ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τριμελής Επιτροπή του Τρίτου Τμήματος, άρθρο 28 § 1 στοιχ. α΄ ΕΣΔΑ.
Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 35 §§ 1 και 4 ΕΣΔΑ, αιτιάσεις βάσει του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ και του άρθρου 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 7.
Αντικείμενο: Διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις υποχρεώσεων φαρμακοποιού μετά από αμετάκλητη ποινική αθώωση για απάτη και ζήτημα αν η εκκρεμής αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελούσε αποτελεσματικό εσωτερικό ένδικο μέσο που έπρεπε να εξαντληθεί.
Διατακτικό: Απαράδεκτη προσφυγή λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων και πρόωρης προσφυγής.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, φαρμακοποιός, υπέστη διοικητικά πρόστιμα ύψους 82.766,61 ευρώ και αυστηρή προειδοποίηση για επτά παραβάσεις σχετικές με την εκτέλεση συνταγών του ΟΓΑ. Παράλληλα διώχθηκε για απάτη, αλλά αθωώθηκε αμετάκλητα, καθώς το ποινικό δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε εκδώσει εικονικές ούτε είχε παραποιήσει συνταγές και ότι δεν είχε διαπράξει απάτη. Το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης ακύρωσε μέρος των προστίμων, διατήρησε όμως τα υπόλοιπα. Ενώπιον του ΕΔΔΑ ο προσφεύγων επικαλέστηκε το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή ne bis in idem. Το Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία των αιτιάσεων. Έκρινε ότι η εκκρεμής από το 2018 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ δεν είχε αποδειχθεί αναποτελεσματική, ιδίως επειδή η υπόθεση αφορούσε χρηματικές και μη χρηματική κύρωση και είχε παραπεμφθεί, λόγω σπουδαιότητας, σε επταμελή σύνθεση. Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ, η οποία είχε κατατεθεί στις 10.01.2019, περίπου δύο μήνες μετά την άσκηση της αναίρεσης, κρίθηκε πρόωρη.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η Moysidis δεν εισάγει νέα αρχή για το ne bis in idem ή το τεκμήριο αθωότητας, επειδή το Δικαστήριο δεν έφθασε στην ουσία των δύο αιτιάσεων. Η συμβολή της εντοπίζεται στο άρθρο 35 § 1 ΕΣΔΑ. Δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα ενός ενδίκου μέσου δεν αποκλείεται αυτομάτως από ένα χρηματικό όριο παραδεκτού, όταν η εθνική νομολογία υποδεικνύει ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι αποκλειστικά χρηματικό. Παράλληλα αναδεικνύει τον δικονομικό κίνδυνο μιας «προληπτικής» προσφυγής στο Στρασβούργο ενώ εξακολουθεί να εκκρεμεί εσωτερικό ένδικο μέσο ικανό, εφόσον ευδοκιμήσει, να θεραπεύσει την προβαλλόμενη παραβίαση.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Στις 24 Ιουνίου 2008 επιθεωρητές του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) διενήργησαν έλεγχο και υπέβαλαν έκθεση στην αρμόδια υπηρεσία. Μετά την ακύρωση αρχικής απόφασης επειδή είχε εκδοθεί χωρίς την απαιτούμενη εξουσιοδότηση, με την απόφαση 997/22.08.2011 επιβλήθηκαν στον προσφεύγοντα πρόστιμα συνολικού ύψους 82.766,61 ευρώ και αυστηρή προειδοποίηση για επτά παραβάσεις των υποχρεώσεών του ως φαρμακοποιού βάσει της σύμβασής του με τον ΟΓΑ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ελλείψεις ημερομηνιών ή υπογραφών στις συνταγές (Β1), μερική ή μη παράδοση φαρμάκων παρά τη χρέωση και είσπραξη του αντιτίμου από τον ασφαλιστικό οργανισμό (Β2) και συλλογή βιβλιαρίων ασφαλισμένων, διαβίβασή τους σε ιατρούς για συνταγογράφηση και μεταγενέστερη εκτέλεση των συνταγών στο φαρμακείο του (Γ).
Η διοικητική προσφυγή απορρίφθηκε με την απόφαση 1350/01.12.2011 του Δ.Σ. του ΟΓΑ και στις 29.02.2012 ο προσφεύγων προσέβαλε τις σχετικές αποφάσεις ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παράλληλα διώχθηκε για απάτη. Με την αμετάκλητη απόφαση 2339/2013 της 07.11.2013 το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σερρών τον αθώωσε. Έκρινε ότι δεν είχε εκδώσει εικονικές ούτε είχε παραποιήσει συνταγές και ότι, ανεξαρτήτως τυχόν παραβάσεων των υποχρεώσεών του ως φαρμακοποιού, είχε εκτελέσει γνήσιες συνταγές και δεν είχε τελέσει πράξεις απάτης, αφού τις είχε υποβάλει στις αρμόδιες αρχές όπως ακριβώς είχαν, χωρίς απόπειρα απόκρυψης ή μεταβολής τους.
Στις 10.09.2014 προέβαλε την ποινική αθώωση με πρόσθετους λόγους. Με την απόφαση 142/2018 της 29.01.2018 το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή και ακύρωσε μέρος των προστίμων, απέρριψε όμως το υπόλοιπο, κρίνοντας ότι δεν είχε αποδειχθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ότι δεν είχαν λάβει χώρα οι αποδιδόμενες παραβάσεις των υποχρεώσεων εκτέλεσης συνταγών στο πλαίσιο λειτουργίας των φαρμακείων του ΟΓΑ.
Στις 12.11.2018 ο προσφεύγων άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ και στις 10.01.2019, ενώ αυτή εκκρεμούσε, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στις 12.01.2024 από πενταμελή σε επταμελή σύνθεση του ΣΤ΄ Τμήματος λόγω της σπουδαιότητάς της, συζητήθηκε την 01.04.2024 και κατά την έκδοση της απόφασης του ΕΔΔΑ εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Ο προσφεύγων επικαλέστηκε το άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ και το άρθρο 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 7.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρα 6 § 2 ΕΣΔΑ και 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 7, υπό το πρίσμα του άρθρου 35 § 1 ΕΣΔΑ, εκκρεμής αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ. Απαράδεκτη προσφυγή
Παραδεκτό
Η Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων και υποστήριξε ότι η προσφυγή ήταν πρόωρη, επειδή η αίτηση αναιρέσεως εξακολουθούσε να εκκρεμεί ενώπιον του ΣτΕ. Κατά την Κυβέρνηση, μολονότι το άρθρο 53 § 4 του π.δ. 18/1989 προέβλεπε ratione valoris όριο 200.000 ευρώ για διαφορές από διοικητικές συμβάσεις, το όριο δεν καθιστούσε την αναίρεση αναποτελεσματική, διότι μαζί με τα πρόστιμα είχε επιβληθεί και η μη χρηματική κύρωση της «αυστηρής προειδοποίησης». Η Κυβέρνηση προσκόμισε αποφάσεις του ΣτΕ στις οποίες, όταν είχαν επιβληθεί χρηματικές και μη χρηματικές κυρώσεις, το χρηματικό όριο δεν είχε οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως. Τόνισε επίσης την παραπομπή της συγκεκριμένης υπόθεσης στην επταμελή σύνθεση λόγω της σπουδαιότητάς της.
Ο προσφεύγων αντέτεινε ότι το ποσό της διαφοράς υπολειπόταν του νόμιμου ορίου και ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν αποτελούσε αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Προσκόμισε απόφαση του ΣτΕ με την οποία αίτηση αναιρέσεως είχε απορριφθεί επειδή το ποσό της διαφοράς ήταν κατώτερο του εφαρμοστέου ορίου. Υποστήριξε ότι η αποδοχή της ένστασης της Κυβέρνησης θα τον έθετε σε κατάσταση ασύμβατη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, διότι, αν ανέμενε την απόφαση του ΣτΕ και η αναίρεση απορριπτόταν ως απαράδεκτη, κινδύνευε να απολέσει την τετράμηνη προθεσμία προσφυγής στο ΕΔΔΑ. Ζήτησε δε από το Δικαστήριο να αναμείνει την απόφαση του ΣτΕ.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, κατά το άρθρο 35 § 1, πρέπει να εξαντλούνται τα εσωτερικά ένδικα μέσα που σχετίζονται με τις προβαλλόμενες παραβιάσεις και είναι διαθέσιμα και επαρκή. Για να είναι αποτελεσματικό, ένα ένδικο μέσο πρέπει να μπορεί να θεραπεύσει ευθέως την επίδικη κατάσταση και να προσφέρει εύλογες προοπτικές επιτυχίας. Απλές αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα ενός μέσου δεν απαλλάσσουν τον προσφεύγοντα από την υποχρέωση να το δοκιμάσει. Το Δικαστήριο παρέπεμψε στις Sejdovic v. Italy [GC], Balogh v. Hungary και Vučković and Others v. Serbia [GC].
Το ΕΔΔΑ έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη νομολογία του ΣτΕ που προσκόμισε η Κυβέρνηση. Από αυτήν προέκυπτε ότι σε παρόμοιες υποθέσεις με χρηματικές και μη χρηματικές κυρώσεις το όριο των 200.000 ευρώ δεν καθιστούσε κατ’ ανάγκην απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως, επειδή το αντικείμενο της διαφοράς δεν αφορούσε αποκλειστικά χρηματική αξία. Συνεκτίμησε επίσης ότι η υπόθεση είχε παραπεμφθεί σε επταμελή σύνθεση λόγω της σπουδαιότητάς της. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πείστηκε ότι η αίτηση αναιρέσεως θα κρινόταν απαράδεκτη βάσει των ratione valoris κριτηρίων και θεώρησε ότι η εθνική διαδικασία εξακολουθούσε να εκκρεμεί.
«Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος θα κηρυχθεί απαράδεκτη βάσει των ratione valoris κριτηρίων» (§ 11).
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η τελευταία βαθμίδα των εσωτερικών ενδίκων μέσων μπορεί να ολοκληρωθεί μετά την κατάθεση της προσφυγής στο Στρασβούργο, αρκεί να έχει ολοκληρωθεί πριν από την κρίση επί του παραδεκτού. Εδώ, όμως, η αναίρεση εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Οι αιτιάσεις βάσει του άρθρου 6 § 2 και του άρθρου 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 7 είχαν προβληθεί ενώπιον του ΣτΕ και, αν γίνονταν δεκτές, μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και ακύρωση των προστίμων. Ο προσφεύγων δεν είχε ισχυρισθεί ότι, αν η αίτηση κρινόταν παραδεκτή, το ΣτΕ δεν θα μπορούσε να τον απαλλάξει από την καταβολή των προστίμων.
Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι οι εσωτερικές διαδικασίες εξακολουθούσαν να εκκρεμούν και η προσφυγή ήταν πρόωρη, χωρίς η κρίση αυτή να θίγει τη δυνατότητα του προσφεύγοντος να προσφύγει εκ νέου στο Δικαστήριο.
Επί της ουσίας
Το Δικαστήριο δεν προχώρησε σε εξέταση επί της ουσίας. Δεν αποφάνθηκε αν η διατήρηση διοικητικών κυρώσεων μετά την ποινική αθώωση παραβίαζε το τεκμήριο αθωότητας του άρθρου 6 § 2 ή την αρχή ne bis in idem του άρθρου 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 7.
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη κατ’ άρθρο 35 §§ 1 και 4 ΕΣΔΑ λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Δεν υπήρξε εξέταση δίκαιης ικανοποίησης κατ’ άρθρο 41. Η απόφαση κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 27 Αυγούστου 2026.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (KEY PASSAGE)
«Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Κυβέρνηση προσκόμισε αρκετές συναφείς αποφάσεις του ΣτΕ, από τις οποίες προκύπτει ότι, σε υποθέσεις παρόμοιες με εκείνη του προσφεύγοντος, στις οποίες είχαν επιβληθεί τόσο χρηματικές όσο και μη χρηματικές κυρώσεις, το ratione valoris όριο των 200.000 ευρώ δεν καθιστούσε κατ’ ανάγκην απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως, καθώς το ΣτΕ είχε κρίνει ότι το αντικείμενο αυτών των υποθέσεων δεν αφορούσε αποκλειστικά χρηματική αξία. […] Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος θα κηρυχθεί απαράδεκτη βάσει των ratione valoris κριτηρίων. Επομένως, η εσωτερική διαδικασία πρέπει να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» (§ 11).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η ισχυρότερη πλευρά της Moysidis είναι η συγκεκριμένη και λειτουργική προσέγγιση της αποτελεσματικότητας του εσωτερικού ενδίκου μέσου. Το όριό της είναι εξίσου εμφανές: η απόφαση σταματά στο παραδεκτό και αφήνει ανεπίλυτη τόσο την ουσιαστική σχέση της ποινικής αθώωσης με τις διοικητικές κυρώσεις όσο και το ειδικό ζήτημα της πολυετούς διάρκειας της εκκρεμούς αναιρετικής διαδικασίας.
Πρώτον. Η αποτελεσματικότητα του ενδίκου μέσου δεν κρίνεται με μηχανική εφαρμογή του ratione valoris ορίου. Το ύψος των προστίμων, 82.766,61 ευρώ, υπολειπόταν σαφώς του ορίου των 200.000 ευρώ. Το ΕΔΔΑ, όμως, δεν περιορίστηκε σε αριθμητική σύγκριση. Η συνύπαρξη της μη χρηματικής κύρωσης της αυστηρής προειδοποίησης και, κυρίως, η συναφής νομολογία του ΣτΕ επέτρεπαν το συμπέρασμα ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν ήταν κατ’ ανάγκην αμιγώς χρηματικό. Η απόφαση επιβεβαιώνει έτσι τον λειτουργικό χαρακτήρα του ελέγχου του άρθρου 35 § 1: το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το ένδικο μέσο είναι πράγματι ικανό να παράσχει θεραπεία με εύλογες προοπτικές επιτυχίας.
Πηγή: Moysidis v. Greece, §§ 8-11.
Δεύτερον. Η κατανομή του βάρους απόδειξης καθιστά αποφασιστική την ποιότητα της εθνικής νομολογίας που προσκομίζουν οι διάδικοι. Η Moysidis δεν διατυπώνει ρητά τον γενικό κανόνα περί βάρους απόδειξης, αλλά εφαρμόζεται η πάγια νομολογία του άρθρου 35 § 1: η Κυβέρνηση που προβάλλει μη εξάντληση πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι υπήρχε διαθέσιμο και αποτελεσματικό ένδικο μέσο, ικανό να παράσχει θεραπεία και με εύλογες προοπτικές επιτυχίας. Όταν το βάρος αυτό εκπληρωθεί, ο προσφεύγων πρέπει να αποδείξει ότι το μέσο ήταν στην περίπτωσή του ανεπαρκές ή αναποτελεσματικό ή ότι συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις. Στη Moysidis η Κυβέρνηση προσκόμισε περισσότερες συναφείς αποφάσεις του ΣτΕ και το Δικαστήριο δεν πείστηκε από το αντίθετο νομολογιακό στοιχείο του προσφεύγοντος ότι η δική του αναίρεση θα απορριπτόταν. Δεν μπορεί, όμως, να συναχθεί από την απόφαση ότι το precedent του προσφεύγοντος αφορούσε κατ’ ανάγκην «καθαρά χρηματική» διαφορά. Πηγή: Moysidis v. Greece, §§ 8-12.
Τρίτον. Η παραπομπή σε επταμελή σύνθεση αποτελεί σημαντικό πραγματικό δείκτη, όχι εγγύηση παραδεκτού. Το ΕΔΔΑ δεν έκρινε ότι η παραπομπή λόγω σπουδαιότητας προδίκαζε την παραδεκτότητα ή την ευδοκίμηση της αναίρεσης. Τη συνεκτίμησε, όμως, με την εθνική νομολογία ως στοιχείο που αποδυνάμωνε τη θέση ότι το ένδικο μέσο ήταν προδήλως μάταιο. Η διάκριση είναι σημαντική: η ειδική δικονομική μεταχείριση μιας υπόθεσης από το ανώτατο εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο πραγματικής διαθεσιμότητας του μέσου, χωρίς να δεσμεύει το ΕΔΔΑ για την τελική έκβασή του.
Πηγή: Moysidis v. Greece, § 11.
Τέταρτον. Η προληπτική προσφυγή δεν εξουδετερώνει την αρχή της επικουρικότητας. Ο προσφεύγων αντιμετώπισε ένα πραγματικό δικονομικό δίλημμα, αφού φοβόταν ότι, αν ανέμενε την απόφαση του ΣτΕ και η αναίρεση κρινόταν απαράδεκτη, θα κινδύνευε να απωλέσει την προθεσμία. Το ΕΔΔΑ απάντησε με τον κανόνα ότι η τελευταία βαθμίδα μπορεί κατ’ εξαίρεση να ολοκληρωθεί μετά την κατάθεση της προσφυγής, αρκεί να έχει ολοκληρωθεί πριν από την κρίση επί του παραδεκτού. Στην παρούσα υπόθεση αυτό δεν συνέβη. Η κρίση διαφυλάσσει την επικουρικότητα, αλλά συγχρόνως εξηγεί γιατί η απλή κατάθεση «για ασφάλεια» δεν αρκεί όταν το εθνικό ένδικο μέσο παραμένει ενεργό.
Πηγή: Moysidis v. Greece, §§ 9, 12-14.
Πέμπτον. Η απόφαση αφήνει ανοικτά τόσο την ουσία των δικαιωμάτων όσο και το ειδικό ζήτημα της διάρκειας της αναίρεσης. Το ΕΔΔΑ δεν εξέτασε αν οι διοικητικές κυρώσεις ήταν «ποινικές» για τους σκοπούς του Πρωτοκόλλου αρ. 7, αν υφίστατο idem, αν υπήρχε επαρκής ουσιαστική και χρονική σύνδεση μεταξύ των διαδικασιών ή αν το Διοικητικό Εφετείο χρησιμοποίησε διατύπωση ασύμβατη με το τεκμήριο αθωότητας. Παράλληλα, η αίτηση αναιρέσεως είχε ήδη παραμείνει εκκρεμής περίπου επτά έτη και οκτώ μήνες κατά την έκδοση της απόφασης του ΕΔΔΑ. Η γενική νομολογία αναγνωρίζει ότι ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο πρέπει να λειτουργεί χωρίς υπερβολική καθυστέρηση και ότι ειδικές περιστάσεις μπορούν να απαλλάσσουν από την εξάντληση. Η Moysidis, όμως, δεν καταγράφει αυτοτελή ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι η συγκεκριμένη διάρκεια καθιστούσε την αναίρεση αναποτελεσματική και δεν αποφασίζει το ζήτημα. Πηγή: Moysidis v. Greece, §§ 6, 8-14.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α) Sejdovic κατά Ιταλίας [GC]. Η Moysidis παραπέμπει στη Sejdovic για την αρχή ότι αποτελεσματικό ένδικο μέσο είναι εκείνο που μπορεί να θεραπεύσει ευθέως την καταγγελλόμενη κατάσταση και προσφέρει εύλογες προοπτικές επιτυχίας. Αποτελεί το βασικό δογματικό σημείο εκκίνησης του ελέγχου της αίτησης αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ.
Πηγή: HUDOC, Sejdovic v. Italy [GC], no. 56581/00, § 46, ECHR 2006-II.
Β) Balogh κατά Ουγγαρίας. Παρατίθεται μαζί με τη Sejdovic για το ίδιο λειτουργικό κριτήριο αποτελεσματικότητας. Η ύπαρξη ενδίκου μέσου στο εθνικό δίκαιο δεν αρκεί, πρέπει αυτό να είναι ικανό να θεραπεύσει άμεσα την καταγγελλόμενη κατάσταση και να παρέχει εύλογη προοπτική επιτυχίας.
Πηγή: HUDOC, Balogh v. Hungary, no. 47940/99, 20.07.2004, § 30.
Γ) Vučković κ.α. κατά Σερβίας [GC]. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης διατύπωσε την αρχή ότι απλές αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα ενός διαθέσιμου ενδίκου μέσου δεν απαλλάσσουν από την υποχρέωση εξάντλησής του. Η αρχή εφαρμόζεται άμεσα στον ισχυρισμό του Moysidis περί του ratione valoris ορίου.
Πηγή: HUDOC, Vučković and Others v. Serbia (preliminary objection) [GC], nos. 17153/11 και 29 άλλες, 25.03.2014, §§ 69-84.
Δ) Wróbel κατά Πολωνίας. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η τελευταία βαθμίδα των εσωτερικών ενδίκων μέσων μπορεί να ολοκληρωθεί μετά την κατάθεση της προσφυγής, εφόσον αυτό συμβεί πριν από την απόφαση επί του παραδεκτού. Η Moysidis εφαρμόζει το αντίστροφο σκέλος του κανόνα, επειδή η αναίρεση παρέμενε εκκρεμής.
Πηγή: HUDOC, Wróbel v. Poland (dec.), no. 6904/22, 25.03.2025, §§ 50-53.
Ε) Dimech κατά Μάλτας. Η Dimech στηρίζει τόσο τη δυνατότητα μεταγενέστερης ολοκλήρωσης της εξάντλησης όσο και την απόρριψη ως πρόωρης μιας προσφυγής όταν η σχετική εθνική διαδικασία εξακολουθεί να εκκρεμεί.
Πηγή: HUDOC, Dimech v. Malta, no. 34373/13, 02.04.2015, §§ 45-48.
ΣΤ) Karoussiotis κατά Πορτογαλίας. Παρατίθεται για την ευελιξία του χρονικού κανόνα της εξάντλησης: το κρίσιμο είναι η τελευταία βαθμίδα να έχει ολοκληρωθεί πριν το ΕΔΔΑ κρίνει το παραδεκτό.
Πηγή: HUDOC, Karoussiotis v. Portugal, no. 23205/08, 01.02.2011, § 57.
Ζ) Venieris κατά Ελλάδας [Committee]. Πρόκειται για το πλησιέστερο ελληνικό precedent που παραθέτει το ίδιο το Δικαστήριο. Υποστηρίζει τη θέση ότι, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ευδοκιμήσει, το ΣτΕ μπορεί να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να επιτύχει την ακύρωση των επίμαχων προστίμων, άρα να παράσχει ουσιαστική θεραπεία.
Πηγή: HUDOC, Venieris v. Greece [Committee] (dec.), no. 62048/15, 26.03.2024, §§ 8-9.
Η) Συγκριτικό πλαίσιο (ΔΕΕ, Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, Διαμερικανικό Δικαστήριο, Αφρικανικό Δικαστήριο). Το ακόλουθο υλικό δεν αποτέλεσε έρεισμα της Moysidis. Άμεσες συγκρίσεις παρέχουν το Διαμερικανικό σύστημα και το ΔΣΑΠΔ. Το άρθρο 46 § 2 στοιχ. γ΄ της Αμερικανικής Σύμβασης εξαιρεί από την εξάντληση την περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης, ενώ η Velásquez Rodríguez v. Honduras απαιτεί τα ένδικα μέσα να είναι κατάλληλα και αποτελεσματικά.
Ομοίως, το άρθρο 5 § 2 στοιχ. β΄ του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο ΔΣΑΠΔ εξαιρεί τα ένδικα μέσα των οποίων η εφαρμογή παρατείνεται αδικαιολόγητα. Δεν χρησιμοποιήθηκε αντίστοιχο υλικό του ΔΕΕ ή του Αφρικανικού Δικαστηρίου, επειδή δεν ήταν αναγκαίο για την παρούσα δικονομική σύγκριση. Πηγή: American Convention on Human Rights, Article 46 §§ 1-2, IACtHR, Velásquez Rodríguez v. Honduras, Merits, 29.07.1988, Series C No. 4, §§ 63-66, Optional Protocol to the ICCPR, Article 5 § 2 (b).
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ
- Η αναποτελεσματικότητα ενός ανώτατου ενδίκου μέσου πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένη και όσο το δυνατόν περισσότερο συγκρίσιμη εθνική νομολογία.Όταν η υπόθεση συνδυάζει χρηματικές και μη χρηματικές κυρώσεις, η επίκληση μόνο του ποσού της διαφοράς είναι ανεπαρκής.
- Οι αιτιάσεις της ΕΣΔΑ πρέπει να προβάλλονται κατ’ ουσίαν ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου και με τρόπο που να του επιτρέπει να θεραπεύσει την παραβίαση.Στη Moysidis ήταν κρίσιμο ότι το άρθρο 6 § 2 και το άρθρο 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 7 είχαν τεθεί ενώπιον του ΣτΕ και η αποδοχή τους μπορούσε να οδηγήσει σε αναίρεση της απόφασης και ακύρωση των προστίμων.
- Η κατάθεση προσφυγής στο ΕΔΔΑ ενώ εκκρεμεί δυνητικά αποτελεσματικό ένδικο μέσο δημιουργεί κίνδυνο απόρριψης ως πρόωρης.Η μεταγενέστερη εξάντληση μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον εφόσον ολοκληρωθεί πριν από την κρίση του ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού.
- Αν ο προσφεύγων θεωρεί ότι η διάρκεια μιας εκκρεμούς διαδικασίας έχει καταστήσει το ένδικο μέσο αναποτελεσματικό, ο ισχυρισμός πρέπει να διατυπώνεται και να τεκμηριώνεται αυτοτελώς.Η Moysidis δεν αποφασίζει αν η πολυετής διάρκεια της συγκεκριμένης αναίρεσης έφθασε σε αυτό το σημείο. Σε ενδεχόμενη μεταγενέστερη προσφυγή, οι αιτιάσεις του άρθρου 6 § 2 και του άρθρου 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 7 πρέπει επίσης να διατηρούν τη δογματική τους αυτοτέλεια.
- Για την ελληνική πρακτική, η Moysidis απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στις διοικητικές κυρώσεις που ακολουθούν ποινική αθώωση.Πριν από την προσφυγή στο Στρασβούργο πρέπει να ελέγχεται η τρέχουσα νομολογία του ΣτΕ για το ratione valoris, ιδίως όταν συντρέχουν μη χρηματικές κυρώσεις, να τεκμηριώνεται αυτοτελώς τυχόν ζήτημα υπερβολικής διάρκειας και να παρακολουθείται αυστηρά η τετράμηνη προθεσμία μετά την οριστική κατάληξη της εθνικής διαδικασίας.
ΠΗΓΗ echrcaselaw.com
