Το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο ακύρωσε μαζικούς καταλογισμούς της ΔΟΥ – Δικαιώθηκε η προσφεύγουσα που βρέθηκε αντιμέτωπη με πρόστιμα και τόκους
Υπέρογκα ποσά που ξεπερνούσαν συνολικά τα 409.000 ευρώ –χωρίς να υπολογίζονται τα πρόσθετα πρόστιμα και οι τόκοι– ζητούσε η εφορία από συμβολαιογράφο που είχε διοριστεί προσωρινά ως ειδική άμισθη υποθηκοφύλακας, βγάζοντας συνολικά είκοσι τέσσερις πράξεις καταλογισμού. Τα χρήματα αυτά, σύμφωνα με τους ελεγκτές, αφορούσαν τέλη και δικαιώματα που η ίδια είχε εισπράξει από τους πολίτες κατά τις συναλλαγές τους στο υποθηκοφυλακείο, αλλά δεν είχε αποδώσει στο Δημόσιο και στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. κατά τη διάρκεια της θητείας της, η οποία διήρκεσε από τις αρχές του 2014 έως το τέλος του 2015.
Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται όταν Πταισματοδικείο ζήτησε επίσημα στοιχεία για τα έσοδα του υποθηκοφυλακείου. Κλιμάκιο ελεγκτών της ΔΟΥ πραγματοποίησε επιτόπιο έλεγχο στα βιβλία του καταστήματος. Κατά τον έλεγχο, οι εφοριακοί διαπίστωσαν ότι είχαν μεν αποδοθεί ορισμένα χρηματικά ποσά σε προγενέστερους χρόνους, ωστόσο υπήρχαν μεγάλα κενά ανά μήνα για ολόκληρη τη διετία. Με βάση αυτά τα ευρήματα, εκδόθηκαν αρχικά σημειώματα διαπιστώσεων και ακολούθησαν οι 24 χωριστές οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού. Με τις πράξεις αυτές, η εφορία χρέωσε στην υποθηκοφύλακα τα ανείσπρακτα –κατά τους ελεγκτές– τέλη (συνολικού ύψους 409.204,34 ευρώ), επιβάλλοντας παράλληλα βαριά πρόστιμα και τόκους με βάση τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Η πρώην υποθηκοφύλακας προσπάθησε να αμφισβητήσει τους καταλογισμούς ακολουθώντας την προβλεπόμενη διοικητική οδό. Αρχικά υπέβαλε ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι οι συγκεκριμένοι καταλογισμοί δεν υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Στη συνέχεια, η υπόθεση πήρε τον δρόμο των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και τελικά παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς η φύση της αφορούσε τον έλεγχο λογαριασμών δημοσίου υπολόγου.
Το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο εξέτασε την υπόθεσηκαι δικαίωσε πλήρως την προσφεύγουσα, εστιάζοντας κυρίως στον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η φορολογική αρχή. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφγασης, η εφορία δεν είχε το δικαίωμα να προχωρήσει σε αυτούς τους καταλογισμούς, καθώς η σχετική αρμοδιότητα ανήκει αποκλειστικά σε άλλα όργανα του κράτους. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, οι πράξεις «εκδόθηκαν αναρμοδίως από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., καθόσον η αρμοδιότητα καταλογισμού του ένδικου φερόμενου ελλείμματος έχει απονεμηθεί κατά το νόμο σε έτερα όργανα (διατάκτης, οικονομικοί επιθεωρητές και Ελεγκτικό Συνέδριο)».
Παράλληλα, το δικαστήριο υπογράμμισε ότι ολόκληρη η διαδικασία έγινε «χωρίς να προηγηθεί αρμοδίως διαχειριστικός έλεγχος», ακυρώνοντας εκ βάθρων τις απαιτήσεις της εφορίας. Με την απόφαση αυτή, η έφεση έγινε δεκτή, ακυρώθηκαν οι 24 πράξεις καταλογισμού και διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου που είχε καταβάλει η προσφεύγουσα.
