ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 16ης Ιουλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 20 ΣΛΕΕ – Μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης ο οποίος ουδέποτε άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια – Τοποθέτηση της ειδικής εθνικής αρχής – Αιτιολογία – Πρόσβαση στον φάκελο – Διαβαθμισμένες πληροφορίες – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης »
Στην υπόθεση C‑26/25 [Bukla] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Szegedi Törvényszék (πρωτοδικείο Szeged, Ουγγαρία) με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Ιανουαρίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
PQ
κατά
Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság,
Alkotmányvédelmi Hivatal,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei, S. Rodin, N. Piçarra και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο PQ, εκπροσωπούμενος από τις T. Kovács, A. Németh και B. Pohárnok, ügyvédek,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Zs. Biró-Tóth και τον M. Z. Fehér,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και R. Kanitz,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις F. Blanc, A. Κατσιμέρου, E. Montaguti, Zs. Teleki και τον P. J. O. Van Nuffel,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, και του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, των άρθρων 20 και 267 ΣΛΕΕ, των άρθρων 1, 5, 7, 24, 41, 47, 51 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), των άρθρων 1, 5 και 11 έως 13 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98), και της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του PQ και, αφετέρου, της Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság (εθνικής γενικής αστυνομικής διεύθυνσης αλλοδαπών, περιφερειακή διεύθυνση Dél-Alföd, Ουγγαρία) (στο εξής: περιφερειακή διεύθυνση) και της Alkotmányvédelmi Hivatal (υπηρεσίας προστασίας του Συντάγματος, Ουγγαρία) με αντικείμενο τη νομιμότητα της απόφασης επιστροφής που εκδόθηκε εις βάρος του PQ και της απαγόρευσης εισόδου και διαμονής που του επιβλήθηκε.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη ΛΕΕ
3 Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ προβλέπει τα εξής:
«1. Θεσπίζεται ιθαγένεια της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια.
2. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες. Έχουν μεταξύ άλλων:
α) το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών,
β) το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και στις δημοτικές εκλογές στο κράτος μέλος κατοικίας τους, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους,
γ) το δικαίωμα να απολαύουν στο έδαφος τρίτης χώρας, στην οποία δεν αντιπροσωπεύεται το κράτος μέλος την υπηκοότητα του οποίου έχουν, της διπλωματικής και προξενικής προστασίας κάθε κράτους μέλους, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν και έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού,
δ) το δικαίωμα να αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το δικαίωμα να προσφεύγουν στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, καθώς και το δικαίωμα να απευθύνονται στα θεσμικά και στα συμβουλευτικά όργανα της Ένωσης σε μία από τις γλώσσες των Συνθηκών και να λαμβάνουν απάντηση στην ίδια γλώσσα.
Τα δικαιώματα αυτά ασκούνται υπό τους όρους και εντός των ορίων που ορίζονται από τις Συνθήκες και από τα μέτρα που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.»
Η οδηγία 2008/115
4 Οι αιτιολογικές σκέψεις 6 και 24 της οδηγίας 2008/115 έχουν ως εξής:
«(6) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε η παύση της παράνομης παραμονής υπηκόων τρίτων χωρών να διενεργείται με δίκαιη και διαφανή διαδικασία. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου της ΕΕ, οι αποφάσεις δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να λαμβάνονται κατά περίπτωση και να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια που να συνεπάγονται ότι η εκτίμηση θα πρέπει να υπερβαίνει το απλό γεγονός της παράνομης διαμονής. Όταν χρησιμοποιούν τυποποιημένα έντυπα για τις αποφάσεις περί επιστροφής, κυρίως αποφάσεις επιστροφής και, εάν εκδοθούν, αποφάσεις απαγόρευσης εισόδου και αποφάσεις απομάκρυνσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να τηρούν αυτή την αρχή και να συμμορφώνονται πλήρως με όλες τις εφαρμοστέες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
[…]
(24) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον [Χάρτη].»
5 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2008/115 ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ως γενικές αρχές του κοινοτικού και του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων προστασίας των προσφύγων και των υποχρεώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα.»
6 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτης χώρας.»
7 Κατά το άρθρο 3, σημείο 2, της οδηγίας 2008/115:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
2) “παράνομη παραμονή”: παρουσία στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόου τρίτης χώρας που δεν πληροί, ή δεν πληροί πλέον, τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο [6] του [κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2016, L 77, σ. 1)] ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος».
8 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 ορίζει τα εξής:
«Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη:
α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού,
β) την οικογενειακή ζωή,
γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας,
και τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης.»
9 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη εκδίδουν απόφαση επιστροφής για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5.
[…]»
10 Το άρθρο 11 της οδηγίας 2008/115 ορίζει το καθεστώς των αποφάσεων απαγόρευσης εισόδου.
11 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 ορίζει τα εξής:
«Οι αποφάσεις επιστροφής και –, εάν έχουν εκδοθεί,– οι αποφάσεις απαγόρευσης εισόδου και οι αποφάσεις απομάκρυνσης εκδίδονται εγγράφως και περιλαμβάνουν τους νομικούς και πραγματικούς λόγους καθώς και πληροφορίες για τα διαθέσιμα [μέσα έννομης προστασίας].
Οι πληροφορίες σχετικά με τους λόγους μπορούν πράγματι να είναι περιορισμένες, εφόσον το εθνικό δίκαιο επιτρέπει τον περιορισμό του δικαιώματος ενημέρωσης, ιδίως για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, της άμυνας και της δημόσιας ασφάλειας και για την πρόληψη, τη διερεύνηση, τον εντοπισμό και τη δίωξη αξιόποινων πράξεων.»
12 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 ορίζει τα εξής:
«Στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας διατίθεται αποτελεσματικό [μέσο έννομης προστασίας] το οποίο του επιτρέπει να προσφεύγει κατά των αποφάσεων που αφορούν την επιστροφή ή να ζητεί την επανεξέτασή τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή αρμόδιου οργάνου που απαρτίζεται από μέλη αμερόληπτα και απολαύοντα εχέγγυα ανεξαρτησίας.»
Το ουγγρικό δίκαιο
Ο νόμος II του 2007
13 Το άρθρο 43 του a harmadik országbeli állampolgárok beutazásáról és tartózkodásáról szóló 2007. évi II. törvény (νόμου II του 2007 περί της εισόδου και της διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών), της 5ης Ιανουαρίου 2007 (Magyar Közlöny 2007/1.), ορίζει τα εξής:
«1. Η υπηρεσία αλλοδαπών της αστυνομίας επιβάλλει αυτοτελή απαγόρευση εισόδου και διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στο εξωτερικό,
[…]
c) του οποίου η είσοδος και η διαμονή θίγουν ή θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη·
[…]
2. Εκτός αν συντρέχει μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπει ο παρών νόμος, η υπηρεσία αλλοδαπών της αστυνομίας διατάσσει βάσει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών την επιστροφή υπηκόου τρίτης χώρας
[…]
d) του οποίου η είσοδος και η διαμονή θίγουν ή θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη·
[…]
3. Την πρωτοβουλία για την αυτοτελή απαγόρευση εισόδου και διαμονής για τον λόγο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο c, και για την επιστροφή δυνάμει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών για τον λόγο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, στοιχείο d, μπορούν επίσης να αναλάβουν τα όργανα διατήρησης της τάξης που ορίζονται με τη σχετική κανονιστική πράξη της Κυβερνήσεως, εντός της σφαίρας των αρμοδιοτήτων τους, με στόχο την εκπλήρωση της αποστολής τους που συνδέεται με την προστασία των εκ του νόμου καθοριζομένων συμφερόντων. Αν η αυτοτελής απαγόρευση εισόδου και διαμονής επιβάλλεται για τον λόγο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο c, ή αν η επιστροφή δυνάμει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών επιβάλλεται για τον λόγο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, στοιχείο d, τα όργανα διατήρησης της τάξης που ορίζονται με τη σχετική κανονιστική πράξη της Κυβερνήσεως, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στα καθήκοντα και στις αρμοδιότητές τους, διατυπώνουν πρόταση σχετικά με τη διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου και διαμονής. Η υπηρεσία αλλοδαπών της αστυνομίας δεν μπορεί να αποκλίνει από το περιεχόμενο της πρότασης.»
14 Το άρθρο 45, παράγραφος 1, του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Προτού εκδώσει απόφαση επιστροφής δυνάμει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος διαθέτει άδεια διαμονής λόγω των οικογενειακών δεσμών του, η υπηρεσία αλλοδαπών της αστυνομίας λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες πτυχές:
a) τη διάρκεια της διαμονής·
b) την ηλικία και την οικογενειακή κατάσταση του υπηκόου τρίτης χώρας, και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα επέφερε το μέτρο επιστροφής για τα μέλη της οικογένειάς του·
c) τους δεσμούς του υπηκόου τρίτης χώρας με την Ουγγαρία καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει σχέσεις με τη χώρα καταγωγής του.»
15 Το άρθρο 87/A, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής:
«Για τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα νόμο, με κανονιστική πράξη της Κυβερνήσεως που εκδίδεται για την εκτέλεσή του ορίζεται ειδικό όργανο του κράτους το οποίο επιφορτίζεται με την επίλυση ορισμένων ζητημάτων».
16 Το άρθρο 87/B, παράγραφος 4, του ίδιου νόμου ορίζει τα εξής:
«Η γνώμη του ειδικού οργάνου του κράτους είναι, όσον αφορά το ειδικό ζήτημα, δεσμευτική για την υπηρεσία αλλοδαπών της αστυνομίας που επιλαμβάνεται της υπόθεσης.»
Το κυβερνητικό διάταγμα 114/2007
17 Το άρθρο 114, παράγραφος 4, στοιχείο a, του a harmadik országbeli állampolgárok beutazásáról és tartózkodásáról szóló 2007. évi II. törvény végrehajtásáról szóló 114/2007. Korm. rendelet (κυβερνητικού διατάγματος 114 του 2007 για την εκτέλεση του νόμου II του 2007, περί εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών), της 24ης Μαΐου 2007, προβλέπει ότι απαγόρευση εισόδου και διαμονής μπορεί να διαταχθεί κατόπιν προτάσεως της ανακριτικής αρχής, της υπηρεσίας προστασίας του Συντάγματος, της αστυνομίας ή της Terrorelhárítási Központ (κεντρικής υπηρεσίας για την πρόληψη της τρομοκρατίας, Ουγγαρία).
18 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 4b, του εν λόγω κυβερνητικού διατάγματος, μέτρο επιστροφής μπορεί επίσης να διαταχθεί κατόπιν προτάσεως της ανακριτικής αρχής, της υπηρεσίας προστασίας του Συντάγματος ή της κεντρικής υπηρεσίας για την πρόληψη της τρομοκρατίας.
Ο νόμος CLV του 2009
19 Το άρθρο 11 του a minősített adat védelméről szóló 2009. évi CLV. törvény (νόμου CLV του 2009, περί προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών), της 29ης Δεκεμβρίου 2009 (Magyar Közlöny 2009/194.), ορίζει τα εξής:
«1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των προσωπικών δεδομένων του τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως εθνικές διαβαθμισμένες πληροφορίες, κατόπιν άδειας πρόσβασης η οποία χορηγείται από την αρχή διαβάθμισης και χωρίς να απαιτείται να διαθέτει ατομικό πιστοποιητικό ασφαλείας. Το υποκείμενο των δεδομένων οφείλει, πριν αποκτήσει πρόσβαση στις εθνικές διαβαθμισμένες πληροφορίες, να υποβάλει γραπτή δήλωση εμπιστευτικότητας και να συμμορφώνεται με τους κανόνες προστασίας των εν λόγω πληροφοριών.
2. Η απόφαση σχετικά με τη χορήγηση της άδειας πρόσβασης εκδίδεται από την αρχή διαβάθμισης κατόπιν αίτησης του υποκειμένου των δεδομένων και εντός προθεσμίας 15 ημερών από την υποβολή αυτής. Η αρχή διαβάθμισης αρνείται τη χορήγηση της άδειας πρόσβασης εάν η γνώση των πληροφοριών θίγει το δημόσιο συμφέρον το οποίο εξυπηρετεί η διαβάθμιση. Η άρνηση χορήγησης άδειας πρόσβασης πρέπει να αιτιολογείται από την αρχή διαβάθμισης.
3. Σε περίπτωση άρνησης χορήγησης άδειας πρόσβασης, το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί να προσβάλει την απόφαση με ένδικη διοικητική προσφυγή. […]»
20 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Η αρχή επεξεργασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών μπορεί να αρνηθεί το δικαίωμα προσβάσεως του υποκειμένου των δεδομένων στα προσωπικά του δεδομένα, εάν από την άσκηση του δικαιώματος αυτού θίγεται το δημόσιο συμφέρον το οποίο εξυπηρετεί η διαβάθμιση.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
21 Ο PQ, υπήκοος τρίτης χώρας, εισήλθε νομίμως στην Ουγγαρία τον Ιούνιο του 2005 ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και έκτοτε διαμένει στο εν λόγω κράτος μέλος. Του είχε χορηγηθεί δελτίο μόνιμης διαμονής με ισχύ έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2020.
22 Από το 2011 ο PQ συζεί σε ελεύθερη ένωση με τη σύντροφό του η οποία έχει ουγγρική ιθαγένεια. Στο πλαίσιο της ένωσης αυτής γεννήθηκαν, το 2012 και το 2021, δύο τέκνα ουγγρικής ιθαγένειας. Ο PQ ασκεί, από κοινού με τη σύντροφό του, τη γονική μέριμνα των τέκνων τους. Ζει μόνιμα μαζί τους και ασκεί ως επί το πλείστον την πραγματική επιμέλειά τους. Τα τέκνα του PQ έχουν στενό συναισθηματικό δεσμό και σχέση εξάρτησης με αυτόν, ο οποίος τα φροντίζει διαρκώς από τη γέννησή τους.
23 Στις 6 Αυγούστου 2020 ο PQ υπέβαλε αίτηση για εθνική άδεια μόνιμης εγκατάστασης, επικαλούμενος την οικογενειακή του κατάσταση.
24 Με μη αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, η υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος εκτίμησε ότι η διαμονή του PQ στην Ουγγαρία έθιγε τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους μέλους στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Το ειδικό αυτό όργανο χαρακτήρισε ως διαβαθμισμένες πληροφορίες τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε για την έκδοση της εν λόγω γνώμης.
25 Με απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2020, η περιφερειακή διεύθυνση απέρριψε, ως πρωτοβάθμια υπηρεσία αλλοδαπών της αστυνομίας, την αίτηση για χορήγηση εθνικής άδειας μόνιμης εγκατάστασης την οποία είχε υποβάλει ο PQ.
26 Στις 3 Δεκεμβρίου 2020 η υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος πρότεινε την έκδοση απόφασης επιστροφής εις βάρος του PQ για τον λόγο ότι η διαμονή του στην Ουγγαρία έθιγε τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους μέλους στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Το ειδικό αυτό όργανο χαρακτήρισε ως διαβαθμισμένες πληροφορίες τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε για την έκδοση της εν λόγω πρότασης.
27 Η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2020 επικυρώθηκε, στις 25 Μαρτίου 2021, από την Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság (εθνική γενική αστυνομική διεύθυνση αλλοδαπών, Ουγγαρία), ήτοι τη δευτεροβάθμια υπηρεσία αλλοδαπών της αστυνομίας, με την αιτιολογία ότι ο Belügyminiszter (Υπουργός Εσωτερικών, Ουγγαρία) είχε διαπιστώσει, ως δευτεροβάθμιο ειδικό όργανο, ότι η διαμονή του PQ στην ουγγρική επικράτεια έθιγε τα συμφέροντα της Ουγγαρίας στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Με την απόφασή της, η εθνική γενική αστυνομική διεύθυνση αλλοδαπών υπογράμμισε ότι, κατ’ εφαρμογήν της ουγγρικής νομοθεσίας, δεν μπορούσε να αποκλίνει από τη γνώμη του Υπουργού Εσωτερικών και ότι, ως εκ τούτου, ήταν υποχρεωμένη να απορρίψει την αίτηση του PQ, χωρίς να λάβει υπόψη την προσωπική του κατάσταση.
28 Στις 16 Απριλίου 2021 η υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος πρότεινε να επιβληθεί στον PQ απαγόρευση εισόδου και διαμονής.
29 Με απόφαση της 6ης Μαΐου 2021, η περιφερειακή διεύθυνση εξέδωσε απόφαση επιστροφής εις βάρος του PQ, διέταξε την εκτέλεση του μέτρου αυτού με την άσκηση διοικητικού καταναγκασμού και επέβαλε στον PQ απαγόρευση εισόδου και διαμονής δεκαετούς διάρκειας. Η απόφαση αυτή βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στις προτάσεις που είχε εκδώσει στις 3 Δεκεμβρίου 2020 και στις 16 Απριλίου 2021 η υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος.
30 Με προσωρινό μέτρο της 6ης Μαΐου 2021, η περιφερειακή διεύθυνση ανέστειλε την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής εις βάρος του PQ εν αναμονή της συνδρομής των προϋποθέσεων επιστροφής και της ολοκλήρωσης ποινικής διαδικασίας που είχε κινηθεί εις βάρος του ή, κατά περίπτωση, της εκτέλεσης της ποινής που ενδεχομένως θα επιβαλλόταν κατά το πέρας της εν λόγω ποινικής διαδικασίας.
31 Ο PQ άσκησε, ενώπιον του Szegedi Törvényszék (πρωτοδικείου Szeged, Ουγγαρία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, προσφυγές κατά της από 25 Μαρτίου 2021 απόφασης της εθνικής γενικής αστυνομικής διεύθυνσης αλλοδαπών και κατά της από 6 Μαΐου 2021 απόφασης της περιφερειακής διεύθυνσης.
32 Στο πλαίσιο της εξέτασης της πρώτης από τις προσφυγές αυτές, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Το Δικαστήριο απάντησε στην αίτηση αυτή με την απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες) (C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344).
33 Με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2024, το αιτούν δικαστήριο ακύρωσε την από 25 Μαρτίου 2021 απόφαση της εθνικής γενικής αστυνομικής διεύθυνσης αλλοδαπών και διέταξε την περιφερειακή διεύθυνση να κινήσει νέα διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες) (C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344), και της παρέσχε ταυτόχρονα ενδείξεις ως προς την προσέγγιση που έπρεπε να ακολουθηθεί προς τον σκοπό αυτό.
34 Η διαδικασία της κύριας δίκης αφορά την εξέταση της προσφυγής που άσκησε ο PQ κατά της από 6 Μαΐου 2021 απόφασης της περιφερειακής διεύθυνσης.
35 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι εις βάρος του PQ εκδόθηκε απόφαση επιστροφής επειδή η υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος εκτίμησε ότι η διαμονή του στην Ουγγαρία έθιγε τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους μέλους στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η εκτίμηση αυτή δεν γνωστοποιήθηκαν ούτε στον PQ ούτε στην περιφερειακή διεύθυνση. Η περιφερειακή διεύθυνση δεν υποχρεούται, βάσει του ουγγρικού δικαίου, να εξετάσει καμία πρόσθετη ατομική περίσταση και οφείλει να στηριχθεί στην εκτίμηση της υπηρεσίας προστασίας του Συντάγματος.
36 Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι από τη νομολογία του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία) προκύπτει ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα δικονομικά δικαιώματα του ενδιαφερομένου διασφαλίζονται από την εξουσία που έχει το αρμόδιο δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει τη νομιμότητα της απόφασης περί διαμονής, να λάβει γνώση των διαβαθμισμένων πληροφοριών στις οποίες στηρίζεται η γνώμη των ειδικών οργάνων.
37 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το αίτημα πρόσβασης σε διαβαθμισμένες πληροφορίες θα γινόταν δεκτό, ούτε ο ενδιαφερόμενος ούτε ο εκπρόσωπός του θα είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν στο πλαίσιο της διοικητικής ή της ένδικης διαδικασίας τις διαβαθμισμένες πληροφορίες στις οποίες θα τους είχε χορηγηθεί πρόσβαση, δεδομένου ότι, στην πράξη, δεν θα τους επιτρεπόταν να συντάξουν έγγραφο το οποίο να περιλαμβάνει το ουσιώδες περιεχόμενο των πληροφοριών αυτών. Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης σχετικής με τη διαμονή δεν έχει, κατά την ουγγρική νομοθεσία, καμία εξουσία συναφώς.
38 Το αιτούν δικαστήριο αμφισβητεί τη συμβατότητα της ουγγρικής νομοθεσίας προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης. Εκτιμά, ειδικότερα, ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 και το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν επιτρέπουν την έκδοση απόφασης επιστροφής, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, αν δεν έχει γίνει συγκεκριμένη εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ιδίως δε εκείνων που αφορούν την οικογενειακή ζωή του ενδιαφερομένου. Επιπλέον, το καθεστώς που ισχύει για τις διαβαθμισμένες πληροφορίες κατά τη διάρκεια των διοικητικών και ένδικων διαδικασιών αντιβαίνει, κατά το αιτούν δικαστήριο, στις απαιτήσεις που έχουν καθιερωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Szegedi Törvényszék (πρωτοδικείο Szeged) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν τα άρθρα 5, 12 και 13 της οδηγίας [2008/115], σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 24, 41 και 47 του [Χάρτη] την έννοια ότι αντιτίθενται στην πρακτική κράτους μέλους η οποία συνίσταται στην έκδοση απόφασης επιστροφής υπηκόου τρίτης χώρας, του οποίου τα μέλη της οικογένειας (ανήλικα τέκνα, σύντροφος στο πλαίσιο ελεύθερης ένωσης) είναι υπήκοοι κράτους μέλους της Ένωσης και διαμένουν σε αυτό, χωρίς προηγούμενη εξέταση των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας [αυτής] και στα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη;
2) Έχουν τα άρθρα 5, 12 και 13 της οδηγίας [2008/115], σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 24, το άρθρο 51, παράγραφος 1, και το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, την έννοια ότι αντιτίθενται σε πρακτική κράτους μέλους δυνάμει της οποίας εκδίδεται απόφαση επιστροφής αλλοδαπού βάσει μη αιτιολογημένης πρότασης της ειδικής αρχής, με την οποία διαπιστώνεται απλώς και μόνον ότι κινδυνεύει ή θίγεται η εθνική ασφάλεια, η δημόσια ασφάλεια ή η δημόσια τάξη, η δε πρόταση αυτή δεσμεύει την υπηρεσία αλλοδαπών, έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και διατυπώνεται χωρίς να εξεταστεί σε βάθος η συνδρομή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των λόγων εθνικής ασφάλειας, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας τάξης και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ατομικές περιστάσεις του αλλοδαπού και οι επιταγές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας;
3) Έχουν τα άρθρα 5, 12 και 13 της οδηγίας [2008/115], σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη –καθώς και, ενδεχομένως, με τα άρθρα του 7 και 24–, την έννοια ότι επιβάλλουν στην αρχή κράτους μέλους που εξέδωσε απόφαση επιστροφής για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας ή στην ειδική αρχή που διαπίστωσε τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των σχετικών πληροφοριών την υποχρέωση να διασφαλίζουν στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας και στον νόμιμο εκπρόσωπό του το δικαίωμα να γνωρίζουν, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον το ουσιώδες περιεχόμενο των εμπιστευτικών ή διαβαθμισμένων πληροφοριών και δεδομένων στα οποία στηρίζεται η εκδοθείσα για τους προμνησθέντες λόγους απόφαση, καθώς και το δικαίωμα να κάνουν χρήση των εν λόγω πληροφοριών ή δεδομένων στη σχετική με την εν λόγω απόφαση διαδικασία, στην περίπτωση που η αρμόδια αρχή κρίνει ότι η κοινοποίηση των πληροφοριών ή δεδομένων δεν επιτρέπεται για λόγους εθνικής ασφάλειας;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια ακριβώς είναι η έννοια του “ουσιώδους περιεχομένου” των λόγων εμπιστευτικού χαρακτήρα στους οποίους στηρίζεται μια τέτοια απόφαση, υπό το πρίσμα των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη;»
40 Με απόφαση της 26ης Μαΐου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο αυθημερόν, το αιτούν δικαστήριο συμπλήρωσε την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
41 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, μετά την υποβολή της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) εξέδωσε, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, απόφαση χάριν της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου η οποία καλύπτει όλες τις διαδικασίες δυνάμει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών. Κάθε ουγγρικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης επιστροφής υποχρεούται να εφαρμόσει την ερμηνεία που προέκρινε το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο), χωρίς να μπορεί να αποκλίνει από αυτήν, ακόμη και αν αιτιολογήσει τη σχετική απόφασή του.
42 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί, όμως, αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα πολλών σημείων της εν λόγω απόφασης προς το δίκαιο της Ένωσης.
43 Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει, πρώτον, ότι από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι τα ουγγρικά δικαστήρια δεν μπορούν να εξετάσουν την ύπαρξη δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ ή σχέσης εξάρτησης, στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος τα επικαλείται το πρώτον στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας ή στην περίπτωση που τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ανάγκη τέτοιας εξέτασης γίνονται γνωστά για πρώτη φορά κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας. Η εξέταση αυτή αποκλείεται επίσης όταν της προσβαλλόμενης απόφασης έχει προηγηθεί άλλη απόφαση περί άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής του ενδιαφερομένου στην Ουγγαρία.
44 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο), στο πλαίσιο της ισχύουσας ουγγρικής νομοθεσίας, δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί στο ενδιαφερόμενο να λάβει γνώση του ουσιώδους περιεχομένου της αιτιολογίας της εις βάρος του απόφασης, όταν η αιτιολογία στηρίζεται σε διαβαθμισμένες πληροφορίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο μόνος συμβατός με το ισχύον εθνικό δίκαιο τρόπος διασφάλισης της τήρησης των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου είναι το αρμόδιο δικαστήριο να διαπιστώσει την αδυναμία του ενδιαφερομένου, λόγω της έλλειψης δυνατότητας πρόσβασης στις κρίσιμες διαβαθμισμένες πληροφορίες, να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του και να καλέσει, κατά συνέπεια, τον εισαγγελέα να ενεργήσει προς το συμφέρον του ενδιαφερομένου. Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας μπορεί να αποφασίσει να παρέμβει στη διαδικασία, έχοντας πρόσβαση στις κρίσιμες διαβαθμισμένες πληροφορίες, χωρίς ωστόσο να μπορεί να τις γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο. Αντιθέτως, σε περίπτωση που ο εισαγγελέας αποφασίσει να μην παρέμβει στη διαδικασία, το αρμόδιο δικαστήριο θα μπορούσε να μη λάβει υπόψη την άποψη των διοικητικών αρχών όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου για την εθνική ασφάλεια.
45 Υπό το πρίσμα των αμφιβολιών του σχετικά με τη συμβατότητα της απόφασης του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) της 24ης Φεβρουαρίου 2025 προς το δίκαιο της Ένωσης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν συμβιβάζονται με το δίκαιο της Ένωσης τα αποτελέσματα που το ουγγρικό δίκαιο αναγνωρίζει στην απόφαση αυτή, καθόσον αυτά κωλύουν τη συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης εκ μέρους άλλων τμημάτων του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) ή των τακτικών ουγγρικών δικαστηρίων.
46 Βάσει των στοιχείων αυτών, το Szegedi Törvényszék (πρωτοδικείο Szeged) προσέθεσε στα ερωτήματα που είχαν ήδη υποβληθεί στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«5) Έχει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τα άρθρα 5, 7, 24, 41, 47, το άρθρο 51, παράγραφος 1, και το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, την έννοια ότι αντιτίθεται στη ρύθμιση κράτους μέλους και στην πρακτική ανώτερου δικαστηρίου του εν λόγω κράτους μέλους βάσει των οποίων
– δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο που ελέγχει την απόφαση της υπηρεσίας αλλοδαπών της αστυνομίας με την οποία διατάσσεται η επιστροφή να λάβει υπόψη ενδεχόμενο παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ ή σχέση εξάρτησης –καθώς και τα σχετικά πραγματικά περιστατικά– όταν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας προβάλλει τα εν λόγω στοιχεία για πρώτη φορά κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας (περιλαμβανομένης της περιπτώσεως κατά την οποία η αρχή που ενήργησε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας γνώριζε τους οικογενειακούς δεσμούς που υφίστανται με τον πολίτη της Ένωσης) ή όταν τα σχετικά κρίσιμα πραγματικά περιστατικά γίνονται γνωστά για πρώτη φορά κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας,
– προβλέπεται ότι η ύπαρξη παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής μόνον εφόσον πριν από την απόφαση επιστροφής δεν είχε εκδοθεί άλλη απόφαση (επί αιτήσεως χορήγησης άδειας διαμονής ή μόνιμης εγκατάστασης) –στην οποία, ως εκ τούτου, βασίζεται η απόφαση περί επιστροφής– με την οποία αποκλείστηκε το δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος;
6) Έχουν το άρθρο 5, το άρθρο 11, παράγραφος 2, το άρθρο 12, παράγραφος 1, και το άρθρο 13 της οδηγίας [2008/115], ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 6 και 24 και του άρθρου 1 της εν λόγω οδηγίας και σε συνδυασμό με τα άρθρα 5, 7, 24, 41, 47, το άρθρο 51, παράγραφος 1, και το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, την έννοια ότι αντιτίθενται στη ρύθμιση κράτους μέλους και στην πρακτική ανώτερου δικαστηρίου του εν λόγω κράτους μέλους βάσει των οποίων ο έλεγχος του αναλογικού χαρακτήρα απόφασης της υπηρεσίας αλλοδαπών της αστυνομίας περί επιστροφής και απαγόρευσης εισόδου και διαμονής μπορεί να διενεργηθεί χωρίς ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας, ή ο εκπρόσωπός του, να είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση, τουλάχιστον, του ουσιώδους περιεχομένου της αιτιολογίας της πρότασης του ειδικού οργάνου που προέβαλε λόγο δημοσίας τάξεως, δημοσίας ή εθνικής ασφάλειας, στην οποία βασίζεται η προμνημονευθείσα απόφαση, καθώς και να εκφράσει την άποψή του και να προβάλει συναφώς επιχειρήματα προς άμυνά του;
7) Έχουν το άρθρο 12, παράγραφος 1, και το άρθρο 13 της οδηγίας [2008/115], ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 6 και 24 και του άρθρου 1 της εν λόγω οδηγίας και σε συνδυασμό με τα άρθρα 41 και 47 του Χάρτη, την έννοια ότι αντιτίθενται στη ρύθμιση κράτους μέλους και στην πρακτική ανώτερου δικαστηρίου του εν λόγω κράτους μέλους οι οποίες προβλέπουν ότι, όταν συντρέχουν οι μνημονευόμενες στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας [2008/115] εξαιρέσεις που αφορούν την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια, ούτε η αρχή του κράτους μέλους που λαμβάνει απόφαση επιστροφής στηριζόμενη σε λόγο εθνικής ασφάλειας, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας τάξεως ούτε η αρχή (προστασίας της δημοσίας τάξεως) που καθορίζει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ή τη διαβάθμιση [των πληροφοριών] υποχρεούνται –σε περίπτωση που η γνωστοποίηση της αιτιολογίας θίγει την εθνική ασφάλεια– να διασφαλίζουν ότι ο ενδιαφερόμενος, ή ο εκπρόσωπός του, θα λάβει, εν πάση περιπτώσει, γνώση, τουλάχιστον, του ουσιώδους περιεχομένου των εμπιστευτικών ή διαβαθμισμένων πληροφοριών στις οποίες στηρίζεται απόφαση που βασίζεται σε τέτοιο λόγο, και θα έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω πληροφορίες στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά την εν λόγω απόφαση, δεδομένου ότι, αντ’ αυτού, στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου διοικητικής απόφασης ληφθείσας βάσει τέτοιας εμπιστευτικής ή διαβαθμισμένης αιτιολογίας, ο εισαγγελέας –ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πλην του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας– δύναται, κατόπιν προσκλήσεως του δικαστή, να ενεργήσει για να προστατεύσει τα δικαιώματα του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς εντούτοις να δύναται να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο προσφεύγοντα τουλάχιστον το ουσιώδες περιεχόμενο της αιτιολογίας;
8) Έχουν το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, και το άρθρο 47 του Χάρτη, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και σε συνδυασμό με το άρθρο 41, το άρθρο 51, παράγραφος 1, και το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη και με το άρθρο 5, το άρθρο 11, παράγραφος 2, το άρθρο 12, παράγραφος 1, και το άρθρο 13 της οδηγίας [2008/115] –λαμβανομένων υπόψη των αιτιολογικών σκέψεων 6 και 24 και του άρθρου 1 της εν λόγω οδηγίας–, την έννοια ότι αντιτίθενται στη ρύθμιση κράτους μέλους και στην πρακτική ανώτερου δικαστηρίου του εν λόγω κράτους μέλους βάσει των οποίων
– το ανώτατο δικαστήριο κράτους μέλους δύναται, ακόμη και αν το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει με απόφασή του τις κρίσιμες σε συγκεκριμένη υπόθεση διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, να εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες ερμηνεύει το δίκαιο κατά τρόπο δεσμευτικό για όλα τα κατώτερα ιεραρχικώς δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από την εν λόγω ερμηνεία […], και με τις οποίες ερμηνεύει το δίκαιο της Ένωσης ευρύτερα από ό,τι οι κρίσιμες για την οικεία υπόθεση αποφάσεις του Δικαστηρίου, επιβάλλει δε υποχρέωση ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου με την οποία τίθενται, στο πλαίσιο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όροι εφαρμογής που αντιβαίνουν στην ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης η οποία έχει δοθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου και εμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή του,
– το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους οφείλει, προκειμένου να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης ή τις κρίσιμες σε συγκεκριμένη υπόθεση αποφάσεις του Δικαστηρίου, να κινήσει ειδική διαδικασία προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο (εσωτερική προδικαστική διαδικασία, διαδικασία υπέρ της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου) σε περίπτωση κατά την οποία προτίθεται να παρεκκλίνει, λόγω του δικαίου της Ένωσης, από μία ή πλείονες δεσμευτικές αποφάσεις ανώτερου δικαστηρίου που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης ή στις αποφάσεις του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η άμεση εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβανομένων των αποφάσεων του Δικαστηρίου, να είναι δυνατή μόνον δυνάμει σχετικής έγκρισης η οποία χορηγείται με την απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας (απόφαση εκδοθείσα χάριν της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου);
9) Έχει η σκέψη 97 της απόφασης [της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες) (C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344),] την έννοια ότι το ειδικό όργανο που αποφασίζει σχετικά με τον κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια μπορεί να αποφανθεί ότι η γνωστοποίηση του ουσιώδους περιεχομένου της αιτιολογίας στην οποία βασίζεται η θέση του ενδέχεται να θίγει κατά τρόπο άμεσο και συγκεκριμένο την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους, καθόσον μπορεί, μεταξύ άλλων, να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή, την υγεία ή την ελευθερία προσώπων ή να αποκαλύψει τις ειδικές μεθόδους έρευνας που μετέρχονται όργανα επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια και, συνεπώς, να παρακωλύσει σοβαρά ή ακόμη και να εμποδίσει τη μελλοντική άσκηση των καθηκόντων των εν λόγω οργάνων, λόγοι για τους οποίους ο ενδιαφερόμενος, ή ο εκπρόσωπός του, δεν μπορεί να λάβει γνώση του ουσιώδους περιεχομένου της αιτιολογίας στην οποία βασίζεται η εν λόγω θέση του ειδικού οργάνου;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
47 Υπενθυμίζεται ευθύς εξ αρχής ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με την οποία το Δικαστήριο παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν [βλ. διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1990, Falciola, C‑286/88, EU:C:1990:33, σκέψη 7, και απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, État belge (Στοιχεία μεταγενέστερα της απόφασης μεταφοράς), C‑194/19, EU:C:2021:270, σκέψη 21].
48 Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο αιτούν δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, Krüger, C‑334/95, EU:C:1997:378, σκέψεις 22 και 23, της 28ης Νοεμβρίου 2000, Roquette Frères, C‑88/99, EU:C:2000:652, σκέψη 18, και της 3ης Ιουνίου 2025, Kinsa, C‑460/23, EU:C:2025:392, σκέψη 34). Ειδικότερα, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους δεν αναφέρθηκε το εθνικό δικαστήριο με το ερώτημά του (βλ. αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, Tissier, 35/85, EU:C:1986:143, σκέψη 9, και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli, C‑758/24 και C‑759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 44).
49 Επισημαίνεται συναφώς, πρώτον, ότι, μολονότι μόνον το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα αφορά ρητώς το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, εντούτοις από το σκεπτικό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο PQ μπορεί να έχει δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ και ότι, κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται γενικώς αν συνάδει με το εν λόγω άρθρο η διαδικασία επιστροφής που εφαρμόστηκε στην περίπτωση του PQ.
50 Κατά συνέπεια, το σύνολο των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν άμεσα την εν λόγω διαδικασία επιστροφής, ήτοι τα πρώτα επτά προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει να εξεταστούν όχι μόνον υπό το πρίσμα των μνημονευόμενων σε αυτά διατάξεων της οδηγίας 2008/115 και του Χάρτη, αλλά και υπό το πρίσμα του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
51 Δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 41 του Χάρτη, το οποίο μνημονεύεται από το αιτούν δικαστήριο στο πρώτο, το τέταρτο, το πέμπτο, το έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα, υπενθυμίζεται ότι από το γράμμα του ως άνω άρθρου προκύπτει σαφώς ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν απευθύνεται στα κράτη μέλη, αλλά αποκλειστικώς στα θεσμικά όργανα και στα λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság κ.λπ., C‑159/21, EU:C:2022:708, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Τούτου λεχθέντος, το άρθρο 41 του Χάρτη αποτυπώνει μια γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία ισχύει ως προς τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság κ.λπ., C‑159/21, EU:C:2022:708, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Επομένως, η γενική αυτή αρχή πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να διευκρινιστούν οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2008/115.
54 Τρίτον, επισημαίνεται ότι η Ουγγρική Κυβέρνηση προτείνει να αναδιατυπωθούν ουσιωδώς το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, στηριζόμενη σε ερμηνεία της ουγγρικής νομοθεσίας διαφορετική από εκείνη την οποία δέχθηκε το αιτούν δικαστήριο.
55 Ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, προς στήριξη της πρότασης αναδιατύπωσης, η Ουγγρική Κυβέρνηση στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) της 24ης Φεβρουαρίου 2025, η οποία δεν είχε ακόμη εκδοθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
56 Το αιτούν δικαστήριο, με την απόφαση της 26ης Μαΐου 2025, έλαβε όμως υπόψη την ανωτέρω απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και έκρινε, κατά συνέπεια, ότι έπρεπε να υποβάλει νέα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία σχετίζονται με ορισμένα από τα στοιχεία που προέβαλε η Ουγγρική Κυβέρνηση και, επομένως, η πρόταση της Ουγγρικής Κυβέρνησης για αναδιατύπωση του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος προκειμένου να ληφθεί υπόψη η απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) έχει καταστεί σε μεγάλο βαθμό άνευ αντικειμένου.
57 Βεβαίως, η Ουγγρική Κυβέρνηση συνάγει από την απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) συμπεράσματα τα οποία είναι εν μέρει διαφορετικά εκείνων στα οποία κατέληξε το αιτούν δικαστήριο.
58 Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του εθνικού δικαίου (βλ. αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1978, Oehlschläger, 104/77, EU:C:1978:69, σκέψη 4, και της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 76). Το Δικαστήριο οφείλει να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τις οποίες ερωτάται, λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί, όπως αυτό προσδιορίζεται από το αιτούν δικαστήριο (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Laval un Partneri, C‑341/05, EU:C:2007:809, σκέψη 47, και της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C‑600/23, EU:C:2025:617, σκέψη 66).
59 Επομένως, προκειμένου να απαντήσει στο πρώτο, στο δεύτερο, στο τρίτο και στο όγδοο προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί στην περιγραφή της ουγγρικής νομοθεσίας την οποία δέχθηκε το αιτούν δικαστήριο και όχι σε εκείνη την οποία επικαλείται η Ουγγρική Κυβέρνηση.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
60 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 5, 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 24 και 47 του Χάρτη και με τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης, έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν στις αρχές κράτους μέλους να εκδίδουν απόφαση επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, χωρίς να έχουν προηγουμένως εξετάσει τις συνέπειες της απόφασης επιστροφής στην οικογενειακή ζωή του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας ή στην κατάσταση των ανήλικων τέκνων του.
61 Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται ότι τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, το άρθρο 47 του Χάρτη και η γενική αρχή της χρηστής διοίκησης επιβάλλουν υποχρεώσεις διαδικαστικής φύσης οι οποίες δεν είναι κρίσιμες για την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
62 Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ αντιτίθεται σε εθνικά μέτρα τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν τους πολίτες της Ένωσης από τη δυνατότητα να απολαύσουν πράγματι τα δικαιώματα που τους παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
63 Αντιθέτως, οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ιθαγένεια της Ένωσης δεν παρέχουν κανένα αυτοτελές δικαίωμα στους υπηκόους τρίτων χωρών. Πράγματι, τα δικαιώματα που ενδεχομένως αναγνωρίζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών δεν αποτελούν ίδια δικαιώματα των υπηκόων αυτών, αλλά παράγωγα δικαιώματα εκπορευόμενα από τα δικαιώματα του πολίτη της Ένωσης. Ο σκοπός και η δικαιολόγηση των εν λόγω παραγώγων δικαιωμάτων ερείδονται στη διαπίστωση ότι η άρνηση αναγνώρισής τους ενδέχεται να θίξει, μεταξύ άλλων, την ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής του πολίτη της Ένωσης στο έδαφος της Ένωσης [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
64 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι υφίστανται όλως ειδικές περιπτώσεις στις οποίες, μολονότι το σχετικό με το δικαίωμα διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών παράγωγο δίκαιο της Ένωσης δεν τυγχάνει εφαρμογής και ο ενδιαφερόμενος πολίτης της Ένωσης δεν έχει κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας, επιβάλλεται η αναγνώριση δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας του εν λόγω πολίτη της Ένωσης, καθώς η πρακτική αποτελεσματικότητα της ιθαγένειας της Ένωσης θα καταλυόταν αν, συνεπεία της μη αναγνωρίσεως ενός τέτοιου δικαιώματος, ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, στερούμενος, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να απολαύσει πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματα που του παρέχει η ιδιότητα αυτή [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
65 Εντούτοις, η άρνηση αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας είναι ικανή να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα της ιθαγένειας της Ένωσης μόνο σε περίπτωση κατά την οποία μεταξύ του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας και του οικείου πολίτη της Ένωσης που είναι μέλος της οικογένειάς του υφίσταται σχέση εξάρτησης τέτοιας φύσεως ώστε ο πολίτης της Ένωσης να εξαναγκάζεται να συνοδεύσει τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας και να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
66 Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αναγνώριση δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα την ένταση της σχέσης εξάρτησης μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας και του πολίτη της Ένωσης που είναι μέλος της οικογένειάς του και, κατά την εκτίμηση αυτή, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
67 Στο ως άνω πλαίσιο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 64 έως 66 της παρούσας απόφασης, να εκδίδουν απόφαση επιστροφής εις βάρος του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας.
68 Πράγματι, αφενός, σε μια τέτοια περίπτωση, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ αντιτίθεται στην άρνηση αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας, όπως και στην επιβολή εις βάρος του μέτρου απέλασης ή, γενικότερα, μέτρου που τον υποχρεώνει να επιστρέψει σε τρίτη χώρα, δεδομένου ότι τέτοια μέτρα είναι ικανά να στερήσουν κατ’ αποτέλεσμα από τον πολίτη της Ένωσης, λόγω της υφιστάμενης σχέσης εξάρτησης μεταξύ αυτού και του υπηκόου τρίτης χώρας, τη δυνατότητα να απολαύσει πράγματι τα δικαιώματα που του παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης [πρβλ. αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, CS, C‑304/14, EU:C:2016:674, σκέψη 32, και της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 65].
69 Αφετέρου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ απορρέει απευθείας από το πρωτογενές δίκαιο και γεννάται μόλις συντρέξουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση του, ακόμη και πριν την υποβολή αίτησης με την οποία ζητείται η αναγνώρισή του (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2025, Stadt Wuppertal, C‑130/24, EU:C:2025:340, σκέψεις 32, 33 και 39).
70 Κατά συνέπεια, ήδη από τη γέννηση μιας σχέσης εξάρτησης όπως αυτή για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 65 της παρούσας απόφασης, ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας δεν μπορεί να θεωρηθεί, για όσο διάστημα διαρκεί η εν λόγω σχέση εξάρτησης, ως παρανόμως διαμένων στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 2, της οδηγίας 2008/115 [πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2018, K.A. κ.λπ. (Οικογενειακή επανένωση στο Βέλγιο), C‑82/16, EU:C:2018:308, σκέψη 89].
71 Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εκδίδουν απόφαση επιστροφής μόνον εις βάρος των υπηκόων τρίτης χώρας που διαμένουν παρανόμως στο έδαφός τους (πρβλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2024, Kaduna, C‑244/24 και C‑290/24, EU:C:2024:1038, σκέψεις 137 και 138).
72 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να λαμβάνουν δεόντως υπόψη το άρθρο 20 ΣΛΕΕ όταν προτίθενται να εκδώσουν απόφαση επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος είναι μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης.
73 Προς τούτο, μολονότι στα κράτη μέλη εναπόκειται, βεβαίως, να καθορίσουν τους κανόνες εφαρμογής του άρθρου 20 ΣΛΕΕ στο πλαίσιο των διαδικασιών επιστροφής, ωστόσο οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να υπονομεύουν την πρακτική αποτελεσματικότητα του εν λόγω άρθρου [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
74 Ως προς το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι η εφαρμογή διαδικασίας επιστροφής εις βάρος γονέα ανήλικου πολίτη της Ένωσης είναι ικανή, όπως και η έκδοση απόφασης περί άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής στον γονέα, να στερήσει από τον ανήλικο πολίτη της Ένωσης τη δυνατότητα να απολαύσει πράγματι τα δικαιώματα που του παρέχει η ιδιότητα την οποία του αναγνωρίζει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, οι διαδικαστικές απαιτήσεις που οφείλουν να τηρούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές όσον αφορά την εξέταση των αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας διαμονής μπορούν να ισχύσουν mutatis mutandis και για τις διαδικασίες επιστροφής.
75 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν υποχρεούνται να εξετάζουν συστηματικά και με δική τους πρωτοβουλία την ύπαρξη σχέσης εξάρτησης, υπό την έννοια του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι τα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού πρέπει να προσκομίζονται από τον ενδιαφερόμενο [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
76 Εντούτοις, προκειμένου να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, οι εθνικές αρχές οι οποίες διεξάγουν διαδικασία επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης οφείλουν να εκτιμήσουν, ιδίως βάσει των στοιχείων τα οποία θα πρέπει να μπορούν ελεύθερα να τους προσκομίσουν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας και ο ενδιαφερόμενος πολίτης της Ένωσης και πραγματοποιώντας, εφόσον είναι αναγκαίο, τις απαραίτητες έρευνες, κατά πόσον υφίσταται, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων, σχέση εξάρτησης όπως η περιγραφόμενη στη σκέψη 65 της παρούσας απόφασης [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
77 Επομένως, όταν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προτίθενται, κατ’ εφαρμογήν της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, να εκδώσουν απόφαση επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας του οποίου οι οικογενειακοί δεσμοί με πολίτη της Ένωσης είναι γνωστοί σε αυτές, οφείλουν να βεβαιώνονται, ενδεχομένως συγκεντρώνοντας τις αναγκαίες προς τούτο πληροφορίες, ότι η απόφαση που πρόκειται να εκδώσουν δεν έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του. Προς τούτο, οι εν λόγω αρχές οφείλουν, ειδικότερα, να εξακριβώνουν κατά πόσον υφίσταται, μεταξύ των ενδιαφερομένων, σχέση εξάρτησης όπως η περιγραφόμενη στη σκέψη 65 της παρούσας απόφασης [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψεις 71 και 72].
78 Δεύτερον, ανεξαρτήτως των απαιτήσεων που απορρέουν από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την οδηγία 2008/115, οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο της 5, αφενός, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή και την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας, καθώς και, αφετέρου, να τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης. Τα εν λόγω συμφέροντα και η αρχή αυτή πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής, και δη κατά τη λήψη απόφασης επιστροφής [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 91, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Adrar, C‑313/25 PPU, EU:C:2025:647, σκέψη 79].
79 Κατά συνέπεια, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιστροφής χωρίς να λάβει υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία της οικογενειακής ζωής του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας τα οποία αυτός επικαλέστηκε, έστω προς στήριξη αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας διαμονής [πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2018, K.A. κ.λπ. (Οικογενειακή επανένωση στο Βέλγιο), C‑82/16, EU:C:2018:308, σκέψη 104].
80 Επιπλέον, όταν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προτίθενται να εκδώσουν απόφαση επιστροφής εις βάρος του γονέα ανηλίκου, πρέπει να προβούν σε γενική και εμπεριστατωμένη εκτίμηση της καταστάσεως του ανηλίκου λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού [πρβλ. αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Επιστροφή ασυνόδευτου ανηλίκου), C‑441/19, EU:C:2021:9, σκέψη 60, και της 11ης Μαρτίου 2021, État belge (Επιστροφή του γονέα ενός ανηλίκου), C‑112/20, EU:C:2021:197, σκέψη 33].
81 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν στις αρχές κράτους μέλους να εκδίδουν απόφαση επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, χωρίς οι εν λόγω αρχές να έχουν προηγουμένως εξετάσει τις συνέπειες της απόφασης επιστροφής στην οικογενειακή ζωή του υπηκόου τρίτης χώρας ή στην κατάσταση των ανήλικων τέκνων του στην περίπτωση που έχουν πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών μεταξύ του υπηκόου τρίτης χώρας και των εν λόγω πολιτών της Ένωσης.
Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
82 Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί δεύτερο κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 24 και 47 του Χάρτη καθώς και με τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού, η οποία αποκλείει την επίκληση του άρθρου 20 ΣΛΕΕ κατά απόφασης επιστροφής ή κατά τη διάρκεια διαδικασίας επιστροφής στην περίπτωση που:
– είτε η επίκληση δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ ή σχέσης εξάρτησης γίνεται για πρώτη φορά στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας και ενός πολίτη της Ένωσης ήταν ήδη γνωστοί στις αρμόδιες αρχές·
– είτε τα σχετικά κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ γίνονται γνωστά για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας·
– είτε της διαδικασίας επιστροφής προηγήθηκε απόφαση άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
83 Όσον αφορά, πρώτον, την περίπτωση μη επίκλησης, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ ή σχέσης εξάρτησης, πρέπει να τονιστεί ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας εις βάρος του οποίου έχει κινηθεί διαδικασία επιστροφής υπέχει καθήκον καλόπιστης συνεργασίας, βάσει του οποίου οφείλει να ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν τις αρμόδιες εθνικές αρχές για κάθε σχετική εξέλιξη της οικογενειακής ζωής του (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Adrar, C‑313/25 PPU, EU:C:2025:647, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
84 Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 73 έως 77 της παρούσας απόφασης, οι αρμόδιες εθνικές αρχές, όταν έχουν πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας και ενός πολίτη της Ένωσης, δεν μπορούν να εκδώσουν απόφαση επιστροφής χωρίς να έχουν ελέγξει, πραγματοποιώντας, εφόσον είναι αναγκαίο, τις απαραίτητες έρευνες, αν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ αντιτίθεται στην έκδοση της απόφασης επιστροφής.
85 Σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας δεν έχει επικαλεστεί ειδικώς το άρθρο 20 ΣΛΕΕ ενώπιον των αρμόδιων εθνικών αρχών δεν είναι ικανό να τις απαλλάξει από την υποχρέωση να προβούν στον ανωτέρω έλεγχο ή να τους επιτρέψει να εκδώσουν απόφαση επιστροφής αν διαπιστώσουν, κατόπιν του ελέγχου, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 64 έως 66 της παρούσας απόφασης [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 73].
86 Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν κατά τα ανωτέρω οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν, λαμβανομένου υπόψη του σαφούς και ανεπιφύλακτου χαρακτήρα τους, άμεσο αποτέλεσμα και, επομένως, ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, στο πλαίσιο της πραγματικής προσφυγής που απαιτείται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 και το άρθρο 47 του Χάρτη, τυχόν παράβαση των εν λόγω υποχρεώσεων, ακόμη και αν δεν έχει επικαλεστεί, ενώπιον των αρμόδιων εθνικών αρχών, δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ ή σχέση εξάρτησης.
87 Δεύτερον, όσον αφορά τυχόν στοιχεία τα οποία γίνονται γνωστά για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο να στερηθεί ένας πολίτης της Ένωσης τη δυνατότητα τα απολαύσει πράγματι τα δικαιώματα που του παρέχει η ιδιότητα την οποία του αναγνωρίζει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, τα εθνικά δικαστήρια που καλούνται να αποφανθούν επί αρνήσεως αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν μετά τη διοικητική απόφαση [πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Ταϊλανδή μητέρα ανήλικου τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας), C‑459/20, EU:C:2023:499, σκέψη 52].
88 Δεδομένου ότι η εφαρμογή διαδικασίας επιστροφής είναι επίσης ικανή να στερήσει από ανήλικο πολίτη της Ένωσης τη δυνατότητα να απολαύσει πράγματι τα δικαιώματα που του παρέχει η ιδιότητα την οποία του αναγνωρίζει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, η λύση αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και κατά την εξέταση προσφυγής κατά απόφασης επιστροφής.
89 Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά μέτρο απέλασης που διατάχθηκε εις βάρος υπηκόου κράτους μέλους για λόγους δημόσιας τάξης, ότι το δίκαιο της Ένωσης αντίκειται σε εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία τα εθνικά δικαστήρια δεν λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν μετά το μέτρο απέλασης (πρβλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Ορφανόπουλος και Oliveri, C‑482/01 και C‑493/01, EU:C:2004:262, σκέψη 82).
90 Κατά συνέπεια, ένα εθνικό δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης επιστροφής, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα κρίσιμα για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ πραγματικά περιστατικά τα οποία γίνονται γνωστά για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας.
91 Τρίτον, όσον αφορά τη σημασία της ύπαρξης προηγούμενης απόφασης σχετικά με τη διαμονή, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι σε αυτά εναπόκειται να καθορίζουν τους κανόνες εφαρμογής του άρθρου 20 ΣΛΕΕ στο πλαίσιο των διαδικασιών επιστροφής, έχουν την ευχέρεια να διαμορφώνουν τους εν λόγω κανόνες κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας να ληφθεί η οικογενειακή του κατάσταση υπόψη πριν από την έκδοση απόφασης επιστροφής δεν θα μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο προς επανεκκίνηση της διοικητικής διαδικασίας ή παράτασή της στο διηνεκές [πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2018, K.A. κ.λπ. (Οικογενειακή επανένωση στο Βέλγιο), C‑82/16, EU:C:2018:308, σκέψη 105].
92 Ειδικότερα, ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη διαπιστώσεις σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερομένου οι οποίες γίνονται κατά την εξέταση αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής, χωρίς όμως να οφείλουν κατ’ ανάγκην να επανεξετάσουν ex novo την οικογενειακή κατάσταση στο σύνολό της.
93 Εντούτοις, αφενός, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 20 ΣΛΕΕ κατά τη διάρκεια διαδικασίας επιστροφής, η ύπαρξη απόφασης άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής δεν μπορεί να είναι καθοριστικό στοιχείο σε περίπτωση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία οι αρμόδιες εθνικές αρχές εξέδωσαν τέτοια απόφαση χωρίς ουδόλως να εξετάσουν αν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ είχε εφαρμογή, μολονότι είχαν πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας και ενός πολίτη της Ένωσης.
94 Αφετέρου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη διαμονή προκύπτει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση ως έχει κατά τον χρόνο κατά τον οποίο καλούνται να αποφανθούν επί της εφαρμογής του άρθρου 20 ΣΛΕΕ [πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Ταϊλανδή μητέρα ανήλικου τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας), C‑459/20, EU:C:2023:499, σκέψη 52]. Επιπλέον, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 69 της παρούσας απόφασης, το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ γεννάται μόλις συντρέξουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή του και ανεξάρτητα από τις διαδικασίες που διεξάγονται για την αναγνώρισή του.
95 Από τα στοιχεία που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η απόφαση άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής και η απόφαση επιστροφής δεν εκδίδονται ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, ή κατά την οποία μεταξύ της έκδοσης των αποφάσεων αυτών μεσολαβεί σημαντικό χρονικό διάστημα, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν, εν πάση περιπτώσει, να λάβουν υπόψη, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιστροφής, τυχόν νέες περιστάσεις που είναι κρίσιμες για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ και ότι δεν μπορούν συνεπώς να στηρίζονται, για να αποκλείσουν την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, αποκλειστικά επί της προηγούμενης άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής, ακόμη και αν η απόφαση άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής εκδόθηκε λαμβανομένου δεόντως υπόψη του άρθρου αυτού.
96 Κατά συνέπεια, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού, η οποία αποκλείει την επίκληση του άρθρου 20 ΣΛΕΕ κατά απόφασης επιστροφής ή κατά τη διάρκεια διαδικασίας επιστροφής στην περίπτωση που:
– είτε η επίκληση δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ ή σχέσης εξάρτησης γίνεται για πρώτη φορά στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας και ενός πολίτη της Ένωσης ήταν ήδη γνωστοί στις αρμόδιες αρχές·
– είτε τα σχετικά κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ γίνονται γνωστά για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας·
– είτε της διαδικασίας επιστροφής προηγήθηκε απόφαση άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
97 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί τρίτο κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 5, 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει στις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους την υποχρέωση να εκδίδουν, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, απόφαση επιστροφής για λόγο εθνικής ασφάλειας αποκλειστικά και μόνο βάσει μη αιτιολογημένης δεσμευτικής γνώμης εκδοθείσας από όργανο επιφορτισμένο με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, χωρίς να εξετάζουν ενδελεχώς το σύνολο των ατομικών περιστάσεων και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
98 Κατά πρώτον, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παρεκκλίνουν από το παράγωγο δικαίωμα διαμονής, το οποίο απορρέει από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, όσον αφορά μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης περί του οποίου γίνεται λόγος στη σκέψη 64 της παρούσας απόφασης, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση της δημόσιας τάξης ή η διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας. Τούτο μπορεί να συμβαίνει όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ή εθνική ασφάλεια [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
99 Εντούτοις, η άρνηση αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής, βάσει του λόγου αυτού, μπορεί να απορρέει μόνον από συγκεκριμένη εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων η τήρηση των οποίων διασφαλίζεται από το Δικαστήριο και, ενδεχομένως, των βέλτιστων συμφερόντων του τέκνου του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
100 Από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 72 και 73 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι η απαίτηση αυτή ισχύει επίσης και κατά τη διάρκεια διαδικασίας επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εν λόγω απαίτηση πρέπει να τηρείται στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικής με την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, στην οποία επίμαχη δεν είναι απόφαση άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής, αλλά μέτρο απέλασης (πρβλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, CS, C‑304/14, EU:C:2016:674, σκέψεις 40 και 41).
101 Εξάλλου, τα κράτη μέλη, όταν προτίθενται να εκδώσουν απόφαση επιστροφής για λόγο εθνικής ασφάλειας, εξακολουθούν να υποχρεούνται να τηρούν το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 και τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη.
102 Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2008/115, οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει αυτής θα πρέπει να λαμβάνονται κατά περίπτωση και να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια και, ως εκ τούτου, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων για την εφαρμογή των ανωτέρω άρθρων, και ιδίως την οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας, προτού εκδώσουν απόφαση επιστροφής για λόγο εθνικής ασφάλειας. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν, επιπροσθέτως, να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O., C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 49, και της 1ης Αυγούστου 2025, Al Hoceima και Boghni, C‑636/23 και C‑637/23, EU:C:2025:603, σκέψη 77).
103 Επομένως, μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν ορίζει ποια αρχή πρέπει να προβεί στις εκτιμήσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 99 και 101 της παρούσας απόφασης, εντούτοις μια απόφαση επιστροφής, στηριζόμενη σε λόγο εθνικής ασφάλειας, μπορεί να εκδοθεί μόνον αφού διενεργηθούν οι εκτιμήσεις αυτές.
104 Κατά δεύτερον, το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει ότι οι αποφάσεις επιστροφής εκδίδονται εγγράφως και περιλαμβάνουν τους νομικούς και πραγματικούς λόγους για την έκδοσή τους. Ωστόσο, η διάταξη αυτή επιτρέπει να περιορίζονται οι πληροφορίες σχετικά με τους λόγους που αφορούν πραγματικά περιστατικά, εφόσον το εθνικό δίκαιο επιτρέπει τον περιορισμό του δικαιώματος ενημέρωσης, ιδίως για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας.
105 Δεδομένου ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν περιέχει κανόνα που να καθορίζει με ακρίβεια τις ειδικότερες λεπτομέρειες του περιορισμού των πληροφοριών, οι λεπτομέρειες αυτές εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, βάσει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
106 Συναφώς, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, υποχρεούνται να διασφαλίζουν την τήρηση τόσο των απαιτήσεων που απορρέουν από τη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως όσο και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
107 Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει πάντως ότι η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου τον οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη επιβάλλει να είναι ο ενδιαφερόμενος σε θέση να γνωρίζει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται διοικητική απόφαση που τον αφορά, είτε επειδή έχει διαβάσει την ίδια την απόφαση είτε επειδή του έχουν γνωστοποιηθεί οι λόγοι αυτοί κατόπιν αίτησής του, χωρίς να θίγεται η εξουσία του αρμόδιου δικαστή να απαιτήσει από την οικεία αρχή να προβεί στη γνωστοποίησή τους, προκειμένου να παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να αποφασίσει, έχοντας γνώση όλων των στοιχείων, αν είναι σκόπιμο να προσφύγει στον αρμόδιο δικαστή, καθώς και για να παρασχεθεί στον αρμόδιο δικαστή η πλήρης δυνατότητα ασκήσεως του ελέγχου νομιμότητας της επίδικης εθνικής αποφάσεως [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
108 Τούτου λεχθέντος, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη δεν συνιστούν απόλυτες προνομίες και ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης που απορρέει από τα δικαίωμα αυτό μπορεί, επομένως, να περιοριστεί, εντός του καθοριζόμενου από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 πλαισίου, βάσει σταθμίσεως μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής του ενδιαφερομένου και, αφετέρου, των συμφερόντων των οποίων γίνεται επίκληση προς δικαιολόγηση της μη κοινοποίησης στον ενδιαφερόμενο πληροφοριών σχετικά με τους λόγους που αφορούν πραγματικά περιστατικά, ιδίως σε περίπτωση που τα συμφέροντα αυτά άπτονται της εθνικής ασφάλειας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság κ.λπ., C‑159/21, EU:C:2022:708, σκέψη 50).
109 Εντούτοις, δεδομένης της ανάγκης τηρήσεως του άρθρου 47 του Χάρτη, η στάθμιση αυτή δεν πρέπει να στερεί τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου από κάθε αποτελεσματικότητα και να καθιστά άνευ περιεχομένου το δικαίωμα προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, ιδίως διά της μη γνωστοποίησης στον ίδιο τουλάχιστον του ουσιαστικού περιεχομένου των λόγων στους οποίους βασίστηκε η απόφαση που ελήφθη και αφορά το πρόσωπό του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság κ.λπ., C‑159/21, EU:C:2022:708, σκέψη 51).
110 Από τις ανωτέρω σκέψεις σχετικά τόσο με την απαίτηση να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ και του άρθρου 5 της οδηγίας 2008/115 όσο και με την υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων επιστροφής προκύπτει ότι η αρμόδια για θέματα διαμονής εθνική αρχή δεν μπορεί νομίμως να αρκείται στην εφαρμογή μιας μη αιτιολογημένης απόφασης εκδοθείσας από άλλη εθνική αρχή, η οποία δεν συμμορφώθηκε προς την απαίτηση αυτή, και να λαμβάνει, επί της βάσης αυτής και μόνον και για λόγο εθνικής ασφάλειας, απόφαση επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
111 Η ως άνω διαπίστωση ουδόλως αποκλείει το ενδεχόμενο ένα μέρος των πληροφοριών που χρησιμοποιεί η αρμόδια αρχή για να προβεί στις εκτιμήσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις σκέψεις 99 και 101 της παρούσας απόφασης να έχει τεθεί στη διάθεσή της από όργανα που είναι επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος της εν λόγω αρχής [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
112 Ομοίως, η εν λόγω διαπίστωση δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να αναθέτει σε όργανο επιφορτισμένο με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια την εξουσία να εκδίδει γνώμη η οποία επιβάλλει, κατά τρόπο δεσμευτικό, την έκδοση απόφασης επιστροφής, υπό τον όρο ότι το όργανο αυτό συμμορφώνεται προς την υποχρέωση αιτιολόγησης και μπορεί να εκδίδει τέτοια γνώμη μόνον αφού λάβει δεόντως υπόψη το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στις σκέψεις 99 και 101 της παρούσας απόφασης [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
113 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 5, 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει στις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους την υποχρέωση να εκδίδουν, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, απόφαση επιστροφής για λόγο εθνικής ασφάλειας αποκλειστικά και μόνο βάσει μη αιτιολογημένης δεσμευτικής γνώμης εκδοθείσας από όργανο επιφορτισμένο με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, χωρίς να εξετάζουν ενδελεχώς το σύνολο των ατομικών περιστάσεων και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί του τρίτου, του τετάρτου, του έκτου και του εβδόμου προδικαστικού ερωτήματος
114 Με το τρίτο, το τέταρτο, το έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού και τέταρτα κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 5 και 11 της ίδιας οδηγίας, με το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, με τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και με τα άρθρα 5, 7, 24 και 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού, η οποία προβλέπει, στην περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση επιστροφής και μια απόφαση απαγόρευσης εισόδου οι οποίες εκδόθηκαν εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας στηρίζονται σε πληροφορίες των οποίων η κοινοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους, ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές παρά μόνον αφού λάβει σχετική άδεια, ότι δεν του γνωστοποιείται ούτε καν το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω αποφάσεις και ότι αυτός δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή της ένδικης διαδικασίας, τις πληροφορίες στις οποίες μπόρεσε ενδεχομένως να αποκτήσει πρόσβαση, αλλά ότι το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει να ζητήσει από εισαγγελέα να παρέμβει για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας.
115 Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι, δεδομένου ότι το τρίτο, το τέταρτο, το έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα αφορούν αποκλειστικά τη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί ενώπιον των αρμόδιων εθνικών αρχών και των εθνικών δικαστηρίων σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, τα άρθρα 1 και 11 της οδηγίας 2008/115 και τα άρθρα 5, 7 και 24 του Χάρτη δεν είναι κρίσιμα για την απάντηση στα προδικαστικά αυτά ερωτήματα.
116 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 104 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει ότι οι αποφάσεις επιστροφής και οι αποφάσεις απαγόρευσης εισόδου εκδίδονται εγγράφως και περιλαμβάνουν τους νομικούς και πραγματικούς λόγους για την έκδοσή τους.
117 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει ότι στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας διατίθεται αποτελεσματικό μέσο έννομης προστασίας το οποίο του επιτρέπει να προσφεύγει κατά των ως άνω αποφάσεων ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή αρμόδιου οργάνου που απαρτίζεται από μέλη αμερόληπτα και απολαύοντα εχέγγυα ανεξαρτησίας.
118 Εντούτοις, οι ανωτέρω διατάξεις δεν περιέχουν καμία ένδειξη ως προς τον τρόπο πρόσβασης στον σχετικό με διαδικασία επιστροφής φάκελο. Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 104 και 105 της παρούσας απόφασης, μολονότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 επιτρέπει να περιορίζονται οι πληροφορίες σχετικά με τους λόγους που αφορούν πραγματικά περιστατικά, εφόσον το εθνικό δίκαιο επιτρέπει τον περιορισμό του δικαιώματος ενημέρωσης, ιδίως για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, εντούτοις το δίκαιο της Ένωσης δεν περιέχει κανόνα που να καθορίζει τις ειδικότερες λεπτομέρειες του περιορισμού των πληροφοριών.
119 Κατά συνέπεια, οι ειδικότερες λεπτομέρειες των διαδικασιών που προβλέπονται σχετικά με την πρόσβαση του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας στον σχετικό με τη διαδικασία επιστροφής φάκελο καθώς και στους λόγους για την έκδοση απόφασης επιστροφής και απόφασης απαγόρευσης εισόδου, στην περίπτωση κατά την οποία οι εν λόγω αποφάσεις στηρίζονται σε πληροφορίες των οποίων η κοινοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους εμπίπτουν στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εντός των ορίων που απορρέουν από τις αρχές και το δικαίωμα που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 105 και 106 της παρούσας απόφασης.
120 Από τα ανωτέρω προκύπτει, ιδίως, ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου πρέπει να διασφαλίζεται τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά τη διάρκεια μιας ενδεχόμενης ένδικης διαδικασίας [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
121 Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τη διοικητική διαδικασία, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας προϋποθέτει ότι οι διοικητικές αρχές των κρατών μελών, όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να παρέχουν στον αποδέκτη αποφάσεως η οποία θίγει αισθητά τα συμφέροντά του τη δυνατότητα να διατυπώσει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση σκοπεύει να στηρίξει την απόφασή της [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
122 Η απαίτηση αυτή αποσκοπεί ιδίως, στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, να καταστήσει δυνατό στην αρμόδια αρχή να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της να αποφανθεί επί της ενδεχόμενης έκδοσης απόφασης επιστροφής ή απόφασης απαγόρευσης εισόδου προβαίνοντας με πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στην εξατομικευμένη εκτίμηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων, γεγονός που επιβάλλει την παροχή στον αποδέκτη των εν λόγω αποφάσεων της δυνατότητας να διορθώσει ένα λάθος ή να προβάλει στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση που συνηγορούν υπέρ του να ληφθεί ή να μη ληφθεί η απόφαση ή να έχει αυτή συγκεκριμένο περιεχόμενο [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
123 Η εν λόγω απαίτηση αποσκοπεί γενικότερα, κατά την κίνηση διαδικασίας επιστροφής, να συμβάλει στην τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, διασφαλίζοντας ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας θα έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή του επί των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων των ανωτέρω υποχρεώσεων στην περίπτωσή του [πρβλ. αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2018, K.A. κ.λπ. (Οικογενειακή επανένωση στο Βέλγιο), C‑82/16, EU:C:2018:308, σκέψη 103, και της 14ης Ιανουαρίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Επιστροφή ασυνόδευτου ανηλίκου), C‑441/19, EU:C:2021:9, σκέψη 59].
124 Καθόσον η ίδια ως άνω απαίτηση προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την παροχή στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας, ενδεχομένως διά του νομικού συμβούλου του, συγκεκριμένης δυνατότητας να λάβει γνώση των στοιχείων στα οποία η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται το δικαίωμα πρόσβασης σε όλα τα στοιχεία του φακέλου κατά τη διοικητική διαδικασία [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
125 Όσον αφορά, δεύτερον, την ένδικη διαδικασία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας προϋποθέτει ότι ο προσφεύγων έχει τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση όχι μόνο στο σκεπτικό των διοικητικών αποφάσεων που τον αφορούν, αλλά και σε όλα τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση στήριξε τις αποφάσεις της, προκειμένου να είναι σε θέση να λάβει, πράγματι, θέση επί των στοιχείων αυτών [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
126 Επιπλέον, η αρχή της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων από το άρθρο 47 του Χάρτη δικαιωμάτων άμυνας, συνεπάγεται ότι οι διάδικοι πρέπει να έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση όλων των εγγράφων ή παρατηρήσεων που υποβάλλονται στο δικαστήριο για να επηρεάσουν την απόφασή του και να εκφέρουν σχετικώς τη γνώμη τους, όπερ προϋποθέτει ότι το πρόσωπο το οποίο αφορούν μια απόφαση επιστροφής και μια απόφαση απαγόρευσης εισόδου πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση των στοιχείων του φακέλου του που έχουν τεθεί στη διάθεση του δικαστηρίου το οποίο καλείται να αποφανθεί επί της ασκηθείσας κατά των εν λόγω αποφάσεων προσφυγής [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
127 Τούτου λεχθέντος, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα δικαιώματα άμυνας δεν είναι απόλυτα και ότι το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο –το οποίο απορρέει από τα δικαιώματα αυτά– μπορεί να περιοριστεί, βάσει σταθμίσεως μεταξύ, αφενός, της γενικής αρχής της χρηστής διοίκησης και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής του ενδιαφερομένου και, αφετέρου, των συμφερόντων των οποίων γίνεται επίκληση προς δικαιολόγηση της μη κοινοποίησης στοιχείου του φακέλου στο πρόσωπο αυτό, ιδίως σε περίπτωση που τα ως άνω συμφέροντα άπτονται της εθνικής ασφάλειας [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
128 Εντούτοις, δεδομένης της ανάγκης τήρησης του άρθρου 47 του Χάρτη, η στάθμιση αυτή δεν πρέπει να στερεί τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου από κάθε αποτελεσματικότητα και να καθιστά άνευ περιεχομένου το δικαίωμα προσφυγής που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 47, ιδίως διά της μη γνωστοποίησης στον ίδιο τουλάχιστον του ουσιώδους περιεχομένου των λόγων στους οποίους βασίστηκαν οι αποφάσεις που ελήφθησαν εις βάρος του [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
129 Αντιθέτως, η εν λόγω στάθμιση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μη γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο ορισμένων στοιχείων του φακέλου, σε περίπτωση που η κοινοποίηση των εν λόγω στοιχείων ενδέχεται να θίγει κατά τρόπο άμεσο και συγκεκριμένο την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους, καθόσον μπορεί, μεταξύ άλλων, να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή, την υγεία ή την ελευθερία ατόμων ή να αποκαλύψει τις ειδικές μεθόδους έρευνας που μετέρχονται όργανα επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια και, συνεπώς, να παρακωλύσει σοβαρά ή ακόμη και να εμποδίσει τη μελλοντική άσκηση των καθηκόντων των εν λόγω οργάνων [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
130 Ως εκ τούτου, μολονότι τα κράτη μέλη μπορούν, ιδίως όταν το απαιτεί η εθνική ασφάλεια, να μην παρέχουν στον ενδιαφερόμενο άμεση πρόσβαση στο σύνολο του φακέλου του στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, και ιδίως να περιορίζουν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, τις πληροφορίες σχετικά με τους λόγους για την έκδοση των αποφάσεων εις βάρος του οι οποίοι αφορούν πραγματικά περιστατικά, εντούτοις δεν τους επιτρέπεται, διότι άλλως θα παραβίαζαν την αρχή της αποτελεσματικότητας και τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και θα προσέβαλλαν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, να περιάγουν τον ενδιαφερόμενο σε κατάσταση κατά την οποία δεν είναι σε θέση να λάβει λυσιτελώς γνώση, ενδεχομένως στο πλαίσιο συγκεκριμένης διαδικασίας κατατείνουσας στη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, του ουσιώδους περιεχομένου των καθοριστικών στοιχείων του εν λόγω φακέλου [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
131 Στο ως άνω πλαίσιο, διαπιστώνεται, κατ’ αρχάς, ότι, όταν η κοινοποίηση πληροφοριών του φακέλου περιορίζεται για λόγους εθνικής ασφάλειας, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου δεν διασφαλίζεται επαρκώς με το να παρέχεται στο πρόσωπο αυτό η δυνατότητα να λάβει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, άδεια πρόσβασης στις πληροφορίες αυτές συνοδευόμενη από πλήρη απαγόρευση χρησιμοποίησης των πληροφοριών που ελήφθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ή τυχόν ένδικης διαδικασίας [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
132 Εν συνεχεία, η δυνατότητα του αρμόδιου δικαστηρίου να έχει πρόσβαση στο σύνολο του φάκελο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πρόσβαση του ενδιαφερομένου στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον φάκελο, δεδομένου ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας προϋποθέτει τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου, ενδεχομένως διά του συμβούλου του, να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του εκφράζοντας την άποψή του επί των στοιχείων αυτών [πρβλ. αποφάσεις της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 99, και της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
133 Τέλος, ένας μηχανισμός, όπως ο περιγραφόμενος από το αιτούν δικαστήριο, ο οποίος στηρίζεται στην παρέμβαση εισαγγελέα προς το συμφέρον του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς δυνατότητα του εισαγγελέα να γνωστοποιήσει ο ίδιος στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας τα στοιχεία στα οποία θα έχει αποκτήσει πρόσβαση, δεν πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 47 του Χάρτη.
134 Πράγματι, ένας τέτοιος μηχανισμός ουδόλως διασφαλίζει ότι ο εισαγγελέας θα εκφράσει την άποψη του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας επί των κρίσιμων στοιχείων του φακέλου, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας δεν γνωρίζει τα στοιχεία αυτά και ο εισαγγελέας δεν υποχρεούται να τον συμβουλεύεται ή να ακολουθεί τυχόν οδηγίες του.
135 Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων επί των οποίων στηρίζεται η επίμαχη απόφαση για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 130 της παρούσας απόφασης πρέπει να γνωστοποιείται στον ίδιο τον αποδέκτη της (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ, C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψη 65, και της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 88).
136 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν αρκεί για τη διασφάλιση της τήρησης του άρθρου 47 του Χάρτη εθνική ρύθμιση στο πλαίσιο της οποίας ο δικηγόρος μπορεί να αποκτά πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες στις οποίες στηρίζεται μια απόφαση, αλλά δεν του επιτρέπεται να κοινοποιήσει το περιεχόμενό τους στον εντολέα του (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 95).
137 Κατά συνέπεια, στο τρίτο, το τέταρτο, το έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας, με το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, με τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού, η οποία προβλέπει, στην περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση επιστροφής και μια απόφαση απαγόρευσης εισόδου οι οποίες εκδόθηκαν εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας στηρίζονται σε πληροφορίες των οποίων η κοινοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους, ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές παρά μόνον αφού λάβει σχετική άδεια, ότι δεν του γνωστοποιείται ούτε καν το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω αποφάσεις και ότι αυτός δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή της ένδικης διαδικασίας, τις πληροφορίες στις οποίες μπόρεσε ενδεχομένως να αποκτήσει πρόσβαση, αλλά ότι το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει να ζητήσει από εισαγγελέα να παρέμβει για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας.
Επί του ενάτου προδικαστικού ερωτήματος
138 Με το ένατο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πέμπτο κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι όργανο επιφορτισμένo με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια μπορεί, όταν εκτιμά ότι η ίδια η κοινοποίηση του ουσιώδους περιεχομένου των λόγων στους οποίους στηρίζεται μια απόφαση επιστροφής ενδέχεται να θίξει την εθνική ασφάλεια, να αρνηθεί κάθε κοινοποίηση των λόγων αυτών στον υπήκοο τρίτης χώρας τον οποίο αφορά η απόφαση επιστροφής.
139 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 130 της παρούσας απόφασης, η αρχή της αποτελεσματικότητας, η γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και το άρθρο 47 του Χάρτη δεν επιτρέπουν σε εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης επιστροφής να απορρίψει την προσφυγή στηριζόμενο, κατά τρόπο καθοριστικό, σε στοιχεία του φακέλου των οποίων το ουσιαστικό περιεχόμενο δεν γνωστοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο.
140 Βεβαίως, οι κανόνες σχετικά με τη διαβάθμιση και τον αποχαρακτηρισμό πληροφοριών βάσει εθνικών ρυθμίσεων και σχετικά με τη γνωστοποίηση διαβαθμισμένων πληροφοριών δεν αποτελούν αντικείμενο εναρμονισμένων κανόνων με πράξη της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
141 Εντούτοις, όταν μια απόφαση επιστροφής στηρίζεται σε διαβαθμισμένες πληροφορίες, οι ως άνω κανόνες πρέπει να εφαρμόζονται τηρουμένης της γενικής αρχής της χρηστής διοίκησης και του άρθρου 47 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
142 Πλην όμως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται στα κράτη μέλη, προκειμένου να αποφεύγουν, για λόγους αναγόμενους στην ασφάλεια του κράτους, την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της ακριβούς και πλήρους αιτιολογίας στην οποία στηρίζεται απόφαση περί διαμονής, να προβλέπουν μεθόδους και δικονομικούς κανόνες που να συμβιβάζουν, αφενός, την εύλογη ανάγκη εθνικής ασφάλειας όσον αφορά τη φύση και τις πηγές των πληροφοριών που ελήφθησαν υπόψη κατά την έκδοση τέτοιου είδους απόφασης και, αφετέρου, την ανάγκη διασφάλισης επαρκούς προστασίας των διαδικαστικών δικαιωμάτων του διαδίκου, όπως είναι το δικαίωμα ακρόασης καθώς και η αρχή της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 107 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
143 Το Δικαστήριο έχει κρίνει συμβατό με το άρθρο 47 του Χάρτη ένα σύστημα στο πλαίσιο του οποίου το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να λάβει γνώση τόσο του συνόλου των λόγων όσο και των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων βάσει των οποίων ελήφθη η επίμαχη απόφαση, αλλά και να εξακριβώσει αν οι λόγοι οι οποίοι συνδέονται με την ασφάλεια του κράτους και τους οποίους επικαλείται η αρμόδια εθνική αρχή αντιτίθενται όντως στην πλήρη κοινοποίηση των λόγων και των αποδεικτικών στοιχείων [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 108 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
144 Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των συνδεόμενων με την ασφάλεια του κράτους λόγων των οποίων γίνεται επίκληση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αρκεί, προς διασφάλιση της τήρησης του άρθρου 47 του Χάρτη, να μπορεί το αρμόδιο δικαστήριο, σε περίπτωση που κρίνει ότι οι λόγοι αυτοί δεν είναι βάσιμοι, να παράσχει στην αρμόδια εθνική αρχή τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία που ελλείπουν [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 109 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
145 Σε μια τέτοια περίπτωση, αν η αρμόδια εθνική αρχή αποφασίσει να μη γνωστοποιήσει το σύνολο των λόγων και των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, το αρμόδιο δικαστήριο οφείλει, προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 47 του Χάρτη, να προβεί στην εξέταση της νομιμότητας της επίμαχης αποφάσεως αποκλειστικώς βάσει των λόγων και των αποδεικτικών στοιχείων που γνωστοποιήθηκαν [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
146 Αντιστρόφως, στην περίπτωση που το αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι οι συνδεόμενοι με την ασφάλεια του κράτους λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε η αρμόδια εθνική αρχή αποκλείουν την πλήρη γνωστοποίηση των ως άνω λόγων και αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία αυτά σταθμίζοντας προσηκόντως τις σχετικές απαιτήσεις και έχει επισημάνει ότι, όταν το αρμόδιο δικαστήριο προτίθεται να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο, οφείλει να μεριμνά ώστε το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων στους οποίους στηρίζεται η επίμαχη απόφαση να γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο κατά τρόπο ώστε να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η αναγκαία εμπιστευτικότητα των αποδεικτικών στοιχείων [απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 111 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
147 Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι, σε περίπτωση αθέτησης της εν λόγω υποχρέωσης γνωστοποίησης, το αρμόδιο δικαστήριο οφείλει να συναγάγει, βάσει του εθνικού δικαίου, τις σχετικές συνέπειες [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C‑420/22 και C‑528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 112 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
148 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα να επιφυλάσσουν υπέρ της αρμόδιας εθνικής αρχής την εξουσία να γνωστοποιεί ή όχι λόγους ή αποδεικτικά στοιχεία για τα οποία ισχύει διαβάθμιση, υπό τον όρο ότι το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται της προσφυγής κατά της απόφασης επιστροφής έχει την εξουσία να συναγάγει τις συνέπειες από την τελική απόφαση που έλαβε συναφώς η αρμόδια αρχή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
149 Κατά συνέπεια, στο ένατο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι όργανο επιφορτισμένo με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια μπορεί, όταν εκτιμά ότι η ίδια η κοινοποίηση του ουσιώδους περιεχομένου των λόγων στους οποίους στηρίζεται μια απόφαση επιστροφής ενδέχεται να θίξει την εθνική ασφάλεια, να αρνηθεί κάθε κοινοποίηση των λόγων αυτών στον υπήκοο τρίτης χώρας τον οποίο αφορά η απόφαση επιστροφής. Αντιθέτως, το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης επιστροφής οφείλει, προκειμένου να διασφαλίσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου, να συνάγει, κατά περίπτωση, τις συνέπειες ενδεχόμενης απόφασης των αρμόδιων αρχών να μη γνωστοποιήσουν το σύνολο ή μέρος του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης και των συναφών με αυτήν αποδεικτικών στοιχείων.
Επί του ογδόου προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
150 Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι το όγδοο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, εν μέρει, να απορριφθεί ως απαράδεκτο κατά το μέτρο που αφορά τα αποτελέσματα τα οποία έχει επί του ίδιου του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) μια απόφαση την οποία αυτό εκδίδει χάριν της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο είναι κατώτερο δικαστήριο, η απάντηση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού δεν θα του είναι καθόλου χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
151 Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί επ’ αυτών (βλ. αποφάσεις της 21ης Απριλίου 1988, Pardini, 338/85, EU:C:1988:194, σκέψη 8, και της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 61).
152 Ως εκ τούτου, συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας για τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ. αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2000, Idéal tourisme, C‑36/99, EU:C:2000:405, σκέψη 20, και της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 62).
153 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν είναι δικαστικός σχηματισμός του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου), αλλά κατώτερο δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι κανόνες που καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) μπορεί να αποκλίνει από τη δική του νομολογία προδήλως δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
154 Επομένως, το όγδοο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο αφορά τους κανόνες που καθορίζουν τις εξουσίες των κατώτερων δικαστηρίων.
Επί της ουσίας
155 Με το παραδεκτό μέρος του όγδοου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο πρέπει να εξεταστεί έκτο κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 3, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και τα άρθρα 1, 5 και 11 έως 13 της οδηγίας 2008/115, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία υποχρεώνει εθνικό δικαστήριο να συμμορφωθεί προς τις νομικές εκτιμήσεις ανώτερου δικαστηρίου, μολονότι το ίδιο εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης από το Δικαστήριο, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης.
156 Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι, δεδομένου ότι το όγδοο προδικαστικό ερώτημα αφορά τους κανόνες που διέπουν, γενικώς, τις σχέσεις μεταξύ του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και των κατώτερων ουγγρικών δικαστηρίων, οι διατάξεις της οδηγίας 2008/115 δεν είναι κρίσιμες για την απάντηση σε αυτό.
157 Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης καθιερώνει την προτεραιότητα του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών. Η αρχή αυτή επιβάλλει, ως εκ τούτου, σε όλες τις αρχές των κρατών μελών να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διαφόρων κανόνων της Ένωσης, το δε δίκαιο των κρατών μελών δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα το οποίο αναγνωρίζεται στους κανόνες αυτούς εντός των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, η επίκληση από κράτος μέλος των διατάξεων του εθνικού δικαίου του, ακόμη και του συνταγματικού, δεν είναι δυνατόν να υπονομεύσει την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, Global Ink Trade, C‑537/22, EU:C:2024:6, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
158 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι ο εθνικός δικαστής που έχει ασκήσει την ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεσμεύεται, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, από την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και οφείλει επομένως, αν χρειαστεί, να μην εφαρμόζει τις εκτιμήσεις ανώτερου εθνικού δικαστηρίου, αν κρίνει, λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που έδωσε το Δικαστήριο, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης, αφήνοντας ενδεχομένως ανεφάρμοστο τον εθνικό κανόνα που τον υποχρεώνει να συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις του ανώτερου δικαστηρίου (αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2024, Global Ink Trade, C‑537/22, EU:C:2024:6, σκέψη 24, και της 12ης Φεβρουαρίου 2026, Petlichev, C‑56/25, EU:C:2026:87, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
159 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιταγή περί διασφαλίσεως της πλήρους αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης περιλαμβάνει την υποχρέωση του εθνικού δικαστή να τροποποιεί, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης (αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2024, Global Ink Trade, C‑537/22, EU:C:2024:6, σκέψη 25, και της 12ης Φεβρουαρίου 2026, Petlichev, C‑56/25, EU:C:2026:87, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
160 Επιπροσθέτως, όταν η νομολογία του Δικαστηρίου έχει παράσχει σαφή απάντηση σε ερώτημα περί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ερμηνεία αυτή θα εφαρμοστεί (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, Global Ink Trade, C‑537/22, EU:C:2024:6, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
161 Το Δικαστήριο έκρινε μεν, στη σκέψη 29 της απόφασης της 11ης Ιανουαρίου 2024, Global Ink Trade (C‑537/22, EU:C:2024:6), ότι ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει κατ’ αρχήν στα κατώτερα δικαστήρια την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις εκτιμήσεις ανώτερου δικαστηρίου μπορούσε παρά ταύτα να είναι συμβατή με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό για τον λόγο ότι η επίμαχη ρύθμιση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη επέτρεπε στα κατώτερα δικαστήρια να αποκλίνουν από τις εκτιμήσεις του ανώτερου δικαστηρίου όταν έκριναν ότι οι εκτιμήσεις αυτές ήταν αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης και η σχετική εκτίμησή τους ήταν δικαιολογημένη.
162 Αντιθέτως, εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ρητώς ότι η εφαρμοστέα ουγγρική ρύθμιση ουδόλως του επέτρεπε να αποκλίνει από απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) που έχει εκδοθεί χάριν της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου. Από τις σκέψεις 157 έως 160 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι μια τέτοια ρύθμιση αντιβαίνει στην αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης.
163 Μολονότι η Ουγγρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ουγγρική νομοθεσία επιτρέπει στο αιτούν δικαστήριο να αποκλίνει από την επίμαχη στην κύρια δίκη απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου), υπό την προϋπόθεση ότι αιτιολογεί ρητώς την επιλογή του, από τη νομολογία του Δικαστηρίου που υπενθυμίζεται στη σκέψη 58 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί λαμβάνοντας υπόψη το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν, όπως αυτό προσδιορίζεται από το αιτούν δικαστήριο.
164 Επομένως, εναπόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι η εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης ουγγρική ρύθμιση έχει το περιεχόμενο το οποίο το ίδιο εκθέτει στην απόφαση περί παραπομπής.
165 Επισημαίνεται ακόμη ότι, μολονότι το όγδοο προδικαστικό ερώτημα αφορά όχι μόνον την ερμηνεία της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αλλά επίσης και την ερμηνεία διαφόρων άλλων διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου καθώς και της γενικής αρχής της χρηστής διοίκησης, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και το άρθρο 267 ΣΛΕΕ αντιτίθενται, εν πάση περιπτώσει, σε ρύθμιση όπως εκείνη την οποία αφορά το ερώτημα αυτό, με αποτέλεσμα να παρέλκει η απόφανση επί των διαφόρων αυτών άλλων διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου ή επί της γενικής αρχής της χρηστής διοίκησης.
166 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο όγδοο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία υποχρεώνει εθνικό δικαστήριο να συμμορφωθεί προς τις νομικές εκτιμήσεις ανώτερου δικαστηρίου, μολονότι το ίδιο εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης από το Δικαστήριο, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης.
Επί των δικαστικών εξόδων
167 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών,
έχουν την έννοια ότι:
απαγορεύουν στις αρχές κράτους μέλους να εκδίδουν απόφαση επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, χωρίς οι εν λόγω αρχές να έχουν προηγουμένως εξετάσει τις συνέπειες της απόφασης επιστροφής στην οικογενειακή ζωή του υπηκόου τρίτης χώρας ή στην κατάσταση των ανήλικων τέκνων του στην περίπτωση που έχουν πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών μεταξύ του υπηκόου τρίτης χώρας και των εν λόγω πολιτών της Ένωσης.
2) Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού, η οποία αποκλείει την επίκληση του άρθρου 20 ΣΛΕΕ κατά απόφασης επιστροφής ή κατά τη διάρκεια διαδικασίας επιστροφής στην περίπτωση που:
– είτε η επίκληση δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ ή σχέσης εξάρτησης γίνεται για πρώτη φορά στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας και ενός πολίτη της Ένωσης ήταν ήδη γνωστοί στις αρμόδιες αρχές·
– είτε τα σχετικά κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ γίνονται γνωστά για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας·
– είτε της διαδικασίας επιστροφής προηγήθηκε απόφαση άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
3) Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 5, 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει στις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους την υποχρέωση να εκδίδουν, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, απόφαση επιστροφής για λόγο εθνικής ασφάλειας αποκλειστικά και μόνο βάσει μη αιτιολογημένης δεσμευτικής γνώμης εκδοθείσας από όργανο επιφορτισμένο με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, χωρίς να εξετάζουν ενδελεχώς το σύνολο των ατομικών περιστάσεων και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
4) Τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας, με το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, με τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού, η οποία προβλέπει, στην περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση επιστροφής και μια απόφαση απαγόρευσης εισόδου οι οποίες εκδόθηκαν εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας στηρίζονται σε πληροφορίες των οποίων η κοινοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους, ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές παρά μόνον αφού λάβει σχετική άδεια, ότι δεν του γνωστοποιείται ούτε καν το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω αποφάσεις και ότι αυτός δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή της ένδικης διαδικασίας, τις πληροφορίες στις οποίες μπόρεσε ενδεχομένως να αποκτήσει πρόσβαση, αλλά ότι το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει να ζητήσει από εισαγγελέα να παρέμβει για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας.
5) Η γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι όργανο επιφορτισμένo με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια μπορεί, όταν εκτιμά ότι η ίδια η κοινοποίηση του ουσιώδους περιεχομένου των λόγων στους οποίους στηρίζεται μια απόφαση επιστροφής ενδέχεται να θίξει την εθνική ασφάλεια, να αρνηθεί κάθε κοινοποίηση των λόγων αυτών στον υπήκοο τρίτης χώρας τον οποίο αφορά η απόφαση επιστροφής. Αντιθέτως, το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης επιστροφής οφείλει, προκειμένου να διασφαλίσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου, να συνάγει, κατά περίπτωση, τις συνέπειες ενδεχόμενης απόφασης των αρμόδιων αρχών να μη γνωστοποιήσουν το σύνολο ή μέρος του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης και των συναφών με αυτήν αποδεικτικών στοιχείων.
6) Η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία υποχρεώνει εθνικό δικαστήριο να συμμορφωθεί προς τις νομικές εκτιμήσεις ανώτερου δικαστηρίου, μολονότι το ίδιο εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης από το Δικαστήριο, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης.
(υπογραφές)
