ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 23ης Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές – Τεχνικά πρότυπα και προδιαγραφές – Οδηγία 98/37/EΚ – Μηχανή εξοπλισμένη με διατάξεις κανονικής διακοπής λειτουργίας και επείγουσας διακοπής λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης – Βασικές απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας – Κίνδυνοι για την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων – Ασυνείδητη ή συνειδητή ενεργοποίηση μιας από τις διατάξεις διακοπής της λειτουργίας – Δέσμευση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας – Κατάλληλος χειρισμός δυνάμενος να αποδεσμεύσει τη διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας »
Στην υπόθεση C‑887/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberlandesgericht München (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Μονάχου, Γερμανία) με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
YH
κατά
Widl GmbH,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi, πρόεδρο τμήματος, N. Jääskinen και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Biondi
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον T. S. Bohr και την M. Owsiany-Hornung,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 98/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές (ΕΕ L 207, σ. 1), καθώς και των σημείων 1.1.2, 1.2.1, 1.2.2, 1.2.4, 1.2.6, 1.2.7 και του σημείου 2.3, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος I της οδηγίας αυτής.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του YH και της Widl GmbH σχετικά με την επανόρθωση βλάβης την οποία φέρεται να υπέστη ο YH και η οποία φέρεται να προκλήθηκε από μηχανή κατασκευασθείσα από τη Widl.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 6, 7 και 9 της οδηγίας 98/37 έχουν ως εξής:
«(2) Εκτιμώντας […] ότι η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων·
[…]
(6) ότι η νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με την πρόληψη των ατυχημάτων παρουσιάζει μεγάλες διαφορές 7 ότι οι υποχρεωτικές σχετικές διατάξεις που συχνά συμπληρώνονται με εκ των πραγμάτων υποχρεωτικές τεχνικές προδιαγραφές ή/και με προαιρετικά πρότυπα, δεν συνεπάγονται απαραίτητα διαφορετικά επίπεδα ασφάλειας και υγείας, αποτελούν όμως λόγω των διαφορών τους εμπόδια στις συναλλαγές στο εσωτερικό της [Ευρωπαϊκής] Κοινότητας· ότι επιπλέον τα εθνικά συστήματα βεβαίωσης της πιστότητας και πιστοποίησης των μηχανών διαφέρουν σημαντικά·
(7) ότι οι υφιστάμενες εθνικές διατάξεις για την ασφάλεια και την υγεία με τις οποίες εξασφαλίζεται η προστασία έναντι των κινδύνων που δημιουργούν οι μηχανές, θα πρέπει να εναρμονιστούν ώστε να είναι εγγυημένη η ελεύθερη κυκλοφορία των μηχανών, χωρίς να παρατηρηθεί πτώση του επιπέδου προστασίας που υφίσταται και δικαιολογείται στα κράτη μέλη· ότι οι διατάξεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία για το σχεδιασμό και την κατασκευή των μηχανών και που είναι βασικές για την επιδίωξη ενός ασφαλέστερου περιβάλλοντος εργασίας, θα συνοδεύονται από ειδικές διατάξεις σχετικά με την πρόληψη ορισμένων κινδύνων στους οποίους μπορεί να εκτίθενται οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, όπως επίσης από διατάξεις βασισμένες στην οργάνωση της ασφάλειας των εργαζομένων στους χώρους εργασίας·
[…]
(9) ότι η Λευκή Βίβλος για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου του 1985 [(COM/85/310 τελικό)], προβλέπει, στις παραγράφους 65 και 68, την προσφυγή στη νέα αντίληψη όσον αφορά την προσέγγιση των νομοθεσιών· ότι, κατά συνέπεια, η νομοθετική εναρμόνιση στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να περιορίζεται μόνον στις προδιαγραφές που είναι αναγκαίες για την ικανοποίηση των βασικών και επιτακτικών αναγκών ασφαλείας και υγείας όσον αφορά τις μηχανές και ότι οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να αντικαταστήσουν τις εθνικές προδιαγραφές επειδή είναι βασικές.»
4 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«Οι μηχανές και τα εξαρτήματα ασφαλείας στα οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία θα πρέπει να πληρούν τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας και υγιεινής που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I.»
5 Το σημείο 1.1.2 του παραρτήματος I της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές ενσωμάτωσης της ασφάλειας», προβλέπει τα εξής:
«α) Οι μηχανές θα πρέπει να έχουν εκ κατασκευής τη δυνατότητα να εκτελούν τη λειτουργία τους, να ρυθμίζονται και να συντηρούνται χωρίς οι άνθρωποι να εκτίθενται σε κίνδυνο κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών υπό τις συνθήκες που προβλέπει ο κατασκευαστής.
Τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να έχουν ως στόχο την εξάλειψη των κινδύνων ατυχήματος κατά την προβλεπόμενη διάρκεια ζωής της μηχανής, συμπεριλαμβανομένων των φάσεων συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης, ακόμα και στην περίπτωση που οι κίνδυνοι ατυχημάτων προκύπτουν από ανώμαλες αλλά προβλέψιμες καταστάσεις.
β) Κατά την επιλογή των καταλληλότερων λύσεων, ο κατασκευαστής θα πρέπει να εφαρμόζει τις ακόλουθες αρχές, με τη σειρά που αναφέρονται:
– να εξαλείφει ή να μειώνει τους κινδύνους εξαντλώντας κάθε δυνατότητα (ενσωμάτωση της ασφάλειας στο σχεδιασμό και την κατασκευή της μηχανής),
– να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τους κινδύνους που δεν μπορούν να εξαλειφθούν,
– να πληροφορεί τους χρήστες για τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν λόγω της ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφαλείας που έχουν ληφθεί, να αναφέρει εάν απαιτείται ιδιαίτερη εκπαίδευση και να επισημαίνει εάν είναι απαραίτητος ο εξοπλισμός ατομικής προστασίας.
γ) Κατά το σχεδιασμό και την κατασκευή της μηχανής και κατά τη σύνταξη των οδηγιών χρήσης, ο κατασκευαστής θα πρέπει να έχει υπόψη του όχι μόνο τη συνηθισμένη χρήση της μηχανής αλλά επίσης και κάθε χρήση της που μπορεί να αναμένεται λογικά.
Η μηχανή πρέπει να σχεδιάζεται έτσι ώστε να αποφεύγεται άλλη χρήση της εκτός από την κανονική, αν από μια τέτοια χρήση θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος. Εφόσον συντρέχει η περίπτωση, οι οδηγίες χρήσεως πρέπει να εφιστούν την προσοχή του χρήστη στις αντενδείξεις χρησιμοποίησης της μηχανής που θα μπορούσαν, σύμφωνα με την εμπειρία, να παρουσιαστούν.
[…]»
6 Τα σημεία 1.2.1, 1.2.2, 1.2.4, 1.2.6 και 1.2.7 του παραρτήματος αυτού ορίζουν τα εξής:
«1.2.1. Ασφάλεια και αξιοπιστία των συστημάτων χειρισμού
Τα συστήματα χειρισμού θα πρέπει να είναι σχεδιασμένα και κατασκευασμένα ώστε να είναι ασφαλή και αξιόπιστα, έτσι ώστε να προλαμβάνεται η δημιουργία επικίνδυνων καταστάσεων. Ειδικότερα θα πρέπει να είναι σχεδιασμένα και κατασκευασμένα κατά τρόπο ώστε:
– να ανθίστανται στις συνήθεις καταπονήσεις κατά τη λειτουργία τους και στις εξωτερικές επιδράσεις,
– να μη δημιουργούνται επικίνδυνες καταστάσεις σε περίπτωση λογικού σφάλματος στους χειρισμούς.
1.2.2. Όργανα χειρισμού:
Τα όργανα χειρισμού θα πρέπει να είναι:
– σαφώς ορατά και αναγνωρίσιμα και ενδεχομένως να φέρουν κατάλληλη σήμανση,
– να είναι έτσι τοποθετημένα ώστε ο χειρισμός τους να είναι σίγουρος, χωρίς να δημιουργείται δισταγμός, απώλεια χρόνου ή αμφιβολία,
– να έχουν σχεδιαστεί έτσι, ώστε η κίνηση του οργάνου χειρισμού να είναι σε λογική συνοχή προς το χειρισμό,
– να βρίσκονται έξω από επικίνδυνες ζώνες, εκτός εάν αυτό είναι απαραίτητο, προκειμένου για ορισμένα όργανα όπως είναι τα όργανα διακοπής της λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης, μαθητείας για τα ρομπότ,
– να είναι τοποθετημένα με τρόπο ώστε ο χειρισμός τους να μη δημιουργεί συμπληρωματικούς κινδύνους,
– να είναι σχεδιασμένα ή προστατευμένα έτσι ώστε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, εάν μπορεί να δημιουργήσει κάποιον κίνδυνο, να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς εκούσιο χειρισμό,
– να είναι κατασκευασμένα κατά τρόπον ώστε να είναι ανθεκτικά στις προβλεπόμενες καταπονήσεις. Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα συστήματα διακοπής της λειτουργίας λόγω ανάγκης, τα οποία ενδέχεται να καταπονούνται σημαντικά.
[…]
1.2.4. Διάταξη διακοπής
Κανονική διακοπή
Κάθε μηχανή πρέπει να είναι εξοπλισμένη με όργανο χειρισμού που να επιτρέπει τη γενική διακοπή της λειτουργίας της υπό ασφαλείς συνθήκες.
Κάθε θέση εργασίας πρέπει να είναι εξοπλισμένη με όργανο χειρισμού που να επιτρέπει τη διακοπή της λειτουργίας, ανάλογα με τους υφιστάμενους κινδύνους, είτε όλων των κινητών μερών της μηχανής είτε μόνο μερικών από αυτά, έτσι ώστε η μηχανή να είναι σε ασφαλή κατάσταση. Η εντολή διακοπής της λειτουργίας της μηχανής πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι των εντολών της θέσης σε λειτουργία.
Μετά τη διακοπή της μηχανής ή των επικίνδυνων μερών της, πρέπει να διακόπτεται η τροφοδοσία με ενέργεια των αντίστοιχων οργάνων θέσης σε λειτουργία.
Επείγουσα διακοπή λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης
Κάθε μηχανή πρέπει να είναι εξοπλισμένη με μία ή περισσότερες διατάξεις επείγουσας διακοπής, με την οποία να μπορούν να αποφεύγονται επικίνδυνες καταστάσεις επικείμενες ή εν εξελίξει. Εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή:
– οι μηχανές για τις οποίες η διάταξη επείγουσας διακοπής δεν είναι σε θέση να μειώσει τον κίνδυνο, είτε επειδή δεν μειώνει το χρόνο επίτευξης της κανονικής διακοπής είτε επειδή δεν επιτρέπει τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων που απαιτεί ο κίνδυνος,
– οι φορητές μηχανές και οι μηχανές που κατευθύνονται με το χέρι.
Η διάταξη αυτή θα πρέπει:
– να περιλαμβάνει όργανα χειρισμού αναγνωρίσιμα με σαφήνεια, ορατά και ευπρόσιτα,
– να διακόπτει τη λειτουργία που προκαλεί κινδύνους, στο μικρότερο δυνατό χρόνο, χωρίς να δημιουργούνται επιπλέον κίνδυνοι,
– ενδεχομένως να θέτει σε λειτουργία ή να επιτρέπει τη θέση σε λειτουργία ορισμένων μέτρων ασφαλείας.
Όταν παύει η ενεργοποίηση του χειριστηρίου της διατάξεως επείγουσας διακοπής της λειτουργίας αφού έχει δοθεί εντολή διακοπής, η εντολή αυτή πρέπει να διατηρείται με δέσμευση της διατάξεως επείγουσας διακοπής μέχρι την αποδέσμευσή της· δεν πρέπει να είναι δυνατό να επιτυγχάνεται δέσμευση της διάταξης χωρίς αυτό να συνεπάγεται εντολή διακοπής· ή αποδέσμευση της διάταξης πρέπει να μπορεί να επιτυγχάνεται μόνο με κατάλληλο χειρισμό, η δε αποδέσμευση αυτή δεν πρέπει να επαναφέρει τη μηχανή σε κίνηση, αλλά μόνον να επιτρέπει την εκ νέου εκκίνηση.
[…]
1.2.6. Βλάβη του κυκλώματος τροφοδότησης σε ενέργεια
Η διακοπή, η επαναφορά μετά τη διακοπή ή η διακύμανση προς οποιαδήποτε κατεύθυνση της τροφοδότησης σε ενέργεια της μηχανής, δεν πρέπει να δημιουργεί επικίνδυνες καταστάσεις.
Ιδιαίτερα δεν πρέπει:
– να τίθεται σε ξαφνική λειτουργία η μηχανή,
– να παρεμποδίζεται η διακοπή της λειτουργίας της μηχανής όταν έχει δοθεί η εντολή,
– να επισυμβαίνει πτώση ή εκτίναξη κινητού στοιχείου της μηχανής ή εξαρτήματος που συγκρατείται από τη μηχανή,
– να παρεμποδίζεται η αυτόματη ή χειροκίνητη διακοπή λειτουργίας των κινητών στοιχείων, οποιαδήποτε και αν είναι αυτά,
– να καθίστανται αναποτελεσματικές οι διατάξεις προστασίας.
1.2.7. Βλάβη του κυκλώματος χειρισμού
Βλάβη που επηρεάζει τη λογική του κυκλώματος χειρισμού, βλάβη ή φθορά του κυκλώματος χειρισμού δεν πρέπει να δημιουργεί επικίνδυνες καταστάσεις.
Ιδιαίτερα δεν πρέπει:
– να τίθεται σε ξαφνική λειτουργία η μηχανή,
– να παρεμποδίζεται η διακοπή της λειτουργίας της μηχανής όταν έχει δοθεί η εντολή,
– να επισυμβαίνει πτώση ή εκτίναξη κινητού στοιχείου της μηχανής ή εξαρτήματος που συγκρατείται από τη μηχανή,
– να παρεμποδίζεται η αυτόματη ή χειροκίνητη διακοπή λειτουργίας των κινητών στοιχείων, οποιαδήποτε και αν είναι αυτά,
– να καθίστανται αναποτελεσματικές οι διατάξεις προστασίας.»
7 Στο σημείο 2 του εν λόγω παραρτήματος, το οποίο φέρει τον τίτλο «Βασικές απαιτήσεις ασφαλείας και υγείας για ορισμένες κατηγορίες μηχανών», το σημείο 2.3, στοιχείο γʹ, αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ξυλουργικές και μηχανές», προβλέπει τα εξής:
«Οι μηχανές επεξεργασίας ξύλου και υλικών με φυσικά και τεχνολογικά χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά του ξύλου, όπως ο φελλός, το κόκαλο, το σκληρό καουτσούκ, οι σκληρές πλαστικές ύλες και άλλα παρόμοια σκληρά υλικά πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες ουσιώδεις απαιτήσεις ασφαλείας και υγιεινής:
[…]
γ) η μηχανή πρέπει να είναι εφοδιασμένη με αυτόματα φρένα που να σταματούν το εργαλείο σε επαρκώς σύντομο χρόνο, εφόσον υπάρχει κίνδυνος επαφής με αυτό κατά την επιβράδυνσή του».
Το γερμανικό δίκαιο
8 Η οδηγία 98/37 μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο με τα άρθρα 1 και 16 του Gesetz zur Neuordnung der Sicherheit von technischen Arbeitsmitteln und Verbraucherprodukten (νόμου περί αναδιοργανώσεως της ασφάλειας του τεχνικού εξοπλισμού εργασίας και των καταναλωτικών προϊόντων), της 6ης Ιανουαρίου 2004 (BGBl. 2004 I, σ. 2).
9 Δυνάμει του άρθρου 1 του νόμου αυτού, ο Γερμανός νομοθέτης θέσπισε τον Gesetz über technische Arbeitsmittel und Verbraucherprodukte (Geräte- und Produktsicherheitsgesetz – GPSG) [νόμος για τον τεχνικό εξοπλισμό εργασίας και τα καταναλωτικά προϊόντα (νόμος για την ασφάλεια των συσκευών και των προϊόντων – GPSG)], της 6ης Ιανουαρίου 2004 (BGBl. 2004 I, σ. 2).
10 Δυνάμει του άρθρου 16 του νόμου περί αναδιοργανώσεως της ασφάλειας του τεχνικού εξοπλισμού εργασίας και των καταναλωτικών προϊόντων, ο Γερμανός νομοθέτης, αφενός, τροποποίησε τη Neunte Verordnung zum Gerätesicherheitsgesetz [ένατη κανονιστική απόφαση περί του νόμου για την ασφάλεια των συσκευών (κανονιστική απόφαση περί μηχανημάτων)], της 12ης Μαΐου 1993 (BGBl. 1993 I, σ. 704) [η οποία είχε αρχικά εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 1 της Verordnung zum Gerätesicherheitsgesetz und zur Änderung von Verordnungen zum Gerätesicherheitsgesetz (κανονιστικής απόφασης περί του νόμου για την ασφάλεια των συσκευών και για την τροποποίηση των κανονιστικών αποφάσεων περί του νόμου για την ασφάλεια των συσκευών), της 12ης Μαΐου 1993 (BGBl. 1993 I, σ. 704)] και, αφετέρου, μετονόμασε την ως άνω ένατη κανονιστική απόφαση σε «Neunte Verordnung zum Geräte- und Produktsicherheitsgesetz (Maschinenverordnung – 9e GSGV) [ένατη κανονιστική απόφαση περί του νόμου για την ασφάλεια των συσκευών και των προϊόντων (κανονιστική απόφαση περί μηχανημάτων – 9η GSGV)]».
11 Το άρθρο 2 της κανονιστικής απόφασης περί μηχανημάτων – 9ης GSGV ορίζει:
«Τα μηχανήματα μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον πληρούν τις βασικές απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας που ορίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας [98/37] και εφόσον, όταν τοποθετούνται και συντηρούνται σωστά και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους, δεν θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων, ούτε την ασφάλεια των κατοικίδιων ζώων και των αγαθών.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Κατά τη διάρκεια του 2009 ο YH αγόρασε, από διανομέα, δισκοπρίονο ξύλου κατασκευασμένο από τη Widl (στο εξής: επίμαχο στην κύρια δίκη πριόνι).
13 Το επίμαχο στην κύρια δίκη πριόνι μπορούσε να έχει επιτραπέζια λειτουργία ή λειτουργία με κινητό φορείο. Ήταν εξοπλισμένο με έναν πράσινο διακόπτη ενεργοποίησης και έναν κόκκινο διακόπτη απενεργοποίησης (στο εξής: διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας), οι οποίοι βρίσκονταν αμφότεροι κάτω από μία βαλβίδα, καθώς και με έναν κόκκινο διακόπτη επείγουσας διακοπής της λειτουργίας τοποθετημένο πάνω από την εν λόγω βαλβίδα (στο εξής: διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας).
14 Τόσο η διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας όσο και η διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας ενεργοποιούσαν ένα ηλεκτρονικό φρένο για την ακινητοποίηση της λεπίδας του επίμαχου στην κύρια δίκη πριονιού μετά από δέκα περίπου δευτερόλεπτα.
15 Στις 14 Δεκεμβρίου 2016 ο YH είχε ατύχημα με το επίμαχο στην κύρια δίκη πριόνι. Θέλοντας να μετατρέψει το πριόνι από πριόνι με κινητό φορείο σε πριόνι επιτραπέζιας λειτουργίας, απενεργοποίησε τον κινητήρα του με τη χρήση μίας εκ των διατάξεων διακοπής της λειτουργίας. Κατά τη φόρτωση κομμένων ξύλων σε ένα καρότσι έθεσε άθελά του εκ νέου σε λειτουργία μία εκ των εν λόγω διατάξεων διακοπής της λειτουργίας, και ειδικότερα είτε άπαξ για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων έως πέντε δευτερολέπτων είτε πολλές φορές διαδοχικά για συνολικό χρονικό διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων έως πέντε δευτερολέπτων.
16 Κατόπιν του ανωτέρω χειρισμού, η λειτουργία πέδησης της λεπίδας του επίμαχου στην κύρια δίκη πριονιού διακόπηκε, με αποτέλεσμα η πριονολεπίδα να εξακολουθήσει να περιστρέφεται αθόρυβα επί έντεκα περίπου λεπτά, επιβραδυνόμενη μέχρι να ακινητοποιηθεί.
17 Ο YH τράβηξε το προστατευτικό κάλυμμα της πριονολεπίδας προς τα εμπρός, χωρίς όμως να παρατηρήσει ότι αυτή εξακολουθούσε να περιστρέφεται αθόρυβα. Κατόπιν αυτού, ο αριστερός δείκτης του πιάστηκε στην πριονολεπίδα και τραυματίστηκε.
18 Κατόπιν του ατυχήματος αυτού, ο YH άσκησε, ενώπιον του Landgericht Deggendorf (περιφερειακού δικαστηρίου Deggendorf, Γερμανία), αγωγή αποζημίωσης κατά της Widl λόγω της σοβαρής βλάβης που υπέστη συνεπεία της χρήσης του επίμαχου στην κύρια δίκη πριονιού.
19 Στο πλαίσιο της διαδικασίας που διεξήχθη ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου συντάχθηκε έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Με την έκθεση αυτή, ο πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι, μολονότι στις ρυθμίσεις του επίμαχου στην κύρια δίκη πριονιού έχει προβλεφθεί χρόνος δεκατριών δευτερολέπτων για την πέδηση της λεπίδας, η ενεργοποίηση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας καθιστά δυνατή την ακινητοποίηση της πριονολεπίδας σε οκτώ έως εννέα δευτερόλεπτα. Επισήμανε, επιπλέον, ότι, όταν η διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας ενεργοποιείται εκ νέου είτε άπαξ για τουλάχιστον τέσσερα έως πέντε δευτερόλεπτα είτε περισσότερες διαδοχικές φορές για συνολική διάρκεια τουλάχιστον τεσσάρων έως πέντε δευτερολέπτων, η λεπίδα δεν ακινητοποιείται εντός του προκαθορισμένου χρόνου πέδησης, αλλά εξακολουθεί να περιστρέφεται επί περίπου έντεκα λεπτά.
20 Το Landgericht Deggendorf (περιφερειακό δικαστήριο Deggendorf) απέρριψε την αγωγή αποζημίωσης που άσκησε ο YH.
21 Ο YH άσκησε έφεση κατά της ως άνω απορριπτικής απόφασης ενώπιον του Oberlandesgericht München (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Μονάχου, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη πριόνι δεν πληροί τις απαιτήσεις ασφαλείας που προβλέπει η οδηγία 98/37.
22 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι ο YH συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στη βλάβη που υπέστη, η Widl θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί υπεύθυνη για μέρος της βλάβης αυτής, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του επίμαχου στην κύρια δίκη πριονιού προς τις απαιτήσεις ασφάλειας που προβλέπονται στην οδηγία 98/37.
23 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη πριόνι παρουσιάζει κατασκευαστικό ελάττωμα και ότι δεν πληροί τις απαιτήσεις ασφάλειας που απορρέουν από το άρθρο 3 και από το παράρτημα I της οδηγίας 98/37, για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι η εκ νέου ενεργοποίηση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας, είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο είτε πολλές φορές διαδοχικά, έχει ως αποτέλεσμα η πριονολεπίδα να περιστρέφεται αθόρυβα για περίπου έντεκα λεπτά. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, δεν δύναται να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένας χρήστης, ευρισκόμενος σε πανικό, να μπορέσει να ενεργοποιήσει τη διάταξη αυτή άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο ή περισσότερες φορές διαδοχικά και ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να διασφαλίζεται η ακινητοποίηση της πριονολεπίδας προκειμένου να τηρούνται οι απαιτήσεις ασφαλείας.
24 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο σημείο 1.2.4 του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το τμήμα της περιόδου που περιλαμβάνεται στο ως άνω σημείο, κατά το οποίο, «[ό]ταν παύει η ενεργοποίηση του χειριστηρίου της διατάξεως επείγουσας διακοπής της λειτουργίας αφού έχει δοθεί εντολή διακοπής, η εντολή αυτή πρέπει να διατηρείται με δέσμευση της διατάξεως επείγουσας διακοπής μέχρι την αποδέσμευσή της», θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, αν η διάταξη αυτή τεθεί εκ νέου σε λειτουργία, η εντολή πέδησης δεν πρέπει να διατηρηθεί. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, το επίμαχο στην κύρια δίκη πριόνι πληροί τις απαιτήσεις ασφαλείας της οδηγίας 98/37. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ένας τέτοιος συνειδητός ή ασυνείδητος χειρισμός συνιστά «κατάλληλο χειρισμό» για την αποδέσμευση της εν λόγω διάταξης, κατά την έννοια του σημείου 1.2.4 του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37.
25 Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το Oberlandesgericht München (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Μονάχου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 3 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι της οδηγίας [98/37], και ειδικότερα τα σημεία 1.1.2., 1.2.1., 1.2.2., 1.2.4., 1.2.6., 1.2.7. καθώς και 2.3., στοιχείο γʹ του εν λόγω παραρτήματος, την έννοια ότι η διάταξη επείγουσας διακοπής της λειτουργίας ενός δισκοπρίονου ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές αν, αφού έχει δοθεί εντολή διακοπής, μια νέα ενεργοποίηση της εν λόγω διάταξης επείγουσας διακοπής της λειτουργίας, συνειδητή ή μη, επαναλαμβανόμενη ή παρατεταμένη, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον [τεσσάρων] έως [πέντε] δευτερολέπτων, διακόπτει την πέδηση με συνέπεια η πριονολεπίδα να μη σταματά, αλλά να εξακολουθεί, επιβραδυνόμενη, να περιστρέφεται αθόρυβα επί [έντεκα] περίπου λεπτά;
2) α) Έχει το άρθρο 3 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, σημείο 1.2.4., της οδηγίας [98/37] την έννοια ότι ακόμη και μια ασυνείδητη ή αθέλητη (νέα) εντολή διακοπής κατά την διάρκεια της πέδησης αποτελεί “χειρισμό” κατά [την τελευταία αυτή] διάταξη;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος, συνιστά ένας τέτοιος ασυνείδητος ή αθέλητος χειρισμός “κατάλληλο χειρισμό” για την αποδέσμευση της διάταξης κατά την έννοια του άρθρου 3 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, σημείο 1.2.4., της οδηγίας [98/37;
3) α) Έχει το άρθρο 3 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, σημείο 1.2.4., της οδηγίας [98/37], την έννοια ότι μόνο ένας συνειδητός και ηθελημένος (εκ νέου) χειρισμός της διάταξης επείγουσας διακοπής της λειτουργίας συνιστά “χειρισμό” κατά [την τελευταία αυτή διάταξη];
β) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, συνιστά ένας τέτοιος συνειδητός και ηθελημένος χειρισμός “κατάλληλο χειρισμό” για την αποδέσμευση της διάταξης κατά την έννοια του άρθρου 3 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, σημείο 1.2.4., της οδηγίας 98/37;»
Επί της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου
26 Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Μαρτίου 2025 απευθύνθηκε στο αιτούν δικαστήριο αίτημα παροχής πληροφοριών προκειμένου να καθοριστεί, αφενός, αν οι διατάξεις της οδηγίας 98/37 έχουν μεταφερθεί στο γερμανικό δίκαιο, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ ιδιωτών όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν μπορούν να δημιουργήσουν αφ’ εαυτών, χωρίς μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, υποχρεώσεις για τον εναγόμενο της κύριας δίκης. Αφετέρου, το Δικαστήριο κάλεσε το αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει αν, κατά το ατύχημα του, ο YH είχε ενεργοποιήσει τη διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας ή τη διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας.
27 Στις 20 Μαρτίου 2025 το αιτούν δικαστήριο απάντησε στο ως άνω αίτημα παροχής πληροφοριών. Κατά πρώτον, επισήμανε ότι οι διατάξεις της οδηγίας 98/37 έχουν μεταφερθεί στη γερμανική έννομη τάξη με την κανονιστική απόφαση περί μηχανημάτων – 9η GSGV, της οποίας το άρθρο 2 προβλέπει ότι τα μηχανήματα μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον πληρούν τις βασικές απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας που ορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας 98/37 και εφόσον, όταν τοποθετούνται και συντηρούνται σωστά και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους, δεν θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων, ούτε την ασφάλεια των κατοικίδιων ζώων και των αγαθών. Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι, ενώπιον του Landgericht Deggendorf (περιφερειακού δικαστηρίου Deggendorf), ο YH είχε επισημάνει ότι, κατά το ατύχημά του, ενεργοποίησε τη διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας ενώ, ενώπιον του ιδίου, είχε αναφέρει ότι ενεργοποίησε τη διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας. Εντούτοις, κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί ποια από τις διατάξεις αυτές ενεργοποιήθηκε, δεδομένου ότι αμφότερες προορίζονταν να επιτελέσουν μία και την αυτή λειτουργία πέδησης του επίμαχου στην κύρια δίκη πριονιού.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
28 Με τα τρία προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3 της οδηγίας 98/37, καθώς και τα σημεία 1.1.2, 1.2.1, 1.2.2, 1.2.4, 1.2.6, 1.2.7 και το σημείο 2.3, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος I της οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι μια διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας και/ή μια διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας δισκοπρίονου ξύλου πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας που προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις της οδηγίας, όταν, αφού έχει δοθεί η εντολή διακοπής της λειτουργίας της μηχανής, η εκ νέου ενεργοποίηση, συνειδητή ή μη, της οικείας διάταξης διακοπής της λειτουργίας είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο είτε περισσότερες φορές διαδοχικά διακόπτει την πέδηση του πριονιού, με αποτέλεσμα η λεπίδα να μην ακινητοποιείται, αλλά να συνεχίζει να περιστρέφεται αθόρυβα ενώ ταυτόχρονα επιβραδύνεται, για να ακινητοποιηθεί τελικώς μετά από αρκετά λεπτά.
29 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 98/37 εναρμονίζει κατά τρόπο εξαντλητικό σε επίπεδο Ένωσης τους κανόνες για τις ουσιώδεις απαιτήσεις ασφάλειας των μηχανών και για την πιστοποίηση της τήρησης των εν λόγω απαιτήσεων, καθώς και τους κανόνες που αφορούν τη συμπεριφορά την οποία μπορούν να επιδείξουν τα κράτη μέλη σε σχέση με τις μηχανές που θεωρούνται σύμφωνες με τις απαιτήσεις αυτές (πρβλ. απόφαση της 17ης Απριλίου 2007, AGM-COS.MET, C‑470/03, EU:C:2007:213, σκέψη 53).
30 Πράγματι, η οδηγία αυτή σκοπεί, με τη δεύτερη, έκτη, έβδομη και ένατη αιτιολογική σκέψη της, στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των μηχανών στην εσωτερική αγορά και στην εκπλήρωση των επιτακτικών και ουσιωδών προδιαγραφών ασφάλειας και υγείας σχετικά με τις μηχανές αυτές, αντικαθιστώντας τα εθνικά συστήματα βεβαιώσεως και διαπιστώσεως πιστότητας με ένα εναρμονισμένο σύστημα. Προς τον σκοπό αυτόν, η εν λόγω οδηγία απαριθμεί, ιδίως στο άρθρο 3 και στο παράρτημα Ι, τις ουσιώδεις απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι μηχανές και τα εξαρτήματα ασφαλείας που κατασκευάζονται στα κράτη μέλη (αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, Yonemoto, C‑40/04, EU:C:2005:519, σκέψη 31, και της 17ης Απριλίου 2007, AGM-COS.MET, C‑470/03, EU:C:2007:213, σκέψη 52).
31 Μεταξύ των απαιτήσεων αυτών, κατά πρώτον, το σημείο 1.1.2 του ως άνω παραρτήματος καθορίζει τις αρχές ενσωμάτωσης της ασφάλειας στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι μηχανές και τα εξαρτήματα ασφαλείας τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το εν λόγω σημείο 1.1.2, στοιχείο αʹ, οι μηχανές θα πρέπει να έχουν εκ κατασκευής τη δυνατότητα να εκτελούν τη λειτουργία τους, να ρυθμίζονται και να συντηρούνται χωρίς οι άνθρωποι να εκτίθενται σε κίνδυνο κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών υπό τις συνθήκες που προβλέπει ο κατασκευαστής. Η διάταξη αυτή προβλέπει, επιπλέον, ότι τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να έχουν ως στόχο την εξάλειψη των κινδύνων ατυχήματος κατά την προβλεπόμενη διάρκεια ζωής της μηχανής, συμπεριλαμβανομένων των φάσεων συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης, ακόμα και στην περίπτωση που οι κίνδυνοι ατυχημάτων προκύπτουν από ανώμαλες αλλά προβλέψιμες καταστάσεις.
32 Επιπλέον, δυνάμει του σημείου 1.1.2, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37, κατά την επιλογή των καταλληλότερων λύσεων, ο κατασκευαστής οφείλει, με την αναφερόμενη σειρά, κατ’ αρχάς, να εξαλείφει ή να μειώνει τους κινδύνους για την ασφάλεια ή την υγεία, στη συνέχεια, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τους κινδύνους που δεν μπορούν να εξαλειφθούν και, τέλος, να πληροφορεί τους χρήστες για τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν λόγω της ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφαλείας που έχουν ληφθεί, να αναφέρει εάν απαιτείται ιδιαίτερη εκπαίδευση και να επισημαίνει εάν είναι απαραίτητος ο εξοπλισμός ατομικής προστασίας.
33 Εξάλλου, η αρχή που διατυπώνεται στο σημείο 1.1.2, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος αυτού απαιτεί από τον κατασκευαστή της οικείας μηχανής, κατά τον σχεδιασμό και την κατασκευή της καθώς και κατά τη σύνταξη των οδηγιών χρήσης της, να έχει υπόψη του όχι μόνο τη συνηθισμένη χρήση της μηχανής αλλά επίσης και κάθε χρήση της που μπορεί να αναμένεται λογικά.
34 Κατά δεύτερον, το σημείο 1.2.1 του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει ότι τα συστήματα χειρισμού πρέπει να είναι σχεδιασμένα και κατασκευασμένα ώστε να είναι ασφαλή και αξιόπιστα, προκειμένου να προλαμβάνεται η δημιουργία επικίνδυνων καταστάσεων και, ιδίως, να μην δημιουργούνται επικίνδυνες καταστάσεις σε περίπτωση λογικού σφάλματος στους χειρισμούς, ενώ το σημείο 1.2.2 του ίδιου παραρτήματος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι τα όργανα χειρισμού θα πρέπει να έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπον ώστε η κίνησή τους να είναι σε λογική συνοχή προς τον χειρισμό.
35 Κατά τρίτον, το σημείο 1.2.4 του παραρτήματος της οδηγίας 98/37 απαιτεί κάθε μηχανή να είναι εξοπλισμένη με όργανο χειρισμού που να επιτρέπει τη γενική διακοπή της λειτουργίας της υπό ασφαλείς συνθήκες, ήτοι με μία διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας, καθώς και, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, οι οποίες δεν είναι κρίσιμες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, με μία ή περισσότερες διατάξεις επείγουσας διακοπής λειτουργίας με τις οποίες να μπορούν να αποφεύγονται επικίνδυνες καταστάσεις επικείμενες ή εν εξελίξει.
36 Όσον αφορά, αφενός, τη διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας, το εν λόγω σημείο 1.2.4 προβλέπει ότι η διάταξη αυτή πρέπει να επιτρέπει τη διακοπή της λειτουργίας, ανάλογα με τους υφιστάμενους κινδύνους, είτε όλων των κινητών μερών της μηχανής είτε μόνο μερικών από αυτά, έτσι ώστε η μηχανή να είναι σε ασφαλή κατάσταση. Επιπλέον, η εντολή διακοπής της λειτουργίας της εν λόγω μηχανής πρέπει να υπερισχύει έναντι των εντολών της θέσης της ιδίας σε λειτουργία. Μετά τη διακοπή της ίδιας μηχανής ή των επικίνδυνων μερών της, πρέπει να διακόπτεται η τροφοδοσία με ενέργεια των αντίστοιχων οργάνων θέσης σε λειτουργία.
37 Αφετέρου, όσον αφορά τη διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας, το εν λόγω σημείο 1.2.4 ορίζει ότι η διάταξη αυτή πρέπει να περιλαμβάνει όργανα χειρισμού αναγνωρίσιμα με σαφήνεια, ορατά και ευπρόσιτα. Επιπλέον, πρέπει να διακόπτει τη λειτουργία που προκαλεί κινδύνους, στον μικρότερο δυνατό χρόνο, χωρίς να δημιουργούνται επιπλέον κίνδυνοι και, ενδεχομένως, να θέτει σε λειτουργία ή να επιτρέπει τη θέση σε λειτουργία ορισμένων μέτρων ασφαλείας.
38 Το ίδιο σημείο 1.2.4 διευκρινίζει, επιπλέον, ότι, «[ό]ταν παύει η ενεργοποίηση του χειριστηρίου της διατάξεως επείγουσας διακοπής της λειτουργίας αφού έχει δοθεί εντολή διακοπής, η εντολή αυτή πρέπει να διατηρείται με δέσμευση της διατάξεως επείγουσας διακοπής μέχρι την αποδέσμευσή της» και ότι δεν πρέπει να είναι δυνατό να επιτυγχάνεται τέτοια δέσμευση χωρίς αυτό να συνεπάγεται εντολή διακοπής. Επιπλέον, η αποδέσμευση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας πρέπει να μπορεί να επιτυγχάνεται μόνο με κατάλληλο χειρισμό, η δε αποδέσμευση αυτή δεν πρέπει να επαναφέρει τη μηχανή σε κίνηση, αλλά μόνον να επιτρέπει την εκ νέου εκκίνηση.
39 Κατά συνέπεια, η ενεργοποίηση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας πρέπει να συνεπάγεται διαταγή διακοπής της λειτουργίας, η οποία πρέπει να διατηρείται με δέσμευση της διάταξης αυτής. Επομένως, η παύση της ενεργοποίησης της εν λόγω διάταξης δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την αποδέσμευση αυτής, δεδομένου ότι μια τέτοια αποδέσμευση πρέπει να μπορεί να επιτυγχάνεται μόνο με κατάλληλο χειρισμό. Ως εκ τούτου, ο «κατάλληλος χειρισμός» κατά το σημείο 1.2.4 του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37 πρέπει να γίνει αντιληπτός υπό την έννοια ότι αφορά ενέργεια συγκεκριμένη και διακριτή από την ενεργοποίηση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας, η οποία αποσκοπεί ειδικώς στην αποδέσμευσή της.
40 Πρέπει, εξάλλου, να υπογραμμιστεί ότι η αποδέσμευση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας, μέσω τέτοιου κατάλληλου χειρισμού, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επαναφέρει την οικεία μηχανή σε κίνηση. Πράγματι, η εκ νέου εκκίνηση της μηχανής πρέπει να είναι δυνατή μόνο με την επακόλουθη ενεργοποίηση ενός άλλου οργάνου χειρισμού.
41 Κατά τέταρτον, τα σημεία 1.2.6 και 1.2.7 του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37 ορίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι μια ενδεχόμενη βλάβη στη λογική ή στην τροφοδότηση του κυκλώματος χειρισμού σε καμία περίπτωση δεν πρέπει ούτε να δημιουργεί επικίνδυνες καταστάσεις ούτε να εμποδίζει τη διακοπή της λειτουργίας της οικείας μηχανής αν έχει ήδη δοθεί η σχετική εντολή.
42 Τέλος, κατά πέμπτον, επισημαίνεται ότι το σημείο 2.3 του παραρτήματος αυτού θέτει πρόσθετες απαιτήσεις για τις ξυλουργικές μηχανές, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη πριόνι.
43 Όσον αφορά, ειδικότερα, την πέδηση τέτοιων μηχανών, το σημείο 2.3, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37 προβλέπει ότι η οικεία μηχανή πρέπει να είναι εφοδιασμένη με αυτόματα φρένα που να σταματούν το εργαλείο της σε επαρκώς σύντομο χρόνο, εφόσον υπάρχει κίνδυνος επαφής με αυτό κατά την επιβράδυνσή του.
44 Η απαίτηση αυτή αποτελεί πρόσθετο μέτρο ασφάλειας για τις ξυλουργικές μηχανές και αποσκοπεί στη διασφάλιση της τήρησης των απαιτήσεων υγείας και ασφάλειας, ιδίως με την ακινητοποίηση του εργαλείου της οικείας ξυλουργικής μηχανής, όπως είναι οι λεπίδες, οι φρέζες, κ.λπ., σε επαρκώς σύντομο χρόνο ώστε να εξαλειφθεί ο κίνδυνος τυχαίας επαφής κατά τη φάση επιβράδυνσης του εν λόγω εργαλείου.
45 Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ο YH, αφού είχε δώσει εντολή διακοπής, ενεργοποίησε άθελά του τη διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας ή τη διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας, είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο, είτε πολλές φορές διαδοχικά, πράγμα που είχε ως συνέπεια τη διακοπή του αποτελέσματος πέδησης και ότι, επί αρκετά λεπτά, η λεπίδα του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης πριονιού εξακολούθησε να περιστρέφεται αθόρυβα.
46 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αποδέσμευση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας μπορεί να επιτευχθεί, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης της οικείας μηχανής, με την ενεργοποίηση της εν λόγω διάταξης είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο είτε περισσότερες φορές διαδοχικά, ζήτημα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, γεγονός παραμένει ότι η αποδέσμευση αυτή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επαναφέρει την εν λόγω μηχανή σε κίνηση, αλλά μόνον να επιτρέπει την εκ νέου εκκίνηση, όπως ρητώς προβλέπει το σημείο 1.2.4 του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37 και όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 38 της παρούσας απόφασης.
47 Επομένως, το γεγονός ότι οι ενέργειες, συνειδητές ή μη, οι οποίες περιγράφονται στη σκέψη 45 της παρούσας απόφασης, είχαν ως συνέπεια τη διακοπή του αποτελέσματος πέδησης και το γεγονός ότι, επί αρκετά λεπτά, η λεπίδα του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης πριονιού εξακολούθησε να περιστρέφεται αθόρυβα φαίνεται να αντιβαίνει στην απαίτηση του σημείου 1.2.4 του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37 και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συνιστά «κατάλληλο χειρισμό» για την αποδέσμευση της διάταξης επείγουσας διακοπής λειτουργίας, κατά την έννοια του ίδιου σημείου 1.2.4.
48 Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει mutatis mutandis και για την περίπτωση κατά την οποία ο YH θα είχε ενεργοποιήσει τη διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο είτε περισσότερες φορές διαδοχικά. Πράγματι, μολονότι η διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας και η διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας παρουσιάζουν ορισμένες διαφορές όσον αφορά τις βασικές απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας που προσιδιάζουν σε καθεμιά εξ αυτών, εντούτοις αμφότερες υπόκεινται, κατ’ ουσίαν, στις ίδιες αρχές ενσωμάτωσης της ασφάλειας και επιτελούν την ίδια ουσιώδη λειτουργία, ήτοι τη διακοπή λειτουργίας της οικείας μηχανής, θέτοντάς την σε ασφαλή κατάσταση. Επομένως, η ενεργοποίηση της διάταξης κανονικής διακοπής λειτουργίας, είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο είτε περισσότερες φορές διαδοχικά, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει ως αποτέλεσμα να σταματά την εντολή διακοπής της λειτουργίας που είναι προορισμένο να δίνει το εν λόγω όργανο χειρισμού ούτε, ως εκ τούτου, να επιτρέπει στο οικείο δισκοπρίονο να εξακολουθεί να περιστρέφεται επί αρκετά λεπτά.
49 Επιπλέον, η συνέπεια αυτή φαίνεται επίσης να αντιβαίνει τόσο προς τις αρχές ενσωμάτωσης της ασφάλειας στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι μηχανές και τα εξαρτήματα ασφαλείας τους, οι οποίες διατυπώνονται στο σημείο 1.1.2 του παραρτήματος I της οδηγίας 98/37, όσο και προς τις απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας που απορρέουν από τα σημεία 1.2.1, 1.2.2, 1.2.6, 1.2.7 και από το σημείο 2.3, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος αυτού, οι οποίες υπενθυμίζονται στις σκέψεις 31 έως 34 και 41 έως 44 της παρούσας απόφασης, στο μέτρο που η εν λόγω συνέπεια εκθέτει τα πρόσωπα τα οποία χρησιμοποιούν την οικεία μηχανή σε αυξημένο κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία τους. Πράγματι, όπως υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, είναι απολύτως προβλέψιμο ότι υπό το κράτος πανικού το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τη μηχανή αυτή θα ενεργοποιήσει, προκειμένου να ακινητοποιήσει τη μηχανή το συντομότερο δυνατόν, τη διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας ή τη διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας, τούτο δε είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο είτε περισσότερες φορές διαδοχικά. Καθιστώντας όμως δυνατή, υπό τις περιστάσεις αυτές, την εξακολούθηση περιστροφής της λεπίδας της οικείας μηχανής αθόρυβα επί αρκετά λεπτά, αντί της ακινητοποίησής της σε επαρκώς σύντομο χρόνο, οι ως διατάξεις διακοπής της λειτουργίας παραβιάζουν το σύνολο των προαναφερθεισών απαιτήσεων.
50 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 98/37, καθώς και τα σημεία 1.1.2, 1.2.1, 1.2.2, 1.2.4, 1.2.6, 1.2.7 και το σημείο 2.3, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος I της οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι μια διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας και/ή μια διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας δισκοπρίονου ξύλου δεν πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας που προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις της οδηγίας, όταν, αφού έχει δοθεί η εντολή διακοπής της λειτουργίας της μηχανής, η εκ νέου ενεργοποίηση, συνειδητή ή μη, της οικείας διάταξης διακοπής της λειτουργίας, είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο είτε περισσότερες φορές διαδοχικά, διακόπτει την πέδηση του πριονιού, με αποτέλεσμα η λεπίδα να μην ακινητοποιείται, αλλά να συνεχίζει να περιστρέφεται αθόρυβα ενώ ταυτόχρονα επιβραδύνεται, για να ακινητοποιηθεί τελικώς μετά από αρκετά λεπτά.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 3 της οδηγίας 98/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές, καθώς και τα σημεία 1.1.2, 1.2.1, 1.2.2, 1.2.4, 1.2.6, 1.2.7 και το σημείο 2.3, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος I αυτής
έχουν την έννοια ότι:
μια διάταξη κανονικής διακοπής λειτουργίας και/ή μια διάταξη επείγουσας διακοπής λειτουργίας δισκοπρίονου ξύλου δεν πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας που προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις της οδηγίας, όταν, αφού έχει δοθεί η εντολή διακοπής της λειτουργίας της μηχανής, η εκ νέου ενεργοποίηση, συνειδητή ή μη, της οικείας διάταξης διακοπής της λειτουργίας, είτε άπαξ κατά τρόπο παρατεταμένο είτε περισσότερες φορές διαδοχικά, διακόπτει την πέδηση του πριονιού, με αποτέλεσμα η λεπίδα να μην ακινητοποιείται, αλλά να συνεχίζει να περιστρέφεται αθόρυβα ενώ ταυτόχρονα επιβραδύνεται, για να ακινητοποιηθεί τελικώς μετά από αρκετά λεπτά.
(υπογραφές)
