Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή αντιμετωπίζονται ως μισθωτοί όσον αφορά την ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο κύριας σύνταξης και οι εντολείς-εργοδότες αυτών αποδίδουν ασφαλιστικές εισφορές (τόσο την εργοδοτική όσο και την μηνιαίως παρακρατούμενη από την πάγια αντιμισθία εισφορά του ασφαλισμένου έμμισθου δικηγόρου) κατά τα οριζόμενα στις περί εισφορών διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ο προσφεύγων προβάλλει ότι εσφαλμένως εξετάστηκαν από τα όργανα του καθ’ ου οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στην ασφάλιση του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και η ύπαρξη ή μη σχέσης εξαρτημένης εργασίας με την συγκεκριμένη Τράπεζα, ενώ θα έπρεπε να εξεταστεί η ασφαλιστική του τακτοποίηση στο πρώην Ε.Τ.Α.Α. – Τ.Α.Ν., ως δικηγόρος απασχολούμενος στην Τράπεζα, με καθεστώς έμμισθης εντολής. Τα όργανα του e-Ε.Φ.Κ.Α. εσφαλμένα εξέλαβαν ότι η καταγγελία του προσφεύγοντος αφορούσε στην υπαγωγή του στην ασφάλιση του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., απορρίπτοντας το υποβληθέν αίτημά του, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας που αποκλείει την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας, ενώ θα έπρεπε να εξετάσουν εάν από τα προσκομισθέντα από τον καταγγέλλοντα στοιχεία, προκύπτει η σχέση έμμισθης εντολής αυτού, ως δικηγόρου, με την Τράπεζα και, ως εκ τούτου, η υποχρέωση ασφάλισής του στο πρώην Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν. και, εν συνεχεία, στον Ε.Φ.Κ.Α. (και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.),με καταβολή των αναλογουσών εισφορών από τον εργοδότη. Οι έμμισθοι δικηγόροι παραμένουν αυτοαπασχολούμενοι, αλλά το εισόδημά τους από την διαρκή σχέση εξομοιώνεται κατά πλάσμα δικαίου με εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες με τον κανόνα επιμερισμού 1/3–2/3 του άρ. 38. Δέχεται την προσφυγή.
Αριθμός Απόφασης 1954/2026
ΠΡ ./2022
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
ΤΜΗΜΑ 8ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ
σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2025, με δικαστές τις: Ελένη Βασιλοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Ευαγγελία-Δόξα Κουσιουρή (εισηγήτρια), Κωνσταντίνα-Ελένη Πανταζοπούλου, Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα τον Ανέστη Φάλκο, δικαστικό υπάλληλο,
γ ι α να δικάσει την με ημερομηνία κατάθεσης 29.3.2022 προσφυγή,
τ ο υ …, κατοίκου Αθηνών (οδός . αρ. .), ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο και σύζυγό του Ευνίκη Δρούτσα,
κ α τ ά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-Ε.Φ.Κ.Α.), που εκπροσωπείται από το Διοικητή του και παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ.2 του Κ.Δ.Δ., του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μωυσίδη.
Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή νομίμως φέρεται προς νέα συζήτηση μετά την έκδοση της 6721/2025 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου για τη συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας.
2. Επειδή, με την προσφυγή αυτή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό … ηλεκτρονικό παράβολο), ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της ./29.11.2021 ένστασης (ενδικοφανούς προσφυγής) του προσφεύγοντος κατά της Μ/./22.9.2021 απόφασης του Διευθυντή του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Ασφάλισης (Π.Ε.Κ.Α.) Αττικής του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.). Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η καταγγελία που υπέβαλε ο προσφεύγων ως προς την ασφαλιστική του τακτοποίηση για την απασχόλησή του, ως δικηγόρος με σύμβαση έμμισθης εντολής, στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «Τράπεζα EUROBANK Α.Ε», κατά τη χρονική περίοδο 10ος/2008 -6ος/2019.
3. Επειδή, με την παρ.2 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989 «Τροποποίηση, αντικατάσταση και συμπλήρωση διατάξεων του ν. 1756/1988 “Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών”, τροποποίηση διατάξεων του ν.δ. 3026/1954 “Περί Κώδικος Δικηγόρων και άλλες διατάξεις”» (ΦΕΚ Α΄ 230), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 37 του ν.2145/1993 (ΦΕΚ Α΄ 88) και συμπληρώθηκε με την παρ.8 του άρθρου 18 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α΄ 48), προβλέφθηκαν τα περί της καταβολής ασφαλιστικών εισφορών από τους δικηγόρους που αμείβονται με σχέση έμμισθης εντολής, ως εξής: «Το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ., τα ν.π.ι.δ., καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούν δικηγόρους με έμμισθη εντολή ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις του ν.3026/1954 “περί του Κώδικα Δικηγόρων” έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων και τον Κ.Ε.Α.Δ. ποσοστό 2/3 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολούμενων σε αυτά δικηγόρων. Η υποχρέωση καταβολής του ποσοστού αυτού ασφαλίστρων αρχίζει από 1.1.93 και ισχύει για τους μέχρι 31.12.92 ασφαλισμένους στους ανωτέρω φορείς δικηγόρους. Οι διατάξεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν και για τους από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένους δικηγόρους στους ανωτέρω φορείς. Η παραπάνω εισφορά αποδίδεται από τους φορείς στα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στο μήνα Ιανουάριο του επόμενου έτους, στο οποίο αφορά η υποχρέωση καταβολής των εισφορών. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραπάνω διάταξης θα ρυθμισθούν με κοινή απόφαση των συναρμόδιων Υπουργών Οικονομικών, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης». Περαιτέρω, με το άρθρο 25 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α΄ 58) συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.), στο οποίο εντάχθηκαν το Ταμείο Νομικών και ο Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ.) [βλ. ΣτΕ 2047/2009], καθώς και το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών (Τ.Π.Δ.Α.) [βλ. ΣτΕ 1900/2011 7μ.], ως τομείς αυτού με πλήρη λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια. Ακολούθως, ο Τομέας Ασφάλισης Νομικών του Ε.Τ.Α.Α., σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 53 του ν.4387/2016 (ΦΕΚ Α΄ 85), εντάχθηκε από 1.1.2017 στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, το οποίο, με το άρθρο 1 του ν.4670/2020 (ΦΕΚ Α΄ 43), που πρόσθεσε άρθρο 51Α στο ν. 4387/2016, μετονομάσθηκε από 1.3.2020 σε «Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-Ε.Φ.Κ.Α.). Στο δε άρθρο 38 του ν. 4387/2016, με τίτλο «Εισφορές μισθωτών και εργοδοτών», όπως ίσχυε η παρ.3 αυτού πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 34 του ν. 4670/2020 (ΦΕΚ Α΄ 43/28.2.2020), προβλέφθηκε ότι: «1. […] 3. Καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20%, επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67% για τον εργαζόμενο και 13,33% για τον εργοδότη, διατηρούμενου σε ισχύ του τεκμηρίου υπέρ της μισθωτής εργασίας της ρύθμισης του άρθρου 2 παράγραφος 1 του α.ν. 1846/1951, για τις ακόλουθες, ιδίως, κατηγορίες ασφαλισμένων: α. […] στ. Για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, και άλλα πρόσωπα ασφαλιστέα λόγω ιδιότητας, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών. Στο εισόδημα, από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης, καταβάλλεται εισφορά, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 39 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζομένων, μη εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτή της παρ.3 του άρθρου 39 του παρόντος. Υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου παρέχουν τις υπηρεσίες τους περιοδικά έναντι παροχής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και στις κατηγορίες αυτές οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. 4. […]» και στο άρθρο 39 του ίδιου νόμου, με τίτλο «Εισφορές αυτοτελώς απασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών», προβλέφθηκε ότι «1. […]. 9. Στους ασφαλισμένους της παραγράφου 1 που αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και για τους οποίους προκύπτει ότι το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε έως δύο φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφαρμόζονται αναλογικά, ως προς το ύψος, τον τρόπο υπολογισμού και τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς, οι διατάξεις του άρθρου 38. […]».
4. Επειδή, πριν από τη θέση σε ισχύ του ν. 4387/2016 θέματα που αφορούσαν τις εισφορές για την ασφάλιση των δικηγόρων με έμμισθη εντολή ρυθμίζονταν με την προαναφερόμενη παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989. Ειδικότερα, με τις ως άνω διατάξεις του ν. 1868/1989 θεσπιζόταν υποχρέωση των νομικών και φυσικών προσώπων να καταβάλλουν στα ασφαλιστικά Ταμεία (Ταμείο Νομικών, Τ.Π.Δ.Α. και Κ.Ε.Α.Δ.) ποσοστό 2/3 της ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των δικηγόρων, που απασχολούνταν σε αυτά με έμμισθη εντολή (βλ. ΔΕφΑθ 628/2008, 1298/2005). Περαιτέρω, όπως έχει γίνει δεκτό (βλ. ΣτΕ 4374, 2085/2013, 124/2012, 3837/2011, 3021/2010), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, ΦΕΚ Α΄ 235), οι δικηγόροι, έστω και αν αμείβονται με πάγια αντιμισθία, συνδέονται με τον πελάτη τους με σχέση έμμισθης εντολής, η δε παροχή νομικών συμβουλών από δικηγόρο, ακόμη και στο πλαίσιο της σχέσης πάγιας αντιμισθίας, δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τα ως άνω ισχύουν και υπό τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 7 παρ.1, 8, 42 επ. του νεότερου ν. 4194/2013 “Κώδικας περί Δικηγόρων (ΦΕΚ Α΄ 208/23.9.2013), που είναι ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα (βλ. ΑΠ 200/2025, 491/2024, 1084/2023). Επομένως, οι έμμισθοι δικηγόροι από 1.1.2017, οπότε υπήχθησαν στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. (ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.), εξακολουθούν να φέρουν την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου (ΣτΕ 13/2022 7μ.). Διάφορο είναι το ζήτημα ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο νομοθέτης εξομοιώνει κατά πλάσμα δικαίου το εισόδημα των έμμισθων δικηγόρων με εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (βλ. ΣτΕ 13/2022 7μ., 909/2011 7μ.), όπως, άλλωστε, συμβαίνει και με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της περ. στ΄ της παρ.3 του άρθρου 38 του ν.4387/2016, που προβλέπει ρητώς ότι μόνον το εισόδημα των έμμισθων δικηγόρων (παλαιών και νέων ασφαλισμένων) που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών εξομοιώνεται με εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και ότι για το εισόδημα αυτό ισχύει ο καθιερούμενος στο άρθρο 38 κανόνας επιμερισμού των εισφορών μεταξύ ασφαλισμένου έμμισθου δικηγόρου (1/3) και εργοδότη-εντολέα (2/3), ενώ κατά τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας περ. στ΄ της παρ.3 του άρθρου 38 το τυχόν εισόδημα των έμμισθων δικηγόρων από την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης, υπόκειται σε εισφορά κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 39 αναλόγως εφαρμοζόμενο πλην της παρ.3 αυτού. Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 38 παρ.3 περ. στ΄ του ν. 4387/2016, όπως προκύπτει από την οικεία αιτιολογική έκθεση, οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή αντιμετωπίζονται ως μισθωτοί όσον αφορά την ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο κύριας σύνταξης και οι εντολείς-εργοδότες αυτών αποδίδουν ασφαλιστικές εισφορές (τόσο την εργοδοτική όσο και την μηνιαίως παρακρατούμενη από την πάγια αντιμισθία εισφορά του ασφαλισμένου έμμισθου δικηγόρου) κατά τα οριζόμενα στις περί εισφορών διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (βλ. ΣτΕ 1096/2023 7μ.).
5. Επειδή, τέλος, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97), στο άρθρο 79 ορίζει ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. […]. 3. Το δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να ενεργήσει τα νόμιμα: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση, ή β) αν συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης, ή γ) αν η Διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξουσία. 4. […]». Κατά την έννοια της παρ. 3 της παραπάνω διάταξης, στην περίπτωση που απαιτείται, κατά το νόμο, να συντρέχουν σωρευτικώς περισσότερες προϋποθέσεις για την ικανοποίηση ορισμένου αιτήματος και το δικαστήριο ουσίας κρίνει ότι το διοικητικό όργανο μη νομίμως απέρριψε το αίτημα του διοικουμένου, διότι δεν πληρούται συγκεκριμένη προϋπόθεση, ενώ, κατά την έννοια του νόμου, δεν απαιτείται να συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, μη ασκώντας επί της ουσίας τη διακριτική του εξουσία, τότε το δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να χωρήσει το πρώτον στην έρευνα της συνδρομής και των νόμιμων προϋποθέσεων που δεν εξετάστηκαν από τη Διοίκηση, αλλά είναι υποχρεωμένο να δεχθεί την προσφυγή, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη και να αναπέμψει την υπόθεση στην αρμόδια διοικητική αρχή, προκειμένου να εξετάσει εκείνη αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτήματος του διοικουμένου (πρβλ. ΣτΕ 140/2022, 2384/2018, 2109/2017, 38/2014). Τούτο διότι το δικαστήριο δεν δύναται, καθ’ υποκατάσταση του διοικητικού οργάνου σε μη ασκηθείσα εξουσία του, να αποφανθεί αυτό το πρώτον επί αιτήματος που δεν εξετάσθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία (πρβλ. ΣτΕ 2373/2018, 1117/2016, 893-895/2013, βλ. ΔΕφΑθ 3989/2025, ΔΕφΘεσ 884/2015).
6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο προσφεύγων απέστειλε προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α., με δικαστικό επιμελητή (βλ. την υπ’ αριθμ. ./27.10.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας …), το από 26.10.2020 έγγραφο σχετικά με το εργασιακό του καθεστώς και την ασφαλιστική του τακτοποίηση για τη χρονική περίοδο 10ος/2008 – 6ος/2019, υποστηρίζοντας, μάλιστα, ότι εσφαλμένως ασφαλίσθηκε από τον εργοδότη του, κατά τα έτη 2017-2018, βάσει των διατάξεων του άρθρου 39 παρ.9. του ν. 4387/2016, που αφορούν στους αυτοτελώς απασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, και όχι βάσει των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 3 του ως άνω νόμου, που ισχύει για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή. Ακολούθως, υπέβαλε στον ως άνω ασφαλιστικό φορέα την ./29.3.2021 καταγγελία του, με την οποία δήλωσε ότι απασχολήθηκε, ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή, στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «Τράπεζα EFG Eurobank – Ergasias ΑΕ» και ήδη «Τράπεζα EUROBANK Α.Ε» και, συγκεκριμένα, αρχικά, στο Υποκατάστημα επί της οδού Βουκουρεστίου αρ. 15 και, εν συνεχεία, στο Υποκατάστημα επί της οδού Πανεπιστημίου αρ. 34, κατά τη χρονική περίοδο 10ος/2008 έως 6ος/2019, με αποδοχές 1.700 ευρώ (μεικτά) και για 25 ημέρες εργασίας μηνιαίως, χωρίς να ασφαλισθεί βάσει των προβλεπομένων στον e-Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην Ταμείο Νομικών). Πρότεινε δε ως μάρτυρες που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν την καταγγελία του τέσσερις (4) εργαζόμενους στην ίδια εργοδότρια εταιρεία (……), προσκομίζοντας ένορκες βεβαιώσεις αυτών, τιμολόγια μηνιαίας παροχής υπηρεσιών και την από 24.7.2020 αγωγή που είχε ασκήσει κατά της «Τράπεζας EUROBANK Α.Ε» ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την επ’ αυτής εκδοθείσα 27/2021 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του προσφεύγοντος και αναγνωρίσθηκε ότι συνδέεται με το πιστωτικό ίδρυμα με σχέση έμμισθης εντολής. Με την Μ/./22.9.2021 απόφαση του Διευθυντή του Π.Ε.Κ.Α. Αττικής του e-Ε.Φ.Κ.Α., αφού ελήφθη υπόψη η από 22.9.2021 έκθεση ελέγχου του Προϊσταμένου του Ε΄ Τμήματος Ελέγχου, απορρίφθηκε η καταγγελία του προσφεύγοντος, με την αιτιολογία ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε η ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951, καθώς επί παροχής νομικών υπηρεσιών κατισχύει η δικηγορική ιδιότητα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να υπαχθεί στην ασφάλιση του πρώην Ι.Κ.Α.- Ε.ΤΑ.Μ.. Κατά της απορριπτικής απόφασης ο προσφεύγων άσκησε την ./29.11.2021 ένσταση (ενδικοφανή προσφυγή), προβάλλοντας ότι εσφαλμένα και με μη νόμιμη αιτιολογία απορρίφθηκε η καταγγελία του, με επίκληση των διατάξεων του α.ν. 1846/1951, ενώ θα έπρεπε να εξεταστεί η υποχρέωση ασφάλισής του από την εργοδότρια Τράπεζα, βάσει των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων, λόγω της σχέσης έμμισθης εντολής που τους συνέδεε. Ενόψει δε του ότι παρήλθε άπρακτη τρίμηνη προθεσμία, ο προσφεύγων, με την κρινόμενη προσφυγή στρέφεται κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής του από την Τοπική Διοικητική Επιτροπή (Τ.Δ.Ε.) της Διεύθυνσης Α΄ Κεντρικού Τομέα Αθηνών του καθ’ ου, ζητώντας την ακύρωσή της. Εξάλλου, δεδομένου ότι κατά την προγενέστερη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (22.1.2025) διαπιστώθηκε από τα στοιχεία του φακέλου ότι η ως άνω ένσταση του προσφεύγοντος είχε προσδιοριστεί προς εξέταση ενώπιον της αρμόδιας Τ.Δ.Ε. του καθ’ ου στις 20.1.2025, το παρόν Δικαστήριο με την 6721/2025 απόφασή του ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να προσκομιστεί τυχόν εκδοθείσα ρητή απάντηση (θετική ή αρνητική) επί της εν λόγω ένστασης. Σε εκτέλεση δε της προδικαστικής αυτής απόφασης, το καθ’ ου ενημέρωσε, με το ./31.7.2025 έγγραφό του, ότι κατά τη συνεδρίαση της Τ.Δ.Ε. της ως άνω Διεύθυνσης του e-Ε.Φ.Κ.Α. στις 20.1.2025 δεν εκδόθηκε ρητή απορριπτική ή θετική απόφαση.
7. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αναπτύσσεται με το από 27.1.2025 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης από την Τ.Δ.Ε. της ./29.11.2021 ένστασης του, επαναλαμβάνοντας τους προβαλλόμενους με αυτήν λόγους. Ειδικότερα, ο προσφεύγων προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένως εξετάστηκαν από τα όργανα του καθ’ ου οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στην ασφάλιση του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951 και η ύπαρξη ή μη σχέσης εξαρτημένης εργασίας με τη συγκεκριμένη Τράπεζα, ενώ θα έπρεπε να εξεταστεί η ασφαλιστική του τακτοποίηση στο πρώην Ε.Τ.Α.Α. – Τ.Α.Ν., ως δικηγόρος απασχολούμενος στην Τράπεζα, κατά τη χρονική περίοδο 10ος/2008 έως 6ος/2019, με καθεστώς έμμισθης εντολής.
8. Επειδή, υπό τα ως άνω δεδομένα και τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν, τα όργανα του e-Ε.Φ.Κ.Α. εσφαλμένα εξέλαβαν ότι η 670/29.3.2021 καταγγελία του προσφεύγοντος αφορούσε στην υπαγωγή του στην ασφάλιση του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951, απορρίπτοντας το υποβληθέν αίτημά του, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας που αποκλείει την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας, ενώ θα έπρεπε να εξετάσουν εάν από τα προσκομισθέντα από τον καταγγέλλοντα στοιχεία, προκύπτει η σχέση έμμισθης εντολής αυτού, ως δικηγόρου, με την Τράπεζα EFG Eurobank – Ergasias ΑΕ (και ήδη Τράπεζα Eurobank ΑΕ) και, ως εκ τούτου, η υποχρέωση ασφάλισής του στο πρώην Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν., κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24 παρ.2 του ν.1868/1989, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2008 έως 31.12.2016 και, εν συνεχεία, στον Ε.Φ.Κ.Α. (και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 38 παρ.3 περ.στ΄ του ν.4387/2016, όπως ίσχυε κατά τα ως άνω, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 30.6.2019, με καταβολή των αναλογουσών εισφορών από τον εργοδότη. Κατόπιν τούτου, και ενόψει του ότι η αιτιολογία της Μ/943/22.9.2021 απόφασης του Διευθυντή του Π.Ε.Κ.Α. Αττικής αποτελεί και αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης της Τ.Δ.Ε. της Διεύθυνσης Α΄ Κεντρικού Τομέα Αθηνών του e-Ε.Φ.Κ.Α. (ΣτΕ 4046/2010), η οποία (Τ.Δ.Ε.), άλλωστε δεν δύναται να αποφανθεί το πρώτον επί ζητήματος, για το οποίο δεν έχει προηγηθεί απόφαση του οικείου ασφαλιστικού οργάνου (ΣτΕ 786/2024, 3521/2008), το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόρριψη της ως άνω καταγγελίας του προσφεύγοντος από τα όργανα του καθ’ ου ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής βάσης. Επομένως, εφόσον τα όργανα του καθ’ ου δεν άσκησαν, εν προκειμένω, τη διακριτική τους εξουσία, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στα αρμόδια όργανα του καθ’ ου ασφαλιστικού φορέα, κατ’ άρθρο 79 παρ.3 περ. γ΄ του Κ.Δ.Δ., προκειμένου να εξεταστεί το πρώτον από τη Διοίκηση εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ασφαλιστικής τακτοποίησης του προσφεύγοντος, από την φερόμενη εργοδότριά του Τράπεζα, σύμφωνα με τις ορθές διατάξεις βάσει της καταγγελίας του. Παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων με την προσφυγή λόγων.
9. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή, να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη της ./29.11.2021 ένστασης του προσφεύγοντος κατά της Μ/./22.9.2021 απόφασης του Διευθυντή του Π.Ε.Κ.Α. και να αναπεμφθεί η υπόθεση στα αρμόδια όργανα του e-Ε.Φ.Κ.Α., για περαιτέρω κρίση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Τέλος, πρέπει να αποδοθεί στον προσφεύγοντα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ.9 του Κ.Δ.Δ.), ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί ο καθ’ ου από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος (άρθρο 275 παρ.1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την προσφυγή.
Ακυρώνει την τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη από την Τ.Δ.Ε. της Διεύθυνσης Α΄ Κεντρικού Τομέα Αθηνών του e-Ε.Φ.Κ.Α. της ./29.11.2021 ένστασης του προσφεύγοντος κατά της Μ/943/22.9.2021 απόφασης του Διευθυντή του Π.Ε.Κ.Α.
Αναπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο του e-Ε.Φ.Κ.Α., προκειμένου να αποφανθεί επί της ./29.3.2021 καταγγελίας του προσφεύγοντος ως προς την ασφαλιστική τακτοποίηση αυτού στο Ε.Τ.Α.Α. – Τ.Α.Ν. και, εν συνεχεία, στον Ε.Φ.Κ.Α. (ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.), για την απασχόλησή του, ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή, στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «Τράπεζα EUROBANK Α.Ε», κατά τη χρονική περίοδο 10ος/2008 – 6ος/2019.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στον προσφεύγοντα.
Απαλλάσσει τον καθ’ ου e-Ε.Φ.Κ.Α. από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14.1.2026 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο στις 27.02.2026 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΕΛΕΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ-ΔΟΞΑ ΚΟΥΣΙΟΥΡΗ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΕΣΤΗΣ ΦΑΛΚΟΣ
ΠΗΓΗ dsanet.gr
