ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
της 17ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Κοινό σύστημα ΦΠΑ – Απαλλαγές – Άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ έως δʹ, της οδηγίας 2006/112 – Διαχείριση πιστώσεων που ενεργείται από αυτόν που τις χορήγησε – Ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων και λοιπών ασφαλειών – Πράξεις, περιλαμβανομένης της διαπραγματεύσεως, οι οποίες αφορούν καταθέσεις, τρεχούμενους λογαριασμούς, πληρωμές, μεταφορές χρημάτων, απαιτήσεις, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα, με εξαίρεση την είσπραξη απαιτήσεων – Εκχώρηση δανείων – Υπηρεσίες διαχειρίσεως που χρεώνει ο εκχωρητής στον εκδοχέα »
Στην υπόθεση T‑184/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Korkein hallinto-oikeus (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Φινλανδία) με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Φεβρουαρίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
Veronsaajien oikeudenvalvontayksikkö
κατά
A Oy,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους N. Półtorak, πρόεδρο, G. Hesse, G. Steinfatt (εισηγήτρια), D. Petrlík και I. Δημητρακόπουλο, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: M. Brkan
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη ότι στις 18 Μαρτίου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η A, εκπροσωπούμενη από τον L. Ahopelto, ενεργούντα για λογαριασμό της Α,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Laine,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις P. Carlin και I. Söderlund,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ έως δʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1) (στο εξής: οδηγία ΦΠΑ).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Veronsaajien oikeudenvalvontayksikkö (φορολογικής υπηρεσίας για την προάσπιση των δικαιωμάτων των φορέων υπέρ των οποίων επιβάλλονται φόροι, Φινλανδία) και της εταιρίας A Oy με αντικείμενο υποβληθείσα αίτηση για την έκδοση φορολογικής ερμηνευτικής αποφάσεως σχετικά με τη μεταχείριση, από απόψεως ΦΠΑ, δανείων τα οποία πωλήθηκαν σε τρίτη εταιρία, καθώς και υπηρεσιών διαχειρίσεως των δανείων και εγγυήσεων που αφορούν τα πωληθέντα δάνεια.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Το άρθρο 2 της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει τα εξής:
«1. Στον ΦΠΑ υπόκεινται οι ακόλουθες πράξεις:
[…]
γ) οι παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή,
[…]».
4 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ προβλέπει τα εξής:
«Νοείται ως “υποκείμενος στον φόρο” οποιοσδήποτε ασκεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον επιδιωκόμενο σκοπό και τα αποτελέσματα της δραστηριότητας αυτής.
Ως “οικονομική δραστηριότητα” θεωρείται κάθε δραστηριότητα του παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες, περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων εξόρυξης, των αγροτικών δραστηριοτήτων καθώς και των δραστηριοτήτων των ελεύθερων επαγγελμάτων. Ως οικονομική δραστηριότητα θεωρείται, επίσης, η εκμετάλλευση ενσώματου ή άυλου αγαθού, με σκοπό ιδίως την άντληση εσόδων διαρκούς χαρακτήρα.»
5 Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ:
«Ως “παροχή υπηρεσιών” νοείται κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί παράδοση αγαθών.»
6 Το άρθρο 135, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις:
[…]
β) τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και τη διαχείριση πιστώσεων που ενεργείται από αυτόν που τις χορήγησε,
γ) τη διαπραγμάτευση και την ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων και λοιπών ασφαλειών καθώς και τη διαχείριση εγγυήσεων που ενεργείται από αυτόν που χορήγησε τις πιστώσεις,
δ) τις πράξεις, περιλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης, οι οποίες αφορούν καταθέσεις, τρεχούμενους λογαριασμούς, πληρωμές, μεταφορές χρημάτων, απαιτήσεις, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα, με εξαίρεση την είσπραξη απαιτήσεων,
[…]».
Το φινλανδικό δίκαιο
7 Στη Φινλανδία, ο ΦΠΑ διέπεται από τον arvonlisäverolaki (1501/1993) [νόμο περί φόρου προστιθέμενης αξίας (1501/1993)], της 30ής Δεκεμβρίου 1993, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1994, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: νόμος περί ΦΠΑ).
8 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 1, του νόμου περί ΦΠΑ, για κάθε πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται στη Φινλανδία στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας καταβάλλεται στο κράτος ΦΠΑ.
9 Κατά το άρθρο 18, δεύτερο εδάφιο, του νόμου περί ΦΠΑ, ως «πώληση υπηρεσίας» νοείται η παροχή ή μεταβίβαση υπηρεσίας εξ επαχθούς αιτίας.
10 Από το άρθρο 41 του νόμου περί ΦΠΑ προκύπτει ότι δεν οφείλεται ΦΠΑ επί της πωλήσεως χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
11 Το άρθρο 42, πρώτο εδάφιο, σημεία 2 και 3, του νόμου περί ΦΠΑ ορίζει ότι η χορήγηση πιστώσεων και οι λοιπές χρηματοδοτικές ρυθμίσεις καθώς και η διαχείριση δανείου από τον πιστωτικό φορέα θεωρούνται χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Η A είναι η κύρια εγκατάσταση της τράπεζας Χ και η εκπρόσωπος του ομίλου ΦΠΑ στη Φινλανδία του ομίλου Y. Ο όμιλος Y πωλεί κυρίως χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ.
13 Η B είναι θυγατρική ανήκουσα εξ ολοκλήρου στην A, αλλά δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο ΦΠΑ.
14 Μεγάλο μέρος των στεγαστικών δανείων που χορηγεί η A πωλείται στη B αφού ο πελάτης έχει εκταμιεύσει το δάνειο. Η αντιπαροχή συνίσταται στο ποσό του μη εξοφληθέντος από τον δανειολήπτη δανείου και στους κατά τον χρονικό σημείο της μεταβιβάσεως του δανείου δεδουλευμένους βάσει της συμβάσεως τόκους οι οποίοι δεν έχουν καταβληθεί. Τα δάνεια πωλούνται, κατ’ ουσίαν, στη B ήδη από την ημερομηνία χορηγήσεώς τους, ενόσω δεν υφίστανται εισέτι δεδουλευμένοι τόκοι. Στην περίπτωση αυτή, το τίμημα είναι η ονομαστική αξία του δανείου. Σε περίπτωση που η εκταμίευση του δανείου πραγματοποιείται σε δόσεις, το δάνειο μπορεί να πωληθεί μετά την εκταμίευση της πρώτης δόσεως. Η B δεν χορηγεί η ίδια τα στεγαστικά δάνεια, αλλά τα αγοράζει από την A.
15 Όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις σχετικά με τα επίμαχα δάνεια μεταβιβάζονται μαζί με αυτά στη Β από την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, στην οποία εξάλλου ουδόλως εμπλέκεται ο δανειολήπτης.
16 Η Β δεν αναλαμβάνει η ίδια την προσέλκυση πελατών, την εξυπηρέτηση πελατών ή τη διαχείριση των αγορασθέντων δανείων. Μολονότι τα δάνεια μεταβιβάζονται στη Β, εντούτοις η Α παραμένει υπεύθυνη για τη διαχείρισή τους. H Α ασχολείται, καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου, με όλα τα ζητήματα που ανακύπτουν μεταξύ των δανειοληπτών και της Β.
17 Η διαχείριση των δανείων που πωλούνται από την Α στη Β και των σχετικών εγγυήσεων συνίσταται στη διασφάλιση της διαχειρίσεως των υπηρεσιών προς τους πελάτες που έλαβαν τα δάνεια αυτά, καθώς και στην παρακολούθηση και τον υπολογισμό των δόσεων, των τόκων και των προμηθειών, στις διάφορες τροποποιήσεις των δανείων και, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο, στις υπηρεσίες εισπράξεως. Η A λαμβάνει αποφάσεις σχετικά π.χ. με την ανανέωση ή την παράταση της διάρκειας ενός δανείου. Το περιεχόμενο των υπηρεσιών διαχειρίσεως των δανείων που πωλήθηκαν από την Α στη Β είναι το ίδιο με εκείνο που θα πρόσφερε η Α στην περίπτωση που διατηρούσε τα δάνεια αυτά.
18 Η Β χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσω καλυμμένων ομολόγων, καθώς και μέσω πιστώσεων και ασφαλειών που της χορηγήθηκαν από την Α. Η τελευταία αναλαμβάνει επίσης το σύνολο των εργασιών που σχετίζονται με την έκδοση ομολόγου και πωλεί τις εν λόγω υπηρεσίες στη Β. Το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που πωλούνται στη Β χρησιμεύουν ως εγγύηση για την εξασφάλιση ομολόγου τουλάχιστον σε κάποιο χρονικό σημείο της διάρκειάς τους.
19 Το τίμημα των υπηρεσιών διαχειρίσεως των δανείων και των ασφαλειών που πωλούνται από την A στην B υπολογίζεται με βάση το πραγματικό μηνιαίο κόστος παροχής των ως άνω υπηρεσιών. Το αντίτιμο αποτελείται από το πραγματικό κόστος καθώς και από την συμφωνηθείσα προσαύξηση επ’ αυτού. Η A χρεώνει τις υπηρεσίες της στη Β με βάση τα πράγματι γενόμενα έξοδα, προσαυξημένα με ένα περιθώριο κέρδους.
20 Η A ζήτησε από την keskusverolautakunta (κεντρική φορολογική επιτροπή, Φινλανδία) να εκδώσει ερμηνευτική φορολογική απόφαση σχετικά με τη μεταχείριση, από απόψεως ΦΠΑ, των δανείων που πώλησε στη B, καθώς και των υπηρεσιών διαχειρίσεως των δανείων και των ασφαλειών που αφορούν τα πωληθέντα δάνεια.
21 Κατά τη φορολογική ερμηνευτική απόφαση που εξέδωσε η κεντρική φορολογική επιτροπή έναντι της Α, οι πωλήσεις δανείων από την Α στη Β αποτελούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ κατά την έννοια του άρθρου 41 και του άρθρου 42, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του νόμου περί ΦΠΑ. Οι υπηρεσίες εισπράξεως που πωλούνται από την A στην B αποτελούν υπηρεσίες υποκείμενες σε ΦΠΑ κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 1, του ως άνω νόμου. Όσον αφορά τις υπηρεσίες διαχειρίσεως δανείων και ασφαλειών που αφορούν τα πωληθέντα στη B δάνεια, πρόκειται για διαχείριση δανείων πραγματοποιούμενη από τον δανειοδότη, οπότε αποτελούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ κατά την έννοια του άρθρου 41 και του άρθρου 42, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί ΦΠΑ.
22 Η φορολογική υπηρεσία για την προάσπιση των δικαιωμάτων των φορέων υπέρ των οποίων επιβάλλονται φόροι άσκησε προσφυγή ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Φινλανδία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, με αίτημα την ακύρωση της εν λόγω ερμηνευτικής αποφάσεως στο μέτρο που, κατά την εν λόγω υπηρεσία, οι υπηρεσίες διαχειρίσεως που πωλήθηκαν από την A στη B δεν υπόκεινται στον ΦΠΑ.
23 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν οι υπηρεσίες διαχειρίσεως δανείων και ασφαλειών τις οποίες παρέσχε η A όσον αφορά δάνεια τα οποία χορήγησε και εν συνεχεία πώλησε σε άλλη εταιρία μπορούν να θεωρηθούν ως διαχείριση πιστώσεων από αυτόν που τις χορήγησε, απαλλασσόμενη από τον ΦΠΑ βάσει του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι υπηρεσίες που παρέχει η Α πρέπει να απαλλάσσονται από τον φόρο ως ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων και λοιπών ασφαλειών κατά την έννοια του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, όταν οι υπηρεσίες διαχειρίσεως που παρέχει η Α αφορούν πιστώσεις που εξασφαλίζουν ομολογιακό δάνειο εκδοθέν από άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Σε περίπτωση αρνητικής και πάλι απαντήσεως, τίθεται το ερώτημα αν οι υπηρεσίες που παρέχει η Α πρέπει να απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ ως χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein hallinto-oikeus (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Σε περίπτωση που μια χρηματοπιστωτική επιχείρηση μεταβιβάζει σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα τα δάνεια που έχει χορηγήσει σε πελάτη και μετά τη μεταβίβαση των εν λόγω δανείων εξακολουθεί να τα διαχειρίζεται έναντι αμοιβής, έχει το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, το οποίο αφορά την απαλλαγή από τον φόρο της διαχείρισης πιστώσεων που ενεργείται από αυτόν που τις χορήγησε, την έννοια ότι καταλαμβάνει και την περίπτωση όπου η πρώτη επιχείρηση εξακολουθεί να διαχειρίζεται τα εν λόγω δάνεια που έχει χορηγήσει η ίδια, τα οποία έχει μεταβιβάσει στο άλλο αυτό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα;
2) Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική και η διαχείριση πιστώσεων εκ μέρους της πρώτης επιχείρησης αφορά πιστώσεις που εξασφαλίζουν ομολογιακό δάνειο εκδοθέν από άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, έχει το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, το οποίο αφορά την απαλλαγή της ανάληψης υποχρεώσεων, εγγυήσεων και λοιπών ασφαλειών, την έννοια ότι καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία η πρώτη επιχείρηση διαχειρίζεται πιστώσεις που εξασφαλίζουν ομολογιακό δάνειο εκδοθέν από άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα, έχει το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, το οποίο αφορά την απαλλαγή των πράξεων οι οποίες αφορούν απαιτήσεις, την έννοια ότι καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία η πρώτη επιχείρηση διαχειρίζεται πιστώσεις που έχουν μεταβιβαστεί σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
25 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία προβλέπει για τη διαχείριση πιστώσεων εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως δανείων που παρέχονται από το πρόσωπο που χορήγησε τα εν λόγω δάνεια, εν συνεχεία τα μεταβίβασε και εξακολουθεί να τα διαχειρίζεται έναντι αμοιβής για λογαριασμό του εκδοχέα.
26 Δυνάμει του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις πράξεις που αφορούν «τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και τη διαχείριση πιστώσεων που ενεργείται από αυτόν που τις χορήγησε».
27 Κατά πάγια νομολογία, οι κανόνες του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά ομοιόμορφο τρόπο με βάση τις αποδόσεις τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των αποδόσεων διατάξεως του δικαίου της Ένωσης στις διάφορες γλώσσες, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα το όλο σύστημα και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο [βλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑296/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:612, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 8ης Οκτωβρίου 2020, United Biscuits (Pensions Trustees) και United Biscuits Pension Investments, C‑235/19, EU:C:2020:801, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
28 Όσον αφορά τη διατύπωση της προϋποθέσεως «από αυτόν που τις χορήγησε», η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, η εν λόγω διατύπωση δεν παρέχει σαφή απάντηση στο ερώτημα ποια είναι τα πρόσωπα που πρέπει να τύχουν της απαλλαγής σε σχέση με τη διαχείριση των πιστώσεων.
29 Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στο σημείο 18 των προτάσεών της, ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, όπως η ελληνική («που τις χορήγησε»), η γαλλική («qui les a octroyés») και η ολλανδική («die deze heeft verleend»), χρησιμοποιούν ρήμα σε παρελθοντικό χρόνο για να περιγράψουν τη χορήγηση πιστώσεων. Επομένως, από τις αποδόσεις αυτές μπορεί να προκύπτει ότι το πρόσωπο που τυγχάνει της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή απαλλαγής είναι εκείνο που κατέβαλε το ποσό της πιστώσεως στον δανειολήπτη, κατά το παρελθόν και κατά την έναρξη της συμβατικής σχέσεως. Αντιθέτως, ορισμένες άλλες γλωσσικές αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως, όπως η αγγλική («the person granting it»), η κροατική («Koja ga odobrava»), η ρουμανική («care le acordă») και η σλοβενική («ki kredit odobri»), χρησιμοποιούν το ισοδύναμο του ρήματος «χορηγεί» στη μετοχή ή την οριστική ενεστώτα. Μπορούν, επομένως, να ερμηνευθούν ως αναφερόμενες στην ιδιότητα του προσώπου ως δανειστή, δηλαδή του προσώπου στο οποίο έχουν εκχωρηθεί οι απαιτήσεις από άλλο πρόσωπο. Προσέτι, οι όροι που χρησιμοποιούνται στο γερμανικό («Kreditgeber») και στο φινλανδικό («luotonantaja») κείμενο μπορούν να έχουν, στις δύο αυτές γλώσσες, τις δύο προαναφερθείσες σημασίες.
30 Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Ben Alaya, C‑491/13, EU:C:2014:2187, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η προϋπόθεση «από αυτόν που τις χορήγησε» και τους σκοπούς που επιδιώκει η ρύθμιση της οποίας η προϋπόθεση αυτή αποτελεί μέρος, επισημαίνεται ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των απαλλαγών του άρθρου 135, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι συνιστούν παρεκκλίσεις από τη γενική αρχή ότι ο ΦΠΑ εισπράττεται για κάθε παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας από υποκείμενο στον φόρο, εφόσον η ερμηνεία αυτή δεν στερεί τις απαλλαγές αυτές από τα αποτελέσματά τους, είναι σύμφωνη με τους σκοπούς που επιδιώκονται με τις εν λόγω απαλλαγές και τηρεί τις απαιτήσεις της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας (βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Franck, C‑801/19, EU:C:2020:1049, σκέψεις 31 και 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Προσέτι, επισημαίνεται ότι το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ απαλλάσσει, σε μία και μόνη διάταξη, αφενός, «τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων» και, αφετέρου, «τη διαχείριση πιστώσεων που ενεργείται από αυτόν που τις χορήγησε». Από τη διάρθρωση αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή απαλλαγή αφορά τη διαχείριση πιστώσεων που συνδέεται με τη χορήγηση των πιστώσεων αυτών. Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 35 των προτάσεών της, σκοπός της είναι να διασφαλίσει ότι το σύνολο των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της πιστωτικής σχέσεως απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ. Το πλαίσιο αυτό και ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της απαλλαγής αυτής στις υπηρεσίες που παρέχονται «από αυτόν που τις χορήγησε» υποδηλώνουν ότι πρόκειται για τη σχέση μεταξύ του χορηγούντος την πίστωση και του δανειολήπτη και ότι η σχέση αυτή δεν καλύπτει τις υπηρεσίες που παρέχονται εκτός της σχέσεως αυτής. Επομένως, η στενή ερμηνεία της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ αντιτίθεται στην εφαρμογή της απαλλαγής αυτής σε κάθε περίπτωση όπου ο σύνδεσμος αυτός έχει εκλείψει.
33 Εν προκειμένω, όμως, δεδομένου ότι ο αρχικός δανειοδότης εκχώρησε τις απαιτήσεις του σε τρίτο εκδοχέα, η διαχείριση των δανείων αυτών δεν εντάσσεται πλέον στην αρχική έννομη σχέση που παρείχε δικαίωμα απαλλαγής, μολονότι η διαχείριση τους εκτελείται υλικώς από τον ίδιο τον αρχικό δανειοδότη. Κατά συνέπεια, η δραστηριότητα αυτή συνιστά παροχή υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας απευθείας προς τον τρίτο εκδοχέα.
34 Πρέπει επίσης, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν η γενική εισαγγελέας στα σημεία 34 και 35 των προτάσεών της, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, περιορίζοντας το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής σχετικά με τη διαχείριση των πιστώσεων, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θέλησε να ευνοήσει φορολογικώς την εξωτερική ανάθεση της διαχειρίσεως αυτής σε τρίτον. Επομένως, η εν λόγω απαλλαγή πρέπει να νοηθεί ως καλύπτουσα τη διαχείριση πιστώσεων στο πλαίσιο της πιστωτικής σχέσεως μεταξύ του αρχικού δανειοδότη και του δανειολήπτη.
35 Προσέτι, το συμπέρασμα αυτό στοιχεί προς τους σκοπούς του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ. Τα άρθρα αυτά δεν απαιτούν η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή απαλλαγή να εφαρμόζεται στη διαχείριση των πιστώσεων όταν η διαχείριση αυτή ενεργείται από το πρόσωπο που χορήγησε τις πιστώσεις, αλλά εν συνεχεία τις εκχώρησε σε άλλο πρόσωπο.
36 Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο σκοπός της απαλλαγής των χρηματοοικονομικών πράξεων του άρθρου 13, Β, στοιχείο δʹ, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49) και του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ έως ζʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ συνίσταται στην αντιμετώπιση των δυσχερειών που συνδέονται με τον καθορισμό της βάσεως επιβολής του φόρου καθώς και του ποσού του εκπεστέου ΦΠΑ και στην αποφυγή αυξήσεως του κόστους της καταναλωτικής πίστεως (αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2007, Velvet & Steel Immobilien, C‑455/05, EU:C:2007:232, σκέψη 24, και της 10ης Μαρτίου 2011, Skandinaviska Enskilda Banken, C‑540/09, EU:C:2011:137, σκέψη 21· πρβλ. επίσης απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, DPAS, C‑5/17, EU:C:2018:592, σκέψη 46).
37 Δεδομένου ότι οι απαλλαγές που προβλέπει το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ έως ζʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ επαναλαμβάνουν, χωρίς να μεταβάλλουν την ουσία τους, τις απαλλαγές που προβλέπονταν στο προϊσχύσαν άρθρο 13, B, στοιχείο δʹ, σημεία 1 έως 6, της έκτης οδηγίας 77/388, η νομολογία επ’ αυτών των διατάξεων παραμένει κρίσιμη για την ερμηνεία των αντίστοιχων διατάξεων της οδηγίας περί ΦΠΑ (απόφαση της 26ης Μαΐου 2016, Bookit, C‑607/14, EU:C:2016:355, σκέψη 32).
38 Όσον αφορά τον πρώτο σκοπό, ήτοι την αντιμετώπιση των δυσχερειών που συνδέονται με τον καθορισμό της βάσεως επιβολής του φόρου καθώς και του ποσού του εκπεστέου ΦΠΑ, ορθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ζήτημα αυτό δεν τίθεται σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία η διαχείριση των δανείων ενεργείται από το πρόσωπο που χορήγησε τα εν λόγω δάνεια, αλλά εν συνεχεία τα εκχώρησε σε άλλο πρόσωπο.
39 Πράγματι, οι δυσχέρειες που συνδέονται με τον καθορισμό της βάσεως επιβολής του φόρου και του ποσού του εκπεστέου ΦΠΑ εμφανίζονται κατά κανόνα στη σχέση μεταξύ του αρχικού δανειοδότη και του δανειολήπτη, στο πλαίσιο της οποίας ενδέχεται να είναι δυσχερής η διάκριση μεταξύ της αντιπαροχής για τη χορήγηση του δανείου, η οποία απαλλάσσεται του φόρου, και εκείνης των συναφών πράξεων διαχειρίσεως. Πάντως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία η διαχείριση των δανείων αποτελεί αντικείμενο χωριστής παροχής που χρεώνεται από την Α στη Β βάσει του πραγματικού κόστους και ενός συμπεφωνημένου περιθωρίου κέρδους, δεν υφίστανται τοιαύτες δυσχέρειες. Τα ανωτέρω επιρρωννύουν την ερμηνεία κατά την οποία η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ δεν εκτείνεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως οι οποίες ανατίθενται τοιουτοτρόπως σε εξωτερικούς συνεργάτες.
40 Η ερμηνεία του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ υπό το πρίσμα του δεύτερου σκοπού, ήτοι της αποφυγής αυξήσεως του κόστους της καταναλωτικής πίστεως, επιρρωννύει τις ανωτέρω εκτιμήσεις.
41 Πρώτον, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία η εταιρεία που εκχώρησε τα δάνεια παρέχει τις υπηρεσίες διαχειρίσεως στην εταιρεία η οποία τα απέκτησε και όχι στους δανειολήπτες, οι υπηρεσίες αυτές δεν χρεώνονται απευθείας στους τελευταίους. Επομένως, ο σχετικός ΦΠΑ δεν μπορεί να καταβληθεί απευθείας από τους δανειολήπτες, ως μη όντες οι αποδέκτες των εν λόγω υπηρεσιών.
42 Δεύτερον, ακόμη και αν δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί οποιαδήποτε έμμεση επίπτωση του ΦΠΑ επί των υπηρεσιών διαχειρίσεως του δανείου τις οποίες παρέχει ο εκχωρητής στον εκδοχέα επί του κόστους χρηματοδοτήσεως για τους δανειολήπτες, τούτο εντούτοις δεν συνεπάγεται την αυτόματη μετακύλιση του αντιστοιχούντος στον ΦΠΑ ποσού στους δανειολήπτες. Ο κίνδυνος μετακυλίσεως του κόστους αυτού στον δανειολήπτη εξαρτάται, ιδίως, από τους συγκεκριμένους δανειακούς όρους, από τη στρατηγική εμπορικής προωθήσεως και την οικονομική στρατηγική των οικείων εταιριών ή από την κατάσταση του ανταγωνισμού στην αγορά.
43 Εν πάση περιπτώσει, κάθε εξωτερική ανάθεση της διαχειρίσεως των δανείων μπορεί να έχει ως συνέπεια την αύξηση του κόστους, ανεξαρτήτως του αν οι υπηρεσίες διαχειρίσεως υπόκεινται σε ΦΠΑ ή όχι.
44 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, η οδηγία περί ΦΠΑ πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας που είναι σύμφυτη με το κοινό σύστημα ΦΠΑ, κατά την οποία οι επιχειρηματίες που διενεργούν τις ίδιες πράξεις δεν πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως όσον αφορά την είσπραξη του ΦΠΑ. Κάθε ενέργεια των κρατών μελών σχετικά με την είσπραξη του ΦΠΑ πρέπει να τηρεί την αρχή αυτή (βλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 7ης Απριλίου 2016, Degano Trasporti, C‑546/14, EU:C:2016:206, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών της, δεν θα πρέπει να υφίσταται διαφορετική μεταχείριση, από πλευράς ΦΠΑ, των υπηρεσιών διαχειρίσεως των πιστώσεων, που πωλήθηκαν στον εκδοχέα των πιστώσεων αναλόγως του αν ο δανειοδότης αναθέτει τις υπηρεσίες αυτές στο πρόσωπο που χορήγησε αρχικώς την πίστωση ή σε άλλο πρόσωπο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, είναι προφανές ότι οι υπηρεσίες διαχειρίσεως υπόκεινται στον ΦΠΑ.
46 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία προβλέπει για τη διαχείριση πιστώσεων δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως δανείων οι οποίες παρέχονται από το πρόσωπο που χορήγησε τα δάνεια, εν συνεχεία τα εκχώρησε και εξακολουθεί να τα διαχειρίζεται έναντι αμοιβής για λογαριασμό του εκδοχέα.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
47 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υποβάλλεται σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ έχει την έννοια ότι οι υπηρεσίες διαχειρίσεως που παρέχει ο χορηγών την πίστωση πρέπει να απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ καθόσον συνιστούν ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων ή λοιπών ασφαλειών κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν οι υπηρεσίες αυτές αφορούν πιστώσεις που εξασφαλίζουν ομολογιακό δάνειο εκδοθέν από άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
48 Κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις πράξεις που αφορούν «τη διαπραγμάτευση και την ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων και λοιπών ασφαλειών καθώς και τη διαχείριση εγγυήσεων που ενεργείται από αυτόν που χορήγησε τις πιστώσεις».
49 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή αφορά κυρίως το πρώτο σκέλος της διατάξεως αυτής, ήτοι το ζήτημα αν οι επίμαχες υπηρεσίες μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων ή λοιπών ασφαλειών κατά την έννοια του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ.
50 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι οι υπηρεσίες που συνίστανται στη διαχείριση δανείων προς όφελος του αγοραστή τους, όπως οι επίμαχες εν προκειμένω, δεν μπορούν, αυτές καθεαυτές, να χαρακτηρισθούν ως ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων ή λοιπών ασφαλειών κατά την έννοια του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ. Πράγματι, τοιαύτη ανάληψη δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τη διαχείριση πιστώσεων η οποία λειτουργεί ως εγγύηση, κατά μείζονα λόγο αφού η μόνη δραστηριότητα διαχειρίσεως που μνημονεύεται στη διάταξη αυτή ως υποκείμενη σε φορολογική απαλλαγή αφορά τη διαχείριση εγγυήσεων που ενεργείται από αυτόν που χορήγησε τις πιστώσεις.
51 Εξάλλου, η διαχείριση πιστώσεων προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ. Όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 44 των προτάσεών της, τυχόν εφαρμογή του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ στη διαχείριση πιστώσεων θα καθιστούσε άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της απαλλαγής της διαχειρίσεως πιστώσεων από τον ΦΠΑ, σε σχέση με το οποίο το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ προβλέπει ότι εφαρμόζεται μόνο σε αυτόν που χορήγησε τις πιστώσεις.
52 Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία προβλέπει για την ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων ή λοιπών ασφαλειών δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως πιστώσεων που παρέχονται από το πρόσωπο το οποίο χορήγησε τις πιστώσεις αυτές και αφορούν δάνεια που εξασφαλίζουν ομόλογο εκδοθέν από άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο έχουν εκχωρηθεί τα εν λόγω δάνεια.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
53 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υποβάλλεται σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ έχει την έννοια ότι η απαλλαγή των πράξεων που αφορούν τις απαιτήσεις τις οποίες προβλέπει εφαρμόζεται στη διαχείριση, από τον εκχωρητή, πιστώσεων μεταβιβασθεισών σε άλλη εταιρεία.
54 Κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ τα κράτη μέλη απαλλάσσουν από τον ΦΠΑ «τις πράξεις, περιλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης, οι οποίες αφορούν καταθέσεις, τρεχούμενους λογαριασμούς, πληρωμές, μεταφορές χρημάτων, απαιτήσεις, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα, με εξαίρεση την είσπραξη απαιτήσεων».
55 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι πράξεις του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ εμπίπτουν στον τομέα των χρηματοπιστωτικών πράξεων και αφορούν ιδίως μέσα πληρωμής των οποίων η λειτουργία συνεπάγεται τη μεταφορά χρηματικών ποσών (βλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Határ Diszkont, C‑427/23, EU:C:2025:596, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Το κριτήριο που καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ πράξεως η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη μεταφορά χρηματικών ποσών και την πρόκληση νομικών και χρηματοοικονομικών μεταβολών, η οποία εμπίπτει στην απαλλαγή που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, και πράξεως η οποία δεν έχει τέτοια αποτελέσματα και, άρα, δεν εμπίπτει στην απαλλαγή αυτή, έγκειται επομένως στο εάν η εξεταζόμενη πράξη μεταφέρει, κατά τρόπο πραγματικό ή δυνητικό, την κυριότητα των επίμαχων χρηματικών ποσών, ή εάν, κατ’ αποτέλεσμα, εκπληρώνει τις ειδικές και ουσιώδεις λειτουργίες μιας τέτοιας μεταφοράς (βλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Határ Diszkont, C‑427/23, EU:C:2025:596, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι υπηρεσίες διαχειρίσεως που αντιστοιχούν στην περιγραφή που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο συνίστανται στη μεταβίβαση της κυριότητας κεφαλαίων ή έχουν ως αποτέλεσμα την εκπλήρωση των ειδικών και ουσιωδών λειτουργιών μιας τέτοιας μεταβιβάσεως, με αποτέλεσμα οι υπηρεσίες αυτές να μην αποτελούν κάποια από τις πράξεις σε σχέση με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ απαιτήσεις.
58 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 51 ανωτέρω, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της απαλλαγής της διαχειρίσεως πιστώσεων από τον ΦΠΑ, στο οποίο κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ εμπίπτει μόνο αυτός που χορήγησε τις πιστώσεις, να απολέσει την πρακτική αποτελεσματικότητά του, το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στη διαχείριση πιστώσεων.
59 Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία προβλέπει για τις πράξεις οι οποίες αφορούν απαιτήσεις δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως πιστώσεων που παρέχονται από το πρόσωπο που χορήγησε τις πιστώσεις αυτές και αφορούν δάνεια τα οποία έχουν εκχωρηθεί σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας,
έχει την έννοια ότι:
η απαλλαγή την οποία προβλέπει για τη διαχείριση πιστώσεων δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως δανείων οι οποίες παρέχονται από το πρόσωπο που χορήγησε τα δάνεια, εν συνεχεία τα εκχώρησε και εξακολουθεί να τα διαχειρίζεται έναντι αμοιβής για λογαριασμό του εκδοχέα.
2) Το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/112
έχει την έννοια ότι:
η απαλλαγή την οποία προβλέπει για την ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων ή λοιπών ασφαλειών δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως πιστώσεων που παρέχονται από το πρόσωπο το οποίο χορήγησε τις πιστώσεις αυτές και αφορούν δάνεια που εξασφαλίζουν ομόλογο εκδοθέν από άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο έχουν εκχωρηθεί τα εν λόγω δάνεια.
3) Το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2006/112,
έχει την έννοια ότι:
η απαλλαγή την οποία προβλέπει για τις πράξεις οι οποίες αφορούν απαιτήσεις δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως πιστώσεων που παρέχονται από το πρόσωπο που χορήγησε τις πιστώσεις αυτές και αφορούν δάνεια τα οποία έχουν εκχωρηθεί σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
| Półtorak | Hesse | Steinfatt |
| Petrlík | Δημητρακόπουλος |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Ιουνίου 2026.
(υπογραφές)
