Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-198/24 | Mr Green
Ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών: προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει επείγουσα ανάγκη έκδοσής της, μπορούν να ληφθούν υπόψη ενέργειες στις οποίες προέβη ο οφειλέτης πριν από αρκετά χρόνια, όπως επίσης και η ύπαρξη, στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο οφειλέτης, νόμου ικανού να παρακωλύσει την είσπραξη της επίμαχης απαίτησης
Η εταιρία Mr Green, πάροχος διαδικτυακών υπηρεσιών τυχερών παιγνίων εγκατεστημένος στη Μάλτα 1, υποχρεώθηκε, με δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στην Αυστρία κατά τα τέλη του 2021 2, να επιστρέψει σε έναν κάτοικο του τελευταίου αυτού κράτους μέλους τα ποσά τα οποία είχε χάσει παίζοντας. Ο λόγος ήταν ότι, εφόσον η Mr Green δεν διέθετε την απαιτούμενη αυστριακή άδεια διεξαγωγής τυχερών παιγνίων, η υποκείμενη σύμβαση παροχής των σχετικών υπηρεσιών θεωρούνταν άκυρη.
Δεδομένου ότι η Mr Green ουδέποτε επέστρεψε τα οφειλόμενα ποσά, ο παίκτης που είχε ασκήσει την αγωγή υπέβαλε, το 2024, ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων αίτηση έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών. Η αίτησή του αφορούσε τους λογαριασμούς της Mr Green στην Ιρλανδία, τη Μάλτα, το Λουξεμβούργο και τη Σουηδία.
Σημειωτέον ότι, κατόπιν της έκδοσης αποφάσεων των αυστριακών δικαστηρίων που την υποχρέωναν να αποζημιώσει και άλλους παίκτες, η Mr Green κατήγγειλε, ήδη από το 2021, τη σύμβασή της με τον αυστριακό πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με τον οποίο είχε εμπορική σχέση. Ο αιτών ισχυρίστηκε, συνεπώς, ότι υφίσταται κίνδυνος να ενεργήσει η Mr Green με τον ίδιο τρόπο στην Ιρλανδία, στο Λουξεμβούργο και στη Σουηδία, ώστε να αποκλείσει την πρόσβαση των πιστωτών της στα περιουσιακά της στοιχεία, μεταφέροντάς τα στη Μάλτα, Εκεί δε, από τον Ιούνιο του 2023, ισχύει ένας νόμος ο οποίος απαγορεύει την εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων εις βάρος παρόχων που είναι κάτοχοι μαλτέζικης άδειας διεξαγωγής τυχερών παιγνίων.
Το περιφερειακό πρωτοβάθμιο δικαστήριο αστικών υποθέσεων Βιέννης, διατηρώντας αμφιβολίες περί του κατά πόσον μπορεί να λάβει υπόψη τις ανωτέρω περιστάσεις για να κρίνει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών, ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τον ενωσιακό κανονισμό με τον οποίο θεσπίστηκε η διαδικασία έκδοσης τέτοιας διαταγής 3.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης μπορεί να εκτιμήσει συνολικά τις περιστάσεις τις οποίες επικαλείται ο δανειστής, προκειμένου να βεβαιωθεί εάν όντως υφίσταται πραγματικός κίνδυνος, λόγω των ενεργειών του οφειλέτη, να παρεμποδιστεί ή να καταστεί σημαντικά δυσχερέστερη η είσπραξη της απαίτησης, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί η διαταγή.
Επομένως, το Δικαστήριο απαντά στο προδικαστικό ερώτημα του αυστριακού δικαστηρίου ως εξής: το δικαστήριο από το οποίο ζητείται η έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών, όταν καλείται να κρίνει αν συντρέχει επείγουσα ανάγκη έκδοσής της, μπορεί πράγματι να λάβει υπόψη τυχόν συμπεριφορά που επέδειξε ο οφειλέτης αρκετά έτη πριν από την υποβολή της αιτήσεως αυτής. Πέραν τούτου, μπορεί επίσης να λάβει υπόψη την ύπαρξη, στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο οφειλέτης, νόμου ικανού να παρακωλύσει την είσπραξη της επίμαχης απαίτησης.
1 Η εταιρία με την επωνυμία Mr Green Limited έχει την έδρα της στη Μάλτα, όπου της έχει χορηγηθεί άδεια διεξαγωγής διαδικτυακών τυχερών παιγνίων.
2 Η δικαστική αυτή απόφαση κατέστη τελεσίδικη και εκτελεστή στις 13 Απριλίου 2022, οπότε και απορρίφθηκε η έφεση που ασκήθηκε από τη Mr Green.
3 Κανονισμός (ΕΕ) 655/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 , περί της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής
δέσμευσης λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 21ης Μαΐου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΕ) 655/2014 – Διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών προς διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής – Άρθρο 7, παράγραφος 1 – Επείγουσα ανάγκη – Πραγματικός κίνδυνος, εάν δεν εκδοθεί τέτοια διαταγή, να παρακωλυθεί ή να καταστεί σημαντικά δυσχερέστερη η μεταγενέστερη είσπραξη της οφειλής – Φύση του κινδύνου – Περιστάσεις οι οποίες ενδέχεται να αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου – Παρελθούσες πράξεις του οφειλέτη – Παρεμπόδιση της είσπραξης στο κράτος μέλος της κατοικίας του – Νομοθεσία κράτους μέλους η οποία προβλέπει, αφενός μεν, ότι είναι απαράδεκτο οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα σχετίζεται με τη νομιμότητα της παροχής υπηρεσιών διαδικτυακών παιγνίων από πάροχο εγκατεστημένο και αδειοδοτημένο στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, αφετέρου δε, ότι τα δικαστήρια του ίδιου κράτους μέλους οφείλουν να αρνούνται την αναγνώριση και την εκτέλεση οποιασδήποτε αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας κατόπιν της άσκησης τέτοιου ένδικου βοηθήματος »
Στην υπόθεση C‑198/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την οποία υπέβαλε το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (περιφερειακό δικαστήριο αστικών υποθέσεων Βιέννης, Αυστρία) με απόφαση της 8ης Μαρτίου 2024, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Μαρτίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
TQ
κατά
Mr Green Limited,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο τμήματος, F. Biltgen, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του τέταρτου τμήματος, N. Jääskinen (εισηγητή), R. Frendo και M. Bošnjak, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του τέταρτου τμήματος, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ν. Αιμιλίου
γραμματέας: E. Sartori, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Ιουνίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο TQ, εκπροσωπούμενος από τον S. R. Thorstensen, Rechtsanwalt,
– η Mr Green Limited, εκπροσωπούμενη από τον C. Leitgeb, Rechtsanwalt,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Jacobs και M. Van Regemorter, επικουρούμενες από τους R. Verbeke και Ph. Vlaemminck, advocaten,
– η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Buhagiar, επικουρούμενη από τον D. Sarmiento Ramírez-Escudero, abogado, και τους D. Inguanez και K. Sammut, avukati,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον S. Noë και την L. Wildpanner,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Οκτωβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 655/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, περί της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2014, L 189, σ. 59).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ του φυσικού προσώπου TQ, κατοίκου Αυστρίας, και της εταιρίας Mr Green Limited, παρόχου υπηρεσιών διαδικτυακών τυχερών παιγνίων με έδρα τη Μάλτα, και έχει ως αντικείμενο αίτηση έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών του ως άνω παρόχου.
Το νομικό πλαίσιο
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 5, 11 και 14 του κανονισμού 655/2014 έχουν ως εξής:
«(5) Εθνικές διαδικασίες για την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων ανάλογων με τις διαταγές δέσμευσης λογαριασμών υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά οι προϋποθέσεις για την έκδοση των μέτρων αυτών και η αποτελεσματικότητα της εκτέλεσής τους ποικίλλουν αισθητά. Επιπλέον, η προσφυγή σε εθνικά ασφαλιστικά μέτρα μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη σε υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν ο δανειστής επιχειρεί να δεσμεύσει περισσότερους λογαριασμούς που βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη. Φαίνεται συνεπώς αναγκαίο και σκόπιμο να εγκριθεί ένα δεσμευτικό και άμεσα εφαρμοστέο νομοθέτημα της Ένωσης το οποίο να θεσπίζει μια νέα ενωσιακή διαδικασία που να επιτρέπει, σε διασυνοριακές υποθέσεις, τη δέσμευση χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς με γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο.
[…]
(11) Η διαδικασία για τη διαταγή δέσμευσης θα πρέπει να είναι διαθέσιμη σε δανειστές που επιθυμούν να διασφαλίσουν την εκτέλεση μεταγενέστερης δικαστικής απόφασης για την κυρία υπόθεση πριν κινήσουν διαδικασία για την κυρία υπόθεση και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής της διαδικασίας. Θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμη σε δανειστές οι οποίοι έχουν ήδη στα χέρια τους δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο που επιβάλλει στον οφειλέτη να ικανοποιήσει την αξίωσή τους.
[…]
(14) Οι προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής δέσμευσης θα πρέπει να επιτυγχάνουν την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος του δανειστή να επιτύχει την έκδοση διαταγής και του συμφέροντος του οφειλέτη να αποτρέψει κατάχρηση της διαταγής.
[…]
Επιπλέον, ο δανειστής θα πρέπει πάντοτε, ακόμη και όταν έχει ήδη επιτύχει δικαστική απόφαση, να αποδεικνύει στο δικαστήριο ότι η απαίτησή του χρειάζεται επείγουσα δικαστική προστασία και ότι, χωρίς τη διαταγή, η εκτέλεση της υπάρχουσας ή μελλοντικής δικαστικής απόφασης ενδέχεται να εμποδιστεί ή να καταστεί σημαντικά δυσχερέστερη επειδή υφίσταται πραγματικός κίνδυνος ότι, μέχρι να εξασφαλίσει ο δανειστής την εκτέλεση της υπάρχουσας ή μελλοντικής απόφασης, ο οφειλέτης μπορεί να έχει απομακρύνει, αποκρύψει ή καταστρέψει τα περιουσιακά του στοιχεία ή να τα έχει διαθέσει σε χαμηλότερη αξία ή σε ασυνήθιστη ποσότητα ή μέσω ασυνήθιστης ενέργειας.
Το δικαστήριο αξιολογεί τις αποδείξεις που προσκομίζει ο δανειστής για να στηρίξει την ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου. Αυτός θα μπορούσε για παράδειγμα να συνδέεται με τη συμπεριφορά του οφειλέτη σε σχέση με την απαίτηση του δανειστή ή στο πλαίσιο προηγούμενης διαφοράς μεταξύ των μερών, με το πιστωτικό ιστορικό του οφειλέτη, τη φύση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και με τυχόν πρόσφατες ενέργειες του οφειλέτη με αντικείμενο την περιουσία του. Κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, το δικαστήριο μπορεί να συνεκτιμήσει ότι τυχόν αναλήψεις από λογαριασμούς ή δαπάνες του οφειλέτη για να καλύψει τα συνήθη επιχειρησιακά ή οικογενειακά του έξοδα δεν είναι καθαυτές ασυνήθιστες. Η απλή αθέτηση πληρωμής ή η αμφισβήτηση της απαίτησης ή το απλό γεγονός ότι ο οφειλέτης έχει περισσότερους από έναν δανειστή δεν θα πρέπει να συνιστούν καθαυτά επαρκείς αποδείξεις που δικαιολογούν την έκδοση διαταγής. Ούτε το απλό γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη είναι κακή ή επιδεινώνεται θα πρέπει να συνιστά καθαυτό επαρκή λόγο για την έκδοση διαταγής. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη τους ανωτέρω παράγοντες κατά τη συνολική αξιολόγηση της ύπαρξης κινδύνου.»
4 Το άρθρο 1 του κανονισμού 655/2014 φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο» και προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός καθιερώνει ενωσιακή διαδικασία με την οποία ο δανειστής μπορεί να ζητά την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού (“διαταγή δέσμευσης” ή “διαταγή”) η οποία αποτρέπει το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η επακόλουθη εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή μέσω μεταφοράς ή ανάληψης καταθέσεων μέχρι του ποσού που ορίζει η διαταγή, οι οποίες διατηρούνται από τον οφειλέτη ή εξ ονόματός του σε τραπεζικό λογαριασμό σε κράτος μέλος.»
5 Το άρθρο 7 του κανονισμού 655/2014 τιτλοφορείται «Προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής δέσμευσης» και ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Το δικαστήριο εκδίδει τη διαταγή δέσμευσης όταν ο δανειστής έχει προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις ώστε να πεισθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη λήψης ασφαλιστικού μέτρου υπό μορφή διαταγής δέσμευσης λόγω πραγματικού κινδύνου ότι, χωρίς το μέτρο αυτό, η επακόλουθη εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη θα εμποδιστεί ή θα καταστεί σημαντικά δυσκολότερη.»
6 Το άρθρο 8 του κανονισμού 655/2014 επιγράφεται «Αίτηση για την έκδοση διαταγής δέσμευσης» και προβλέπει τα εξής:
«1. Αιτήσεις για διαταγή δέσμευσης υποβάλλονται μέσω εντύπου που συντάσσεται κατά τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2.
2. Η αίτηση περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
[…]
ι) περιγραφή όλων των σχετικών περιστάσεων που αιτιολογούν την έκδοση της διαταγής δέσμευσης, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παράγραφος 1[.]»
7 Το άρθρο 17 του κανονισμού 655/2014 φέρει τον τίτλο «Απόφαση επί της αιτήσεως για τη διαταγή δέσμευσης» και ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αιτήσεως για διαταγή δέσμευσης εξετάζει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις και απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.»
8 Το άρθρο 22 του κανονισμού 655/2014 τιτλοφορείται «Αναγνώριση και εκτελεστότητα» και έχει ως εξής:
«Οι διαταγές δέσμευσης που εκδίδονται σε κράτος μέλος κατά τον παρόντα κανονισμό αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται άλλη ειδική διαδικασία και καθίστανται εκτελεστές στο άλλο κράτος μέλος χωρίς να χρειάζεται κήρυξη εκτελεστότητας.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
9 Ο TQ, κάτοικος Αυστρίας, έκανε χρήση σε αυτό το κράτος μέλος των υπηρεσιών διαδικτυακών τυχερών παιγνίων τις οποίες προσέφερε η Mr Green, εταιρία που έχει την έδρα της στη Μάλτα και διαθέτει μαλτέζικη άδεια για τη διεξαγωγή διαδικτυακών τυχερών παιγνίων, αλλά όχι την αντίστοιχη αυστριακή άδεια η οποία απαιτείται βάσει του Bundesgesetz zur Regelung des Glücksspielwesens (Glücksspielgesetz) – GSpG) [ομοσπονδιακού νόμου για τη ρύθμιση των τυχερών παιγνίων (νόμος περί τυχερών παιγνίων – GSpG)], της 28ης Νοεμβρίου 1989 (BGBl. I, 620/1989). Οι ζημίες του από τα ποσά που έχασε παίζοντας κατά το χρονικό διάστημα από τις 3 Ιανουαρίου 2017 έως τις 25 Απριλίου 2019 ανέρχονταν συνολικά σε 62 878 ευρώ.
10 Ο TQ άσκησε, ενώπιον του Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (πρωτοβάθμιου περιφερειακού δικαστηρίου αστικών υποθέσεων Βιέννης, Αυστρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, αγωγή κατά της Mr Green με αίτημα την επιστροφή των προαναφερθέντων ποσών, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον η Mr Green δεν ήταν κάτοχος άδειας βάσει του ομοσπονδιακού νόμου περί τυχερών παιγνίων, η υποκείμενη σύμβαση παιγνίων ήταν άκυρη, όπερ συνεπαγόταν την υποχρέωση της εταιρίας να τον αποζημιώσει, επιστρέφοντάς του τα ποσά που είχε χάσει. Με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2021, το αιτούν δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή του TQ και υποχρέωσε την Mr Green να του επιστρέψει το συνολικό ποσό των 62 878 ευρώ, πλέον τόκων, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων.
11 Η Mr Green άσκησε ενώπιον του Oberlandesgericht Wien (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Βιέννης, Αυστρία) έφεση, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2022. Τόσο η πρωτόδικη όσο και η εφετειακή απόφαση κατέστησαν τελεσίδικες και εκτελεστές στις 13 Απριλίου 2022.
12 Δεδομένου ότι τα προαναφερθέντα ποσά δεν του επιστράφηκαν, ο TQ υπέβαλε, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, ενώπιον του Bezirksgericht Innere Stadt Wien (ειρηνοδικείου κεντρικής Βιέννης, Αυστρία) αίτηση για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης (στο εξής: διαταγή δέσμευσης) δυνάμει του κανονισμού 655/2014, με αντικείμενο την αναγνωρισμένη βάσει των αποφάσεων της 2ας Δεκεμβρίου 2021 και της 21ης Φεβρουαρίου 2022 χρηματική απαίτηση και με στόχο τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους η Mr Green διατηρούσε, κατά τους ισχυρισμούς του TQ, στην Ιρλανδία, στο Λουξεμβούργο, στη Μάλτα και στη Σουηδία.
13 Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο TQ υποστήριξε ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αναφορικά με τη διαταγή δέσμευσης, έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, αφού εκδόθηκαν, περί τον Ιανουάριο του 2021, πολλές αποφάσεις αυστριακών δικαστηρίων οι οποίες επέτρεπαν την αναγκαστική εκτέλεση σε διαδικασίες που είχαν κινηθεί κατά της Mr Green από άλλους παίκτες, κατοίκους Αυστρίας, και ήταν παρόμοιες με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η από 2 Δεκεμβρίου 2021 απόφαση του Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (πρωτοβάθμιου περιφερειακού δικαστηρίου αστικών υποθέσεων Βιέννης), η Mr Green κατήγγειλε τη σύμβαση που είχε συνάψει με την εταιρία Dimoco Europe GmbH (στο εξής: Dimoco), αυστριακό πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στον οποίο είχε πιστωτικό υπόλοιπο και ο οποίος, μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου 2021, κατέβαλλε τις οφειλές για λογαριασμό της ως τρίτος οφειλέτης. Συνεπώς, κατά την άποψη του TQ, υπήρχε ο κίνδυνος η Mr Green να ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο στα κράτη μέλη που μνημονεύθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου να καταστήσει τα στοιχεία του ενεργητικού της μη προσβάσιμα στους πιστωτές της μεταφέροντάς τα στη Μάλτα, όπου, από τον Ιούνιο του 2023, ισχύει νόμος ο οποίος απαγορεύει την εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων κατά παρόχων που προσφέρουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων και είναι κάτοχοι μαλτέζικης άδειας.
14 Με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2024, το Bezirksgericht Innere Stadt Wien (ειρηνοδικείο κεντρικής Βιέννης) απέρριψε την αίτηση του TQ για την έκδοση διαταγής δέσμευσης, με την αιτιολογία, αφενός, ότι από τα γεγονότα που είχαν συμβεί το 2021 δεν ήταν δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η είσπραξη της απαίτησης του TQ είχε καταστεί ανέφικτη ή σημαντικά δυσχερέστερη το 2024 και, αφετέρου, ότι δεν φαινόταν να συντρέχει επείγον, δεδομένου ότι ο TQ υπέβαλε την επίμαχη αίτηση μετά την παρέλευση μιας τριετίας από την έκδοση του τίτλου δυνάμει του οποίου μπορούσε να αξιώσει από την Mr Green να εξοφλήσει την απαίτησή του. Το δικαστήριο αυτό έκρινε επίσης, όσον αφορά την επιχειρηματολογία που προέβαλε ο TQ σχετικά με τη μαλτέζικη νομοθεσία, ότι ναι μεν αλήθευε ότι τα πρωτοβάθμια μαλτέζικα δικαστήρια αρνούνταν την εκτέλεση των αποφάσεων των αυστριακών δικαστηρίων, πλην όμως δεν προέκυπτε ότι και τα ανώτερα δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους αποφαίνονταν κατά τον ίδιο τρόπο.
15 Ο TQ άσκησε, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ανακοπή κατά της ως άνω απορριπτικής αποφάσεως, ζητώντας τη μεταρρύθμισή της ώστε να γίνει δεκτή η αίτησή του για την έκδοση διαταγής δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών της Mr Green.
16 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει κατ’ αρχάς ότι, βάσει της ερμηνείας που δίνει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014, προκειμένου να εκδοθεί η διαταγή δέσμευσης απαιτείται να πληρούνται δύο προϋποθέσεις, ήτοι, πρώτον, η δέσμευση να είναι επείγουσα και, δεύτερον, να υφίσταται κίνδυνος, ελλείψει της δέσμευσης, να παρεμποδιστεί ή να καταστεί σημαντικά δυσχερέστερη η είσπραξη των επίμαχων οφειλών. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 655/2014 αναφέρει ότι η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου πρέπει να αποδεικνύεται από ενέργεια στην οποία έχει προβεί ο οφειλέτης λίγο πριν από την υποβολή της αιτήσεως δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών. Μολονότι όμως μετά την καταγγελία της σύμβασης μεταξύ της Mr Green και της Dimoco, οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που κινήθηκαν στην Αυστρία κατά της Mr Green δεν ευδοκίμησαν, δεδομένου ότι η εταιρία αρνήθηκε να προβεί σε πληρωμές βάσει αποφάσεων αυστριακών δικαστηρίων με τις οποίες διατάχθηκε η επιστροφή των σχετικών ποσών, η καταγγελία αυτή δεν αποτελεί «πρόσφατη ενέργεια», κατά την έννοια της προαναφερθείσας αιτιολογικής σκέψης 14, καθώς ο TQ υπέβαλε την αίτησή του για την έκδοση διαταγής δέσμευσης τρία και πλέον έτη μετά την καταγγελία και δεν επικαλέστηκε, για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα μιας τέτοιας διαταγής, άλλες ενέργειες της Mr Green. Επιπλέον, κατά το ίδιο πάντοτε δικαστήριο, ούτε η μη εξόφληση της επίμαχης οφειλής μπορεί να συνιστά «πρόσφατη ενέργεια» η οποία θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψης 14. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, ελλείψει επείγοντος, δεν πρέπει να επιτραπεί η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του οφειλέτη βάσει ενεργειών του χρονολογούμενων από τρία, ή και πλέον, έτη.
17 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, εν συνεχεία, κατά πόσον είναι κρίσιμη, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των προϋποθέσεων του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014, η επελθούσα στις 12 Ιουνίου 2023 τροποποίηση του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων (στο εξής: τροποποίηση του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων), με την οποία προστέθηκε το άρθρο 56 Α (στο εξής: άρθρο 56 Α), όπου ορίζεται ότι κάθε αγωγή κατά παρόχων υπηρεσιών τυχερών παιγνίων που είναι κάτοχοι μαλτέζικης άδειας απαγορεύεται ως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη και ότι τα δικαστήρια της Μάλτας οφείλουν να αρνούνται την αναγνώριση και/ή την εκτέλεση στο εν λόγω κράτος μέλος κάθε αλλοδαπής δικαστικής ή άλλης αποφάσεως εκδοθείσας κατόπιν τέτοιας αγωγής.
18 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, από τη μία πλευρά, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 θα μπορούσε, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της διατάξεως, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο «πραγματικός κίνδυνος» να εμποδιστεί ή να καταστεί αισθητά δυσκολότερη η είσπραξη των απαιτήσεων, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί διαταγή δέσμευσης, δεν εξαρτάται μόνον από τις ενέργειες του οφειλέτη, αλλά θα μπορούσε να οφείλεται και στη συμπεριφορά τρίτων. Ως εκ τούτου, η τροποποίηση του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο επί της υποθέσεως της κύριας δίκης, εφόσον η τροποποιητική εθνική διάταξη αντιβαίνει, βάσει της διατύπωσής της, στο άρθρο 22 του ως άνω κανονισμού και θα έπρεπε, συνακόλουθα, να θεωρηθεί ως εμπόδιο στην εκτέλεση της απαίτησης του TQ στη Μάλτα.
19 Από την άλλη πλευρά, η αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 655/2014 αναγνωρίζει βαρύνουσα σημασία στη στάθμιση των συμφερόντων του δανειστή και του οφειλέτη και κάνει λόγο, ως προς την ύπαρξη κινδύνου, για συμπεριφορά καταλογιστέα στον οφειλέτη, χωρίς να αναφέρεται σε ενέργειες τρίτων. Συνεπώς, δεδομένου ότι η θέσπιση της τροποποίησης του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων δεν υπήρξε προϊόν επιρροής ούτε του δανειστή ούτε του οφειλέτη, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά του Μαλτέζου νομοθέτη στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.
20 Τέλος, κατά το αιτούν δικαστήριο, Αυστριακοί αιτούντες αποπειράθηκαν, σε παρόμοιες περιπτώσεις, να επιτύχουν την εκτέλεση, στη Μάλτα, δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν υπέρ τους σε υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν τυχερά παίγνια και το Prim’Awla ő Qorti рivili (πρώτο τμήμα του πρωτοδικείου, Μάλτα) αρνήθηκε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επί του ζητήματος εάν ο μαλτέζικος νόμος περί τυχερών παιγνίων αντιβαίνει στο ενωσιακό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει πάντως ότι είναι αδύνατον να διαπιστωθεί αν έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου οι αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο ή αν έχουν τελεσιδικήσει στη Μάλτα δικαστικές αποφάσεις περί άρνησης της εκτέλεσης αποφάσεων των αυστριακών δικαστηρίων επί υποθέσεων που αφορούν τυχερά παίγνια.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο αστικών υποθέσεων Βιέννης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει η διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού [655/2014] την έννοια ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ενέργειες στις οποίες προέβη ο οφειλέτης πριν από τρία ή περισσότερα έτη και/ή εμπόδια στην εκτέλεση της απόφασης στο κράτος μέλος του οφειλέτη;»
Επί των αιτημάτων επανάληψης της προφορικής διαδικασίας
22 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 και στις 24 Νοεμβρίου 2025 αντιστοίχως, η Μαλτέζικη Κυβέρνηση και η Mr Green ζήτησαν να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
23 Προς στήριξη του αιτήματός της, η Mr Green ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι ο γενικός εισαγγελέας, στο σημείο 66 των προτάσεών του δεν αποτύπωσε με ακρίβεια τη θέση της εταιρίας όσον αφορά τη φερόμενη πρόθεσή της να επικαλεστεί το άρθρο 56 Α προκειμένου να αντιταχθεί στην εκτέλεση των οικείων αποφάσεων στη Μάλτα.
24 Από την πλευρά της, η Μαλτέζικη Κυβέρνηση ισχυρίζεται, προς στήριξη του αιτήματός της, ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα εμφανίζουν πολλές ανακρίβειες αναφορικά με το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 56 Α από τα μαλτέζικα δικαστήρια και με το ότι η διάταξη αυτή καθιστά δυνατή την «απόκρυψη» των κεφαλαίων του οφειλέτη από τον δανειστή.
25 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 252, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει δημοσίως, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων που, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτούν την παρέμβασή του. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις ούτε από την αιτιολογία βάσει της οποίας ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει σε αυτές (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Storstockholms Lokaltrafik, C‑422/24, EU:C:2025:980, σκέψη 21, και της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C‑72/24 και C‑73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
26 Δεύτερον, ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν προβλέπουν δυνατότητα των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 23 του εν λόγω Οργανισμού να διατυπώνουν παρατηρήσεις σε απάντηση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα. Κατά συνέπεια, η διαφωνία διαδίκου ή άλλου ενδιαφερομένου με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, ανεξαρτήτως των εκεί εξεταζόμενων ζητημάτων, δεν μπορεί να συνιστά καθ’ εαυτήν λόγο που να δικαιολογεί την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Storstockholms Lokaltrafik, C‑422/24, EU:C:2025:980, σκέψη 22, και της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C‑72/24 και C‑73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Επομένως, εφόσον με τα αντίστοιχα αιτήματά τους για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, η Μαλτέζικη Κυβέρνηση και η Mr Green επιχειρούν να απαντήσουν στη θέση την οποία έλαβε ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του και να διευκρινίσουν ορισμένα πραγματικά στοιχεία, τα αιτήματα αυτά είναι απορριπτέα.
28 Είναι αληθές ότι, κατά το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί ανά πάσα στιγμή, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της προφορικής διαδικασίας, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της κρίσης του Δικαστηρίου, ή ακόμη όταν το Δικαστήριο, προς επίλυση της διαφοράς, χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα που δεν συζητήθηκε μεταξύ των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
29 Ωστόσο, εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, κατόπιν της έγγραφης διαδικασίας και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως που διεξήχθη ενώπιόν του, έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί της προδικαστικής παραπομπής. Επιπλέον, τα στοιχεία τα οποία επικαλείται η Μαλτέζικη Κυβέρνηση προς στήριξη της αιτήσεώς της για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας δεν συνιστούν νέα πραγματικά περιστατικά δυνάμενα να ασκήσουν καθοριστική επιρροή επί της αποφάσεως που καλείται να εκδώσει το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση.
30 Όσον αφορά, ειδικότερα, τα πραγματικά στοιχεία τα οποία προεκτέθηκαν στις σκέψεις 23 και 24 της παρούσας αποφάσεως, υπενθυμίζεται ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά έχουν αποδειχθεί, αλλά μόνο να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, ο εθνικός δικαστής υποβάλλει τα σχετικά με την ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου προδικαστικά ερωτήματα εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που ο ίδιος προσδιορίζει με δική του ευθύνη, χωρίς το Δικαστήριο να είναι αρμόδιο να ελέγξει την ακρίβεια του πλαισίου αυτού [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
31 Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφαίνεται ότι δεν απαιτείται να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
32 Με το μοναδικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης μπορεί, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει επείγουσα ανάγκη έκδοσης τέτοιας διαταγής, να λάβει υπόψη, αφενός, συμπεριφορά την οποία επέδειξε ο οφειλέτης αρκετά έτη πριν από την υποβολή της αιτήσεως αυτής και, αφετέρου, την ύπαρξη, στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο οφειλέτης, νόμου ικανού να παρακωλύσει την είσπραξη της επίμαχης απαίτησης.
33 Όπως προκύπτει από το άρθρο του 1, ο κανονισμός 655/2014 θεσπίζει σε ενωσιακό επίπεδο μια διαδικασία η οποία παρέχει στον δανειστή τη δυνατότητα να ζητήσει την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο η μεταγενέστερη είσπραξη της απαιτήσεώς του να τεθεί σε κίνδυνο λόγω της μεταφοράς ή της ανάληψης καταθέσεων, μέχρι του ποσού που ορίζει η διαταγή, από τραπεζικό λογαριασμό τον οποίο διατηρεί σε κράτος μέλος ο ίδιος ο οφειλέτης ή άλλο πρόσωπο εξ ονόματός του. Η διαταγή δέσμευσης μπορεί να χρησιμοποιείται από τον δανειστή ως εναλλακτική προς τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο.
34 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 ορίζει ότι το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης εξετάζει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις που επιβάλλονται από τον εν λόγω κανονισμό.
35 Οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής δέσμευσης προβλέπονται στο άρθρο 7 του κανονισμού 655/2014.
36 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014, το δικαστήριο εκδίδει τη διαταγή δέσμευσης όταν έχει πειστεί από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε ο δανειστής ότι είναι επείγον να ληφθεί ασφαλιστικό μέτρο, υπό τη μορφή διαταγής δέσμευσης, διότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος, ελλείψει τέτοιου μέτρου, η επακόλουθη είσπραξη της απαίτησης του δανειστή να εμποδιστεί ή να καταστεί σημαντικά δυσκολότερη.
37 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 προβλέπει ότι, για να γίνει δεκτή η αίτηση έκδοσης διαταγής δέσμευσης κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, ο δανειστής οφείλει μόνο να αποδείξει ότι η λήψη του μέτρου επείγει λόγω της ύπαρξης επικείμενου κινδύνου για τη μεταγενέστερη είσπραξη της απαιτήσεώς του [πρβλ. αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2019, K.H.K. (Δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών), C‑555/18, EU:C:2019:937, σκέψη 40, και της 20ής Απριλίου 2023, Starkinvest, C‑291/21, EU:C:2023:299, σκέψη 50].
38 Πράγματι, όπως υπογράμμισε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών του, από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, καθίσταται απολύτως σαφές ότι η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει την υποχρέωση του δανειστή να αποδείξει ότι είναι «επείγουσα ανάγκη» να εκδοθεί διαταγή δέσμευσης, η δε επείγουσα αυτή ανάγκη χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη «πραγματικού κινδύνου» να παρεμποδιστεί ή να καταστεί σημαντικά δυσχερέστερη η μεταγενέστερη είσπραξη της οφειλής, σε περίπτωση που δεν ληφθεί τέτοιο μέτρο. Επομένως, το επείγον της ανάγκης έκδοσης τέτοιας διαταγής και ο «πραγματικός κίνδυνος» δεν αποτελούν δύο διακριτές προϋποθέσεις, αλλά δύο αδιαχώριστες πτυχές μίας και της αυτής προϋπόθεσης.
39 Κατά συνέπεια, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η έκδοση διαταγής δέσμευσης είναι επείγουσα μόνον εφόσον, ελλείψει τέτοιας διαταγής, συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να εμποδιστεί ή να καταστεί σημαντικά δυσκολότερη η είσπραξη της απαίτησης κατά το χρονικό σημείο στο οποίο ο δανειστής θα είναι σε θέση να επιτύχει την εκτέλεση υφιστάμενης ή μελλοντικής αποφάσεως.
40 Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται ότι το ζήτημα αν είναι κρίσιμες οι περιστάσεις στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με το προδικαστικό του ερώτημα πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με την προϋπόθεση του επείγοντος όσον αφορά την ανάγκη έκδοσης διαταγής δέσμευσης, και δη με την ύπαρξη ενός τέτοιου πραγματικού κινδύνου, που αποτελεί χαρακτηριστικό της ως άνω προϋποθέσεως. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να αποσαφηνιστεί το νόημα του όρου «πραγματικός κίνδυνος» κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 και να εξεταστεί, πιο συγκεκριμένα, το ζήτημα ποιες περιστάσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης, προκειμένου να κριθεί αν πληρούται η προαναφερθείσα προϋπόθεση.
41 Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία μιας διατάξεως του ενωσιακού δικαίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο το γράμμα της όσο και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος [πρβλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, της 18ης Δεκεμβρίου 2025, E. (Συμψηφισμός απαιτήσεων), C‑481/24, EU:C:2025:996, σκέψη 29, και της 22ας Ιανουαρίου 2026, NOVIS, C‑18/24, EU:C:2026:33, σκέψη 49].
42 Πρώτον, σε σχέση με το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 και, ειδικότερα, με το νόημα του όρου «πραγματικός κίνδυνος», διαπιστώνεται ότι από τη διατύπωση της διατάξεως και, ιδίως, από τη χρήση του προσδιοριστικού επιθέτου «πραγματικός» προκύπτει σαφώς ότι ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε κίνδυνο που είναι συγκεκριμένος και ενεστώς κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης και, συνεπώς, όχι απλώς δυνητικός ή ενδεχόμενος.
43 Αναφορικά με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 7, παράγραφος 1, παρατηρείται ότι η αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 655/2014 παρέχει διευκρινίσεις ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω όρου.
44 Όπως προκύπτει από το τρίτο εδάφιο της αιτιολογικής σκέψης 14, ο δανειστής, προκειμένου να πείσει το επιληφθέν δικαστήριο ότι συντρέχει επείγουσα ανάγκη δικαστικής προστασίας της απαίτησής του, οφείλει να αποδείξει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, κατά το χρονικό σημείο στο οποίο ο ίδιος θα είναι σε θέση να επιτύχει την εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως, ο οφειλέτης να έχει ήδη απαλλοτριώσει, αποκρύψει ή καταστρέψει τα περιουσιακά του στοιχεία ή να τα έχει μεταβιβάσει με χαμηλότερο τίμημα ή σε ασυνήθιστο βαθμό ή μέσω ασυνήθιστης ενέργειας. Το τέταρτο εδάφιο της αιτιολογικής σκέψης 14 προσθέτει ότι το γεγονός και μόνον ότι ο οφειλέτης έχει περισσότερους πιστωτές ή ότι η οικονομική του κατάσταση είναι κακή ή επιδεινώνεται δεν θα πρέπει να θεωρείται, καθεαυτό, ως επαρκές αποδεικτικό στοιχείο που δικαιολογεί την έκδοση διαταγής δέσμευσης.
45 Βάσει της συνδυασμένης ανάγνωσης του τρίτου και του τέταρτου εδαφίου της αιτιολογικής σκέψης 14, ο «πραγματικός κίνδυνος» κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 πρέπει να γίνει αντιληπτός ως κίνδυνος ο οποίος απορρέει από εσκεμμένη ενέργεια του οφειλέτη και, πιο συγκεκριμένα, από μέτρα που λαμβάνει, όπως η απαλλοτρίωση, η απόκρυψη ή η καταστροφή περιουσιακών στοιχείων ή η διάθεσή τους με χαμηλότερο τίμημα, με σκοπό την αποφυγή της καταβολής της οφειλής του, και όχι οποιαδήποτε άλλη απειλή για την είσπραξη της επίμαχης απαίτησης, η οποία δεν είναι απόρροια τέτοιας ενέργειας του οφειλέτη.
46 Η ως άνω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού 655/2014 και, ειδικότερα, από την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαταγής διατήρησης λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής ανάκτησης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις [COM(2011) 445 τελικό]. Πράγματι, από τις προπαρασκευαστικές αυτές εργασίες προκύπτει ότι ο ενωσιακός νομοθέτης δεν επέλεξε την ευρύτερη διατύπωση της λεγόμενης προϋπόθεσης «periculum in mora» όσον αφορά τον κίνδυνο που σχετίζεται με τις δυσκολίες είσπραξης της επίμαχης απαίτησης, όπερ θα κάλυπτε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες συντρέχει κίνδυνος απλής απομείωσης της περιουσίας του οφειλέτη.
47 Η προεκτεθείσα στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 επιβεβαιώνεται επίσης από τους σκοπούς του κανονισμού, εφόσον ο κανονισμός δεν έχει μόνον ως στόχο να θεσπίσει υπέρ του δανειστή μια ενωσιακή διαδικασία ως εναλλακτική προς τα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο ασφαλιστικά μέτρα, ώστε αυτός να μπορεί, με τη βοήθεια δεσμευτικών και άμεσα εφαρμοστέων διατάξεων, να προχωρήσει με τρόπο αποτελεσματικό και ταχύ στη δέσμευση των κεφαλαίων που διατηρεί ο οφειλέτης στους οικείους τραπεζικούς λογαριασμούς, αλλά επιδιώκει επίσης να εξισορροπήσει με δίκαιο τρόπο τα συμφέροντα του δανειστή με εκείνα του οφειλέτη [πρβλ. αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2019, K.H.K. (Δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών), C‑555/18, EU:C:2019:937, σκέψεις 31 και 32, και της 20ής Απριλίου 2023, Starkinvest, C‑291/21, EU:C:2023:299, σκέψεις 49 και 50].
48 Και τούτο διότι, λαμβανομένου υπόψη του ότι η διαταγή δέσμευσης έχει δυνητικά αρνητικό αντίκτυπο στην περιουσία του οφειλέτη και, ιδίως, στην ευχέρειά του να την διαθέτει ελεύθερα, τυχόν ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 σύμφωνα με την οποία κάθε απειλή για την είσπραξη της απαίτησης συνιστά «πραγματικό κίνδυνο» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θα μπορούσε να θίξει την ισορροπία που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
49 Αναφορικά με τις περιστάσεις οι οποίες είναι δυνατόν να στοιχειοθετούν την ύπαρξη «πραγματικού κινδύνου», όπως αυτός πρέπει να νοείται με βάση τα κριθέντα στις σκέψεις 42 και 45 της παρούσας αποφάσεως, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 655/2014, το οποίο διέπει την αίτηση για την έκδοση διαταγής δέσμευσης, προβλέπει στην παράγραφο 2, στοιχείο ιʹ, ότι ο δανειστής οφείλει να παράσχει στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αιτήσεως μια περιγραφή όλων των κρίσιμων περιστάσεων που δικαιολογούν την έκδοση τέτοιας διαταγής.
50 Η δε αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 655/2014 απαριθμεί, στο τέταρτο εδάφιό της, περιστάσεις τις οποίες ο μεν δανειστής μπορεί να επικαλεστεί για να δικαιολογήσει την έκδοση της διαταγής δέσμευσης, το δε επιληφθέν δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ύπαρξης «πραγματικού κινδύνου» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού.
51 Μεταξύ των απαριθμούμενων περιστάσεων περιλαμβάνονται η συμπεριφορά του οφειλέτη σε σχέση με την απαίτηση του δανειστή ή στο πλαίσιο προγενέστερης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, το πιστωτικό ιστορικό του οφειλέτη, η φύση των περιουσιακών του στοιχείων και οποιαδήποτε πρόσφατη ενέργειά του με αντικείμενο την περιουσία του. Εξάλλου, στην αιτιολογική σκέψη 14 γίνεται λόγος και για ορισμένες άλλες περιστάσεις που μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη από το επιληφθέν δικαστήριο, παρότι δεν θα πρέπει να θεωρούνται, αυτές καθεαυτές, επαρκείς για να δικαιολογήσουν την έκδοση διαταγής δέσμευσης.
52 Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιδιώκει ο κανονισμός 655/2014, όπως υπενθυμίστηκαν στη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης, διαπιστώνεται ότι, πρώτον, προκειμένου να διασφαλιστεί η δίκαιη εξισορρόπηση των συμφερόντων του δανειστή και των συμφερόντων του οφειλέτη, καθώς και η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014, ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο υψηλός ώστε ο δανειστής να υποχρεούται να αποδείξει την πρόθεση του οφειλέτη να αποφύγει την καταβολή της οφειλής, δεδομένου ότι μια τέτοια απαίτηση θα ήταν, στην πράξη, συχνά δύσκολο να ικανοποιηθεί.
53 Δεύτερον, η αίτηση του δανειστή για την έκδοση τέτοιας διαταγής πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες ενδείξεις βάσει των οποίων μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι πιθανόν, εάν δεν εκδοθεί η διαταγή, ο οφειλέτης να έχει απαλλοτριώσει, αποκρύψει ή καταστρέψει τα περιουσιακά του στοιχεία ή να τα έχει μεταβιβάσει με χαμηλότερο τίμημα, κατά τον χρόνο που θα ληφθούν τυχόν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.
54 Επομένως, τόσο από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 όσο και από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συγκεκριμένη διάταξη αλλά και από τον σκοπό που επιδιώκει ο ως άνω κανονισμός προκύπτει ότι το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης μπορεί να εκτιμήσει συνολικά τις περιστάσεις που επικαλείται ο δανειστής, περιλαμβανομένων, ενδεχομένως, των παραγόντων για τους οποίους έγινε λόγος στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου να κρίνει αν, βάσει των περιστάσεων αυτών, υφίσταται «πραγματικός κίνδυνος», σε περίπτωση που δεν εκδοθεί διαταγή δέσμευσης, ο οφειλέτης να λάβει μέτρα, όπως η απαλλοτρίωση, η απόκρυψη ή η καταστροφή περιουσιακών στοιχείων ή η μεταβίβασή τους με χαμηλότερο τίμημα, τα οποία, κατά το χρονικό σημείο στο οποίο ο δανειστής θα είναι σε θέση να επιτύχει την εκτέλεση υφιστάμενης ή μελλοντικής δικαστικής αποφάσεως, θα εμποδίζουν ή τουλάχιστον θα καθιστούν σημαντικά δυσχερέστερη την είσπραξη της απαίτησης.
55 Κατόπιν των προεκτεθέντων, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί επί των πραγματικών περιστατικών, να εκτιμήσει συνολικά τις περιστάσεις που επικαλέστηκε ο TQ προς στήριξη της αιτήσεώς του για την έκδοση διαταγής δέσμευσης και να κρίνει αν οι περιστάσεις αυτές συνιστούν επαρκείς ενδείξεις περί της ύπαρξης τέτοιου «πραγματικού κινδύνου».
56 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον ασκούν επιρροή ενέργειες στις οποίες προέβη ο οφειλέτης αρκετά έτη πριν από την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης και, ιδίως, η καταγγελία, από τον οφειλέτη, της εμπορικής του σχέσης με πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του ως τρίτος οφειλέτης στο κράτος μέλος της κατοικίας του δανειστή, καθώς και η τροποποίηση ενός νόμου του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο οφειλέτης, η οποία θα μπορούσε να παρακωλύσει την είσπραξη της απαίτησης.
57 Όσον αφορά την πρώτη από τις περιστάσεις αυτές, επισημαίνεται αφενός ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 51 και 54 της παρούσας αποφάσεως, το επιληφθέν δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την παρελθούσα συμπεριφορά του οφειλέτη στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως στην οποία θα πρέπει να προχωρήσει προκειμένου να εκτιμήσει εάν συντρέχει επείγουσα ανάγκη έκδοσης διαταγής δέσμευσης. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο του κανονισμού 655/2014 δεν συνάγεται ότι η κρισιμότητα μιας τέτοιας συμπεριφοράς εξαρτάται κατ’ ανάγκην από το χρονικό σημείο κατά το οποίο την επέδειξε ο οφειλέτης. Πέραν τούτου, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 70 των προτάσεών του, ο κανονισμός αυτός δεν επιβάλλει στον δανειστή, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αίτησή του για την έκδοση διαταγής, να την υποβάλει υποχρεωτικά ακριβώς κατά το χρονικό σημείο στο οποίο γεννάται ο προβαλλόμενος κίνδυνος για την είσπραξη της απαίτησής του. Πράγματι, το κρίσιμο ζήτημα, στο πλαίσιο αυτό, είναι το αν ο κίνδυνος εξακολουθεί να υφίσταται κατά την υποβολή της αιτήσεως.
58 Αφετέρου, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, για τις εταιρίες που ασκούν τις δραστηριότητές τους μέσω διαδικτύου και τα υλικά περιουσιακά τους στοιχεία είναι περιορισμένα ή ανύπαρκτα εκτός του κράτους μέλους της εγκατάστασής τους, το πιστωτικό τους υπόλοιπο σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να είναι ένα από αυτά τα σπάνια περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων θα μπορούσε να χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση προκειμένου ο δανειστής να ικανοποιήσει την απαίτησή του. Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης με έναν τέτοιο πάροχο μπορεί να συνιστά ένδειξη ευρύτερης στρατηγικής του οφειλέτη με στόχο να αποφύγει την καταβολή των οφειλών του στο οικείο κράτος μέλος ή, τουλάχιστον, να δυσχεράνει την είσπραξη των απαιτήσεων αυτών.
59 Δεύτερον, αναφορικά με την τροποποίηση του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, η οποία θα μπορούσε, κατά την άποψη του δανειστή, να παρακωλύσει την είσπραξη της απαίτησής του, ιδίως στον βαθμό που υποχρεώνει τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο οφειλέτης να μην αναγνωρίζουν, εντός του εν λόγω κράτους μέλους, ισχύ εκτελεστού τίτλου σε αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις όπως αυτή με την οποία ο οφειλέτης υποχρεώνεται σε καταβολή προς ικανοποίηση της επίμαχης απαίτησης, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 δεν αναφέρεται στην ύπαρξη οποιουδήποτε κινδύνου για την είσπραξη της επίδικης οφειλής, αλλά στην ύπαρξη πραγματικού κινδύνου που σχετίζεται με την πρόθεση του οφειλέτη να αποφύγει την καταβολή της. Εν πάση περιπτώσει, ο κίνδυνος πρέπει να είναι συγκεκριμένος και ενεστώς κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης.
60 Επομένως, όπως επισημαίνει κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 65 των προτάσεών του, το γεγονός και μόνον ότι ο δανειστής επικαλέστηκε μια εθνική νομοθεσία όπως η περιγραφείσα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως δεν αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη «πραγματικού κινδύνου», κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 7, παράγραφος 1. Η ως άνω διαπίστωση ισχύει, κατά μείζονα λόγο, όσον αφορά την εκτίμηση της αναγκαιότητας έκδοσης διαταγής δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών τους οποίους διατηρεί ο οφειλέτης σε κράτη μέλη διαφορετικά από εκείνο που θέσπισε τη νομοθεσία αυτή.
61 Εντούτοις, το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής δέσμευσης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014, όταν προχωρεί σε συνολική εκτίμηση των κρίσιμων περιστάσεων που επικαλείται ο δανειστής, μπορεί να λάβει υπόψη την ύπαρξη εθνικής νομοθεσίας όπως αυτή για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 59 της παρούσας αποφάσεως, ως στοιχείο του πραγματικού πλαισίου που καθιστά δυνατή την αξιολόγηση των ενεργειών του οφειλέτη προκειμένου να κριθεί αν υφίσταται πρόθεσή του να αποφύγει την καταβολή της επίμαχης οφειλής.
62 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 655/2014 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης μπορεί, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει επείγουσα ανάγκη έκδοσης τέτοιας διαταγής, να λάβει υπόψη, αφενός, συμπεριφορά την οποία επέδειξε ο οφειλέτης αρκετά έτη πριν από την υποβολή της αιτήσεως αυτής και, αφετέρου, την ύπαρξη, στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο οφειλέτης, νόμου ικανού να παρακωλύσει την είσπραξη της επίμαχης απαιτήσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
63 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 655/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, περί της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,
έχει την έννοια ότι:
εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης μπορεί, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει επείγουσα ανάγκη έκδοσης τέτοιας διαταγής, να λάβει υπόψη, αφενός, συμπεριφορά την οποία επέδειξε ο οφειλέτης αρκετά έτη πριν από την υποβολή της αιτήσεως αυτής και, αφετέρου, την ύπαρξη, στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο οφειλέτης, νόμου ικανού να παρακωλύσει την είσπραξη της επίμαχης απαίτησης.
(υπογραφές)
