήθηκε ότι, το δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης του ενάγοντος – εφεσιβλήτου – οικοπεδούχου από την επίδικη σύμβαση γεννάται από μόνη την παρέλευση της ορισθείσας προθεσμίας και την υπερημερία του εκκαλούντος – εργολάβου, χωρίς να απαιτείται τήρηση οποιοσδήποτε άλλης προθεσμίας. Σε κάθε περίπτωση, δε, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοια υποχρέωση (να θέσει προθεσμία, λόγω της γενικής παραπομπής “στις διατάξεις του Α.Κ.”, στο άρθρο 16 του προσυμφώνου), κρίνεται ότι, εν προκειμένω, το μέτρο αυτό θα ήταν απολύτως άσκοπο, αφού είχε ήδη παρέλθει ικανότατο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία παράδοσης του έργου και ο εκκαλών – εργολάβος, με την αδιαφορία και την αδράνεια που επεδείκνυε, είχε καταστήσει σαφές ότι δεν επρόκειτο να εκπληρώσει την παροχή.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος – εναγομένου, που πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και τον οποίο επαναφέρει, με σχετικό λόγο έφεσης, στο παρόν Δικαστήριο, ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, δεν αποδεικνύεται βάσιμος κατ’ ουσίαν. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, ο λόγος για τον οποίο αυτός δεν μπορούσε να προχωρήσει στην εμπρόθεσμη εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ήταν ότι ο αντίδικός του, αν και του κατέβαλε ποσό ύψους 10.000 ευρώ τον Απρίλιο του 2010, δεν του κατέβαλε ποτέ το υπόλοιπο ποσό των 25.000 ευρώ, παρόλο που είχαν συμφωνήσει ότι το κόστος για την κατασκευή επιπλέον 22,20 τ.μ. σε καθένα από τα δύο οροφοδιαμερίσματα που θα παρακρατούσε ως οικοπεδούχος ανερχόταν στο ποσό των 35.000 ευρώ ( 22,20 τ.μ. X 2 διαμερίσματα X 780 ευρώ ανά τ.μ. περίπου).
Πλην, όμως, τέτοιου είδους συμφωνία δεν αποδείχθηκε ότι έγινε μεταξύ των μερών, καθώς ουδεμία πειστική εξήγηση δίνεται από τον εκκαλούντα- εργολάβο για τον λόγο για τον οποίον, εφόσον πράγματι υπήρξε τέτοια συμφωνία, αυτή δεν διατυπώθηκε γραπτώς, έστω και σε ιδιωτικό έγγραφο, ξεχωριστό και διαφορετικό από το εργολαβικό προσύμφωνο εάν ήθελε γίνει δεκτό, ότι τα μέρη δεν ήθελαν να αναφερθεί στο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο άλλη αμοιβή του εργολάβου, πλην των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα λάμβανε. Τέτοια πρόνοια , περί έγγραφης διατύπωσης της συμφωνίας έπρεπε ιδίως να λάβει ο εκκαλών- εργολάβος, αφού οποιαδήποτε παράβαση των υποχρεώσεών του, σχετικά με την αποπεράτωση της οικοδομής, παρείχε το δικαίωμα στον εργοδότη-ενάγοντα να τον κηρύξει έκπτωτο και να του ζητήσει την καταβολή ποινικής ρήτρας, όπως και έγινε. Και ναι μεν ο ενάγων-εφεσίβλητος εργοδότης δεν αρνήθηκε την καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ, όμως, στην καταβολή αυτή προχώρησε, προκειμένου να συνδράμει οικονομικά τον εναγόμενο εργολάβο ώστε να προχωρήσει τις εργασίες στην οικοδομή, λόγω οικονομικών προβλημάτων που τότε αντιμετώπιζε… Έτσι, καθίσταται σαφές, ότι ο εκκαλών εργολάβος δεν υπήρξε γενικότερα συνεπής στις υποχρεώσεις του και όχι μόνον όσον αφορά στις ιδιοκτησίες του εφεσιβλήτου εργοδότη. Κατόπιν αυτών, ο τελευταίος (εφεσίβλητος) / είχε πράγματι δικαίωμα αρχικά, να δηλώσει ότι υπαναχωρεί από την εργολαβική σύμβαση, όπως και το έπραξε με την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή του, που περιήλθε στον εκκαλούντα εργολάβο στις 9-3-2021 (βλ. ανωτέρω την υπ’ αρ. …-2021 έκθεση επίδοσης) και, στη συνέχεια, να ζητήσει την καταβολή της προβλεπόμενης στο άρθρο 15 της εργολαβικής σύμβασης, ποινικής ρήτρας, ύψους 117.600 ευρώ [ 600 ευρώ μηνιαίως X 98 μήνες καθυστέρησης ( από 1-1-2013, ήτοι από την επομένη του χρόνου συμφωνημένης παράδοσης , μέχρι 9-3-2021, χρόνος που κηρύχθηκε έκπτωτος ο εργολάβος) = 58.800 ευρώ X 2 οριζόντιες ιδιοκτησίες = 117.600 ευρώ ], ποσό που, σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβητείται ειδικά από τον εκκαλούντα- εναγόμενο εργολάβο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αναγνώρισε ότι νομίμως ο ενάγων – εφεσίβλητος υπαναχωρεί από τη σύμβαση εργολαβίας, με την από 6-3- 2021 εξώδικη δήλωσή του και στη συνέχεια αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος – εκκαλών υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 117.600 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της όχλησης,μέχρι την εξόφληση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι”.
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, διέλαβε δύο επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκριμένα δέχθηκε αφενός μεν ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος αφού διαπίστωσε ότι παρά τις συνεχείς και έντονες οχλήσεις του, ο εναγόμενος-εκκαλών δεν επρόκειτο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, απέστειλε σε αυτόν την από 6.3.2021 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, που του επιδόθηκε στις 9.3.2021, με την οποία τον κήρυσσε έκπτωτο, ως είχε δικαίωμα από το άρθρο 16 του εργολαβικού, ανακαλώντας οποιαδήποτε εντολή και πληρεξουσιότητα προς το πρόσωπό του και στη συνέχεια τον κάλεσε να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια επί του οικοπέδου και των οριζόντιων ιδιοκτησιών. Ετσι ο ενάγων -εφεσίβλητος άσκησε, ως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, το δικαίωμα της υπαναχώρησης, για το οποίο δεν απαιτούνταν η τήρηση των προυποθέσεων των άρθρων 383 επ.ΑΚ, διότι τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άρθρο 383 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης και δεν αποτελεί προυπόθεση της συμβατικής υπαναχώρησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Για το λόγο αυτό δεν απαιτούνταν ο εφεσίβλητος-οικοπεδούχος να θέσει στον εκκαλούντα-εργολάβο εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής του (κατ’ άρθρο 383ΑΚ), δηλώνοντάς του ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή. Αφετέρου δε σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοια υποχρέωση, ήτοι να θέσει προθεσμία, λόγω της γενικής παραπομπής “στις διατάξεις του ΑΚ”, στο άρθρο 16 του προσυμφώνου, το μέτρο αυτό θα ήταν απολύτως άσκοπο, αφού είχε ήδη παρέλθει ικανότατο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία παράδοσης του έργου και ο εκκαλών-εργολάβος, με την αδιαφορία και την αδράνεια που επεδείκνυε, είχε καταστήσει σαφές ότι δεν επρόκειτο να εκπληρώσει την παροχή. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον πλήττει μόνο την πρώτη από τις ανωτέρω ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, ενώ ο αναιρεσείων δεν πλήττει με λόγο αναίρεσης τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, και, επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτής, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμησή του αναιρετικού αυτού λόγου δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας, αναφορικά με το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση λύσης της εργολαβικής σύμβασης λόγω συμβατικής υπαναχώρησης, στηρίζει επαρκώς η μη πληττόμενη ως άνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, δηλαδή αναγνώριση λύσης της εργολαβικής σύμβασης λόγω νόμιμης υπαναχώρησης.
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες που να δικαιολογούν το αποδεικτικό της πόρισμα γιατί: α) έκρινε μη αξιόπιστες τις καταθέσεις των δικών του μαρτύρων από τις οποίες προκύπτει η ύπαρξη συμφωνίας αναφορικά με την επιπλέον καταβολή 35.000€ από τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα και β) δεν αποδείχθηκε μέχρι ποιό στάδιο αποπερατώθηκε το επίδικο έργο, αλλά ούτε και η ύπαρξη υπαιτιότητάς του , ως προς την αδυναμία ολοκλήρωσης του συμφωνηθέντος έργου, είναι απαράδεκτες διότι αναφέρονται αποκλειστικά σε στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως “αίτηση” νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος “επιδίκασε” σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (ΚΠολΔ 106), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 138/2020, ΑΠ 914/2008). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι ενώ το αίτημα της αγωγής ήταν μεταξύ άλλων να αναγνωριστεί ως έγκυρη και νόμιμη η έκπτωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος από το μη εκτελεσθέν τμήμα του έργου, το Εφετείο εσφαλμένα επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, αναγνωρίζοντας ότι η από 6.3.2021 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου επέφερε τη λόγω συμβατικής υπαναχώρησης λύσης της εργολαβικής σύμβασης και την απόσβεση των υποχρεώσεων του ενάγοντα. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκανε δεκτό το αίτημα αυτό, κατ’εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, δεδομένου ότι στο αίτημα της αναγνώρισης της έκπτωσης του εναγομένου περιέχεται η αναγνώριση της εγκυρότητας της συμβατικής υπαναχώρησης που έγινε με την από 6.3.2021 εξώδικη δήλωση που επέφερε και τη λύση της σύμβασης και την έκπτωση του εναγομένου-αναιρεσείοντα. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 KΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη. Ομολογία δε είναι η παραδοχή της αλήθειας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (Α.Π. 898/2015, Α.Π. 1187/2015, Α.Π. 947/2014, Α.Π. 373/2011). Η δικαστική ομολογία γίνεται πάντα από τον αντίδικο εκείνου, που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του γεγονότος αυτού, και δεν μπορεί να αφορά περιστατικά που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (Α.Π. 210/2025, Α.Π. 2030/2022, Α.Π. 7612020, Α.Π. 1407/2014). Ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (Α.Π. 33/2014, Α.Π. 1356/2010, Α.Π. 1014/2010). Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 1291/2019, Α.Π. 83/2014). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία ώστε να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 1652/2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή απαράδεκτος ισχυρισμός (Α.Π. 462/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, ο οποίος, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αποδέχθηκε ότι κατέβαλε στον αναιρεσείοντα-εργολάβο το ποσό το 10.000€ πλέον των αρχικώς συμφωνηθέντων, προκειμένου να τον συνδράμει οικονομικά επειδή ο τελευταίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, γεγονός το οποίο το Δικαστήριο υπέλαβε ως απλή δήλωση και όχι ως ομολογία της συμφωνίας των διαδίκων για καταβολή επιπλέον ποσού 35.000€ από τον αναιρεσίβλητο ως προυπόθεση για την ολοκλήρωση του έργου. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή τα όσα ανέφερε ο αναιρεσίβλητος αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς προς τον προβληθέντα ισχυρισμό του εναγομένου και δεν αποτελούν αντικείμενο δικαστικής ομολογίας.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ’ άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.2.2024 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1758/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
