Τμήμα 19ο (Τριμελές)
Πρόεδρος: Μαρία Δαμασκηνάκη, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ. Εισηγήτρια: Σταυρούλα Φίλη, Πρωτοδίκης Δ.Δ.
Αγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρα 105 – 106 Εισ.Ν.Α.Κ για πλαστές μετοχές – Εφαρμογή των άρθρων 41 ν. 3659/2008 και 9 παρ. 4 ν. 1649/1986 – Άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας – Πλήρης γνώση τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης – Άσκηση νέου ένδικου βοηθήματος ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου Δικαστηρίου εντός δίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας – Χρόνος έναρξης των έννομων συνεπειών – Δυσχέρεια διάκρισης διοικητικής και ιδιωτικής διαφοράς – Απόρριψη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης.
Σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 ν. 1649/1986 και του άρθρου 41 του ν. 3659/2008, το ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου Δικαστηρίου λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι έχει ασκηθεί κατά τον χρόνο τυχόν άσκησης προηγουμένου που απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, υπό την προϋπόθεση ότι το δεύτερο αυτό ένδικο βοήθημα ασκείται από τον ενδιαφερόμενο εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την επίδοση σε αυτόν της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης. Ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων συνίσταται στην επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων σε σύντομο διάστημα και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας κινδυνεύουν με παραγραφή των δικαιωμάτων τους και απώλεια τόκων. Ο νομοθέτης προσδιορίζει την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης με την οποία απορρίπτεται το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, για την έναρξη, της δίμηνης προθεσμίας για την εκ νέου άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία Δικαστηρίου, αυτό, όμως, μόνον γιατί πρόκειται για το συνήθως συμβαίνον και όχι προκειμένου να αποκλείσει την πλήρη γνώση του περιεχομένου της απόφασης, συναγόμενη κυρίως από την δικονομική συμπεριφορά του διαδίκου, ως αφετηρία της εν λόγω προθεσμίας, κάτι που θα αποτελούσε άκρα τυπολατρία η οποία, υπερακοντίζοντας το σκοπό του νομοθέτη, θα καθιστούσε απρόθεσμη την διατήρηση των συνεπειών της άσκησης ενδίκου βοηθήματος ενώπιον μη έχοντος δικαιοδοσία Δικαστηρίου. Επίσης, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών το νέο ένδικο βοήθημα πρέπει κατ’ αρχήν να στρέφεται κατά των ίδιων προσώπων και όχι περισσοτέρων, να έχει τους ίδιους λόγους και τα ίδια ακριβώς αιτήματα και όχι περισσότερα σε σχέση με εκείνα του αρχικού ενδίκου βοηθήματος που απορρίφθηκε για έλλειψη δικαιοδοσίας. Τούτο δε διότι, με την ως άνω διάταξη σώζεται αποκλειστικώς η δικαιοδοσία του αρμοδίου για την εκδίκαση της αγωγής Δικαστηρίου, όχι δε και άλλες πλημμέλειες της αρχικής αγωγής. Επιπλέον δε προϋπόθεση εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης είναι να υφίσταται πράγματι δυσχέρεια διάκρισης του ιδιωτικού ή διοικητικού χαρακτήρα μιας συγκεκριμένης διαφοράς (Σ.τ.Ε. 465/2020). Σε διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, τα δικονομικά και ουσιαστικά αποτελέσματα της αγωγής κρίνονται βάσει του χρόνου άσκησής της στο κατά δικαιοδοσία αρμόδιο δικαστήριο.
… Εν προκειμένω, ….το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την …/7.11.2019 απόφασή του … απέρριψε την αγωγή … λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας και ειδικότερα με το σκεπτικό ότι η εναγόμενη κατά τον επίδικο χρόνο (από 27.3.1991 έως 28.6.1991) ενεργούσε ως νπδδ και ασκούσε δημόσια εξουσία κατά την εκκαθάριση των συναλλαγών και, ως εκ τούτου η διαφορά είναι διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. Εν τέλει, η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αγωγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 14.4.2022, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 του ν.3659/2008, ζητώντας αποζημίωση…. Προβάλλει δε καταρχάς ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 3659/2008, διότι η …/7.11.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …. ουδέποτε της επιδόθηκε, ούτε έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον από τις 13.3.2020 έως τις 31.5.2020 και από τις 7.11.2020 έως τις 5.4.2021 ίσχυε η αναστολή των δικαστικών προθεσμιών λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, μεταξύ άλλων και αυτής του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ για την άσκηση αναιρέσεως εντός διετίας από τη δημοσίευσή της καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται διάκριση της φύσεως της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής.
Επειδή, όσον αφορά στο ζήτημα της παραδεκτής άσκησης της υπό κρίση αγωγής κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 41 του ν.3659/2008, το Δικαστήριο λαμβάνει καταρχάς υπόψη ότι η αγωγή στρέφεται κατά του ίδιου νομικού προσώπου, στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική βάση, έχει τους ίδιους λόγους και το ίδιο περιεχόμενο με την ασκηθείσα με ΓΑΚ …11.5.2009. αγωγή της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….. Επίσης, όπως προβάλλει η ενάγουσα και δεν αντιλέγει η εναγομένη, η τελεσίδικη απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …. ουδέποτε της επιδόθηκε, ενώ η εναγόμενη, η οποία άσκησε την προαναφερθείσα έφεση επέδωσε στην ενάγουσα στις 25.10.2017 αντίγραφο της κλήσης προκειμένου η τελευταία να παραστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο στις 21.2.2019 στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου …. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του εύλογου ενδιαφέροντος της ενάγουσας για την τελική έκβαση της υπόθεσης, η οποία είχε αχθεί, με δικές της ενέργειες, ενώπιον των δικαστηρίων από τις 11.5.2009 και την ικανοποίηση της αγωγικής αξίωσής της, που μάλιστα είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως από το πολιτικό δικαστήριο, το οποίο (ενδιαφέρον) προκύπτει από τη δικονομική συμπεριφορά της και, συγκεκριμένα, από το γεγονός ότι παραστάθηκε διά πληρεξούσιου δικηγόρου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 21.2.2019 στο Μονομελές Εφετείο …., συνάγεται ότι ο χρόνος που παρήλθε από τη δημοσίευση της τελεσίδικης αυτής απόφασης (7.11.2019) έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (κατάθεση στις 14.4.2022), δηλαδή, σχεδόν δυόμιση έτη, υπερβαίνει κατά την κρίση του Δικαστηρίου τον εύλογο χρόνο. Μετά ταύτα, συνεκτιμωμένου ότι η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε με την υπό κρίση αγωγή, ούτε απέδειξε ότι την άσκησε εντός της προβλεπόμενης από την ως άνω διάταξη ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών, καθώς και ότι προσκομίζει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, ακριβές αντίγραφο εκ του εις χείρας της κεκυρωμένου αντιγράφου της …/7.11.2019 απορριπτικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …, το οποίο θεωρήθηκε από τη Γραμματεία του Εφετείου … στις 19.2.2020 (βλ. σχετική σφραγίδα και υπογραφή της Γραμματέως του Εφετείου …, επί του αντιγράφου της ανωτέρω απόφασης), το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα έλαβε πλήρη γνώση της ανωτέρω …./7.11.2019 απορριπτικής της έφεσης της εναγόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …. τουλάχιστον κατά το χρόνο έκδοσης, από τη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, του ανωτέρω ακριβούς αντιγράφου αυτής της απόφασης, στις 19.2.2020. Συνεπώς, ….., η προθεσμία των δύο μηνών για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (κατά το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και το άρθρο 41 του ν. 3659/2008) ξεκίνησε από την ημερομηνία έκδοσης του ακριβούς αντιγράφου της ανωτέρω απόφασης που η ίδια η ενάγουσα προσκομίζει, ήτοι από τις 19.2.2020, ανεστάλη στις 13-3-2020 έως την 31η-5-2020, δυνάμει των αποφάσεων των υπουργών Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης, με τις οποίες ορίσθηκε η προσωρινή αναστολή των εργασιών των δικαστικών σχηματισμών του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων της χώρας και των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών τους προς αποφυγή της διάδοσης του κορωνοϊού συνεχίστηκε την 1η-6-2020 και συμπληρώθηκε ήδη στις 8-7-2020, δεδομένου ότι με το άρθρο 18 του ν.4684/2020 (Α΄ 86/25-4-2020) με το οποίο κυρώθηκε η από 30-3-2020 Π.Ν.Π. «Μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις» (Α΄ 75), προβλέφθηκε ο περιορισμός των δικαστικών διακοπών για το δικαστικό έτος 2019 – 2020. Σύμφωνα ειδικότερα με τη διάταξη αυτή «οι δικαστικές διακοπές για το τρέχον δικαστικό έτος που λήγει στις 15 Σεπτεμβρίου 2020, αρχίζουν την 16η Ιουλίου 2020 και λήγουν την 31η Αυγούστου 2020». Πλην, όμως, η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στις 14.4.2022. Κατόπιν τούτων, δεδομένου ότι συντρέχει εν προκειμένω η προβλεπόμενη στο άρθρο 41 του ν. 3659/2008 (και στο άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986) προϋπόθεση της δυσχερούς διάκρισης του διοικητικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης ένδικης διαφοράς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αγωγή έχει ασκηθεί μετά την πάροδο της δίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας που τάσσεται με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και το άρθρο 41 του ν. 3659/2008, χωρίς να ασκεί επιρροή η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …., αφού, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, απαιτείται μόνο η τελεσίδικη απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου, η αγωγή έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ’ αποδοχή των σχετικών ισχυρισμών της εναγόμενης».
