ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 10ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Τομέας των τηλεπικοινωνιών – Οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 – Ευρωπαϊκός Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών – Σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Δυνατότητα του παρόχου για μονομερή τροποποίηση – Άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο – Δικαίωμα των τελικών χρηστών προς καταγγελία »
Στην υπόθεση C‑669/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείο Ντίσελντορφ, Γερμανία) με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Οκτωβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände – Verbraucherzentrale Bundesverband e.V.
κατά
Vodafone GmbH,
παρισταμένης της:
Bundesnetzagentur für Elektrizität, Gas, Telekommunikation und Eisenbahnen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Schalin, πρόεδρο τμήματος, M. Gavalec (εισηγητή) και Z. Csehi, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände – Verbraucherzentrale Bundesverband e.V., εκπροσωπούμενη από τον T. Rader, Rechtsanwalt,
– η Vodafone GmbH, εκπροσωπούμενη από τον C. Rohnke, Rechtsanwalt,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τον E. Manzo, avvocato dello Stato,
– η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Gane, R. Antonie και L. Ghiță,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Conte, O. Gariazzo και G. Meeßen,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΕ 2018, L 321, σ. 36).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände – Verbraucherzentrale Bundesverband e.V. (Ομοσπονδίας των οργανώσεων και των ενώσεων καταναλωτών, Γερμανία, στο εξής: BV) και της Vodafone GmbH, παρόχου υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, σχετικά με τη χρήση, στους γενικούς όρους συναλλαγών της τελευταίας, ρήτρας η οποία της παρέχει τη δυνατότητα μονομερούς τροποποίησης των συμβατικών όρων.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 93/13/EOΚ
3 Το άρθρο 3 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), προβλέπει τα εξής:
«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.
[…]
3. Το παράρτημα περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές.»
4 Κατά το παράρτημα της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ρήτρες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3»:
«1. Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα:
[…]
ι) να επιτρέπουν στον επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση·
[…]
2. Πεδίο εφαρμογής των στοιχείων ζ), ι) και λ) […]
[…]
β) […]
Το στοιχείο [ι)] δεν αντιβαίνει εξάλλου στις ρήτρες με τις οποίες ο επαγγελματίας επιφυλάσσεται του δικαιώματος να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους μιας σύμβασης αορίστου χρόνου, εφόσον όμως θα τον βαρύνει η υποχρέωση να προειδοποιήσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος τον καταναλωτή, ο οποίος και παραμένει ελεύθερος να καταγγείλει τη σύμβαση·
[…]».
Η οδηγία 2018/1972
5 Οι αιτιολογικές σκέψεις 257, 258, 275 και 276 της οδηγίας 2018/1972 αναφέρουν τα εξής:
«(257) Η αποκλίνουσα εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των τελικών χρηστών έχει δημιουργήσει σημαντικούς φραγμούς στην εσωτερική αγορά που επηρεάζουν τόσο τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσο και τους τελικούς χρήστες. Αυτοί οι φραγμοί θα πρέπει να μειωθούν με την εφαρμογή των ίδιων κανόνων που εξασφαλίζουν υψηλό κοινό επίπεδο προστασίας σε ολόκληρη την [Ευρωπαϊκή] Ένωση. Η ισορροπημένη πλήρης εναρμόνιση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία αναμένεται να αυξήσει σημαντικά την ασφάλεια δικαίου, τόσο για τους τελικούς χρήστες όσο και για τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και αναμένεται να μειώσει σημαντικά τους φραγμούς εισόδου και τα περιττά βάρη συμμόρφωσης που απορρέουν από τον κατακερματισμό των κανόνων. […] Η πλήρης εναρμόνιση θα πρέπει να αφορά μόνο το αντικείμενο που καλύπτουν οι διατάξεις για τα δικαιώματα των τελικών χρηστών της παρούσας οδηγίας. […]
(258) Οι συμβάσεις αποτελούν σημαντικό μέσο στη διάθεση των τελικών χρηστών για τη διασφάλιση διαφάνειας στην πληροφόρηση και ασφάλειας δικαίου. Οι περισσότεροι πάροχοι υπηρεσιών που λειτουργούν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον συνάπτουν συμβάσεις με τους πελάτες τους για λόγους προσέλκυσης πελατών. Επιπλέον της παρούσας οδηγίας, οι απαιτήσεις του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης για την προστασία του καταναλωτή που αφορούν τις συμβάσεις, ιδίως η οδηγία [93/13] και η οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64)], εφαρμόζονται στις συναλλαγές με καταναλωτές στον τομέα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. […]
[…]
(275) Τυχόν αλλαγές των συμβατικών όρων που προτείνονται από τους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, οι οποίες δεν είναι προς όφελος του τελικού χρήστη, για παράδειγμα όσον αφορά επιβαρύνσεις, τιμολόγια, περιορισμούς του όγκου δεδομένων, ταχύτητες δεδομένων, κάλυψη ή την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να παρέχουν το δικαίωμα στον τελικό χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς κανένα κόστος, ακόμη και αν συνδυάζονται με ορισμένες επωφελείς αλλαγές. Οποιαδήποτε αλλαγή των συμβατικών όρων από τον πάροχο θα πρέπει συνεπώς να δίνει το δικαίωμα στον τελικό χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός αν κάθε αλλαγή είναι καθ’ αυτή επωφελής για τον τελικό χρήστη ή οι αλλαγές είναι αμιγώς διοικητικής φύσης, όπως η αλλαγή της διεύθυνσης του παρόχου, και δεν έχουν αρνητικό αντίκτυπο στον τελικό χρήστη ή οι αλλαγές επιβάλλονται αυστηρά από νομοθετικές ή ρυθμιστικές αλλαγές, όπως νέες απαιτήσεις για τις πληροφορίες της σύμβασης που επιβάλλονται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Το κατά πόσον μια αλλαγή είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη θα πρέπει να αξιολογείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Το δικαίωμα του τελικού χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση θα πρέπει να αποκλείεται μόνο αν ο πάροχος είναι σε θέση να αποδείξει ότι όλες οι αλλαγές στη σύμβαση είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη ή είναι αμιγώς διοικητικής φύσης χωρίς αρνητικό αντίκτυπο στον τελικό χρήστη.
(276) Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται για τυχόν αλλαγές στους συμβατικούς όρους με σταθερό μέσο. Τελικοί χρήστες εκτός των καταναλωτών, των πολύ μικρών επιχειρήσεων ή των μικρών επιχειρήσεων ή των μη κερδοσκοπικών οργανισμών δεν θα πρέπει να επωφελούνται από τα δικαιώματα καταγγελίας σε περίπτωση τροποποίησης της σύμβασης, σε ό,τι αφορά υπηρεσίες μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες μηχανής προς μηχανή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν συγκεκριμένη προστασία των τελικών χρηστών σε ό,τι αφορά την καταγγελία της σύμβασης όταν οι τελικοί χρήστες αλλάζουν τόπο διαμονής. Οι διατάξεις για την καταγγελία της σύμβασης δεν θα πρέπει να θίγουν άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου σχετικά με τους λόγους καταγγελίας των συμβάσεων ή αλλαγής των συμβατικών όρων και προϋποθέσεων εκ μέρους του παρόχου υπηρεσιών ή του τελικού χρήστη.»
6 Το άρθρο 3 της οδηγίας 2018/1972, το οποίο επιγράφεται «Γενικοί στόχοι», ορίζει στην παράγραφο 2, στοιχείο δʹ, τα ακόλουθα:
«Στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές, καθώς και ο [Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC)], η [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή και τα κράτη μέλη επιδιώκουν καθέναν από τους γενικούς στόχους που παρατίθενται κατωτέρω, οι οποίοι παρατίθενται χωρίς σειρά προτεραιότητας:
[…]
δ) προάγουν τα συμφέροντα των πολιτών της Ένωσης, διασφαλίζοντας τη συνδεσιμότητα και την εκτεταμένη διαθεσιμότητα και χρήση δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών, κινητών και ασύρματων δικτύων, και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθιστώντας δυνατή την επίτευξη μέγιστων οφελών όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα με βάση τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, διατηρώντας την ασφάλεια των δικτύων και των υπηρεσιών, διασφαλίζοντας υψηλό και ενιαίο επίπεδο προστασίας για τους τελικούς χρήστες μέσω των απαραίτητων ειδικών τομεακών κανόνων και ανταποκρινόμενες στις ανάγκες, όπως οι προσιτές τιμές, συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, ιδίως των τελικών χρηστών με αναπηρία, των ηλικιωμένων τελικών χρηστών και των τελικών χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, καθώς και την επιλογή και ισοδύναμη πρόσβαση για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες.»
7 Το άρθρο 101, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις προστασίας των τελικών χρηστών που παρεκκλίνουν από τα άρθρα 102 ως 115, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα τίτλο.»
8 Το άρθρο 105 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Διάρκεια και καταγγελία της σύμβασης», ορίζει στην παράγραφο 4 τα εξής:
«Οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να καταγγέλλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση κατόπιν κοινοποίησης αλλαγών στους συμβατικούς όρους που προτείνονται από τον πάροχο διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πλην των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, εκτός αν οι προτεινόμενες αλλαγές είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη, είναι αυστηρώς διοικητικού χαρακτήρα και δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον τελικό χρήστη, ή επιβάλλονται άμεσα από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.
Οι πάροχοι κοινοποιούν κάθε αλλαγή των συμβατικών όρων στους τελικούς χρήστες, τουλάχιστον ένα μήνα νωρίτερα, και ταυτόχρονα τους ενημερώνουν για το δικαίωμά τους να καταγγείλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση αν δεν αποδέχονται τους νέους όρους. Το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μπορεί να ασκείται εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση. Τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν το εν λόγω διάστημα έως τρεις μήνες. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η κοινοποίηση γίνεται με σαφή και κατανοητό τρόπο, σε σταθερό μέσο.»
Το γερμανικό δίκαιο
9 Κατά το άρθρο 57, παράγραφος 1, του Telekommunikationsgesetz (νόμου περί τηλεπικοινωνιών), της 23ης Ιουνίου 202 (BGBl. 2021 I, σ. 1858), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: TKG):
«Σε περίπτωση που ο πάροχος διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών έχει επιφυλαχθεί, μέσω γενικού όρου των συναλλαγών, του δικαιώματος να τροποποιεί τη σύμβαση μονομερώς και όντως τροποποιεί μονομερώς τους συμβατικούς όρους, ο τελικός χρήστης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς να τηρήσει προθεσμία καταγγελίας και χωρίς οικονομική επιβάρυνση, εκτός αν οι τροποποιήσεις
1. είναι αποκλειστικώς προς όφελος του τελικού χρήστη,
2. είναι αμιγώς διοικητικής φύσης και δεν έχουν αρνητικό αντίκτυπο στον τελικό χρήστη,
3. επιβάλλονται άμεσα από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.»
10 Το άρθρο 307 του Bürgerliches Gesetzbuch (αστικού κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: BGB), ορίζει τα εξής:
«(1) Οι διατάξεις των γενικών όρων των συναλλαγών είναι ανίσχυρες όταν, αντιθέτως προς τις επιταγές της καλής πίστης, περιάγουν σε αδικαιολόγητα μειονεκτική θέση τον αντισυμβαλλόμενο εκείνου που τους χρησιμοποιεί. Η μειονεκτική θέση μπορεί να προκύπτει ακόμη και από το γεγονός ότι ο σχετικός όρος δεν είναι σαφής και κατανοητός.
(2) Σε περίπτωση αμφιβολίας, αδικαιολόγητα μειονεκτική θέση υφίσταται όταν ένας γενικός όρος:
1. δεν είναι συμβατός προς θεμελιώδεις αρχές της νομοθετικής ρύθμισης από την οποία παρεκκλίνει ή
2. περιορίζει τα βασικά δικαιώματα ή τις βασικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τρόπον ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η επίτευξη του σκοπού της σύμβασης.
(3) Οι παράγραφοι 1 και 2 καθώς και τα άρθρα 308 και 309 εφαρμόζονται μόνο στους γενικούς όρους των συναλλαγών οι οποίοι παρεκκλίνουν από νομικές διατάξεις ή τις συμπληρώνουν. Άλλοι όροι μπορεί να είναι ανίσχυροι με βάση την πρώτη και τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 1.»
11 Το άρθρο 308 του BGB έχει ως εξής:
«Είναι, ιδίως, ανίσχυρος γενικός όρος των συναλλαγών ο οποίος προβλέπει […]
4. […] ρήτρα δυνάμει της οποίας ο συμβαλλόμενος που τη χρησιμοποιεί επιφυλάσσεται του δικαιώματος να τροποποιήσει την παροχή την οποία υπόσχεται ή να παρεκκλίνει από αυτήν, εκτός εάν δεν υπάρχει εύλογη αιτία για να μη συναινέσει ο αντισυμβαλλόμενος σε μια τέτοια τροποποίηση ή παρέκκλιση, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων του χρήστη.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12 Η BV, ένωση για την προστασία των καταναλωτών, ενεργούσα ως οντότητα η οποία νομιμοποιείται να προσφεύγει στη δικαιοσύνη για να προστατεύει τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών, άσκησε αγωγή παράλειψης κατά της Vodafone ενώπιον του Landgericht Düsseldorf (πρωτοδικείου Ντίσελντορφ, Γερμανία). Σκοπός της αγωγής παράλειψης ήταν να απαγορευθεί στη Vodafone η χρήση, στους γενικούς όρους των συμβάσεων που συνήπτε με τους πελάτες της σχετικά με ορισμένες υπηρεσίες ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, μεταξύ άλλων ρήτρας δυνάμει της οποίας επιφυλάσσεται του δικαιώματος να τροποποιεί μονομερώς τους συμβατικούς όρους βάσει διακριτικής ευχέρειας και κατά δίκαιη κρίση.
13 Προς στήριξη της αγωγής παράλειψης την οποία άσκησε, η BV υποστήριξε ότι η εν λόγω ρήτρα αντέβαινε στο άρθρο 307, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίοδος, και στο άρθρο 308, σημείο 4, του BGB και ότι δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από το άρθρο 57, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του TKG. Συναφώς, η BV προέβαλε, ειδικότερα, ότι από το άρθρο 308, σημείο 4, του BGB προκύπτει ότι μια ρήτρα περί μονομερούς τροποποίησης η οποία περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους ισχύει μόνον εφόσον δεν υπάρχει εύλογη αιτία για να μη συναινέσει ο αντισυμβαλλόμενος στη σκοπούμενη τροποποίηση ή παρέκκλιση, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων του χρήστη.
14 Η Vodafone αντέτεινε ότι η επίμαχη ρήτρα αντιστοιχούσε στο γράμμα του άρθρου 57, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του TKG, το οποίο αναγνωρίζει στους παρόχους τη δυνατότητα να επιφυλάσσονται, με τους γενικούς όρους των συναλλαγών, του δικαιώματος μονομερούς τροποποίησης. Κατά τη Vodafone, η διάταξη αυτή περιέχει εξαντλητική ρύθμιση. Επομένως, στο μέτρο που η επίμαχη ρήτρα απλώς επαναλαμβάνει το γράμμα του κανόνα αυτού, δεν μπορεί να ελεγχθεί το κύρος της υπό το πρίσμα των ειδικών διατάξεων που αφορούν τους γενικούς όρους των συναλλαγών. Εν πάση περιπτώσει, η Vodafone υποστήριξε ότι η εν λόγω ρήτρα δεν περιάγει σε αδικαιολόγητα μειονεκτική θέση τον πελάτη λόγω, αφενός, της απαίτησης περί δίκαιης κρίσης και, αφετέρου, του ειδικού δικαιώματος καταγγελίας που παρέχεται στον πελάτη ως αντιστάθμισμα. Τέλος, κατά τη Vodafone, καθόσον το άρθρο 57, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του TKG απαιτεί να περιλαμβάνεται το δικαίωμα τροποποιήσεως στους γενικούς όρους των συναλλαγών, αντιβαίνει στην επιταγή περί πλήρους εναρμόνισης που διατυπώνεται στο άρθρο 101, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972. Επομένως, το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία, υπό την έννοια ότι παρέχει δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης το οποίο δεν υπόκειται στους περιορισμούς που απορρέουν από το άρθρο 308, σημείο 4, του BGB.
15 To Landgericht Düsseldorf (πρωτοδικείο Ντίσελντορφ) απέρριψε την αγωγή, επισημαίνοντας ότι η επίμαχη ρήτρα δεν έχει ως αντικείμενο την παρέκκλιση από τις διατάξεις του νόμου ούτε τη συμπλήρωσή τους και ότι, ως εκ τούτου, ο έλεγχος του περιεχομένου της αποκλείεται δυνάμει του άρθρου 307, παράγραφος 3, του BGB. Κατά το δικαστήριο αυτό, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ένας τέτοιος έλεγχος είναι δυνατός, η επίμαχη ρήτρα είναι επιτρεπτή, διότι παρέχει στους τελικούς χρήστες ειδικό δικαίωμα καταγγελίας χωρίς επιβάρυνση, βάσει του οποίου οι τελικοί χρήστες μπορούν να καταγγείλουν τη σύμβαση πριν τεθούν σε ισχύ οι αναγγελθείσες τροποποιήσεις. Εξάλλου, έκρινε ότι το άρθρο 57, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του TKG προϋποθέτει ότι μπορεί να προβλεφθεί δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης στους γενικούς όρους των συναλλαγών και ότι η διάταξη αυτή ρυθμίζει, ως αντιστάθμισμα του δικαιώματος αυτού, τις προϋποθέσεις για την καταγγελία εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων.
16 Η BV άσκησε έφεση ενώπιον του Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείου Ντίσελντορφ, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 και το άρθρο 57, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του TKG δεν παρέχουν στον επαγγελματία δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης, αλλά απλώς ρυθμίζουν τις έννομες συνέπειες της άσκησής του. Η Vodafone ζήτησε την απόρριψη της έφεσης.
17 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972. Εκτιμά ότι η διάταξη αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί με περισσότερους τρόπους. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι στη Γερμανία το άρθρο αυτό συχνά ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απονέμει στον πάροχο δικαίωμα εκ του νόμου για μονομερή τροποποίηση. Εντούτοις, είναι δυνατή και η αντίθετη ερμηνεία, κατά την οποία η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει μόνον τις έννομες συνέπειες του δικαιώματος του παρόχου για μονομερή τροποποίηση, του οποίου η νομική βάση διέπεται από άλλους κανόνες.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείο Ντίσελντορφ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 την έννοια ότι στους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πλην των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, παρέχεται εκ του νόμου το δικαίωμα να τροποποιούν μονομερώς τους συμβατικούς όρους, οι δε τελικοί χρήστες έχουν, ως αντιστάθμισμα, ειδικό δικαίωμα καταγγελίας, ή προϋποθέτει η διάταξη αυτή ότι οι πάροχοι έχουν ήδη, για άλλους λόγους, το δικαίωμα να τροποποιούν μονομερώς τους συμβατικούς όρους και ρυθμίζει μόνον το ειδικό δικαίωμα καταγγελίας του τελικού χρήστη που απορρέει εντεύθεν;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19 Με το μοναδικό προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 έχει την έννοια ότι απονέμει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών το δικαίωμα να τροποποιούν μονομερώς τους συμβατικούς όρους ή αν προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος και ρυθμίζει απλώς το δικαίωμα καταγγελίας που αναγνωρίζεται στους τελικούς χρήστες όταν ο πάροχος έχει ασκήσει το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης.
20 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της ερμηνείας διάταξης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας η διάταξη αυτή αποτελεί μέρος (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 12ης Μαρτίου 2026, Magyar Telekom, C‑514/24, EU:C:2026:184, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
21 Κατά πρώτον, το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 προβλέπει ότι οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να καταγγείλουν τη σύμβασή τους χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση όταν ο πάροχος διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών τους γνωστοποιήσει ότι προτίθεται να τροποποιήσει τους συμβατικούς όρους. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν τους αναγνωρίζεται, ωστόσο, όταν οι σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις είναι αποκλειστικώς προς όφελός τους, έχουν αμιγώς διοικητικό χαρακτήρα και δεν έχουν αρνητικό αντίκτυπο στους ως άνω χρήστες ή επιβάλλονται άμεσα από το δίκαιο της Ένωσης ή το εθνικό δίκαιο.
22 Η αιτιολογική σκέψη 275 της εν λόγω οδηγίας αναφέρει, στο ίδιο πνεύμα, ότι οποιαδήποτε αλλαγή των συμβατικών όρων από τον πάροχο θα πρέπει να δίνει στον τελικό χρήστη το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση, υπό την επιφύλαξη των ίδιων εξαιρέσεων με αυτές που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
23 Επομένως, από το γράμμα του άρθρου 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 275, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή ρυθμίζει τις συνέπειες που έχει, για τον τελικό χρήστη, η σχεδιαζόμενη από τον πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών τροποποίηση των συμβατικών όρων. Προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία μια τέτοια τροποποίηση θεμελιώνει δικαίωμα καταγγελίας χωρίς επιβάρυνση, καθώς και τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα αυτό. Αντιθέτως, δεν προσδιορίζει τη νομική βάση της μονομερούς τροποποίησης ούτε τις προϋποθέσεις τις οποίες ο πάροχος είναι υποχρεωμένος να τηρεί προκειμένου να μπορεί να τροποποιήσει μονομερώς τη σύμβαση. Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος, χωρίς να το απονέμει.
24 Κατά δεύτερον, η ως άνω ερμηνεία επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972.
25 Πράγματι, το άρθρο 105 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διάρκεια και καταγγελία της σύμβασης» και περιλαμβάνεται στον τίτλο III της οδηγίας, ο οποίος επιγράφεται «Δικαιώματα τελικών χρηστών», προβλέπει γενικό κανόνα ο οποίος αποσκοπεί κυρίως στη ρύθμιση των διαφόρων περιπτώσεων και των προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματος των τελικών χρηστών να καταγγείλουν τη σύμβασή τους. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο αυτό δεν ρυθμίζει τα δικαιώματα των παρόχων, κατά μείζονα δε λόγο δεν τους παρέχει δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης.
26 Επισημαίνεται επίσης ότι το άρθρο 101 της οδηγίας 2018/1972 προβλέπει ότι το άρθρο 105 της οδηγίας προβαίνει σε πλήρη εναρμόνιση μόνον κατά το μέρος που αφορά την προστασία των τελικών χρηστών, αλλά δεν προβλέπει κάτι τέτοιο όσον αφορά την προστασία των παρόχων. Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 257 της οδηγίας διευκρινίζει ότι αυτή η πλήρης εναρμόνιση πρέπει να αφορά μόνον το αντικείμενο που καλύπτουν οι σχετικές με τα δικαιώματα των τελικών χρηστών διατάξεις της οδηγίας.
27 Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 258 της οδηγίας 2018/1972 προκύπτει ότι οι απαιτήσεις του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών οι οποίες αφορούν τις συμβάσεις, ιδίως εκείνες που προβλέπονται στις οδηγίες 93/13 και 2011/83, εφαρμόζονται στις συναλλαγές με καταναλωτές στον τομέα των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
28 Συναφώς, το σημείο 1, στοιχείο ιʹ, του παραρτήματος της οδηγίας 93/13 παραθέτει, μεταξύ των ρητρών που μπορούν να κηρυχθούν καταχρηστικές κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας αυτής, εκείνες που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να επιτρέπουν στον επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση. Το σημείο 2, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος αυτού διευκρινίζει, ωστόσο, ότι το σημείο 1, στοιχείο ιʹ δεν αντιτίθεται στις ρήτρες με τις οποίες ο επαγγελματίας επιφυλάσσεται του δικαιώματος να τροποποιεί μονομερώς τους όρους σύμβασης αορίστου χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι προειδοποιεί σχετικά τον καταναλωτή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και ότι ο καταναλωτής παραμένει ελεύθερος να καταγγείλει τη σύμβαση.
29 Επομένως, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο πάροχος μπορεί να επιφυλαχθεί της δυνατότητας μονομερούς τροποποίησης απορρέουν από την οδηγία 93/13 και όχι από την οδηγία 2018/1972. Επιπλέον, το άρθρο 8 της οδηγίας 93/13 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη Συνθήκη ΛΕΕ, προκειμένου να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.
30 Περαιτέρω, η ανάλυση του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 επιβεβαιώνει τη γραμματική του ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η διάταξη αυτή δεν απονέμει στους παρόχους δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης των συμβάσεων, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος δυνάμει άλλων εφαρμοστέων κανόνων. Κατά συνέπεια, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος τροποποίησης εξακολουθεί να υπόκειται στις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις που απορρέουν από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο για την προστασία των καταναλωτών.
31 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι μια ρήτρα μονομερούς τροποποίησης μπορεί να ανταποκρίνεται σε θεμιτό συμφέρον του παρόχου, πρέπει εντούτοις να πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστης, της ισορροπίας και της διαφάνειας που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από την οδηγία 93/13 (πρβλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, RWE Vertrieb, C‑92/11, EU:C:2013:180, σκέψεις 46 και 47).
32 Η αιτιολογική σκέψη 276 της οδηγίας 2018/1972 επιβεβαιώνει την ερμηνεία αυτή, ορίζοντας ότι οι διατάξεις σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης δεν θίγουν άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου σχετικά με τους λόγους καταγγελίας των συμβάσεων ή τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι όροι των συμβάσεων μπορούν να τροποποιηθούν από τον πάροχο υπηρεσιών ή από τον τελικό χρήστη.
33 Τέλος, κατά τρίτον, η ερμηνεία που έγινε δεκτή στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως συνάδει προς τον σκοπό της προστασίας των τελικών χρηστών που μνημονεύεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2018/1972. Επομένως, η ιδιαίτερη προστασία που τους παρέχει η οδηγία όσον αφορά την καταγγελία των συμβάσεων προστίθεται στις εγγυήσεις που απορρέουν από τους λοιπούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου οι οποίοι έχουν εφαρμογή στις τροποποιήσεις των συμβάσεων. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι ο τελικός χρήστης αποτελεί το ασθενέστερο μέρος στη συμβατική σχέση με τον επαγγελματία, θα πρέπει να τυγχάνει αυξημένης προστασίας. Η αποτελεσματικότητα της προστασίας αυτής μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με το σύνολο των μέτρων που θεσπίζονται με τις διάφορες κανονιστικές ρυθμίσεις. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται και από την αιτιολογική σκέψη 276 της εν λόγω οδηγίας, η οποία αναφέρει ότι οι διατάξεις για την καταγγελία της σύμβασης δεν θα πρέπει να θίγουν άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.
34 Αν όμως γινόταν δεκτή η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 απονέμει, αφ’ εαυτού, στους παρόχους δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης, η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν θα υπέκειτο στις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι γενικοί κανόνες του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου για την προστασία των καταναλωτών. Η ερμηνεία αυτή θα ήταν αντίθετη τόσο προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία όσον και προς την αιτιολογική σκέψη 276 αυτής και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
35 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2018/1972 έχει την έννοια ότι δεν απονέμει στους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, το δικαίωμα να τροποποιούν μονομερώς τους συμβατικούς όρους, αλλά ότι προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος δυνάμει άλλων εφαρμοστέων κανόνων και ρυθμίζει απλώς το δικαίωμα καταγγελίας που αναγνωρίζεται στους τελικούς χρήστες όταν ο πάροχος ασκεί το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης, υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων και απαιτήσεων που προβλέπονται προς τούτο από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο για την προστασία των καταναλωτών.
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 105, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών,
έχει την έννοια ότι:
δεν απονέμει στους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, το δικαίωμα να τροποποιούν μονομερώς τους συμβατικούς όρους, αλλά ότι προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος δυνάμει άλλων εφαρμοστέων κανόνων και ρυθμίζει απλώς το δικαίωμα καταγγελίας που αναγνωρίζεται στους τελικούς χρήστες όταν ο πάροχος ασκεί το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης, υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων και απαιτήσεων που προβλέπονται προς τούτο από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο για την προστασία των καταναλωτών.
(υπογραφές)
