ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 22ας Οκτωβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – Κανονισμός (ΕΕ) 2022/1854 – Παρέμβαση έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν ορισμένες πηγές ενέργειας – Άρθρο 8 – Προγενέστερο εθνικό μέτρο – Εθνική εισφορά υπολογιζόμενη επί του συνόλου των εσόδων των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία εισπράττεται με σκοπό τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα επιφορτισμένου με την εγγύηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της ασφάλειας της αγοράς ενέργειας – Μέτρο που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2022/1854 – Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 – Προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Άρθρο 3, παράγραφοι 1, 3 και 4 – Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 – Άρθρο 3, στοιχεία αʹ, βʹ, ηʹ και ιστʹ, και άρθρο 10, παράγραφοι 1, 4 και 5 – Οδηγία (ΕΕ) 2019/944 – Κοινοί κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – Άρθρο 5, παράγραφοι 1, 3 και 4 – Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 – Ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα – Άρθρα 2 και 4 – Απαγόρευση των διακρίσεων – Αναλογικότητα – Άρθρο 63 ΣΛΕΕ – Μη παροχή επαρκών διευκρινίσεων – Απαράδεκτο – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης – Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου »
Στην υπόθεση C‑327/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) με απόφαση της 13ης Μαΐου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Μαΐου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
«VETS Svoge» EOOD
κατά
Predsedatel na Upravitelnia savet na Fond «Sigurnost na elektroenergiynata sistema»,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Frendo, πρόεδρο τμήματος, I. Jarukaitis (εισηγητή), πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, και M. Condinanzi, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: A. Biondi
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η «VETS Svoge» EOOD, εκπροσωπούμενη από τον M. Raykov και την L. G. Terzieva, advokati,
– ο Predsedatel na Upravitelnia savet na Fond «Sigurnost na elektroenergiynata sistema», εκπροσωπούμενος από τη V. Marinova,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον I. Gurov και την L. Vétillard,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την O. Beynet, τον T. Scharf και τον I. Zaloguin,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/1854 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2022, σχετικά με παρέμβαση έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας (ΕΕ 2022, L 261 I, σ. 1), των άρθρων 2 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα») (ΕΕ 2021, L 243, σ. 1), σε συνδυασμό με το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, του άρθρου 3, παράγραφοι 1, 3 και 4, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ 2018, L 328, σ. 82), του άρθρου 3, στοιχεία αʹ, βʹ, ηʹ και ιστʹ, και του άρθρου 10, παράγραφοι 1, 4 και 5, του κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2019, L 158, σ. 54), σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 22 και 23 του εν λόγω κανονισμού και με το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 3 και 4, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ (ΕΕ 2019, L 158, σ. 125) και σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854, καθώς επίσης και την ερμηνεία του άρθρου 63 ΣΛΕΕ, και του άρθρου 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της «VETS Svoge» EOOD (στο εξής: VETS Svoge) και του Predsedatel na Upravitelnia savet na Fond «Sigurnost na elektroenergiynata sistema» (προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου για την Ασφάλεια του Συστήματος Εφοδιασμού με Ηλεκτρική Ενέργεια, Βουλγαρία, στο εξής: διοικητική αρχή) σχετικά με τη νομιμότητα πράξης με την οποία βεβαιώθηκε απαίτηση του Δημοσίου εις βάρος της εταιρίας αυτής.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο Χάρτης
3 Το άρθρο 17 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα ιδιοκτησίας», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. […]»
4 Το άρθρο 51 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται […] στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. […]»
Η Συνθήκη ΛΕΕ
5 Το άρθρο 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.»
6 Το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ έχει ως εξής:
«Η πολιτική της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”.
Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα εναρμόνισης που ανταποκρίνονται σε ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, ρήτρα διασφάλισης που εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε διαδικασία ελέγχου της Ένωσης.»
Η οδηγία 2018/2001
7 Το άρθρο 3 της οδηγίας 2018/2001, το οποίο έφερε τον τίτλο «Δεσμευτικός συνολικός στόχος σε επίπεδο Ένωσης για το 2030», όριζε στις παραγράφους 1, 3 και 4 τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν συλλογικά ότι το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης ανέρχεται το 2030 σε τουλάχιστον 32 %. Η [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή αξιολογεί τον στόχο αυτόν, με σκοπό να υποβάλει, έως το 2023, νομοθετική πρόταση για την αύξησή του, αν υπάρξουν περαιτέρω σημαντικές μειώσεις κόστους στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ή, όπου χρειάζεται, για την τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων της Ένωσης για την απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα ή όταν σημαντική μείωση στην κατανάλωση ενέργειας στην Ένωση δικαιολογεί τέτοια αύξηση.
[…]
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές τους πολιτικές, […] και τα εθνικά καθεστώτα στήριξης, να σχεδιάζονται λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ιεράρχησης των αποβλήτων […], με σκοπό να αποφεύγονται οι αδικαιολόγητες στρεβλώσεις στις αγορές πρώτων υλών. Τα κράτη μέλη δεν παρέχουν καμία στήριξη για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται από την αποτέφρωση αποβλήτων, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις χωριστής συλλογής που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία.
4. Από την 1η Ιανουαρίου 2021 και μετά, το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας κάθε κράτους μέλους δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο από το βασικό μερίδιο αναφοράς που προβλέπεται στην τρίτη στήλη του πίνακα στο παράρτημα I μέρος A της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με αυτό το βασικό μερίδιο αναφοράς. Εάν ένα κράτος μέλος δεν διατηρεί το βασικό του μερίδιο αναφοράς, όπως μετράται για οποιαδήποτε περίοδο ενός έτους, εφαρμόζεται το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 32 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 663/2009 και (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 94/22/ΕΚ, 98/70/ΕΚ, 2009/31/ΕΚ, 2009/73/ΕΚ, 2010/31/ΕΕ, 2012/27/ΕΕ και 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2009/119/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2018, L 328, σ. 1)].»
Ο κανονισμός 2019/943
8 Οι αιτιολογικές σκέψεις 22 και 23 του κανονισμού 2019/943 έχουν ως εξής:
«(22) Οι βασικές αρχές της αγοράς θα πρέπει να ορίζουν ότι οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να καθορίζονται βάσει προσφοράς και ζήτησης. Με τις τιμές αυτές θα πρέπει να εκφράζεται το πότε υπάρχει ανάγκη για ηλεκτρική ενέργεια, παρέχοντας έτσι κίνητρα βάσει της αγοράς για επενδύσεις σε πηγές ευελιξίας όπως η ευέλικτη παραγωγή, η διασύνδεση, η απόκριση ζήτησης ή η αποθήκευση ενέργειας.
(23) Καθώς η εξάλειψη των ανθρακούχων εκπομπών από τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές να καθίσταται μεγάλο μέρος της αγοράς, αποτελεί έναν από τους στόχους της Ενεργειακής Ένωσης, είναι κρίσιμο η αγορά να καταργήσει τους υφιστάμενους φραγμούς για το διασυνοριακό εμπόριο και να ενθαρρύνει τις επενδύσεις σε υποστηρικτικές υποδομές, για παράδειγμα, πιο ευέλικτη παραγωγή, διασύνδεση, απόκριση ζήτησης και αποθήκευση ενέργειας. Προκειμένου να στηριχτεί αυτή η μετάβαση προς μεταβαλλόμενη και αποκεντρωμένη ηλεκτροπαραγωγή, καθώς και να εξασφαλιστεί ότι αρχές της αγοράς ενέργειας αποτελούν τη βάση για τις μελλοντικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης, έχει ζωτική σημασία η ανανεωμένη έμφαση στις βραχυπρόθεσμες αγορές και την τιμολόγηση σπανιότητας.»
9 Το άρθρο 3 του κανονισμού 2019/943, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές που διέπουν τη λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας», προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη, οι ρυθμιστικές αρχές, οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής, οι διαχειριστές αγοράς και οι κατ’ εξουσιοδότηση διαχειριστές διασφαλίζουν ότι οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργούν σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:
α) οι τιμές διαμορφώνονται με βάση τη ζήτηση και την προσφορά·
β) οι κανόνες της αγοράς ενθαρρύνουν την ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών και αποφεύγουν ενέργειες που εμποδίζουν τη διαμόρφωση των τιμών με βάση τη ζήτηση και την προσφορά·
[…]
η) αίρονται σταδιακά τα εμπόδια στις διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ ζωνών προσφοράς ή κρατών μελών και στις διασυνοριακές συναλλαγές στο πλαίσιο των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και των συναφών αγορών υπηρεσιών·
[…]
ιστ) οι κανόνες της αγοράς διευκολύνουν το εμπόριο προϊόντων σε ολόκληρη την Ένωση και οι κανονιστικές αλλαγές λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις στις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προθεσμιακές αγορές και προϊόντα·
[…]».
10 Το άρθρο 10 του κανονισμού 2019/943, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τεχνικά όρια στην υποβολή προσφορών», ορίζει τα εξής:
«1. Δεν τίθεται ανώτατο ούτε ελάχιστο όριο στην τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στις χονδρεμπορικές αγορές. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, για την υποβολή προσφορών και την εκκαθάριση σε όλα τα χρονικά πλαίσια και περιλαμβάνει τιμές ενέργειας εξισορρόπησης και απόκλισης, με την επιφύλαξη των τεχνικών ορίων τιμών που ενδέχεται να εφαρμοσθούν στο χρονικό πλαίσιο εξισορρόπησης και στα χρονικά πλαίσια της αγοράς επόμενης ημέρας και της ενδοημερήσιας αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 2.
[…]
4. Οι ρυθμιστικές αρχές ή, όπου ένα κράτος μέλος έχει ορίσει άλλη αρμόδια αρχή για το σκοπό, οι εν λόγω ορισθείσες αρμόδιες αρχές, προσδιορίζουν τις πολιτικές και τα μέτρα που εφαρμόζονται στην επικράτειά τους και θα μπορούσαν να συμβάλουν σε έμμεσο περιορισμό της διαμόρφωσης των τιμών χονδρεμπορικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των προσφορών σχετικά με την ενεργοποίηση της ενέργειας εξισορρόπησης, των μηχανισμών ισχύος, μέτρων από τους διαχειριστές συστήματος μεταφοράς, μέτρων που αποσκοπούν στην αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων της αγοράς ή στην αποτροπή της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης ή ανεπαρκώς καθορισμένων ζωνών προσφοράς.
5. Όταν ρυθμιστική αρχή ή ορισθείσα αρμόδια αρχή έχει εντοπίσει πολιτική ή μέτρο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει για να περιορίσει τη διαμόρφωση των τιμών χονδρεμπορικής αγοράς, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη ή, εάν αυτή δεν είναι δυνατή, τον μετριασμό των επιπτώσεων αυτής της πολιτικής ή αυτού του μέτρου στη συμπεριφορά κατά την υποβολή προσφορών. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή το αργότερο έως την 5η Ιανουαρίου 2020, με λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχουν λάβει ή σκοπεύουν να λάβουν και των ενεργειών στις οποίες έχουν προβεί ή σκοπεύουν να προβούν.»
Η οδηγία 2019/944
11 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2019/944, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τιμές προμήθειας βασιζόμενες στην αγορά», έχει ως εξής:
«1. Οι προμηθευτές είναι ελεύθεροι να καθορίζουν την τιμή στην οποία παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια στους πελάτες. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση ουσιαστικού ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών.
[…]
3. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν δημόσιες παρεμβάσεις όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας σε ενεργειακά φτωχούς ή ευάλωτους οικιακούς πελάτες. Οι εν λόγω δημόσιες παρεμβάσεις υπόκεινται στους όρους των παραγράφων 4 και 5.
4. Οι δημόσιες παρεμβάσεις όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας:
α) επιδιώκουν γενικό οικονομικό συμφέρον και δεν υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου γενικού οικονομικού συμφέροντος·
β) ορίζονται σαφώς, είναι διαφανείς, δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι επαληθεύσιμες·
γ) διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης στους πελάτες·
δ) είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας και αναλογικές ως προς τους δικαιούχους·
ε) δεν έχουν ως αποτέλεσμα πρόσθετο κόστος για τους συμμετέχοντες στην αγορά κατά τρόπο που εισάγει διακρίσεις.
[…]»
Ο κανονισμός 2021/1119
12 Το άρθρο 2 του κανονισμού 2021/1119, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχος για κλιματική ουδετερότητα», προβλέπει τα εξής:
«1. Οι εκπομπές και οι απορροφήσεις των αερίων του θερμοκηπίου που ρυθμίζονται από το ενωσιακό δίκαιο, σε ολόκληρη την Ένωση, θα έχουν ισοσκελιστεί εντός της Ένωσης το αργότερο έως το 2050, έτσι ώστε οι καθαρές εκπομπές να είναι μηδενικές έως το έτος εκείνο, και η Ένωση θα επιδιώξει την επίτευξη αρνητικών εκπομπών στη συνέχεια.
2. Τα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, αντίστοιχα, ώστε να καταστεί δυνατή η συλλογική επίτευξη του στόχου για κλιματική ουδετερότητα που ορίζεται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της προώθησης τόσο της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών όσο και της οικονομικής αποδοτικότητας στην επίτευξη αυτού του στόχου.»
13 Το άρθρο 4 του κανονισμού 2021/1119, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ενδιάμεσοι κλιματικοί στόχοι της Ένωσης», έχει ως εξής:
«1. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για κλιματική ουδετερότητα που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, τίθεται ως δεσμευτικός κλιματικός στόχος της Ένωσης για το 2030 η εγχώρια μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (εκπομπές μετά την αφαίρεση των απορροφήσεων) κατά τουλάχιστον 55 % σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990 έως το 2030.
[…]
2. Έως τις 30 Ιουνίου 2021, η Επιτροπή επανεξετάζει τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και ο στόχος για κλιματική ουδετερότητα που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, και εξετάζει το ενδεχόμενο λήψης των αναγκαίων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της έγκρισης νομοθετικών προτάσεων, σύμφωνα με τις Συνθήκες.
[…]
3. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για κλιματική ουδετερότητα που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ορίζεται κλιματικός στόχος της Ένωσης για το 2040. […]
[…]
5. Κατά την υποβολή της πρότασής της για τον κλιματικό στόχο της Ένωσης για το 2040 σύμφωνα με την παράγραφο 3, η Επιτροπή εξετάζει τα ακόλουθα:
[…]
ζ) την ενεργειακή απόδοση και την αρχή “προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση”, την οικονομική προσιτότητα της ενέργειας και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού·
[…]
7. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου θα επανεξετάζονται υπό το πρίσμα των διεθνών εξελίξεων και προσπαθειών που καταβάλλονται […]».
Ο κανονισμός 2022/1854
14 Οι αιτιολογικές σκέψεις 25, 40 και 41 του κανονισμού 2022/1854 είχαν ως εξής:
«(25) Σε μια κατάσταση όπου οι καταναλωτές εκτίθενται σε εξαιρετικά υψηλές τιμές που βλάπτουν επίσης την οικονομία της Ένωσης, είναι αναγκαίο να περιοριστούν, σε προσωρινή βάση, τα έκτακτα αγοραία έσοδα των παραγωγών που έχουν χαμηλότερο οριακό κόστος, μέσω της εφαρμογής του ανώτατου ορίου στα αγοραία έσοδα που προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας εντός της Ένωσης.
[…]
(40) Δεδομένου ότι το μείγμα παραγωγής και η διάρθρωση του κόστους των εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών, θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης υπό συγκεκριμένους όρους.
(41) Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν τη δυνατότητα να περιορίζουν περαιτέρω τα έσοδα των παραγωγών στους οποίους εφαρμόζεται το ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα και να καθορίζουν ειδικό ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα που προκύπτουν από την πώληση παραχθείσας ηλεκτρικής ενέργειας από λιθάνθρακα, η τιμή της οποίας μπορεί να είναι σημαντικά χαμηλότερη από την τιμή των οριακών τεχνολογιών σε ορισμένα κράτη μέλη. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης, τα οποία περιορίζουν τα αγοραία έσοδα των παραγωγών πέραν εκείνων που υπόκεινται στο ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα σε ολόκληρη την Ένωση.»
15 Το άρθρο 1 του κανονισμού 2022/1854, το οποίο έφερε τον τίτλο «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», όριζε τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει επείγουσα παρέμβαση για τον μετριασμό των επιπτώσεων των υψηλών τιμών ενέργειας μέσω έκτακτων, στοχευμένων και χρονικά περιορισμένων μέτρων. Τα εν λόγω μέτρα αποσκοπούν στη μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, στη θέσπιση ανώτατου ορίου στα αγοραία έσοδα ορισμένων παραγωγών από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και στην αναδιανομή τους στους τελικούς πελάτες ηλεκτρικής ενέργειας με στοχευμένο τρόπο, […]».
16 Το άρθρο 6 του κανονισμού 2022/1854, το οποίο έφερε τον τίτλο «Υποχρεωτικό ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα», προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Τα αγοραία έσοδα των παραγωγών που προκύπτουν από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τις πηγές που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 περιορίζονται κατ’ ανώτατο όριο σε 180 [ευρώ] ανά [μεγαβατώρα (MWh)] παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας.»
17 Το άρθρο 7 του κανονισμού 2022/1854, το οποίο έφερε τον τίτλο «Εφαρμογή του ανώτατου ορίου στα αγοραία έσοδα για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας», διευκρίνιζε στην παράγραφο 1 ότι το ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα που προβλεπόταν στο άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού εφαρμοζόταν στα αγοραία έσοδα που προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από τις πηγές που απαριθμούνται στην εν λόγω παράγραφο 1.
18 Το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854, το οποίο έφερε τον τίτλο «Εθνικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης», όριζε τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μπορούν:
α) να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα που περιορίζουν περαιτέρω τα αγοραία έσοδα των παραγωγών που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από τις πηγές που απαριθμούνται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας διαφοροποίησης μεταξύ των τεχνολογιών, καθώς και τα αγοραία έσοδα άλλων συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δραστηριοποιούνται στην εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας·
β) να καθορίζουν υψηλότερο ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα για τους παραγωγούς που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από τις πηγές που απαριθμούνται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, υπό την προϋπόθεση ότι οι επενδυτικές και λειτουργικές τους δαπάνες υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1·
γ) να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικά μέτρα για τον περιορισμό των αγοραίων εσόδων των παραγωγών που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από πηγές που δεν αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1·
δ) να καθορίζουν ειδικό ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα που προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λιθάνθρακα·
ε) να θέτουν τις μονάδες παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας που δεν αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σε ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα, ή να διατηρούν ή να θεσπίζουν τέτοιου είδους μέτρα που περιορίζουν περαιτέρω τα αγοραία έσοδά τους, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας διαφοροποίησης μεταξύ τεχνολογιών.
2. Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σε συμφωνία με τον παρόντα κανονισμό:
α) είναι αναλογικά και αμερόληπτα·
β) δεν θέτουν σε κίνδυνο τα επενδυτικά μηνύματα·
γ) διασφαλίζουν την κάλυψη των επενδυτικών και των λειτουργικών δαπανών·
δ) δεν στρεβλώνουν τη λειτουργία των χονδρικών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, ιδίως δε δεν θίγουν την αξιολογική κατάταξη και τη διαμόρφωση των τιμών στη χονδρική αγορά·
ε) είναι συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο.»
19 Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2022/1854, τα άρθρα 6, 7 και 8 εφαρμόζονταν από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Ιουνίου 2023.
Το βουλγαρικό δίκαιο
Ο νόμος για την ενέργεια
20 Ο Zakon za energetikata (νόμος για την ενέργεια) (DV αριθ. 107, της 9ης Δεκεμβρίου 2003), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος για την ενέργεια), ορίζει στο άρθρο 36f τα εξής:
«(1) Τα κατωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα οφείλουν στο [Fond “Sigurnost na elektroenergiynata sistema” (“Ταμείο για την Ασφάλεια του Συστήματος Εφοδιασμού με Ηλεκτρική Ενέργεια”, Βουλγαρία) (στο εξής: FSES)] μηνιαίες εισφορές ύψους 5 %:
1. οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας επί των εσόδων από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς τον [φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)] και, προκειμένου για παραγωγούς οι οποίοι εισπράττουν πριμοδότηση […] βάσει του Zakon za energiyata ot vazobnovyaemi iztochnitsi [νόμου για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές], και επί των εσόδων από την πριμοδότηση αυτή χωρίς τον [ΦΠΑ]. […]·
[…]
(2) Τα πρόσωπα της παραγράφου 1, εξαιρουμένων των παραγωγών του άρθρου 30, παράγραφος 2, του νόμου για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, έως τις 20 κάθε μήνα υποχρεούνται:
[…]
2. να καταβάλλουν στο [FSES] την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 εισφορά για τον προηγούμενο μήνα.
(3) Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας του άρθρου 30, παράγραφος 2, του [νόμου για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές] υποχρεούνται έως τις 31 Μαρτίου εκάστου έτους:
[…]
2. να καταβάλλουν στο [FSES] την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 εισφορά για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.
[…]
(5) Για τους σκοπούς της φορολόγησης, οι εισφορές που καταβάλλονται στο [FSES] αναγνωρίζονται ως τρέχουσες λειτουργικές δαπάνες.»
Η κανονιστική πράξη σχετικά με τους πόρους του FSES
21 Η Naredba za reda i nachina za nabiraneto, razhodvaneto, otchitaneto i kontrola na sredstvata na Fond «Sigurnost na elektroenergiynata sistema» (κανονιστική πράξη σχετικά με τη διαδικασία και τον τρόπο συγκέντρωσης, διάθεσης, λογιστικής καταχώρισης και ελέγχου των πόρων του FSES), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: κανονιστική πράξη σχετικά με τους πόρους του FSES), προβλέπει στο άρθρο 5 τα εξής:
«Οι πόροι του [FSES] προέρχονται από:
1. εισφορές ανερχόμενες στο 5 % των εσόδων των παραγωγών από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς τον ΦΠΑ·
[…]».
22 Το άρθρο 8 της κανονιστικής πράξης σχετικά με τους πόρους του FSES έχει ως εξής:
«(1) Ως έσοδα κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, νοούνται όλα τα τιμολογηθέντα έσοδα, βάσει ρυθμιζόμενων ή ελεύθερα διαπραγματεύσιμων τιμών, από την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγει ο υπόχρεος, συμπεριλαμβανομένων:
1. των εσόδων από την πώληση ενεργού ηλεκτρικής ενέργειας·
2. των εσόδων από την προμήθεια ενέργειας εξισορρόπησης στο πλαίσιο σύμβασης […]·
3. του καθαρού αποτελέσματος εξισορρόπησης στο πλαίσιο σύμβασης […].
(2) Για τον υπολογισμό των εσόδων κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, αφαιρούνται οι δαπάνες που έχουν καταχωριστεί για μη παραχθείσα ενέργεια εξισορρόπησης στο πλαίσιο καθοδικής ισχύος εξισορρόπησης.
(3) Εάν το καθαρό αποτέλεσμα εξισορρόπησης κατά την παράγραφο 1, σημείο 3, είναι αρνητικό, για τον υπολογισμό των εσόδων κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, το ποσό αυτό αφαιρείται από το ποσό των εσόδων.
[…]»
Ο νόμος σχετικά με την εφαρμογή προϋπολογισμών του έτους 2022
23 Ο Zakon za prilagane na razporedbi na Zakona za darzhavnia byudzhet na Republika Bulgaria za 2022 g., Zakona za byudzheta na darzhavnoto obshtestveno osiguryavane za 2022 g. i Zakona za byudzheta na Natsionalnata zdravnoosiguritelna kasa za 2022 g. (νόμος για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου για τον κρατικό προϋπολογισμό της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας του έτους 2022, του νόμου για τον προϋπολογισμό της κρατικής κοινωνικής ασφάλισης του έτους 2022 και του νόμου για τον προϋπολογισμό του εθνικού ταμείου ασφάλισης ασθένειας του έτους 2022) (DV αριθ. 104, της 30ής Δεκεμβρίου 2022), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος σχετικά με την εφαρμογή προϋπολογισμών του έτους 2022), προβλέπει στο άρθρο 8 των μεταβατικών και τελικών διατάξεών του τα εξής:
«(1) Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίοι διαθέτουν εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με εγκατεστημένη ισχύ μεγαλύτερη από 1 [μεγαβάτ (MW)] και τα αγοραία έσοδα των οποίων προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από τις πηγές που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του [κανονισμού 2022/1854], […] καταβάλλουν στο [FSES] εισφορές ειδικού σκοπού οι οποίες ισούνται με τη θετική διαφορά μεταξύ των αγοραίων εσόδων, χωρίς τον [ΦΠΑ], και του καθορισθέντος ανώτατου ορίου στα έσοδα, το οποίο υπολογίζεται με εφαρμογή των τιμών για την οικεία κατηγορία παραγωγών, για χρονικό διάστημα παράδοσης από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Ιουνίου 2023, […]. Το ύψος της εισφοράς ειδικού σκοπού υπολογίζεται για κάθε συναλλαγή.
(2) Οι τιμές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου στα έσοδα για την οικεία κατηγορία παραγωγών, κατά την έννοια της παραγράφου 1, καθορίζονται με απόφαση του Ministerski savet [(Υπουργικού Συμβουλίου, Βουλγαρία)].
(3) Οι παραγωγοί οι οποίοι διαθέτουν εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με εγκατεστημένη ισχύ μεγαλύτερη από 1 MW, έχουν συνάψει σύμβαση αντισταθμιστικών πριμοδοτήσεων εν ισχύι στις 8 Οκτωβρίου 2022 και τα αγοραία έσοδα των οποίων προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από τις πηγές που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του [κανονισμού 2022/1854], καταβάλλουν στο [FSES] εισφορές ειδικού σκοπού επί των αγοραίων εσόδων από κάθε συναλλαγή η οποία πραγματοποιείται σε ελεύθερα διαπραγματεύσιμες τιμές, χωρίς τον [ΦΠΑ], για χρονικό διάστημα παράδοσης από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Ιουνίου 2023, εξαιρουμένων των συναλλαγών που αφορούν την ενέργεια εξισορρόπησης. Το ύψος της εισφοράς ειδικού σκοπού για κάθε συναλλαγή υπολογίζεται ως εξής:
1. η θετική διαφορά μεταξύ των αγοραίων εσόδων σε ελεύθερα διαπραγματεύσιμες τιμές (επιτευχθείσα τιμή αγοράς) που προκύπτουν από την οικεία συναλλαγή, χωρίς τον [ΦΠΑ], και του καθορισθέντος ανώτατου ορίου στα έσοδα, το οποίο υπολογίζεται με εφαρμογή της εκτιμώμενης τιμής αγοράς βάσει της απόφασης για τον καθορισμό των τιμών που εξέδωσε η Komisia za energiyno i vodno regulirane [(Ρυθμιστική Επιτροπή Ενέργειας και Υδάτων, Βουλγαρία)], με την οποία καθορίζεται η ισχύουσα πριμοδότηση για τον ενδιαφερόμενο παραγωγό, στην περίπτωση των παραγωγών για τους οποίους το ύψος της πριμοδότησης αυτής δεν είναι 0,00 βουλγαρικά λεβ (BGN) ανά MWh χωρίς τον [ΦΠΑ], και
2. το 90 % της θετικής διαφοράς μεταξύ των αγοραίων εσόδων σε ελεύθερα διαπραγματεύσιμες τιμές (επιτευχθείσα τιμή αγοράς) που προκύπτουν από την οικεία συναλλαγή, χωρίς τον [ΦΠΑ], και του καθορισθέντος ανώτατου ορίου στα έσοδα, το οποίο υπολογίζεται με εφαρμογή της προνομιακής τιμής που καθορίζεται με την απόφαση της Ρυθμιστικής Επιτροπής Ενέργειας και Υδάτων σύμφωνα με τη σύμβαση αντισταθμιστικών πριμοδοτήσεων, στην περίπτωση των παραγωγών για τους οποίους το καθορισθέν ύψος της ισχύουσας πριμοδότησης ανέρχεται σε 0,00 BGN ανά MWh χωρίς τον [ΦΠΑ].
[…]
(11) Οι εισφορές ειδικού σκοπού των παραγράφων 1, 3, 4 και 5 αναγνωρίζονται ως τρέχουσες λειτουργικές δαπάνες για τους σκοπούς της φορολόγησης των παραγωγών, των εμπόρων ηλεκτρικής ενέργειας και του δημόσιου προμηθευτή.
[…]
(15) Οι εισφορές ειδικού σκοπού των παραγράφων 1, 3, 4 και 5 αποτελούν απαιτήσεις του Δημοσίου, οι δε μη εμπροθέσμως καταβληθείσες εισφορές βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τον Danachno-osiguritelnia protsesualen kodeks [κώδικα φορολογικής και κοινωνικοασφαλιστικής διαδικασίας] […]
[…]».
Ο νόμος για τον προϋπολογισμό του έτους 2023
24 Το άρθρο 3 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του Zakon za darzhavnia byudzhet na Republika Bulgaria za 2023 g. (νόμου για τον κρατικό προϋπολογισμό της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας του έτους 2023), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος για τον προϋπολογισμό του έτους 2023), ορίζει τα εξής:
«(1) Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίοι διαθέτουν εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με εγκατεστημένη ισχύ μεγαλύτερη από 1 MW και τα αγοραία έσοδα των οποίων προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από αιολική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια (ηλιοθερμική και ηλιακή φωτοβολταϊκή), γεωθερμική ενέργεια, υδροηλεκτρική ενέργεια χωρίς ταμιευτήρα, βιοκαύσιμα (στερεά και αέρια, εξαιρουμένου του βιομεθανίου), απόβλητα, πυρηνική ενέργεια, λιγνίτη, προϊόντα πετρελαίου και τύρφη, καθώς και ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από λιθάνθρακα και από υδροηλεκτρικούς σταθμούς, καταβάλλουν στο [FSES] εισφορές ειδικού σκοπού οι οποίες ισούνται με τη θετική διαφορά μεταξύ των αγοραίων εσόδων, χωρίς τον [ΦΠΑ], και του καθορισθέντος ανώτατου ορίου στα έσοδα, το οποίο υπολογίζεται με εφαρμογή των τιμών για την οικεία κατηγορία παραγωγών, για χρονικό διάστημα παράδοσης από την 1η Ιουλίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, […]. Το ύψος της εισφοράς ειδικού σκοπού υπολογίζεται για κάθε συναλλαγή.
(2) Οι τιμές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου στα έσοδα για την οικεία κατηγορία παραγωγών, κατά την έννοια της παραγράφου 1, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
(3) Οι παραγωγοί οι οποίοι διαθέτουν εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με εγκατεστημένη ισχύ μεγαλύτερη από 1 MW, έχουν συνάψει σύμβαση αντισταθμιστικών πριμοδοτήσεων εν ισχύι στις 8 Οκτωβρίου 2022 και τα αγοραία έσοδα των οποίων προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από αιολική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια (ηλιοθερμική και ηλιακή φωτοβολταϊκή), γεωθερμική ενέργεια, υδροηλεκτρική ενέργεια χωρίς ταμιευτήρα, βιοκαύσιμα (στερεά και αέρια, εξαιρουμένου του βιομεθανίου), απόβλητα, πυρηνική ενέργεια, λιγνίτη, προϊόντα πετρελαίου και τύρφη, καταβάλλουν στο [FSES] εισφορές ειδικού σκοπού επί των αγοραίων εσόδων από κάθε συναλλαγή η οποία συνάπτεται σε ελεύθερα διαπραγματεύσιμες τιμές, χωρίς τον [ΦΠΑ], για χρονικό διάστημα παράδοσης από την 1η Ιουλίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, εξαιρουμένων των συναλλαγών που αφορούν την ενέργεια εξισορρόπησης. Το ύψος της εισφοράς ειδικού σκοπού για κάθε συναλλαγή υπολογίζεται [με την ίδια μέθοδο που προέβλεπε το άρθρο 8 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου σχετικά με την εφαρμογή προϋπολογισμών του έτους 2022].
[…]»
25 Οι παράγραφοι 11 και 15 του εν λόγω άρθρου 3 επαναλαμβάνουν αυτολεξεί τις διατάξεις των παραγράφων 11 και 15 του άρθρου 8 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου σχετικά με την εφαρμογή προϋπολογισμών του έτους 2022.
Ο νόμος για τον προϋπολογισμό του έτους 2024
26 Το άρθρο 3 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του Zakon za darzhavnia byudzhet na Republika Bulgaria za 2024 g. (νόμου για τον κρατικό προϋπολογισμό της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας του έτους 2024), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος για τον προϋπολογισμό του έτους 2024), επαναλαμβάνει τις διατάξεις του άρθρου 3 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου για τον προϋπολογισμό του έτους 2023, για την ηλεκτρική ενέργεια που παραδόθηκε από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
27 Η VETS Svoge είναι εταιρία βουλγαρικού δικαίου, ιδιοκτήτρια πέντε υδροηλεκτρικών σταθμών. Είναι παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας και περιλαμβάνεται στον κατάλογο των υπόχρεων του άρθρου 7 της κανονιστικής πράξης σχετικά με τους πόρους του FSES. Βάσει του άρθρου 36f, παράγραφος 1, του νόμου για την ενέργεια, οφείλει μηνιαία εισφορά ύψους 5 % επί των εσόδων από την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγει (στο εξής: εισφορά 5 %).
28 Με απόφαση της 8ης Απριλίου 2024, η διοικητική αρχή κίνησε διοικητική διαδικασία για την έκδοση πράξης βεβαίωσης απαίτησης του Δημοσίου. Κατά την απόφαση περί παραπομπής, η VETS Svoge είχε, κατά την ημερομηνία εκείνη, ληξιπρόθεσμες και ανεξόφλητες οφειλές από εισφορές του άρθρου 36f, παράγραφος 1, του νόμου για την ενέργεια, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2024, ύψους 86 828,39 BGN (περίπου 44 395 ευρώ), ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στο 5 % των εσόδων τα οποία είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 8 της κανονιστικής πράξης σχετικά με τους πόρους του FSES.
29 Με επιστολή της 14ης Απριλίου 2024, η ως άνω εταιρία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της σχετικά με την ως άνω απόφαση περί κίνησης της διαδικασίας. Ανέφερε ότι είχε εξοφλήσει εμπροθέσμως τις οφειλές αυτές και επισύναψε τις αντίστοιχες εντολές πληρωμής.
30 Με επιστολή της 17ης Απριλίου 2024, η διοικητική αρχή γνωστοποίησε στη VETS Svoge ότι η εταιρία δεν είχε υπολογίσει και καταβάλει ορθώς τις εισφορές που όφειλε βάσει του άρθρου 36f για τον μήνα Δεκέμβριο 2022 και για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2023, δεδομένου ότι, χωρίς νόμιμο έρεισμα, είχε αφαιρέσει από τα έσοδα επί των οποίων υπολογίζεται η εισφορά 5 % τις εισφορές ειδικού σκοπού τις οποίες είχε καταβάλει, αφενός, βάσει των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου για την εφαρμογή προϋπολογισμών του έτους 2022 και, αφετέρου, βάσει των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου για τον προϋπολογισμό του έτους 2023.
31 Μολονότι η VETS Svoge κατέβαλε ορισμένα ποσά προκειμένου να εξοφλήσει, κατά κεφάλαιο, τις εισφορές που όφειλε βάσει του άρθρου 36f του νόμου για την ενέργεια για το έτος 2023 καθώς και μέρος της οφειλόμενης εισφοράς για τον μήνα Ιανουάριο 2024, η διοικητική αρχή έκρινε ότι η εν λόγω εταιρία δεν είχε εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις της όσον αφορά την καταβολή των εισφορών 5 % και των σχετικών τόκων υπερημερίας. Κατόπιν τούτου, στις 22 Απριλίου 2024 η διοικητική αρχή εξέδωσε πράξη βεβαίωσης απαίτησης του Δημοσίου, με την οποία καθόρισε το συνολικό ύψος των οφειλών της VETS Svoge σε 55 671,89 BGN (περίπου 28 465 ευρώ), εκ των οποίων 41 971,86 BGN (περίπου 21 460 ευρώ) αφορούσαν το κεφάλαιο, το οποίο αντιστοιχούσε στις εισφορές 5 % επί των εσόδων από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς τον ΦΠΑ, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2024, και 13 700,03 BGN (περίπου 7 005 ευρώ) αφορούσαν τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας επί των μη εμπροθέσμως καταβληθεισών εισφορών 5 % για το χρονικό διάστημα από την 1η Αυγούστου 2021 έως τις 22 Απριλίου 2024.
32 Η VETS Svoge άσκησε προσφυγή ενώπιον του Administrativen sad Sofia-grad (διοικητικού πρωτοδικείου Σόφιας, Βουλγαρία), με την οποία αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πράξης αυτής.
33 Με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2024, το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή. Διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι, για τον μήνα Μάρτιο 2022 καθώς και για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2023, η εταιρία είχε αφαιρέσει, για καθέναν από τους πέντε σταθμούς της, ποσά από τα έσοδά της από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, όπως τα έσοδα αυτά αναγράφονταν στα τιμολόγια τα οποία είχε εκδώσει η ίδια, με αποτέλεσμα να έχει καταβάλει εισφορά μικρότερη από την οφειλόμενη βάσει του άρθρου 36f του νόμου για την ενέργεια.
34 Το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε συναφώς ότι οι εισφορές που οφείλονται βάσει του ως άνω άρθρου και οι εισφορές ειδικού σκοπού που οφείλονται βάσει του άρθρου 8 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου για την εφαρμογή προϋπολογισμών του έτους 2022, το οποίο θεσπίστηκε επί τη βάσει του κανονισμού 2022/1854, καθώς και εκείνες που οφείλονται βάσει του άρθρου 3 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου για τον προϋπολογισμό του έτους 2023 και του άρθρου 3 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου για τον προϋπολογισμό του έτους 2024, κατ’ αρχάς, έχουν ως αντικείμενο διαφορετικού είδους σχέσεις και διέπονται από διαφορετικές νομοθετικές πράξεις, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει αντιστοιχία, εν συνεχεία, έχουν διαφορετικούς μηχανισμούς υπολογισμού, καταβολής και προσδιορισμού και, τέλος, θεσπίστηκαν για την αντιστάθμιση δαπανών διαφορετικής φύσης και διαφορετικού ύψους. Προσέθεσε ότι, με τη θέσπιση των δύο αυτών εισφορών, ο Βούλγαρος νομοθέτης είχε επιδιώξει διαφορετικούς σκοπούς. Επισήμανε επίσης ότι καμία από τις μεταβατικές διατάξεις δεν είχε τροποποιήσει το άρθρο 36f του νόμου για την ενέργεια ή τον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς 5 % την οποία προβλέπει το άρθρο αυτό.
35 Κατά συνέπεια, το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι η διοικητική αρχή βασίμως είχε θεωρήσει ότι η VETS Svoge δεν είχε υπολογίσει ούτε είχε καταβάλει ορθώς τις εισφορές που όφειλε βάσει του ως άνω άρθρου 36f, όταν αφαίρεσε τις εισφορές ειδικού σκοπού από τα έσοδα επί των οποίων υπολογίζονται οι πρώτες αυτές εισφορές.
36 Η VETS Svoge άσκησε αναίρεση ενώπιον του Varhoven administrativen sad (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Βουλγαρία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο. Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι οι διαπιστώσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αντιβαίνουν, αφενός, στον νόμο για την ενέργεια, στον νόμο για την εφαρμογή του προϋπολογισμού του έτους 2022, στους νόμους για τους προϋπολογισμούς των ετών 2023 και 2024, στην κανονιστική πράξη σχετικά με τους πόρους του FSES και στις θεμελιώδεις αρχές και ελευθερίες τις οποίες κατοχυρώνει το Konstitutsia na Republika Bulgaria (Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας), καθόσον επιβάλλουν στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας αδικαιολόγητη και δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση, και, αφετέρου, στο δίκαιο της Ένωσης.
37 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει ιδίως από τον κανονισμό 2022/1854, τα έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία υπερβαίνουν το ανώτατο όριο εσόδων που καθορίζει ο εν λόγω κανονισμός δεν θεωρούνται έσοδα για τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς, αλλά αποτελούν έσοδα υπέρ των κρατών μελών, ανακατευθυνόμενα προς τους τελικούς καταναλωτές προκειμένου να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες των αυξήσεων των τιμών. Παρατηρεί επίσης ότι, κατά τον εν λόγω κανονισμό, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν μέτρα που περιορίζουν περαιτέρω τα αγοραία έσοδα μόνον εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες απαριθμεί ο ίδιος κανονισμός. Εξ αυτού συνάγεται, κατά το αιτούν δικαστήριο, ότι ένα πρόσθετο μέτρο μπορεί να θεωρηθεί αναλογικό μόνον εφόσον δεν προκαλεί ζημία στους παραγωγούς και δεν θέτει σε κίνδυνο τον ανταγωνισμό.
38 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, για τον υπολογισμό της εισφοράς 5 % την οποία προβλέπει το άρθρο 36f του νόμου για την ενέργεια, τα έσοδα από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας συνίστανται στο σύνολο των εσόδων από πωλήσεις που τιμολογούνται σε ρυθμιζόμενες ή ελεύθερα διαπραγματεύσιμες τιμές, οι δε μόνες δαπάνες που μπορούν να αφαιρεθούν είναι οι δαπάνες λόγω ανεπάρκειας εφοδιασμού. Ως εκ τούτου, κατά το αιτούν δικαστήριο, το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 36f δεν πληροί τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει ο κανονισμός 2022/1854, διότι είναι δυσανάλογο, δεν λαμβάνει υπόψη τις λειτουργικές δαπάνες, τις δαπάνες παραγωγής και τις επενδυτικές δαπάνες των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και περιορίζει τη δραστηριότητά τους. Κατά την εκτίμησή του, ο κανονισμός 2022/1854, ως πράξη του δικαίου της Ένωσης, υπερισχύει της εθνικής νομοθεσίας και, επομένως, αποκλείει την παράλληλη ισχύ της εισφοράς που προβλέπει το άρθρο 36f του νόμου για την ενέργεια, η οποία ισοδυναμεί και αυτή με ανώτατο όριο εσόδων, και του υποχρεωτικού ανώτατου ορίου εσόδων το οποίο θεσπίζει ο ίδιος ο κανονισμός.
39 Εξάλλου, κατά το αιτούν δικαστήριο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το ως άνω ανώτατο όριο και η εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 36f μπορούν να ισχύουν παράλληλα, διαπιστώνεται ότι το ποσό που εισπράττεται υπό μορφή εισφορών ειδικού σκοπού δεν αποτελεί εισόδημα από την πλευρά του ενδιαφερόμενου παραγωγού. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 36f του νόμου για την ενέργεια, είναι παράνομο να υπολογίζεται η οφειλόμενη βάσει της διάταξης αυτής εισφορά 5 % και επί του ποσού των εισφορών ειδικού σκοπού. Ένας τέτοιος υπολογισμός συνεπάγεται, επιπλέον, διπλή φορολόγηση της ίδιας αξίας. Είναι επίσης δυσανάλογος και αντίθετος προς τους σκοπούς του κανονισμού 2022/1854, οι οποίοι συνίστανται στον περιορισμό όχι πλασματικών, αλλά πραγματικών εσόδων.
40 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 11, των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του νόμου για την εφαρμογή προϋπολογισμών του έτους 2022, οι εισφορές ειδικού σκοπού αναγνωρίζονται ως τρέχουσες λειτουργικές δαπάνες των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας. Το να αντιμετωπίζονται ως έσοδα αποκλειστικώς για τους σκοπούς της φορολόγησής τους βάσει του άρθρου 36f συνιστά, κατά το αιτούν δικαστήριο, αυθαίρετη πράξη του κράτους, ασύμβατη προς τις αρχές της αλληλεγγύης και της αναλογικότητας τις οποίες κατοχυρώνει το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, κατά την άποψή του, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι νόμιμο κατά το εσωτερικό δίκαιο, πρέπει, κατ’ εφαρμογήν της αρχής lex posterior derogat legi priori, να ληφθεί υπόψη η σιωπηρή κατάργηση του άρθρου 36f και, συνεπώς, ο όρος «έσοδα» να ερμηνεύεται σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 8 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων.
41 Τρίτον, κατά το αιτούν δικαστήριο, η υποχρέωση καταβολής εισφοράς 5 % επί του ποσού των εισφορών ειδικού σκοπού αποθαρρύνει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και οδηγεί σε διακοπή των επενδύσεων καθώς και σε αναγκαστικό περιορισμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αυτού του είδους, λόγω των ζημιών που προκαλεί. Επιπλέον, η εν λόγω εισφορά είναι ασύμβατη προς την πολιτική της Ένωσης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και της προώθησης της κλιματικής ουδετερότητας που επιδιώκεται με τον κανονισμό 2021/1119.
42 Τέταρτον, κατά το αιτούν δικαστήριο, η ως άνω εισφορά είναι ασύμβατη προς την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, διότι επιβάλλει υπέρμετρη φορολόγηση στους παραγωγούς που επιθυμούν να εισέλθουν στη βουλγαρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ή να διατηρήσουν τη δραστηριότητά τους σε αυτήν, όπερ, επιπλέον, περιορίζει την ελευθερία εγκατάστασης και συνιστά παράβαση του άρθρου 17 του Χάρτη.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 8 του [κανονισμού 2022/1854] την έννοια ότι μπορεί να διατηρηθεί εθνικό μέτρο, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 36f του νόμου για την ενέργεια εισφορά, ανερχόμενη στο 5 % των εσόδων από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, και συγχρόνως να υφίσταται υποχρεωτικό ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Έχει το άρθρο 8 του [κανονισμού 2022/1854] την έννοια ότι επιτρέπεται να υπολογίζεται και να οφείλεται εισφορά, ανερχόμενη στο 5 % των εσόδων από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, επί των ποσών που υπερβαίνουν το υποχρεωτικό ανώτατο όριο εσόδων, τα οποία πρέπει να καταβάλλονται από τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας στο [FSES] και δεν αποτελούν έσοδα για τους ίδιους; Μπορεί να θεωρηθεί, στο πλαίσιο της ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων, ότι η εισφορά ποσοστού 5 % των εσόδων από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας δεν συνιστά δυσμενή διάκριση, καίτοι συνεπάγεται, για ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, τη διπλή φορολόγηση των ίδιων ποσών;
3) Λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας
– του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 4 του κανονισμού 2021/1119, σε συνδυασμό με το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, από τα οποία καταδεικνύεται η θεμελιώδης σημασία της μετάβασης των κρατών μελών σε ένα ενεργειακό σύστημα βασισμένο σε ανανεώσιμες πηγές,
– του άρθρου 3, παράγραφοι 1, 3 και 4, της οδηγίας 2018/2001, το οποίο προβλέπει τον δεσμευτικό στόχο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης της επίτευξης ορισμένου μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έως το 2030, καθώς και την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν την επίτευξη αυτού του μεριδίου,
– του άρθρου 3, στοιχεία αʹ, βʹ, ηʹ και ιστʹ, και του άρθρου 10, παράγραφοι 1, 4 και 5, του κανονισμού 2019/943, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 22 και 23 του κανονισμού αυτού, του άρθρου 5, παράγραφοι 1, 3 και 4, της οδηγίας 2019/944 και του άρθρου 8 του κανονισμού 2022/1854, στο οποίο θεσπίζονται οι γενικές αρχές που διέπουν τη διαμόρφωση των τιμών στην αγορά εμπορίας ενέργειας:
επιτρέπει το δίκαιο της Ένωσης στο βουλγαρικό κράτος να επιβάλλει στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και να εισπράττει από αυτούς εισφορές, όπως την προβλεπόμενη στο άρθρο 36f του νόμου για την ενέργεια εισφορά, επί των ποσών που υπερβαίνουν το υποχρεωτικό ανώτατο όριο εσόδων που οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας οφείλουν να εισφέρουν στο [FSES] και τα οποία δεν αποτελούν έσοδα για τους ίδιους; Μπορεί, υπό το πρίσμα της ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων, να θεωρηθεί ότι η μεταχείριση αυτή έχει αναλογικό χαρακτήρα, καίτοι δεν λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές λειτουργικές δαπάνες των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας;
4) Έχουν το άρθρο 63 ΣΛΕΕ και το άρθρο 17 του [Χάρτη] την έννοια ότι αντίκεινται σε εθνική νομοθεσία και εθνική πρακτική, όπως οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση, κατά τις οποίες τα ποσά που καταβάλλουν στο Δημόσιο οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας (ποσά που υπερβαίνουν το υποχρεωτικό ανώτατο όριο για τα έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας) επιβαρύνονται με πρόσθετη απαίτηση του Δημοσίου (ανερχόμενη στο 5 % σύμφωνα με το άρθρο 36f του νόμου για την ενέργεια);»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
44 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας οφείλουν μηνιαία εισφορά η οποία ανέρχεται στο 5 % των εσόδων που πραγματοποιούν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, προορίζεται για τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα που έχει ως σκοπό να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του εν λόγω κράτους μέλους και ισχύει παράλληλα με το μέτρο επιβολής ανώτατου ορίου στα έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπεται στον ίδιο κανονισμό.
45 Συναφώς, επισημαίνεται προκαταρκτικώς ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχονται στην απόφαση περί παραπομπής, τα οποία εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη μηνιαία εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 36f, παράγραφος 1, του νόμου για την ενέργεια και οφείλεται για τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποίησε η VETS Svoge κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Αυγούστου 2021 έως τις 22 Απριλίου 2024.
46 Υπενθυμίζεται, επομένως, κατά πρώτον, ότι, κατά το άρθρο 22, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2022/1854, τα άρθρα 6 έως 8 του κανονισμού εφαρμόζονταν από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Ιουνίου 2023. Εξ αυτού συνάγεται ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η περιγραφόμενη στη σκέψη 44 της παρούσας απόφασης για περίοδο κατά την οποία το άρθρο αυτό δεν είχε εφαρμογή (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2026, Secab, C‑423/23, EU:C:2026:32, σκέψη 38), ήτοι για την περίοδο πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2022 και για την περίοδο μετά τις 30 Ιουνίου 2023.
47 Κατά δεύτερον, όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία τα εν λόγω άρθρα 6 έως 8 είχαν εφαρμογή, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2022/1854 προβλέπει ότι τα αγοραία έσοδα των παραγωγών τα οποία προκύπτουν από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τις πηγές που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού περιορίζονται κατ’ ανώτατο όριο σε 180 ευρώ ανά MWh παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά την τελευταία ως άνω διάταξη, οι εν λόγω πηγές είναι η αιολική ενέργεια, η ηλιακή ενέργεια, η γεωθερμική ενέργεια, η υδροηλεκτρική ενέργεια χωρίς ταμιευτήρα, τα στερεά και αέρια καύσιμα βιομάζας, εξαιρουμένου του βιομεθανίου, τα απόβλητα, η πυρηνική ενέργεια, ο λιγνίτης, τα προϊόντα αργού πετρελαίου και η τύρφη.
48 Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του κανονισμού 2022/1854 προσδιορίζει διάφορα άλλα μέτρα τα οποία μπορούν να λάβουν τα κράτη μέλη. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για τη διατήρηση ή τη θέσπιση μέτρων που περιορίζουν περαιτέρω τα αγοραία έσοδα των παραγωγών που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από τις πηγές που απαριθμούνται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού· για τον καθορισμό υψηλότερου ανώτατου ορίου στα αγοραία έσοδα για τους παραγωγούς αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι οι επενδυτικές και λειτουργικές τους δαπάνες υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού· για τη διατήρηση ή τη θέσπιση εθνικών μέτρων για τον περιορισμό των αγοραίων εσόδων των παραγωγών που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από πηγές που δεν αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 7, παράγραφος 1· για τον καθορισμό ειδικού ανώτατου ορίου στα αγοραία έσοδα που προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λιθάνθρακα, και για την υπαγωγή των μονάδων παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας που δεν αναφέρονται στο ίδιο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σε ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα, ή για τη διατήρηση ή τη θέσπιση μέτρων που περιορίζουν περαιτέρω τα αγοραία έσοδά τους. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 2022/1854 απαριθμεί τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1.
49 Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 2022/1854, ο εν λόγω κανονισμός θεσπίζει επείγουσα παρέμβαση για τον μετριασμό των επιπτώσεων των υψηλών τιμών ενέργειας μέσω έκτακτων, στοχευμένων και χρονικά περιορισμένων μέτρων, τα οποία αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη θέσπιση ανώτατου ορίου στα αγοραία έσοδα ορισμένων παραγωγών από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και στην αναδιανομή τους στους τελικούς πελάτες ηλεκτρικής ενέργειας με στοχευμένο τρόπο.
50 Ειδικότερα, η αιτιολογική σκέψη 25 του ως άνω κανονισμού διευκρινίζει ότι, σε μια κατάσταση όπου οι καταναλωτές εκτίθενται σε εξαιρετικά υψηλές τιμές που βλάπτουν επίσης την οικονομία της Ένωσης, είναι αναγκαίο να περιοριστούν, σε προσωρινή βάση, τα έκτακτα αγοραία έσοδα των παραγωγών που έχουν χαμηλότερο οριακό κόστος, μέσω της εφαρμογής του ανώτατου ορίου στα αγοραία έσοδα που προκύπτουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας εντός της Ένωσης. Στο ίδιο πνεύμα, και η αιτιολογική σκέψη 41 του εν λόγω κανονισμού εκθέτει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν τη δυνατότητα να περιορίζουν περαιτέρω τα έσοδα των παραγωγών στους οποίους εφαρμόζεται το ανώτατο όριο στα αγοραία έσοδα, τούτο δε, κατά την αιτιολογική σκέψη 40 του ίδιου κανονισμού, δεδομένου ότι το μείγμα παραγωγής και η διάρθρωση του κόστους των εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών.
51 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι εθνική εισφορά όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία επιβάλλεται στο σύνολο των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιούν πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους και έχει ως αντικείμενο τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα επιφορτισμένου να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του εν λόγω κράτους μέλους, αφενός, δεν ταυτίζεται με το μέτρο επιβολής ανώτατου ορίου στα έσοδα που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2022/1854. Αφετέρου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ούτε ότι συγκαταλέγεται στα μέτρα τα οποία μπορούν να λάβουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. Πράγματι, το αντικείμενο μιας τέτοιας εισφοράς είναι προδήλως ξένο προς τον σκοπό που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός, το δε προσωπικό πεδίο εφαρμογής της ουδόλως αντιστοιχεί, άλλωστε, σε εκείνο των μέτρων που προβλέπει το ως άνω άρθρο 8.
52 Εξ αυτού συνάγεται ότι εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει εισφορά όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2022/1854 και, ειδικότερα, των άρθρων 6 έως 8 του εν λόγω κανονισμού.
53 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από καμία διάταξη του εν λόγω κανονισμού δεν προκύπτει ότι αυτός έχει εφαρμογή σε μέτρο επιβολής ανώτατου ορίου στα έσοδα το οποίο θεσπίζεται με εθνική ρύθμιση για περίοδο προγενέστερη της έναρξης ισχύος του και ότι, ελλείψει σχετικής ρύθμισης της Ένωσης, εφαρμοστέας ratione temporis, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη στερούνται της δυνατότητας να ασκούν συναφώς τις αρμοδιότητές τους (πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Electrabel κ.λπ., C‑633/23, EU:C:2025:991, σκέψη 58).
54 Η τελευταία ως άνω διαπίστωση πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να ισχύει και όσον αφορά εθνική ρύθμιση που προβλέπει εισφορά όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2022/1854. Ειδικότερα, από καμία διάταξη του εν λόγω κανονισμού δεν προκύπτει ότι, κατά την περίοδο κατά την οποία ο κανονισμός είχε εφαρμογή ratione temporis, τα κράτη μέλη στερούνταν της αρμοδιότητάς τους να επιβάλλουν υποχρεωτικές εισφορές με σκοπό τη χρηματοδότηση δημόσιων φορέων επιφορτισμένων με καθήκοντα δημοσίου συμφέροντος όπως, εν προκειμένω, η εγγύηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του ενεργειακού τομέα και η ασφάλεια του εθνικού δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας.
55 Συναφώς, είναι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ασκούν τις αρμοδιότητές τους τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και, ως εκ τούτου, κατά τρόπο ώστε να διαφυλάσσεται ιδίως η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κανονισμού αυτού (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Electrabel κ.λπ., C‑633/23, EU:C:2025:991, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εντούτοις, εισφορά όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της, ιδίως δε του αντικειμένου και του πεδίου εφαρμογής της, ουδόλως μπορεί να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα των ως άνω διατάξεων, από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει, εξάλλου, ότι προσκρούει κατ’ άλλον τρόπο στο δίκαιο της Ένωσης.
56 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας οφείλουν μηνιαία εισφορά η οποία ανέρχεται στο 5 % των εσόδων που πραγματοποιούν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, προορίζεται για τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα που έχει ως σκοπό να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του εν λόγω κράτους μέλους και ισχύει παράλληλα με το μέτρο επιβολής ανώτατου ορίου στα έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπεται στον ίδιο κανονισμό.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
57 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854, ιδίως δε η προϋπόθεση περί απαγόρευσης των διακρίσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου αυτού, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η μηνιαία εισφορά την οποία οφείλουν οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας βάσει της ρύθμισης αυτής και η οποία προορίζεται για τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα που έχει ως σκοπό να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του οικείου κράτους μέλους υπολογίζεται και εισπράττεται βάσει του συνόλου των εσόδων από τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιούν οι παραγωγοί αυτοί στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.
58 Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί, αφενός, ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 46 της παρούσας απόφασης, το ως άνω άρθρο 8 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε τέτοια εθνική ρύθμιση για περίοδο κατά την οποία το συγκεκριμένο άρθρο δεν είχε εφαρμογή. Αφετέρου, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 52 της παρούσας απόφασης, τέτοια εθνική ρύθμιση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2022/1854. Εξ αυτού συνάγεται ότι το ίδιο άρθρο 8 δεν μπορεί να αντιτίθεται στο να υπολογίζεται και να εισπράττεται εισφορά, όπως η περιγραφόμενη στην προηγούμενη σκέψη, βάσει του συνόλου των εσόδων από τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιούν οι παραγωγοί αυτοί στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.
59 Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854, ιδίως δε η προϋπόθεση περί απαγόρευσης των διακρίσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου αυτού, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η μηνιαία εισφορά την οποία οφείλουν οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας βάσει της ρύθμισης αυτής και η οποία προορίζεται για τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα που έχει ως σκοπό να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του οικείου κράτους μέλους υπολογίζεται και εισπράττεται βάσει του συνόλου των εσόδων από τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιούν οι παραγωγοί αυτοί στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
60 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία, πρώτον, του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και του άρθρου 4 του κανονισμού 2021/1119, σε συνδυασμό με το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, δεύτερον, του άρθρου 3, παράγραφοι 1, 3 και 4, της οδηγίας 2018/2001 και, τρίτον, του άρθρου 3, στοιχεία αʹ, βʹ, ηʹ και ιστʹ, καθώς και του άρθρου 10, παράγραφοι 1, 4 και 5, του κανονισμού 2019/943, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 22 και 23 του εν λόγω κανονισμού, με το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 3 και 4, της οδηγίας 2019/944, καθώς και με το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854.
61 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας που θεσπίζεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ για τη συνεργασία μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, το εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο αν η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Ως εκ τούτου, εφόσον τα υποβαλλόμενα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο είναι κατ’ αρχήν υποχρεωμένο να αποφανθεί (βλ. αποφάσεις της 21ης Απριλίου 1988, Pardini, 338/85, EU:C:1988:194, σκέψη 8, της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 61, και της 11ης Ιουνίου 2026, OTP banka, C‑81/24, EU:C:2026:470, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
62 Πράγματι, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχουν υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο εντός του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει το δικαστήριο αυτό με δική του ευθύνη, και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, είναι κατά τεκμήριο λυσιτελή. Επομένως, το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Cartesio, C‑210/06, EU:C:2008:723, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιουνίου 2026, OTP banka, C‑81/24, EU:C:2026:470, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
63 Εντούτοις, από το άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει, πρώτον, να περιέχει συνοπτική έκθεση του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και των σχετικών πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά διαπιστώθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, ή, τουλάχιστον, έκθεση των πραγματικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα. Πρέπει, δεύτερον, να περιλαμβάνει το περιεχόμενο των εθνικών διατάξεων που ενδέχεται να έχουν εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης και, ενδεχομένως, τη σχετική εθνική νομολογία. Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εκθέτει τους λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και την κατά τη γνώμη του σχέση μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας (βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 2014, Municipiul Piatra Neamț, C‑13/14, EU:C:2014:2000, σκέψη 10 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και απόφαση της 4ης Ιουνίου 2026, Darashev, C‑312/24, EU:C:2026:449, σκέψη 56).
64 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε, βεβαίως, το περιεχόμενο των εθνικών διατάξεων που έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς αυτής. Επιπλέον, επισήμανε, σχετικά με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, ότι η εισφορά 5 % αποθαρρύνει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, οδηγεί σε διακοπή των επενδύσεων καθώς και σε αναγκαστικό περιορισμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αυτού του είδους και είναι ασύμβατη προς την πολιτική της Ένωσης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και της προώθησης της κλιματικής ουδετερότητας.
65 Ωστόσο, πέραν των ως άνω γενικών διαπιστώσεων, και όπως υποστήριξε επίσης η διοικητική αρχή, το αιτούν δικαστήριο ουδόλως εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους εκφράζει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα ούτε την κατά τη γνώμη του σχέση μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας.
66 Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τον τρόπο υπολογισμού εισφοράς την οποία θέσπισε ο Βούλγαρος νομοθέτης και η οποία προορίζεται για τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα που έχει ως σκοπό να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του οικείου κράτους μέλους. Πλην όμως, το αιτούν δικαστήριο ουδόλως εξήγησε την κατά τη γνώμη του σχέση μεταξύ, αφενός, της εθνικής νομοθεσίας που αφορά την ως άνω εισφορά και τον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς αυτής και, αφετέρου, των διατάξεων των οποίων την ερμηνεία ζητεί με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Άλλωστε, μολονότι το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει, κατά τρόπο γενικό, τον κανονισμό 2021/1119, εντούτοις καμία από τις λοιπές πράξεις και καμία από τις διατάξεις τις οποίες αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα δεν μνημονεύεται στην απόφαση περί παραπομπής.
67 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Κατά συνέπεια, το ως άνω ερώτημα είναι απαράδεκτο, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 62 και 63 της παρούσας απόφασης.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
68 Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 63 ΣΛΕΕ και το άρθρο 17 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιούν πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού οφείλουν μηνιαία εισφορά 5 % η οποία προορίζεται για τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα που έχει ως σκοπό να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του εν λόγω κράτους μέλους και υπολογίζεται επί του συνόλου των εσόδων που πραγματοποιούν από τις πωλήσεις αυτές.
69 Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι, πέραν της γενικής διαπίστωσης ότι τέτοια εισφορά περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, το αιτούν δικαστήριο ουδόλως εξήγησε τους λόγους για τους οποίους εκφράζει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 63 ΣΛΕΕ ούτε την κατά τη γνώμη του σχέση μεταξύ της διάταξης αυτής και της διαφοράς της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, κατά το μέρος που αφορά την ως άνω διάταξη, είναι απαράδεκτο, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που εκτέθηκε στις σκέψεις 62 και 63 της παρούσας απόφασης.
70 Αφετέρου, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 17 του Χάρτη, υπενθυμίζεται ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη ορίζεται στο άρθρο του 51, παράγραφος 1, κατά το οποίο, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.
71 Επομένως, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης μπορούν να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως όχι πέραν των καταστάσεων αυτών (αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 19, και της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 41).
72 Οσάκις, αντιθέτως, μια έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επ’ αυτής και οι διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση δεν μπορούν να θεμελιώσουν, αυτές και μόνον, την εν λόγω αρμοδιότητα (βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 22, και της 21ης Μαΐου 2026, 24.hu, C‑843/24, EU:C:2026:426, σκέψη 28).
73 Η φράση «όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης», κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, προϋποθέτει την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ πράξεως του δικαίου της Ένωσης και του επίμαχου εθνικού μέτρου που να υπερβαίνει την εγγύτητα των σχετικών τομέων ή τις έμμεσες επιπτώσεις του ενός τομέα στον άλλο (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
74 Συνεπώς, προκειμένου να κριθεί αν εθνικό μέτρο «εφαρμόζ[ει] το δίκαιο της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, πρέπει να εξακριβωθεί, μεταξύ άλλων στοιχείων, αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση σκοπεί στην εφαρμογή διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ο χαρακτήρας της ρυθμίσεως και το αν αυτή επιδιώκει την επίτευξη σκοπών διαφορετικών από εκείνους του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν ενδέχεται να επηρεάζει εμμέσως το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και αν υφίσταται ρύθμιση του δικαίου της Ένωσης ειδική στον εν λόγω τομέα ή δυνάμενη να τον επηρεάσει (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Εν προκειμένω, αφενός, από την εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2022/1854. Αφετέρου, από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ της ρύθμισης αυτής και άλλης πράξης του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ως άνω ρύθμιση αποσκοπεί στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη.
76 Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα κατά το μέρος που το ερώτημα αυτό αφορά την ερμηνεία του άρθρου 17 του Χάρτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
77 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/1854 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2022, σχετικά με παρέμβαση έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας οφείλουν μηνιαία εισφορά η οποία ανέρχεται στο 5 % των εσόδων που πραγματοποιούν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, προορίζεται για τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα που έχει ως σκοπό να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του εν λόγω κράτους μέλους και ισχύει παράλληλα με το μέτρο επιβολής ανώτατου ορίου στα έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπεται στον ίδιο κανονισμό.
2) Το άρθρο 8 του κανονισμού 2022/1854, ιδίως δε η προϋπόθεση περί απαγόρευσης των διακρίσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου αυτού,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η μηνιαία εισφορά την οποία οφείλουν οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας βάσει της ρύθμισης αυτής και η οποία προορίζεται για τη χρηματοδότηση δημόσιου φορέα που έχει ως σκοπό να εγγυάται τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ενεργειακού τομέα και την ασφάλεια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του οικείου κράτους μέλους υπολογίζεται και εισπράττεται βάσει του συνόλου των εσόδων από τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιούν οι παραγωγοί αυτοί στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.
(υπογραφές)
