ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 17ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους – Κανονισμός (ΕΚ) 2027/97 – Άρθρο 1 – Άρθρο 3, παράγραφος 1 – Αερομεταφορές που εκτελούνται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους – Σύμβαση του Μόντρεαλ – Άρθρο 33, παράγραφος 1 – Δικαιοδοσία – Τόπος στον οποίο ο μεταφορέας έχει εγκατάσταση μέσω της οποίας συνήφθη η σύμβαση – Σύμβαση μεταφοράς συναφθείσα μέσω διαδικτύου – Απώλεια αποσκευών »
Στην υπόθεση C‑876/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Juzgado de Primera Instancia n° 1 de Fuenlabrada (πρωτοδικείο αριθ. 1 Fuenlabrada, Ισπανία) με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
I.G.V.
κατά
Vueling Airlines SA,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei, S. Rodin, N. Piçarra και N. Fenger (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Νοεμβρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Vueling Airlines SA, εκπροσωπούμενη από τους J. Fillat Boneta, και L. Fillat Torné, abogados,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους S. Núñez Silva και A. Torró Molés,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις R. Álvarez Vinagre και N. Yerrell,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 33 της Σύμβασης για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999, υπογράφηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 9 Δεκεμβρίου 1999 και εγκρίθηκε εξ ονόματός της με την απόφαση 2001/539/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2001 (ΕΕ 2001, L 194, σ. 38, στο εξής: Σύμβαση του Μόντρεαλ), και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2027/97 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη των αερομεταφορέων όσον αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους (ΕΕ 1997, L 285, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 889/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2002 (ΕΕ 2002, L 140, σ. 2, στο εξής: κανονισμός 2027/97).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της I.G.V. και της Vueling Airlines SA, σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η I.G.V. λόγω απώλειας αποσκευών στο πλαίσιο αεροπορικής μεταφοράς.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
Η Σύμβαση της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών
3 Η Σύμβαση της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών συνήφθη στη Βιέννη στις 23 Μαΐου 1969 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1155, σ. 331).
4 Κατά το άρθρο 31, της Σύμβασης της Βιέννης, που επιγράφεται «Γενικός κανών ερμηνείας»:
«Η συνθήκη δέον να ερμηνεύηται καλή τη πίστει, συμφώνως προς την συνήθη έννοιαν ήτις δίδεται εις τους όρους της συνθήκης, εν τω συνόλω αυτών και υπό το φώς του αντικειμένου και του σκοπού της.»
5 Το άρθρο 32 της Σύμβασης της Βιέννης, με τίτλο «Συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας», έχει ως εξής:
«Δύναται να γίνη προσφυγή εις συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας, περιλαμβανομένων των προπαρασκευαστικών της συνθήκης εργασιών και των περιπτώσεων υφ’ ας συνήφθη αύτη, προκειμένου να επιβεβαιωθή η έννοια η προκύπτουσα εκ της εφαρμογής του άρθρου 31, ή προκειμένου να προσδιορισθή η έννοια, εν περιπτώσει καθ’ ην η κατά το άρθρον 31 ερμηνεία:
α) αφήνει την έννοιαν ασαφή ή αφανή,
β) οδηγεί εις αποτέλεσμα, το οποίον τυγχάνει προδήλως άτοπον ή παράλογον.»
Η Σύμβαση της Βαρσοβίας
6 Το άρθρο 28, παράγραφος 1, της Συμβάσεως περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών προς τας διεθνείς αερομεταφοράς, η οποία υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβρίου 1929 (στο εξής: Σύμβαση της Βαρσοβίας), έχει ως εξής:
«Η περί ευθύνης αγωγή δέον να εγερθή κατ’ εντολήν του ενάγοντος εντός του εδάφους ενός των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της διαμονής του μεταφορέως ή της κυρίας έδρας της επιχειρήσεώς αυτού ή του τόπου ένθα κέκτηται κατάστημα τη επιμελεία του οποίου συνήφθη το συμβόλαιον είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου του προορισμού.»
Η Σύμβαση του Μόντρεαλ
7 Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της Σύμβασης του Μόντρεαλ, τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι «είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές και ότι χρειάζεται δίκαιη αποζημίωση με βάση την αρχή της επανόρθωσης».
8 Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της Σύμβασης εκτίθεται ότι «η συλλογική δράση των κρατών για την περαιτέρω εναρμόνιση και κωδικοποίηση ορισμένων κανόνων που διέπουν τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές μέσω νέας σύμβασης, είναι το πλέον κατάλληλο μέσο για να επιτευχθεί θεμιτή ισορροπία συμφερόντων».
9 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της εν λόγω Σύμβασης ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα σύμβαση εφαρμόζεται σε όλες τις επ’ αμοιβή διεθνείς αεροπορικές μεταφορές επιβατών, αποσκευών και φορτίου. Εφαρμόζεται επίσης στις δωρεάν αεροπορικές μεταφορές που εκτελούνται από επιχειρήσεις αερομεταφορών.
2. Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης, ως “διεθνής μεταφορά” νοείται οιαδήποτε μεταφορά στην οποία, με βάση τη συμφωνία μεταξύ των μερών, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού, ανεξαρτήτως εάν υπάρχει ή όχι διακοπή της μεταφοράς ή μεταφόρτωση, ευρίσκονται είτε επί του εδάφους δύο συμβαλλομένων κρατών, είτε επί του εδάφους ενός και μόνον συμβαλλομένου κράτους, εφόσον έχει συμφωνηθεί ο τόπος ενδιάμεσου σταθμού επί του εδάφους άλλου κράτους, ακόμη και όταν το κράτος αυτό δεν είναι συμβαλλόμενο κράτος. Η μεταφορά μεταξύ δύο σημείων επί του εδάφους ενός και μόνον συμβαλλομένου κράτους χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο τόπος ενδιάμεσου σταθμού επί του εδάφους άλλου κράτους, δεν νοείται ως διεθνής μεταφορά για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης.
3. Η μεταφορά που εκτελείται από διαδοχική σειρά αερομεταφορέων θεωρείται, για τους σκοπούς της εν λόγω σύμβασης, ως αδιαίρετη μεταφορά, εφόσον τα μέρη την εκλαμβάνουν ως μία και μόνη δραστηριότητα, ανεξαρτήτως εάν αυτή έχει συμφωνηθεί υπό τη μορφήν ενός και μόνον τίτλου ή σειράς τίτλων ταξιδίου, και δεν χάνει τον διεθνή της χαρακτήρα απλώς και μόνον διότι ένας τίτλος ταξιδίου ή η σειρά τίτλων ταξιδίου εκτελείται εξ ολοκλήρου επί του εδάφους του ιδίου κράτους.»
10 Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της σύμβασης έχει ως εξής:
«Ο μεταφορέας παραδίδει στον επιβάτη αναγνωριστικό απόκομμα αποσκευών για κάθε αποσκευή που πέρασε από έλεγχο.»
11 Τα άρθρα 17 έως 37 της Σύμβασης του Μόντρεαλ αποτελούν το κεφάλαιο III, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του μεταφορέα και έκταση της αποζημίωσης για ζημία».
12 Το άρθρο 17 της Σύμβασης, το οποίο επιγράφεται «Θάνατος ή τραυματισμός επιβάτη – Ζημία αποσκευών», ορίζει στις παραγράφους 2 έως 4 τα εξής:
«2. Ο μεταφορέας ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας, ή βλάβης αποσκευών που είχαν περάσει από τον σχετικό έλεγχο, υπό τον όρο μόνον ότι το συμβάν που προκάλεσε την καταστροφή, την απώλεια ή τη βλάβη σημειώθηκε επί του αεροσκάφους ή κατά τη διάρκεια οιασδήποτε περιόδου κατά την οποία οι ελεγχθείσες αποσκευές ευρίσκοντο υπό την ευθύνη του μεταφορέα. Ωστόσο, ο μεταφορέας δεν ευθύνεται στο μέτρο που η ζημία προκλήθηκε εξ αιτίας ενδογενούς ελαττώματος, της ποιότητας ή ατέλειας της αποσκευής. Σε περίπτωση που οι αποσκευές, και ιδίως τα προσωπικά είδη, δεν έχουν περάσει από έλεγχο, ο μεταφορέας ευθύνεται εφόσον η ζημία προκαλείται εξ υπαιτιότητάς του ή εξ υπαιτιότητας των υπαλλήλων ή των πρακτόρων του.
3. Εφόσον ο μεταφορέας αποδέχεται την απώλεια αποσκευών που είχαν περάσει από έλεγχο, ή εάν οι αποσκευές που είχαν περάσει από έλεγχο δεν φθάσουν μετά την πάροδο 21 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχουν φθάσει, ο επιβάτης δικαιούται να επικαλεσθεί έναντι του μεταφορέα τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση
4. Στην παρούσα σύμβαση, ως “αποσκευή” νοείται τόσο μια αποσκευή που έχει περάσει από έλεγχο όσο και μια αποσκευή που δεν έχει περάσει από έλεγχο, υπό την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων.»
13 Το άρθρο 22, παράγραφος 2, της Σύμβασης του Μόντρεαλ ορίζει τα εξής:
«Όσον αφορά τη μεταφορά αποσκευών, η ευθύνη του μεταφορέα σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας, βλάβης ή καθυστερήσεώς τους, περιορίζεται σε […] Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα για κάθε επιβάτη, εκτός εάν ο επιβάτης, κατά την παράδοση των ελεγμένων αποσκευών στο μεταφορέα, υποβάλει ειδική δήλωση ασφαλιστικού συμφέροντος για την παράδοση της αποσκευής στον τόπο προορισμού και εφόσον καταβάλει, ενδεχομένως, συμπληρωματικό ποσό. […]»
14 Το άρθρο 33 της Σύμβασης του Μόντρεαλ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαιοδοσία», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«1. Η αγωγή αποζημίωσης ασκείται, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, στην επικράτεια ενός των συμβαλλομένων κρατών είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του μεταφορέα ή του κύριου τόπου των δραστηριοτήτων του ή του τόπου που έχει εγκατάσταση, μέσω των οποίων συνήφθη η σύμβαση, είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου προορισμού.
2. Όσον αφορά τη ζημία που απορρέει από θάνατο ή τραυματισμό επιβάτη, η αγωγή αποζημιώσεως μπορεί να ασκείται ενώπιον ενός των δικαστηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ή στην επικράτεια του συμβαλλομένου κράτους στο οποίο τη στιγμή του ατυχήματος ο επιβάτης είχε την κύρια και μόνιμη κατοικία του και από ή προς το οποίο ο μεταφορέας εκτελεί δρομολόγια αεροπορικής μεταφοράς επιβατών, είτε με δικά του αεροσκάφη, είτε με αεροσκάφη άλλου μεταφορέα βάσει εμπορικής συμφωνίας, και όπου ο μεταφορέας αυτός ασκεί δραστηριότητες αεροπορικής μεταφοράς επιβατών από εγκαταστάσεις τις οποίες ενοικιάζει ή κατέχει ο ίδιος ο μεταφορέας ή άλλος μεταφορέας με τον οποίον έχει συνάψει εμπορική συμφωνία.»
15 Το άρθρο 35 της Σύμβασης του Μόντρεαλ, με τίτλο «Προθεσμία αγωγής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Αγωγή ασκείται, υπό ποινή εκπτώσεως, εντός προθεσμίας δύο ετών από την ημερομηνία άφιξης στον προορισμό, ή από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να είχε φθάσει το αεροσκάφος, ή από την ημερομηνία κατά την οποία σταμάτησε η μεταφορά.»
16 Στο τέλος της σύμβασης διευκρινίζεται ότι αυτή συντάχθηκε «στην αγγλική, αραβική, κινεζική, γαλλική, ρωσική και ισπανική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά».
Το δίκαιο της Ένωσης.
17 Μετά την υπογραφή της Σύμβασης του Μόντρεαλ, ο κανονισμός 2027/97 του Συμβουλίου τροποποιήθηκε ριζικά με τον κανονισμό 889/2002. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 889/2002, ο κανονισμός αποσκοπεί στην τροποποίηση του κανονισμού 2027/97, ούτως ώστε να συμβαδίζει με τις διατάξεις της Σύμβασης του Μόντρεαλ και να δημιουργηθεί έτσι ένα ομοιόμορφο σύστημα ευθύνης στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές.
18 Από τις αιτιολογικές σκέψεις 8, 9 και 13 του κανονισμού 889/2002 προκύπτει, καταρχάς, ότι, στην εσωτερική αγορά αεροπορικών μεταφορών έχει εξαλειφθεί ο διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικής και διεθνούς μεταφοράς και επομένως είναι σκόπιμο να υπάρχει το ίδιο επίπεδο και η ιδία φύση της ευθύνης στις εσωτερικές και τις διεθνείς μεταφορές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εν συνεχεία, ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα ενιαίο σύνολο κανόνων για όλους τους ενωσιακούς αερομεταφορείς και, τέλος, ότι η εφαρμογή διαφορετικών καθεστώτων ευθύνης στα διάφορα δρομολόγια των δικτύων τους δεν θα ήταν πρακτική για τους ενωσιακούς αερομεταφορείς και θα προκαλούσε σύγχυση στους επιβάτες.
19 Το άρθρο 1 του κανονισμού 2027/97 προβλέπει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός θέτει σε εφαρμογή τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ σε ό,τι αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους και καθορίζει μερικές επιπλέον διατάξεις. Επίσης, επεκτείνει την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στην αεροπορική μεταφορά εντός ενός κράτους.»
20 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2027/97 ορίζει τα εξής:
«Η ευθύνη ενός κοινοτικού αερομεταφορέα έναντι επιβατών και των αποσκευών τους διέπεται από όλες τις διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ σχετικά με την εν λόγω ευθύνη.»
21 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει ως εξής:
«Όλοι οι αερομεταφορείς, οσάκις πωλούν αεροπορική μεταφορά στην Κοινότητα, εξασφαλίζουν ότι διατίθεται στους επιβάτες, σε όλα τα σημεία πώλησης καθώς και στις πωλήσεις μέσω τηλεφώνου και Διαδικτύου, περίληψη των κύριων διατάξεων που διέπουν την ευθύνη για τους επιβάτες και τις αποσκευές τους, ιδίως των προθεσμιών για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης και της δυνατότητας υποβολής ειδικής δήλωσης για αποσκευές. […]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22 Η Vueling Airlines είναι αεροπορική εταιρία με έδρα το Viladecans (επαρχία Βαρκελώνης, Ισπανία).
23 Η I.G.V. συνήψε με τη Vueling Airlines σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς για πτήση προγραμματισμένη για τις 8 Νοεμβρίου 2023 μεταξύ Μαδρίτης (Ισπανία) και Βαρκελώνης (Ισπανία). H I.G.V. συνήψε τη σύμβαση από την κατοικία της στη Fuenlabrada (Ισπανία), χρησιμοποιώντας την πλατφόρμα διαδικτυακών πωλήσεων e-Dreams.
24 Ως συμπληρωματική υπηρεσία για την πτήση αυτή, η I.G.V. συνήψε αυτοπροσώπως, στον αερολιμένα της Μαδρίτης, σύμβαση μεταφοράς των αποσκευών της. Οι αποσκευές αυτές απωλέσθηκαν στο πλαίσιο της πτήσης Μαδρίτη-Βαρκελώνη, η δε απώλεια τους διαπιστώθηκε μετά την άφιξη της I.G.V. στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, από το οποίο επιβιβάστηκε σε δεύτερη πτήση με προορισμό τη Ρώμη (Ιταλία).
25 Η I.G.V. άσκησε ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia n° 1 de Fuenlabrada (πρωτοδικείου αριθ. 1 Fuenlabrada, Ισπανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, αγωγή αποζημίωσης βάσει της Σύμβασης του Μόντρεαλ, για τις ζημίες που υπέστη λόγω της απώλειας των αποσκευών της κατά την αεροπορική μεταφορά μεταξύ του αερολιμένα της Μαδρίτης και του αερολιμένα της Βαρκελώνης.
26 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ωστόσο, αν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι δεν υπήρξε, εν προκειμένω, «διεθνής μεταφορά» κατά την έννοια του άρθρου 1 της Σύμβασης του Μόντρεαλ. Επισημαίνει, συναφώς, ότι η I.G.V. δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο ή στοιχείο σχετικά με την αγορά εισιτηρίου για την πτήση με προορισμό τη Ρώμη ούτε για ενδεχόμενη πτήση επιστροφής μεταξύ Ρώμης και Μαδρίτης.
27 Βάσει της διαπίστωσης αυτής, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν το άρθρο 33 της Σύμβασης του Μόντρεαλ έχει εφαρμογή και στις αεροπορικές μεταφορές που πραγματοποιούνται εντός ενός και μόνον κράτους μέλους. Το αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το δικαστήριο του τόπου κατοικίας της I.G.V., διευκρινίζει ότι, αν η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή ως προς τις μεταφορές αυτές, το ίδιο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή της οποίας έχει επιληφθεί δυνάμει των κανόνων του ισπανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας που επιτρέπουν στον καταναλωτή να επιλέξει να ασκήσει αγωγή στον τόπο της κατοικίας του.
28 Αντιθέτως, αν υποτεθεί ότι το άρθρο 33 της Σύμβασης του Μόντρεαλ έχει εφαρμογή στην επίμαχη στην κύρια δίκη μεταφορά, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, δεύτερον, αν μπορεί, ως δικαστήριο της κατοικίας του επιβάτη, να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης σχετικά με πτήση για την οποία το εισιτήριο αγοράστηκε διαδικτυακά από την κατοικία του επιβάτη ως δικαστήριο του τόπου «[όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση», κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 33.
29 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, συναφώς, ότι η βάση δικαιοδοσίας του τόπου όπου «ο επιβάτης είχε την κύρια και μόνιμη κατοικία του» μνημονεύεται ρητώς μόνο στο άρθρο 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης, για αγωγή αποζημίωσης για ζημία απορρέουσα από θάνατο ή τραυματισμό του επιβάτη. Διευκρινίζει, περαιτέρω, ότι η προσθήκη της δωσιδικίας της κατοικίας του επιβάτη στις επιλογές που διαθέτει ο ενάγων βάσει της διάταξης αυτής συζητήθηκε κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες ενόψει της σύναψης της Σύμβασης του Μόντρεαλ και έγινε τελικώς δεκτή στο πλαίσιο συμβιβασμού.
30 Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, αφενός, ότι ένα καναδικό δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο η «εγκατάσταση [μέσω της οποίας] συνήφθη η σύμβαση», κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ, να παραπέμπει στον υπολογιστή που χρησιμοποιεί ο επιβάτης για την αγορά εισιτηρίων μεταφοράς και, αφετέρου, ότι ισπανικά δικαστήρια και το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία) έχουν ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι καλύπτει και το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η κύρια και μόνιμη διαμονή από την οποία ο επιβάτης αγόρασε το εισιτήριο μέσω διαδικτύου.
31 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι κανόνες ερμηνείας των Συνθηκών που περιλαμβάνονται στα άρθρα 31 και 32 της Σύμβασης της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών δεν αποκλείουν την τελευταία αυτή ερμηνεία του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ. Συγκεκριμένα, το αγγλικό κείμενο της διάταξης αυτής θα μπορούσε να δικαιολογήσει ευρεία ερμηνεία της βάσης δικαιοδοσίας που αντιστοιχεί στον τόπο όπου ο μεταφορέας έχει εγκατάσταση μέσω της οποίας συνήφθη η σύμβαση, χωρίς η ερμηνεία αυτή να αντικρούεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της σύμβασης αυτής. Εξάλλου, η Σύμβαση του Μόντρεαλ αποσκοπεί στη διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές. Ωστόσο, οι λοιπές βάσεις δικαιοδοσίας που μνημονεύονται στο άρθρο 33, παράγραφος 1, δεν διασφαλίζουν την προστασία των συμφερόντων αυτών, ενώ θα μπορούσε, αντιθέτως, να δικαιολογηθεί η αντιστάθμιση των εμπορικών πλεονεκτημάτων που αντλούν οι αεροπορικές εταιρίες από την ανάρτηση των προσφορών τους με τη δυνατότητα να θεμελιωθεί η ευθύνη τους ενώπιον του δικαστηρίου που βρίσκεται πλησιέστερα στον τόπο κατοικίας του επιβάτη ο οποίος συνήψε, μέσω διαδικτύου, σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς με τις εταιρίες αυτές.
32 Τρίτον, σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η ευνοϊκή για τον επιβάτη ερμηνεία του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η φράση «εγκατάσταση [μέσω της οποίας] συνήφθη η σύμβαση», η οποία περιλαμβάνεται στη διάταξη αυτή, παραπέμπει στην εγκατάσταση μέσω της οποίας συνήφθη η κύρια σύμβαση ή η κύρια παροχή αεροπορικής μεταφοράς, ή αν η φράση αυτή είναι δυνατόν να προσδιορίζει τον τόπο στον οποίο συνήφθη σύμβαση με αντικείμενο παρεπόμενη παροχή, όπως είναι η συμπληρωματική υπηρεσία μεταφοράς αποσκευών, ιδίως όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η προκληθείσα ζημία αφορά ειδικώς την τελευταία αυτή παροχή.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de Primera Instancia n° 1 de Fuenlabrada (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 1 Fuenlabrada) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του [κανονισμού 2027/97] την έννοια ότι η ευθύνη κοινοτικού αερομεταφορέα όσον αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους διέπεται από το άρθρο 33 της [Συμβάσεως του Μόντρεαλ], τούτο δε και όσον αφορά τις εσωτερικές μεταφορές που πραγματοποιούνται εντός ενός κράτους μέλους της Ένωσης;
2) Έχει το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ την έννοια ότι ο τόπος όπου ο μεταφορέας έχει εγκατάσταση μέσω της οποίας συνήφθη η σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς μπορεί να είναι η κύρια και μόνιμη κατοικία του επιβάτη οσάκις η σύμβαση έχει συναφθεί μέσω διαδικτύου;
3) Έχει το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ την έννοια ότι ο τόπος όπου ο μεταφορέας έχει εγκατάσταση μέσω του οποίου συνήφθη η σύμβαση αντιστοιχεί στον τόπο όπου συνήφθη η σύμβαση για την κύρια παροχή της αεροπορικής μεταφοράς και όχι στον τόπο όπου συνήφθη η σύμβαση για την παρεπόμενη παροχή από την οποία απορρέει η ευθύνη του μεταφορέα, εφόσον ο τελευταίος αυτός τόπος είναι διαφορετικός;»
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
34 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, και υπό την επιφύλαξη τυχόν μεταγενέστερων εξακριβώσεων του δικαστηρίου αυτού, προκύπτει ότι η αεροπορική μεταφορά κατά τη διάρκεια της οποίας απωλέσθηκαν οι αποσκευές της I.G.V. συνέδεε δύο αερολιμένες ευρισκόμενους στο έδαφος του ίδιου κράτους μέλους, ήτοι την Ισπανία, όπου βρίσκονται επίσης η κύρια κατοικία της I.G.V. και η έδρα της Vueling Airlines. Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε σαφώς ότι δεν είχε στη διάθεσή του στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κρίνει ότι η μεταφορά αυτή είχε τα χαρακτηριστικά «διεθνούς μεταφοράς» κατά την έννοια του άρθρου 1 της Σύμβασης του Μόντρεαλ.
35 Επομένως, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2027/97 έχει την έννοια ότι το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ διέπει τον καθορισμό των κατά τόπον αρμόδιων δικαστηρίων για την εκδίκαση αγωγής αποζημίωσης την οποία ασκεί, σε περίπτωση απώλειας αποσκευών στο πλαίσιο αεροπορικής μεταφοράς μεταξύ δύο αερολιμένων ευρισκόμενων στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους, πρόσωπο που κατοικεί στο κράτος μέλος αυτό κατά ενωσιακού αερομεταφορέα έχοντος την έδρα του στο ίδιο κράτος μέλος.
36 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, από της ενάρξεως ισχύος της Σύμβασης του Μόντρεαλ όσον αφορά την Ένωση, ήτοι από τις 28 Ιουνίου 2004, οι διατάξεις της Σύμβασης αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης, το δε Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας τους [πρβλ. αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, IATA και ELFAA, C‑344/04, EU:C:2006:10, σκέψη 36, και της 5ης Ιουνίου 2025, Iberia (Προκαταβολική διαμαρτυρία), C‑292/24, EU:C:2025:402, σκέψη 18].
37 Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης, η αγωγή αποζημίωσης ασκείται, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, στην επικράτεια ενός των συμβαλλομένων κρατών είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του μεταφορέα ή του κύριου τόπου των δραστηριοτήτων του ή του τόπου όπου έχει εγκατάσταση, μέσω των οποίων συνήφθη η σύμβαση, είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου προορισμού.
38 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ διέπει, όσον αφορά τις αγωγές αποζημίωσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης αυτής, όχι μόνον την κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά και την κατανομή της κατά τόπον αρμοδιότητας μεταξύ των δικαστηρίων εκάστου συμβαλλομένου κράτους (απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Guaitoli κ.λπ., C‑213/18, EU:C:2019:927, σκέψη 55).
39 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι η ερμηνεία κατά την οποία αντικείμενο της διάταξης αυτής είναι ο προσδιορισμός όχι μόνον του συμβαλλόμενου κράτους που έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της οικείας αγωγής αποζημίωσης, αλλά και του δικαστηρίου του κράτους αυτού ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκηθεί η αγωγή μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού περί ενισχυμένης ενοποίησης που διατυπώνεται στο προοίμιο της Σύμβασης του Μόντρεαλ και στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, διασφαλίζοντας παράλληλα μια δίκαιη ισορροπία με τα συμφέροντα των αερομεταφορέων (απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Guaitoli κ.λπ., C‑213/18, EU:C:2019:927, σκέψη 53).
40 Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της, η Σύμβαση του Μόντρεαλ εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής, σε όλες τις επ’ αμοιβή διεθνείς αεροπορικές μεταφορές επιβατών, αποσκευών και φορτίου.
41 Ο όρος «διεθνής μεταφορά» ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της Σύμβασης ως οιαδήποτε μεταφορά στην οποία, με βάση τη συμφωνία μεταξύ των μερών, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού, ανεξαρτήτως εάν υπάρχει ή όχι διακοπή της μεταφοράς ή μεταφόρτωση, ευρίσκονται είτε επί του εδάφους δύο συμβαλλομένων κρατών, είτε επί του εδάφους ενός και μόνον συμβαλλομένου κράτους, εφόσον έχει συμφωνηθεί ο τόπος ενδιάμεσου σταθμού επί του εδάφους άλλου κράτους, ακόμη και όταν το κράτος αυτό δεν είναι συμβαλλόμενο κράτος. Κατά τη διάταξη αυτή, η μεταφορά μεταξύ δύο σημείων επί του εδάφους ενός και μόνον συμβαλλομένου κράτους χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο τόπος ενδιάμεσου σταθμού επί του εδάφους άλλου κράτους, δεν νοείται ως διεθνής μεταφορά για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης.
42 Τούτου λεχθέντος, επισημαίνεται, πρώτον, ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 2027/97, όπως αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 889/2002, προβλέπει ότι ο κανονισμός θέτει σε εφαρμογή τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης του Μόντρεαλ σε ό,τι αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους και επεκτείνει την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στην αεροπορική μεταφορά εντός ενός μόνον κράτους μέλους.
43 Το εν λόγω άρθρο 1, το οποίο θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 100, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ), δυνάμει του οποίου ο νομοθέτης της Ένωσης δύναται να θεσπίζει οιαδήποτε κατάλληλη διάταξη για τις αεροπορικές μεταφορές [πρβλ. γνωμοδότηση 2/15 (Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών ΕΕ-Σιγκαπούρης), της 16ης Μαΐου 2017, EU:C:2017:376, σκέψη 169], αποσκοπεί στη δημιουργία, όπως υπογραμμίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 8, 9 και 13 του κανονισμού, ενός ενιαίου συνόλου κανόνων, οι οποίοι θεσπίζουν, στον τομέα της αεροπορικής μεταφοράς επιβατών, ευθύνη των αερομεταφορέων της ίδιας φύσης και του αυτού επιπέδου, ανεξάρτητα από το εάν το δρομολόγιο που εκτελούν οι αερομεταφορείς είναι διεθνές ή εσωτερικό (πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Wucher Helicopter και Euro-Aviation Versicherung, C‑6/14, EU:C:2015:122, σκέψη 34).
44 Η διεύρυνση του εδαφικού πεδίου εφαρμογής των κανόνων της Σύμβασης του Μόντρεαλ στην οποία προβαίνει το άρθρο 1 του κανονισμού 2027/97 δεν περιορίζεται από άλλες διατάξεις του κανονισμού. Ειδικότερα, καμία διάταξη του κανονισμού δεν ορίζει ότι η εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων στις περιπτώσεις εθνικών αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού εξαρτάται από την ύπαρξη στοιχείου αλλοδαπότητας.
45 Επομένως, η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της Σύμβασης του Μόντρεαλ επί της ευθύνης που απορρέει από απώλεια αποσκευών κατά την εκτέλεση αεροπορικής μεταφοράς εσωτερικού δεν επηρεάζεται ούτε από το ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης αεροπορική μεταφορά δεν εμπίπτει στην έννοια της «διεθνούς μεταφοράς», σύμφωνα με τον ορισμό που παρατίθεται στη σκέψη 41 της παρούσας απόφασης, ούτε από το ότι η σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς κατά την εκτέλεση της οποίας απωλέσθηκαν οι αποσκευές συνήφθη, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, μεταξύ δύο μερών που κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα στο έδαφος του κράτους μέλους εντός του οποίου διενεργείται αποκλειστικώς η μεταφορά αυτή.
46 Δεύτερον, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2027/97, η ευθύνη ενωσιακού αερομεταφορέα έναντι των επιβατών και των αποσκευών τους διέπεται από «όλες τις διατάξεις της Σύμβασης του Μόντρεαλ σχετικά με την εν λόγω ευθύνη.»
47 Το κεφάλαιο III της Σύμβασης αυτής, το οποίο επιγράφεται «Ευθύνη του αερομεταφορέα και έκταση της αποζημίωσης για τη ζημία», περιλαμβάνει τόσο ουσιαστικές διατάξεις σχετικά με τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της ευθύνης του αερομεταφορέα όσο και διατάξεις που αφορούν την αγωγή αποζημίωσης, όπως το άρθρο 33.
48 Επομένως, η αναφορά του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2027/97 σε «όλες τις διατάξεις της Σύμβασης του Μόντρεαλ σχετικά με την εν λόγω ευθύνη» περιλαμβάνει κατ’ ανάγκην το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης.
49 Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, του κανονισμού 2027/97, το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση αγωγής με αντικείμενο την απώλεια αποσκευών ορίζεται βάσει των ίδιων κανόνων, ανεξαρτήτως του αν η απώλεια έλαβε χώρα στο πλαίσιο εσωτερικής ή διεθνούς αεροπορικής μεταφοράς.
50 Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από τον σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός 2027/97, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 889/2002, ο οποίος, όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 43 της παρούσας απόφασης, αποσκοπεί στη θέσπιση ενός ενιαίου συνόλου κανόνων για την ευθύνη των αερομεταφορέων.
51 Το εν λόγω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στο άρθρο 1 του κανονισμού 2027/97 διευκρινίζεται ότι ο κανονισμός θέτει σε εφαρμογή μόνον «τη σύμβαση του Μόντρεαλ σε ό,τι αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους». Πράγματι, όπως τονίστηκε στη σκέψη 40 της παρούσας απόφασης, η Σύμβαση του Μόντρεαλ εφαρμόζεται τόσο στη διεθνή μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους όσο και στη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων. Αντιθέτως, ο κανονισμός αφορά μόνον την αεροπορική μεταφορά προσώπων και των αποσκευών τους. Επομένως, διευκρινίζοντας ότι ο κανονισμός 2027/97 θέτει σε εφαρμογή μόνον τις «σχετικές διατάξεις» της Σύμβασης του Μόντρεαλ, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής τους στις αεροπορικές μεταφορές εσωτερικού, το άρθρο 1 του κανονισμού σκοπεί να διασφαλίσει ότι στις εσωτερικές αεροπορικές μεταφορές επιβατών και των αποσκευών τους εφαρμόζονται επίσης μόνον οι διατάξεις της Σύμβασης σχετικά με την ευθύνη του αερομεταφορέα για τους επιβάτες και τις αποσκευές τους κατά τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές.
52 Βάσει των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2027/97 έχει την έννοια ότι το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ διέπει τον καθορισμό των κατά τόπον αρμόδιων δικαστηρίων για την εκδίκαση αγωγής αποζημίωσης την οποία ασκεί, σε περίπτωση απώλειας αποσκευών στο πλαίσιο αεροπορικής μεταφοράς μεταξύ δύο αερολιμένων ευρισκόμενων στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους, πρόσωπο που κατοικεί στο κράτος μέλος αυτό κατά ενωσιακού αερομεταφορέα έχοντος την έδρα του στο ίδιο κράτος μέλος.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
53 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ έχει την έννοια ότι, όταν η σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς επιβάτη έχει συναφθεί μέσω διαδικτύου, το δικαστήριο της κύριας και μόνιμης κατοικίας του επιβάτη μπορεί να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης κατά αερομεταφορέα για τη ζημία που προκλήθηκε από την απώλεια των αποσκευών του επιβάτη, ως κατά τόπον αρμόδιο με κριτήριο τον «τόπο [όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση».
54 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η φράση «τόπος που [ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση» του άρθρου 33, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα και αυτοτελώς για την Ένωση και τα κράτη μέλη της, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του σκοπού της Σύμβασης του Μόντρεαλ, ο οποίος συνίσταται στην ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές. Επομένως, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διάφορες έννοιες που μπορούν να δοθούν στην εν λόγω έννοια στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, αλλά οι κανόνες ερμηνείας του γενικού διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν την Ένωση (πρβλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2022, Laudamotion, C‑111/21, EU:C:2022:808, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Στο άρθρο 31 της Σύμβασης της Βιέννης, η οποία απηχεί το εθιμικό διεθνές δίκαιο και της οποίας οι διατάξεις αποτελούν μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης, διευκρινίζεται ότι μια συνθήκη πρέπει να ερμηνεύεται καλόπιστα, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που αποδίδεται στους όρους της, στο πλαίσιό τους και υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της. Εξάλλου, το άρθρο 32 της Σύμβασης της Βιέννης προβλέπει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας, όπως είναι οι προπαρασκευαστικές εργασίες και οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή συνήφθη (απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2022, Laudamotion, C‑111/21, EU:C:2022:808, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Όσον αφορά, πρώτον, το λεκτικό του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ, η φράση «τόπος [όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση», «where it has a place of business through which the contract has been made» στην αγγλική γλώσσα, «en que tiene una oficina por cuyo conducto se ha celebrado el contrato» στην ισπανική και «по месту, где он имеет коммерческое предприятие, посредством которого был заключен договор» στη ρωσική δεν παραπέμπει, κατά τη συνήθη σημασία της, στον τόπο όπου το πρόσωπο που ασκεί την αγωγή έχει την κύρια και μόνιμη κατοικία του.
57 Αντιθέτως, επισημαίνεται ότι τόσο η μνημονευόμενη στην προηγούμενη σκέψη ειδική βάση δικαιοδοσίας όσο και οι άλλες τρεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 33, παράγραφος 1, αντιστοιχούν είτε σε τόπους φυσικής παρουσίας του μεταφορέα, και συγκεκριμένα στην κατοικία του, στον κύριο τόπο των δραστηριοτήτων του ή σε εγκατάσταση που αυτός κατέχει, είτε σε τόπο συνδεόμενο με τη μεταφορά, και συγκεκριμένα στον τόπο προορισμού.
58 Όσον αφορά, δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ, υπενθυμίζεται ότι, σε αντίθεση με την παράγραφο αυτή, η παράγραφος 2 αναφέρεται ρητώς στην κύρια και μόνιμη κατοικία του επιβάτη ως βάση για την κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου που καλείται να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης κατά αερομεταφορέα.
59 Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης του Μόντρεαλ, η αγωγή αποζημίωσης για τη ζημία που απορρέει από θάνατο ή τραυματισμό επιβάτη μπορεί επίσης να ασκείται στην επικράτεια του συμβαλλομένου κράτους στο οποίο τη στιγμή του ατυχήματος ο επιβάτης είχε την κύρια και μόνιμη κατοικία του και από ή προς το οποίο ο μεταφορέας εκτελεί δρομολόγια αεροπορικής μεταφοράς επιβατών, είτε με δικά του αεροσκάφη, είτε με αεροσκάφη άλλου μεταφορέα βάσει εμπορικής συμφωνίας, και όπου ο μεταφορέας αυτός ασκεί δραστηριότητες αεροπορικής μεταφοράς επιβατών από εγκαταστάσεις τις οποίες ενοικιάζει ή κατέχει ο ίδιος ο μεταφορέας ή άλλος μεταφορέας με τον οποίον έχει συνάψει εμπορική συμφωνία.
60 Αυτός ο κανόνας δικαιοδοσίας, ο οποίος προστίθεται σε εκείνους του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ, δεν εφαρμόζεται στις αγωγές αποζημίωσης για απώλεια αποσκευών. Επιπλέον, ο συγκεκριμένος κανόνας παραπέμπει στην κύρια και μόνιμη διαμονή του επιβάτη κατά τον χρόνο του ατυχήματος μόνο στο μέτρο που ο μεταφορέας έχει στο έδαφος του συμβαλλομένου κράτους επιχειρησιακή παρουσία κατά τον τρόπο που ο εν λόγω κανόνας διευκρινίζει.
61 Η ερμηνεία, όμως, της φράσης ««τόπος [όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση» του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης τον τόπο της κύριας και μόνιμης διαμονής του επιβάτη στις περιπτώσεις όπου η σύμβαση έχει συναφθεί μέσω διαδικτύου θα είχε, κατ’ ουσίαν, ως αποτέλεσμα η προσθήκη, με το άρθρο 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης, επιπλέον βάσης δικαιοδοσίας μόνο για τις ζημίες από θάνατο ή από σωματικές βλάβες που υπέστη ο επιβάτης να στερείται κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας σε περίπτωση που η ζημία απορρέει από συμβάσεις συναφθείσες μέσω διαδικτύου.
62 Όσον αφορά, τρίτον, τον σκοπό και το ιστορικό της θέσπισης του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την τρίτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση αυτή κράτη θέλησαν όχι μόνο να διασφαλίσουν την «προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές», αλλά και «να επιτευχθεί θεμιτή ισορροπία συμφερόντων», και συγκεκριμένα των συμφερόντων των αερομεταφορέων και των επιβατών.
63 Όπως, όμως, υπογράμμισε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 81 των προτάσεών του, θα αντέβαινε στον σκοπό περί εξισορροπήσεως των συμφερόντων των καταναλωτών και των αερομεταφορέων, καθώς και στην ανάγκη διασφάλισης μεγαλύτερης προβλεψιμότητας και ασφάλειας δικαίου στον τομέα της αεροπορικής μεταφοράς επιβατών το να γίνει δεκτό ότι, λόγω της διαδικτυακής πώλησης των υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, οι αεροπορικές εταιρίες οφείλουν να αποδέχονται τον κίνδυνο να εναχθούν οπουδήποτε στον κόσμο είναι διαθέσιμη η διαδικτυακή πώληση τέτοιων υπηρεσιών, ακόμη και σε τόπους στους οποίους δεν έχουν καμία φυσική παρουσία ή οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με την οικεία αεροπορική μεταφορά.
64 Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι ο κανόνας δικαιοδοσίας του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης του Μόντρεαλ προστέθηκε στους κανόνες της Σύμβασης της Βαρσοβίας σε χρόνο κατά τον οποίο τα συμβαλλόμενα στην πρώτη αυτή Σύμβαση κράτη είχαν επίγνωση της δυνατότητας διαδικτυακής κράτησης για τις υπηρεσίες αεροπορικής μεταφοράς επιβατών.
65 Όπως, όμως, επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 45 έως 48 των προτάσεών του, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Σύμβασης του Μόντρεαλ προκύπτει ότι η κατά τόπον αρμοδιότητα βάσει της κατοικίας ή της κύριας και μόνιμης διαμονής του επιβάτη αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, οι οποίες οδήγησαν σε περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της μόνο στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης.
66 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ έχει την έννοια ότι, όταν η σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς επιβάτη έχει συναφθεί μέσω διαδικτύου, το δικαστήριο της κύριας και μόνιμης κατοικίας του επιβάτη δεν μπορεί να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης κατά αερομεταφορέα για τη ζημία που προκλήθηκε από την απώλεια των αποσκευών του επιβάτη, ως κατά τόπον αρμόδιο με κριτήριο τον «τόπο [όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση».
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
67 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ έχει την έννοια ότι ως «τόπος [όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση» νοείται ο τόπος όπου ο μεταφορέας έχει την εγκατάσταση μέσω της οποίας συνήφθη η σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς του επιβάτη, ακόμη και όταν η αγωγή αποζημίωσης αφορά ζημία που προκύπτει από την απώλεια των αποσκευών του επιβάτη και η σύμβαση μεταφοράς των αποσκευών έχει συναφθεί μέσω εγκατάστασης του μεταφορέα ευρισκόμενης σε άλλον τόπο.
68 Μολονότι το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ δεν διευκρινίζει το περιεχόμενο του όρου «σύμβαση», από τη συνολική ερμηνεία της Σύμβασης του Μόντρεαλ προκύπτει ότι η μεταφορά των αποσκευών θεωρείται, κατά την εν λόγω Σύμβαση, ως υπηρεσία παρεπόμενη εκείνης της μεταφοράς του επιβάτη.
69 Πράγματι, από το περιεχόμενο πλειόνων διατάξεων της Σύμβασης του Μόντρεαλ, όπως του άρθρου 3, παράγραφος 3, του άρθρου 17, παράγραφοι 2 έως 4, και του άρθρο 22, παράγραφος 2, προκύπτει ότι οι αποσκευές μεταφέρονται κατ’ ανάγκην με τον επιβάτη. Εξάλλου, στο πλαίσιο της αεροπορικής μεταφοράς, ως «αποσκευή» νοείται, κατά τη συνήθη του όρου έννοια, κάθε πράγμα το οποίο περιέχει τα προσωπικά αντικείμενα που μεταφέρει ο επιβάτης μιας πτήσης κατά το ταξίδι του.
70 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τον κανονισμό 2027/97, ιδίως το άρθρο 1 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, όπου ως «αποσκευές» νοούνται οι αποσκευές του επιβάτη της αεροπορικής μεταφοράς.
71 Επιπλέον, από το λεκτικό του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ και, ειδικότερα, από τη χρήση της φράσης «εγκατάσταση μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση» στον ενικό αριθμό προκύπτει ότι, όσον αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και αποσκευών, για τον καθορισμό του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία λαμβάνεται υπόψη μία και μόνον σύμβαση.
72 Από τα στοιχεία αυτά της γραμματικής και της συστηματικής ανάλυσης προκύπτει ότι, όσον αφορά αγωγή αποζημίωσης κατά αερομεταφορέα για τη ζημία λόγω απώλειας αποσκευών, η σύμβαση που έχει σημασία για τον καθορισμό του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία βάσει της Σύμβασης αυτής είναι η σύμβαση μεταφοράς επιβάτη.
73 Βάσει της ερμηνείας αυτής μπορεί, στην περίπτωση αγωγής αποζημίωσης κατά αερομεταφορέα λόγω ζημίας προκληθείσας τόσο στις αποσκευές όσο και στους επιβάτες, να γίνει δεκτή η δικαιοδοσία ενός και του αυτού δικαστηρίου βάσει του τόπου όπου ο μεταφορέας έχει εγκατάσταση μέσω της οποίας συνήφθη η σύμβαση, ακόμη και όταν η αγορά της υπηρεσίας μεταφοράς επιβατών δεν πραγματοποιήθηκε στον ίδιο τόπο με την αγορά της υπηρεσίας μεταφοράς αποσκευών.
74 Επομένως, η ερμηνεία αυτή συνάδει με τους σκοπούς που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 62 της παρούσας απόφασης.
75 Βάσει των προεκτεθέντων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ έχει την έννοια ότι «τόπος [όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση» νοείται ο τόπος όπου ο μεταφορέας έχει την εγκατάσταση μέσω της οποίας συνήφθη η σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς του επιβάτη, ακόμη και όταν η αγωγή αποζημίωσης αφορά ζημία που προκύπτει από την απώλεια των αποσκευών του επιβάτη και η σύμβαση μεταφοράς των αποσκευών έχει συναφθεί μέσω εγκατάστασης του μεταφορέα ευρισκόμενης σε άλλον τόπο.
Επί των δικαστικών εξόδων
76 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 2027/97 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη των αερομεταφορέων όσον αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 889/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2027/97, όπως έχει τροποποιηθεί,
έχει την έννοια ότι:
το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στις 28 Μαΐου 1999 στο Μόντρεαλ, υπογράφηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 9 Δεκεμβρίου 1999 και εγκρίθηκε εξ ονόματός της με την απόφαση 2001/539/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2001, διέπει τον καθορισμό των κατά τόπον αρμόδιων δικαστηρίων για την εκδίκαση αγωγής αποζημίωσης την οποία ασκεί, σε περίπτωση απώλειας αποσκευών στο πλαίσιο αεροπορικής μεταφοράς μεταξύ δύο αερολιμένων ευρισκόμενων στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους, πρόσωπο που κατοικεί στο κράτος μέλος αυτό κατά ενωσιακού αερομεταφορέα έχοντος την έδρα του στο ίδιο κράτος μέλος.
2) Το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στις 28 Μαΐου 1999 στο Μόντρεαλ, υπογράφηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 9 Δεκεμβρίου 1999 και εγκρίθηκε εξ ονόματός της με την απόφαση 2001/539 του Συμβουλίου,
έχει την έννοια ότι:
όταν η σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς επιβάτη έχει συναφθεί μέσω διαδικτύου, το δικαστήριο της κύριας και μόνιμης κατοικίας του επιβάτη δεν μπορεί να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης κατά αερομεταφορέα για τη ζημία που προκλήθηκε από την απώλεια των αποσκευών του επιβάτη, ως κατά τόπον αρμόδιο με κριτήριο τον «τόπο [όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση».
3) Το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Σύμβασης για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στις 28 Μαΐου 1999 στο Μόντρεαλ, υπογράφηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 9 Δεκεμβρίου 1999 και εγκρίθηκε εξ ονόματός της με την απόφαση 2001/539,
έχει την έννοια ότι:
ως «τόπος [όπου ο μεταφορέας] έχει εγκατάσταση, μέσω [της οποίας] συνήφθη η σύμβαση» νοείται ο τόπος όπου ο μεταφορέας έχει την εγκατάσταση μέσω της οποίας συνήφθη η σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς του επιβάτη, ακόμη και όταν η αγωγή αποζημίωσης αφορά ζημία που προκύπτει από την απώλεια των αποσκευών του επιβάτη και η σύμβαση μεταφοράς των αποσκευών έχει συναφθεί μέσω εγκατάστασης του μεταφορέα ευρισκόμενης σε άλλον τόπο.
(υπογραφές)
