ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου – Εισηγήτρια Ευαγγελία Γίτση, και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Δ. Κ. , το γένος Γ. Μ. , κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζύγου Λ. Σ. , το γένος Γ. Μ. , κατοίκου … και 2) Θ. Τ. του Σ. , κατοίκου … Η πρώτη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Δημοσθένους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α) από 23-07-2013 και με αριθμό κατάθεσης …/2013 αγωγή της Α. συζύγου Β. Α. το γένος Μ. , (μη διαδίκου στη δίκη αυτή) και β) από 23-07-2013 και με αριθμό κατάθεσης …/2023 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1755/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων εξέδωσε την 23/2024 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-03-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, και υπό τον όρο ότι επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να είναι παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αντίθετα, αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 524/2025, ΑΠ 1298/2025, ΑΠ 437/2024, ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 992/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1389/2019), δηλαδή, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ’ αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ’ αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τον έλεγχο των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύεται, ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, Σ. συζ. Λ. Σ. , το γένος Γ. Μ. , δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε υποβλήθηκε από αυτήν, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (αρθ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμό …2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Κ. Κ. , αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της από 21.3.2024 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27.10.2025) επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων. Πρέπει συνεπώς, η υπόθεση να δικασθεί παρά την απουσία της (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 21.3.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 23/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως δικαστηρίου παραπομπής, δυνάμει της με αριθμό 1755/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου που ανήρεσε τη με αριθμό 183/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 713, 719, 726 και 1710 ΑΚ συνάγεται ότι εντολή είναι η σύμβαση, η οποία μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς, κατά το άρθρο 158 ΑΚ (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 2212/2014), με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή (άρθρο 713), ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής (και δεν το χρησιμοποίησε κατά την εκτέλεσή της) καθώς και καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής (άρθρο 719), ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης και την φύση του αντικειμένου, επομένως και χρήματα (ΑΠ 1132/2019), ότι ο χρόνος απόδοσης από τον εντολοδόχο των ανωτέρω ληφθέντων ή κτηθέντων, αν δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος από το περιεχόμενο της σύμβασης εντολής, είναι ο χρόνος λύσης της σύμβασης αυτής, οπότε ο εντολέας, αν ο εντολοδόχος αρνείται να του αποδώσει τα ληφθέντα για την εκτέλεση της εντολής και μη αναλωθέντα ή τα κτηθέντα από την εκτέλεση της, έχει ενοχική αξίωση κατά του εντολοδόχου για την απόδοσή τους (ΑΠ 404/2020, ΑΠ 1569/2012, ΑΠ 1025/2009) και ότι, αν η λύση της σύμβασης εντολής επέλθει, κατά το άρθρο 726 ΑΚ, με τον θάνατο του εντολέα, την ενοχική αυτή αξίωση κατά του εντολοδόχου την έχουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος εντολέως (άρθρο 1710 ΑΚ), αφού η λύση της εντολής επέρχεται μόνον για το μέλλον και, ως εκ τούτου, διατηρούνται τα μέχρι τότε αποκτηθέντα δικαιώματα ή οι γεννηθείσες υποχρεώσεις.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη, που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά( ΑΠ 1046/2019). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 375 του ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και το αδίκημα της υπεξαίρεσης, δηλαδή η με πρόθεση παράνομη ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του ιδιοποιούμενου με οποιονδήποτε τρόπο, τέτοια δε παράνομή ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα αυτό σαν να είναι κύριος, με δόλο που ενέχει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), καθώς και την θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (ΑΠ 487/2017), αποτελεί δε, επιβαρυντική περίπτωση, αν η ιδιοποίηση αυτή γίνεται από εντολοδόχο ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, δηλαδή, πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής, ενώ ως διαχειριστής νοείται αυτός, που ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέα, με εξουσία αντιπροσώπευσης αυτού, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχείρισης “εν τοις πράγμασι”, δηλαδή, να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής κατάστασης (ΑΠ 871/2020, ΑΠ 26/2017 ποιν. , ΑΠ 1203/ 2017). Υπό την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1203/ 2017ποιν.). Έτσι, είναι ξένο το χρηματικό ποσό που δίδεται δυνάμει συμβάσεως εντολής στον εντολοδόχο για τη δαπάνη εκτελέσεως της εντολής, σύμφωνα με το άρθρο 721 ΑΚ, και το οποίο υποχρεούται να αποδώσει αυτός σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεσή της (άρθ. 719 ΑΚ), οπότε αρνούμενος να αποδώσει τούτο στον εντολέα του διαπράττει υπεξαίρεση (ΑΠ 487/2017, ΑΠ 657/2011, ΑΠ 952/2011 ποιν. , ΑΠ 1208/2008), αφού δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων σ’ αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 250/2021, ΑΠ 589/2017, ΑΠ 1642/2013, ΑΠ 655/2011). Ενόψει των προεκτεθέντων, η άρνηση του εντολοδόχου να αποδώσει, μετά την λύση της εντολής, στον εντολέα και σε περίπτωση θανάτου του στους κληρονόμους του, τα δοθέντα από τον εντολέα στον ίδιο για την εκτέλεση της εντολής και μη χρησιμοποιηθέντα πράγματα ή τα ληφθέντα από αυτόν από την εκτέλεση της εντολής αποτελεί υπεξαίρεση και συνεπώς αδικοπραξία, οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων του εντολέως ή των κληρονόμων του τόσον από την σύμβαση εντολής, όσον και από την αδικοπραξία του εντολοδόχου (ΑΠ 657/2011).
Εξάλλου από το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν.5368/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α’ ΝΔ 118/1973, καθώς και από τα άρθρα 2 παρ.1 του Ν.Δ από 17.7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών” και 117 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε ανοικτό λογαριασμό επ` ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού είναι, κατά την έννοια του ως άνω νόμου, η περιέχουσα τον όρο ότι το λογαριασμό αυτό μπορεί να χρησιμοποιεί εν όλω ή εν μέρει, είτε ένας είτε μερικοί ή και όλοι κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, ενώ είναι αδιάφορο αν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν σε όλους εκείνους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, ή σε έναν, ή σε ορισμένους από αυτούς, η όλη δε χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 στοιχ.α’ του ΝΔ της 17.7/13-8-1923 και 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ` ονόματι δύο καταθετών σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του σε ποιόν από τους δύο ανήκαν τα χρήματα, παράγεται μεταξύ των καταθετών και της τράπεζας ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως, όλων ή μέρους αυτών, από τον έναν των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, αν αναληφθεί δε ολόκληρο το ποσό, να επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαιτήσεως καθενός από τους δύο καταθέτες έναντι της τράπεζας, ενώ ο καταθέτης που δεν έκανε την ανάληψη, έχει δικαίωμα αναγωγής κατ` εκείνου, που ανέλαβε όλα τα χρήματα, βάσει της τυχόν υφιστάμενης μεταξύ των δύο εσωτερικής σχέσεως, που μπορεί να είναι συμβατική ή μη, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιας σχέσεως, του μισού αυτών των χρημάτων.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι “επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων”. Και ότι “διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων … ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως”. Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ` αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως (“ιδίω ονόματι” και “εξ ιδίου δικαίου”) η κατάθεση και ο απ` αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες συνδικαιούχους, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 863/2020, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017). Ο επικαλούμενος την εξαίρεση της ύπαρξης του προσθέτου όρου του άρθρου 2 του ν.5638/1932, που συνιστά ένσταση, φέρει και το βάρος απόδειξης αυτής (ΑΠ 863/2020).
Εξ άλλου, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί τον λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η σχέση αυτή μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Ειδικότερα, η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, κατ’ αντιδιαστολή δε, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 539/1992).
Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1001/2012). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η σχέση που συνδέει τους δικαιούχους μπορεί να είναι σύμβαση εντολής, με βάση την οποία ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας του, απλώς προς διευκόλυνση του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ’ αυτόν.
Σ’ αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. του ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του και σε κάθε περίπτωση ότι αυτές θα γίνονται αποκλειστικά προς διεξαγωγή της υπόθεσης, που αφορά η εντολή, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση εντολοδόχο, συνδικαιούχο του λογαριασμού, ολόκληρο το ποσό που δεν χρησιμοποιήθηκε μέχρι τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 2032/2017, ΑΠ 1128/2017), την ίδια δε, αξίωση έχουν, σε περίπτωση θανάτου του, οι κληρονόμοι του εντολέα, με βάση την προαναφερόμενη εσωτερική σχέση των καταθετών. Αντιθέτως, οι κληρονόμοι του εντολέα δεν αποκτούν δικαίωμα επί του καταλοίπου του κοινού αυτού λογαριασμού, που δεν χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της εντολής, εφόσον τέθηκε σ’ αυτόν ο ανωτέρω όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, είτε από τον εντολέα, στην περίπτωση που άνοιξε ο ίδιος τον κοινό λογαριασμό, είτε από τον εντολοδόχο, δυνάμει όμως, στην περίπτωση αυτή, ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας του εντολέα, καθόσον με την θέση του ανωτέρω όρου εκδηλώθηκε η θέληση του εντολέα, μετά τον θάνατό του, τα χρήματα που κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό για την εκτέλεση της εντολής και δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό από τον εντολοδόχο, να περιέρχονται στον συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού εντολοδόχο και όχι στους κληρονόμους του, οι οποίοι συνεπώς από την εσωτερική σχέση, που συνέδεε τον εντολέα με τον εντολοδόχο δεν αποκτούν δικαίωμα να απαιτήσουν το ποσό αυτό, ούτε κατά τις διατάξεις της εντολής, ούτε από τις διατάξεις των αδικοπραξιών, αφού ο εντολοδόχος αποκτά νόμιμα με τον θάνατο του εντολέως το απομένον στον κοινό λογαριασμό ποσό και συνεπώς δεν διαπράττει υπεξαίρεση, αν δεν το αποδώσει στους κληρονόμους του εντολέως. Επομένως, για την κατάθεση από τον εντολοδόχο του χρηματικού ποσού που έλαβε από τον εντολέα, αποκλειστικά, προς εκτέλεση της εντολής, σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, με συνδικαιούχο τον ίδιο και με τον ανωτέρω όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, απαιτείται η χορήγηση σ’ αυτόν από τον εντολέα ειδικής πληρεξουσιότητας, ενόψει του ότι ο ανωτέρω όρος υπερβαίνει το περιεχόμενο της δοθείσας στον εντολοδόχο εντολής αλλά και λόγω των διαφορετικών συνεπειών, όσον αφορά το κατάλοιπο του κοινού λογαριασμού, οι οποίες επέρχονται με τη λύση της εντολής λόγω θανάτου του εντολέως. Αν ελλείπει η ανωτέρω προϋπόθεση και η σύμβαση εντολής λυθεί με το θάνατο του εντολέα, ο όρος αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής και ο εντολοδόχος υποχρεούται να αποδώσει στους κληρονόμους του εντολέα, το ποσό που έλαβε και δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1755/2022).
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων (αδελφής της και ανηψιού της αντιστοίχως) την από 23.7.2013 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων με την οποία επικαλούμενη κληρονομικό δικαίωμα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί χρηματικής κατάθεσης σε κοινό διαζευκτικό λογαριασμό των εναγομένων και του αδελφού τους και θείου, αποβιώσαντος στις ….2012 , Φ. Μ. , και επικουρικά υπεξαίρεση χρηματικών ποσών από τους εναγομένους και εντεύθεν ηθική της βλάβη, ζήτησε μεταξύ άλλων την επιδίκαση στην ίδια του συνολικού ποσού των 169.344,64 ευρώ καθώς και την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ύψους 10.000 ευρώ, λόγω ηθικής της βλάβης. Με το αυτό περιεχόμενο άσκησε αγωγή η (μη διάδικος εν προκειμένω) αδελφή της αναιρεσείουσας και πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Α. συζ. Β. Α. , το γένος Γ. Μ. , κατά των ιδίων προσώπων ως εναγομένων. Επί των αγωγών που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η με αριθμό 25/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που έκανε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, επιδικάζοντας σ’ αυτή το συνολικό ποσό των 174.344,65 ευρώ. Επί της παραπάνω πρωτοβάθμιας απόφασης, οι ηττηθέντες εναγόμενοι άσκησαν την από 20.7.2016 έφεσή τους, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, της με αριθμό 183/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Κατά της άνω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από την ηττηθείσα ενάγουσα- εφεσίβλητη η από 18.2.2019 αίτηση αναίρεσης, εκδοθείσας της με αριθμό 1755/2022 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία ανήρεσε εν μέρει την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση, για την πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα εκδίκαση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου. Με την από 25.11.2022 κλήση της η αναιρεσείουσα έφερε προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων), το οποίο με νέα σύνθεση, εξέδωσε αντιμωλία των εδώ διαδίκων την αναιρεσιβαλλομένη, με αριθμό 23/2024 απόφασή του, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: “… Ο Φ. Μ. του Γ. (γεννηθείς το έτος 1929) ήταν αδελφός των εναγουσών και της πρώτης των εναγομένων.. Ο δεύτερος εναγόμενος ετύγχανε σύζυγος της ανεψιά του… Περί τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου 2010 ο Φ. Μ. υπέστη μαζική πνευμονική εμβολή, για την αντιμετώπιση της οποίας ακολούθησε θεραπεία που του προκάλεσε σοβαρές επιπλοκές στην υγεία του (εγκεφαλικό επεισόδιο, αριστερή ημιπάρεση) εξ αιτίας των οποίων νοσηλευόταν στο ΠΓΝ Ιωαννίνων. Το ίδιο διάστημα διατηρούσε στην τότε ” Ελληνική Τράπεζα” τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση … λήξης στις 19.1.2011 ποσού 230.000 ευρώ…. Εξ αιτίας της αδυναμίας μετακίνησής του και της σοβαρότητος της κατάστασής του, στις 6.12.2010 κλήθηκε και προσήλθε στο ΠΓΝ Ιωαννίνων ο συμβολαιογράφος Ιωαννίνων Π. Κ. και συνέταξε το με αριθμό …2010 πληρεξουσιο με το οποίο ο Φ. Μ. (που κατά κοινή ομολογία είχε απόλυτη διαύγεια πνεύματος) διόριζε ως πληρεξουσίους και αντιπροσώπους του, τους εναγομένους, οι οποίοι θα ενεργούσαν για λογαριασμό του και οι δύο μαζί ή ο καθένας χωριστά επί λέξει τα εξής: “Α. Να εισπράττει από το ΙΚΑ ή άλλο ασφαλιστικό ταμείο την σύνταξη του εντολέα… Β. Να παρίσταται και να εκπροσωπεί τον εντολέα ενώπιον κάθε δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας και οργανισμού … Γ. Να παρίσταται για λογαριασμό του σε οποιαδήποτε ΔΟΥ … Δ. Να προβαίνει στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού σε οποιοδήποτε ύψος και αν ανέρχεται από τους με αριθμούς….ατομικούς λογαριασμούς της ΕΤΕ ΑΕ, τον … μισθοδοτικό λογαριασμό της ΕΤΕ ΑΕ, υπογράφοντας για το σκοπό αυτό κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη. Να κινεί και να κλείνει τους παραπάνω λογαριασμούς, ακόμη να ανοίγει και νέους λογαριασμούς στο όνομα του εντολέα, καταθέσεων, όψεως, τρεχούμενους σε ευρώ, ή σε ξένο νόμισμα, σε οποιαδήποτε τράπεζα της Ελλάδος ή του εξωτερικού, ατομικούς ή κοινούς (joint account) με οποιαδήποτε πρόσωπα φυσικά ή νομικά και να υπογράφει κάθε σχετική αίτηση ή δήλωση, όπως επίσης και να αναλαμβάνει βεβαιώσεις κινήσεως των άνω λογαριασμών. Ακόμη να προβαίνει στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψους και αν ανέρχεται (όλου ή μέρους του κεφαλαίου και των τόκων) από τον με αριθμό … προθεσμιακό λογαριασμό της Ελληνικής Τράπεζας, να μεταφέρουν το κεφάλαιο και τόκους (όλο ή μέρος) του παραπάνω λογαριασμού σε άλλους λογαριασμούς, να προβαίνουν στην ανανέωση της παραπάνω προθεσμιακής κατάθεσης ή και στην παύση της, και ακόμη να κλείνουν την παραπάνω προθεσμιακή κατάθεση, υπογράφοντας για τους παραπάνω σκοπούς, κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη”. Αποδεικνύεται δε, ότι η ύπαρξη και το περιεχόμενο του ανωτέρω πληρεξουσίου ήταν σε γνώση των εναγουσών, ήδη από τον χρόνο σύνταξή του … Ακολούθως και δη, στις 21.12.2010 κλήθηκε και προσήλθε ξανά στο ΠΓΝ Ιωαννίνων ο ίδιος ως άνω συμβολαιογράφος και συνέταξε το με αριθμό …2010 πληρεξούσιο με το οποίο ο Φ. Μ. διόριζε ως πληρεξουσίους και αντιπροσώπους του τους εναγομένους, ενεργώντας και οι δύο μαζί ή ο καθένας χωριστά, στους οποίους έδινε τις εξής, επί λέξει, εντολές και πληρεξουσιότητες : “…να προβαίνουν στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος και αν ανέρχεται, από οποιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό οποιασδήποτε τράπεζας και ειδικότερα από τους με αριθμούς… να κινούν και να κλείνουν τους παραπάνω λογαριασμούς…να ανοίγουν νέους λογαριασμούς στο όνομα του εντολέα, καταθέσεων, όψεως, τρεχούμενους σε ευρώ ή σε ξένο νόμισμα, σε οποιαδήποτε τράπεζα της Ελλάδος ή του εξωτερικού, ατομικούς ή κοινούς (joint account) με αίτηση ή δήλωση, όπως επίσης να αναλαμβάνουν βεβαιώσεις κινήσεως των ανωτέρω λογαριασμών. Ακόμη να προβαίνουν στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος και αν ανέρχεται, όλου ή μέρους του κεφαλαίου και των τόκων) από οποιονδήποτε προθεσμιακό λογαριασμό, οποιασδήποτε τράπεζας, και ειδικότερα από τον με αριθμό … προθεσμιακό λογαριασμό της Ελληνικής Τράπεζας, να μεταφέρουν το κεφάλαιο και τόκους (όλο ή μέρος) του παραπάνω λογαριασμού ή οποιουδήποτε άλλου προθεσμιακού λογαριασμού, σε άλλους λογαριασμούς, να προβαίνουν στην ανανέωση της παραπάνω προθεσμιακής κατάθεσης (ή οποιασδήποτε άλλης προθεσμιακής κατάθεσης) ή και στην παύση της, και ακόμη να κλείνουν την παραπάνω προθεσμιακή κατάθεση ( ή οποιαδήποτε άλλη προθεσμιακή κατάθεση) υπογράφοντας για τους παραπάνω σκοπούς, κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη”. Δυνάμει του ως άνω με αριθμό ….2010 (δευτέρου) πληρεξουσίου (που αφορούσε ουσιαστικά την υπό Δ εντολή του πρώτου πληρεξουσίου την οποία διατύπωνε πληρέστερα) η πρώτη εναγομένη προσήλθε στις 22.12.2010 στο υποκατάστημα Ιωαννίνων της τότε Ελληνικής Τράπεζας ΑΕ όπου ο Φ. Μ. διατηρούσε την τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση με αριθμό … και αριθμό ταμιευτηρίου … με ημερομηνία έναρξης 19.10.2010 και λήξης 19.1.2011 και ζήτησε (δυνάμει του εν λόγω δευτέρου πληρεξουσίου) την πρόωρη λήξη της άνω προθεσμιακής κατάθεσης και την ανάληψη όλου του ποσού μαζί με τους τόκους… Πράγματι αυθημερόν (22.12.2010) ανέλαβε από την πιο πάνω τράπεζα το ποσό των 230.000 ευρώ πλέον τόκων 2.033,96 ευρώ και συνολικά, 232.033,96 ευρώ. Το ποσό αυτό, μετά από υπόδειξη του Φ. Μ. , κατατέθηκε αυθημερόν στην ΕΤΕ ΑΕ όπου τηρούντο και οι λοιποί λογαριασμοί του Φ. Μ. (συνταξιοδοτικοί κλπ) στο 261 υποκατάστημα Ιωαννίνων, στον με αριθμό …..κοινό διαζευκτικό λογαριασμό, που ανοίχθηκε εκείνη την ημέρα με συνδικαιούχους τον Φ. Μ. και τους εναγομένους, υπό τον προδιατυπωμένο όρο (με αριθμό 2.3.1) τόσο στη σύμβαση όσο και στην αίτηση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού, όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς. Από την ενδελεχή επισκόπηση του σώματος της νομίμως επικαλούμενης και προσκομιζόμενης με αριθμό …2010 σύμβασης κατάθεσης και ανοίγματος κοινού λογαριασμού κατάθεσης, ( η οποία αποτελείται από εννέα σελίδες, και το προσάρτημά της) αποδεικνύεται ότι αυτή υπογράφηκε στο τέλος κάθε φύλλου και στο προσάρτημα από όλους ανεξαιρέτως τους συμβαλλομένους, ήτοι και από τον Φ. Μ. ατομικά (και όχι δυνάμει πληρεξουσίου για λογαριασμό του τελευταίου). Άλλωστε, στη σύμβαση ανοίγματος ουδόλως αναφέρεται ότι αυτή καταρτίστηκε δυνάμει κάποιου πληρεξουσίου (τουναντίον φέρει σε κάθε φύλλο της πέντε υπογραφές, οι δύο εκ των οποίων αντιστοιχούν στους αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΤΕ ΑΕ και οι τρείς αντιστοιχούν στους τρείς συνδικαιούχους) ενώ και στο προσάρτημά της αναφέρονται τα ονόματα των τριών συνδικαιούχων και έχει τεθεί αντιστοίχως, για τον καθένα συνδικαιούχο, η ατομική υπογραφή του. Είναι λοιπόν, προφανές, ότι τα έγγραφα της αίτησης και σύμβασης ανοίγματος του με αριθμό… κοινού τραπεζικού λογαριασμού εγχειρίστηκαν αρμοδίως ενώπιον του ιδίου του Φ. Μ. , στο νοσοκομείο από υπαλλήλους της ΕΤΕ ΑΕ γι’ αυτό και φέρουν την ατομική υπογραφή του. Πρόκειται για πρακτική που- σύμφωνα με τα λαμβανόμενα αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, διδάγματα της κοινής πείρας (αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) -συνηθιζόταν στις τράπεζες, τουλάχιστον κατ’ εκείνη τη χρονική περίοδο.
Περαιτέρω, η γνησιότητα της παραπάνω σύμβασης και των επ’ αυτής τιθεμένων υπογραφών, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε, ενώ, ακόμη και από τη μακροσκοπική παρατήρηση, είναι εμφανές ότι όλες οι υπογραφές που τέθηκαν στο σώμα της επίμαχης σύμβασης και αντιστοιχούν στο όνομα του Φ. Μ. , συγκρινόμενες με τις υπογραφές που τέθηκαν από αυτόν στα με αριθμούς …/2010 και …/2010 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, αποτελούν υπογραφές του ιδίου προσώπου…Ακόμη αποδείχθηκε ότι δύο έτη μετά το άνοιγμα του ως άνω κοινού διαζευτικού τραπεζικού λογαριασμού, συγκεκριμένα στις ….2012 και ύστερα από μακρά νοσηλεία, απεβίωσε ο Φ. Μ. , ο οποίος κατέλιπε : Α) τη με αριθμό …/2003 δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Α. Τ. , με την οποία δήλωνε : ” Διά της παρούσης μου διαθήκης αφήνω κληρονόμους μου τις τρείς αδελφές μου: 1) Α. συζ. Β. Α. , 2) Π. σύζ. Δ. Κ. και 3) Σ. συζ. Λ. Σ. , το γένος όλες Γ. Μ. οι οποίες θέλω να κληρονομήσουν παν χρηματικό ποσό που θα ευρεθεί μετά τον θάνατό μου στις τράπεζες ή αλλαχού” καθώς και Β) τη μεταγενέστερη από …2006 ιδιόγραφη διαθήκη του με την οποία δήλωνε “… αποφάσισα να γράψω τη διαθήκη μου αυτή και να μοιράσω την περιουσία μου ως εξής: Στην αδελφή μου Π. , σύζυγο Δ. Κ. αφήνω μετά τον θάνατό μου το οικόπεδό μου με το παληό σπίτι, όπως το κατέχω από τον πατέρα μου και βρίσκεται στο χωριό Λύγγος Ιωαννίνων. Στα αδέλφια μου Κ. και Α. Μ. του Γ. αφήνω σε ίσα μερίδια το μερίδιό μου από τον αγρό στην θέση Περιβόλι Λύγγου Ιωαννίνων. Θέλω τα υπόλοιπα αδέλφια μου να σεβαστούν την διαθήκη μου αυτή…”. Οι ως άνω διαθήκες δημοσιεύθηκαν .. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι μετά τον θάνατο του Φ. Μ. και δη στις …2012, ανέλαβαν το παραπάνω ποσό των 232.033,96 ευρώ, ως επιζώντες συνδικαιούχοι του ως άνω κοινού διαζευκτικού λογαριασμού, στους οποίους και περιήλθε αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 5638/1932, τον οποίο (όρο) ο Φ. Μ. προφανώς είχε αποδεχθεί, καθόσον είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή του στη σύμβαση. Οι ενάγουσες υποστηρίζουν με τις αγωγές τους, ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν το ποσό των 232.033,96 ευρώ στα πλαίσια της ανατεθειμένης (με το με αριθμό …2010 πληρεξούσιο) εντολής από τον Φ. Μ. , προκειμένου να το δαπανήσουν εφόσον χρειαστεί, για τις ανάγκες της νοσηλείας του και ότι με τον θάνατό του έληξε η σχέση εντολής του τελευταίου με τους εντολοδόχους-εναγομένους, και ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να αποδώσουν σ’ αυτές (ενάγουσες) ως κληρονόμους του εντολέα, κάθε τι που έλαβαν για την εκτέλεση της εντολής και δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τη διεξαγωγή της. Στον αντίποδα οι εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη σύμβασης εντολής αναφορικά με την διαχείριση του ποσού των 232.033,96 ευρώ και περαιτέρω προβάλλουν την ένσταση περί δωρεάς υπό τρόπο, ισχυριζόμενοι ότι τόσο η ανάληψη του ποσού του προθεσμιακού λογαριασμού, όσο και η εν συνεχεία κατάθεσή του σε κοινό λογαριασμό, έλαβε χώρα στα πλαίσια άτυπης σύμβασης δωρεάς, που καταρτίστηκε στις 6.12.2010 με το άνω πληρεξούσιο, μεταξύ αυτών ως δωρεοδόχων και του Φ. Μ. , ως δωρητή, με τον όρο (τρόπο) να τον φροντίζουν, επικουρικά δε, προβάλλουν την ένσταση της ύπαρξης του όρου του άρθρου 2 ν. 5638/1932 στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Μελετώντας προσεκτικά το με αριθμό …2010 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, καθώς και το με αριθμό …2010 όμοιο (δεύτερο) πληρεξούσιο, διαπιστώνουμε ότι μόνον οι υπό στοιχεία Α , Β και Γ ενότητες ( του πρώτου πληρεξουσίου) δικαιολογούν κατά περιεχόμενο την σχέση εντολής. Τούτο, διότι πράγματι ανάθεση σε άλλον της χωρίς αμοιβή διεξαγωγής υπόθεσης και μάλιστα με χαρακτήρα ετεροβαρή, ήτοι δημιουργούντα μονομερή, μόνον σε βάρος των εντολοδόχων, κύρια υποχρέωση παροχής, εμπεριέχουν μόνον οι τρείς πρώτες (Α,Β,Γ) ενότητες. Αντίθετα, η τέταρτη (Δ) ενότητα και δη η ενότητα με την οποία δίνεται στους πληρεξουσίους- εντολοδόχους η εξουσία να προβαίνουν σε αναλήψεις ποσών από λογαριασμούς του εντολέως, ανεξαρτήτως του ύψους των ποσών αυτών, ακόμη και να κλείνουν λογαριασμούς και να ανοίγουν νέους με συνδικαιούχους οποιαδήποτε φυσικά πρόσωπα (συνεπώς και τους ίδιους τους πληρεξουσίους-εναγομένους) δεν συνιστά ανάθεση σε άλλον διεξαγωγής υπόθεσης του εντολέα, ούτε ενέχει χαρακτήρα ετεροβαρή, ήτοι δημιουργούντα μονομερή σε βάρος του εντολοδόχου κύρια υποχρέωση παροχής υπέρ του εντολέα. Και τούτο διότι η μοναδική εντολή, η οποία προκύπτει από την Δ ενότητα του πρώτου πληρεξουσίου και από το δεύτερο πληρεξούσιο, αφορά στην πραγματικότητα στην ανάληψη του συνόλου του χρηματικού ποσού από ατομικό λογαριασμό του Φ. Μ. και στο άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού με συνδικαιούχους τον ίδιο και τους εναγομένους και η μοναδική πράξη διαχείρισης, για την οποία εντέλλονται οι πληρεξούσιοι -εναγόμενοι, (στην υπό Δ ενότητα του πρώτου πληρεξουσίου και στο δεύτερο πληρεξούσιο) είναι η ανάληψη χρημάτων από ατομικούς λογαριασμούς, στους οποίους καθίστανται και οι ίδιοι συνδικαιούχοι, και ουδέν άλλο. Πιο συγκεκριμένα, με την υπό Δ ενότητα του με αριθμό ….2010 πληρεξουσίου και με το με αριθμό ….2010 δεύτερο πληρεξούσιο δίνεται στους εντολοδόχους-εναγομένους η ευρύτατη εξουσιοδότηση, ετεροβαρώς προς όφελός τους, να προβαίνουν στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος και αν ανέρχεται, από οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό του εντολέα (ατομικό, μισθοδοσίας) σε οποιαδήποτε τράπεζα, να κινούν, να κλείνουν τους λογαριασμούς αυτούς και ακόμη να ανοίγουν και νέους λογαριασμούς στο όνομα του εντολέα, ατομικούς ή κοινούς με οποιαδήποτε πρόσωπα, δηλαδή και με τους ίδους (εναγομένους) ως συνδικαιούχους και αναφορικά με τον με αριθμό … και με αριθμό ταμιευτηρίου … προθεσμιακό λογαριασμό της τότε Ελληνικής Τράπεζας, να προβαίνουν στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος και αν ανέρχεται (όλου ή μέρους του κεφαλαίου και των τόκων) να μεταφέρουν αυτό σε άλλους λογαριασμούς, να προβαίνουν στην ανανέωση της παραπάνω προθεσμιακής, ή και στην παύση της, και ακόμη να κλείνουν την παραπάνω προθεσμιακή. Σε κανένα σημείο των πληρεξουσίων, ο εντολέας Φ. Μ. δεν συνδέει την ευρύτατη αυτή εξουσιοδότηση προς τους εντολοδόχους-εναγομένους με ανάθεση σ’ αυτούς της υποχρέωσης να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα των λογαριασμών του, και δη της προθεσμιακής κατάθεσης, για κάποιο σκοπό, και μάλιστα αυστηρά για τον σκοπό κάλυψης των αναγκών νοσηλείας του, εφόσον κάτι τέτοιο χρειαστεί, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγουσες, ούτε προέβλεψε ότι οι εντολοδόχοι-εναγόμενοι θα προβαίνουν σε αναλήψεις μόνον κατόπιν προηγούμενης συγκεκριμένης εντολής του και σε κάθε περίπτωση ότι αυτές (αναλήψεις) θα γίνονται αποκλειστικά προς διεξαγωγή δικής του υπόθεσης, ώστε να δημιουργείται περαιτέρω υποχρέωση των εναγομένων, είτε λογοδοσίας, είτε επιστροφής των όποιων χρημάτων δεν χρησιμοποιήθηκαν για αυτό τον σκοπό. Ανάθεση διεξαγωγής τέτοιας υπόθεσης, ήτοι εντολή διαχείρισης των ανωτέρω χρημάτων που να κατατείνει στο συγκεκριμένο σκοπό κάλυψης των αναγκών νοσηλείας του Φ. Μ. , δεν αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, ούτε όμως και από τις μαρτυρικές καταθέσεις που αποτυπώνονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Η ανατεθειμένη εντολή, αναφορικά με τα χρήματα της προθεσμιακής κατάθεσης (που ενδιαφέρουν την υπό κρίση υπόθεση) εξαντλείται και εκπληρώνεται σε όσα προαναφέρθηκαν, τα οποία ρητά περιγράφονται στα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια και αναδεικνύονται μετά ταύτα, σε αυτοσκοπό, καθώς έτερος σκοπός στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας δεν αναφέρεται ούτε προκύπτει. Επομένως, η πρώτη εναγομένη, η οποία προσήλθε στις 22.12.2010 στο υποκατάστημα των Ιωαννίνων της τότε “Ελληνικής Τράπεζας ΑΕ” ζήτησε την πρόωρη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης και ανέλαβε όλο το ποσό αυτής μαζί με τους τόκους, ενήργησε μέσα στα πλαίσια της ανατεθειμένης από τον Φ. Μ. εντολής. Το δε αναληφθέν ποσό της ποοθεσμιακής, οι εναγόμενοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να το καταθέσουν, κατ’ ανάγκη σε νέο λογαριασμό, καθώς από τη διατύπωση του πληρεξουσίου (“…ακόμη να ανοίγουν και νέους λογαριασμούς…”) προκύπτει ότι προβλεπόταν δυνητικά το άνοιγμα (και) νέου λογαριασμού, ενώ σε κάθε περίπτωση, μετά το άνοιγμα του νέου κοινού λογαριασμού και αφού δεν υπήρχε πρόβλεψη από τον Φ. Μ. ότι οι αναλήψεις θα γίνονταν αποκλειστικά για τις δικές του ανάγκες, οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να είχαν αναλώσει το συγκεκριμένο ποσό ή μέρος του, για οποιοδήποτε λόγο, πολύ πριν τον θάνατό του. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ή ιστορική (κύρια) βάση αμφοτέρων των αγωγών περί ύπαρξης σύμβασης εντολής μεταξύ του Φ. Μ. και των εναγομένων, ως προς τον τρόπο και τον σκοπό διαχείρισης του επιδίκου ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης και συνακόλουθα παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης των εναγομένων περί δωρεάς υπό τρόπο του ποσού αυτού.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι αυθημερόν, στις 22.1.2010 ανοίχθηκε με την υπογραφή του ίδιου του Φ. Μ. , όπως προαναφέρθηκε (ήτοι χωρίς να χρησιμοποιηθεί το επίδικο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο) ο με αριθμό …2010 κοινός διαζευκτικός λογαριασμός, με συνδικαιούχους τον Φ. Μ. και τους εναγομένους, όπου κατατέθηκε το αναληφθέν χρηματικό ποσό της προθεσμιακής. Ο ανωτέρω κοινός διαζευκτικός τραπεζικός λογαριασμός ανοίχθηκε υπό τον προδιατυπωμένο (με αριθμό 2.3.1.) τόσο στην σύμβαση όσο και στην αίτηση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχονται αυτοδικαίως “ιδίω ονόματι” και “εξ ιδίου δικαίου” στους επιζώντες μέχρι τον τελευταίο από αυτούς. Δεδομένου δε, ότι ο ίδιος ο Φ. Μ. έθεσε την υπογραφή του στη σύμβαση και στην αίτηση ανοίγματος του ανωτέρω λογαριασμού (όπως αναλυτικά αναφέρθηκε πιο πάνω) είναι προφανές ότι αυτός είχε αποδεχθεί την ύπαρξη του προδιατυπωμένου όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 και ο όρος αυτός είναι έγκυρος και ισχυρός. Επαλλήλως σημειώνεται ότι και αν ακόμη υποτεθεί ότι για το άνοιγμα του κοινού τραπεζικού λογαριασμού δεν συνέπραττε ο ίδιος ο Φ. Μ. αλλά γινόταν χρήση για λογαριασμό του, είτε του με αριθμό ….2010 πληρεξουσίου, είτε του με αριθμό ….2010 δεύτερου πληρεξουσίου [δυνάμει των οποίων αυτός θα μπορούσε σύννομα να εκπροσωπηθεί, καθώς η παραπάνω ενέργεια (άνοιγμα κοινού λογαριασμού) προβλεπόταν και ενέπιπτε στα πλαίσια αμφοτέρων των συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων] και πάλι, σύμφωνα με την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 θα ήταν έγκυρος και ισχυρός (χωρίς δηλαδή να απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο) διότι λόγω της φύσης και λειτουργίας του κοινού λογαριασμού, ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/2002 θεωρείται ότι συνομολογείται σιωπηρά ή συνάγεται ερμηνευτικά με βάση την τραπεζική συνήθεια και δεν υπάρχει μόνον όταν έχει αποκλειστεί ρητά, γι’ αυτό και οι τράπεζες συμπεριλαμβάνουν (προδιατυπωμένο) τον όρο του άρθρου 2 ν. 5638/2002 στα έντυπα των συμβάσεων κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, οπότε ο όρος αυτός δεν θα ισχύει μόνον αν οι καταθέτες ζητήσουν ρητά την διαγραφή του. Δηλαδή, εν προκειμένω (και με δεδομένο ότι δεν αποδείχθηκε ανάθεση εντολής διαχείρισης των χρημάτων για συγκεκριμένο σκοπό) αν υποθετικά ο κοινός λογαριασμός ανοιγόταν δυνάμει πληρεξουσίου και ο Φ. Μ. δεν επιθυμούσε την ύπαρξη σ’αυτόν του όρου του άρθρου 2 ν. 5638/1932, θα έπρεπε να το αναφέρει ειδικά και ρητά στο πληρεξούσιο και να αποκλείει ρητά τον εν λόγω όρο από τη σύμβαση ανοίγματος, ενώ για το αντίθετο (δηλαδή για την παραδοχή του όρου) δεν απαιτείτο ειδική μνεία (Ψυχομάνης Σπυρίδων, Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων). Βάσει λοιπόν του έγκυρου και ισχυρού όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 στην επίμαχη σύμβαση του κοινού λογαριασμού, μετά το θάνατο του συνδικαιούχου Φ. Μ. , το ποσό της κατάθεσης και ο λογαριασμός περιήλθε αυτοδικαίως ” ιδίω ονόματι” και ” εξ ιδίου δικαίου” στους εναγομένους, ως επιζώντες δικαιούχους του λογαριασμού (δεκτής γενομένης, ως ουσία βάσιμης και της σχετικής ένστασης των τελευταίων) και ως εκ τούτου, έναντι αυτών οι ενάγουσες, ως κληρονόμοι του Φ. Μ. , δεν έχουν δικαίωμα να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές τους σχέσεις τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε στον αποβιώσαντα.
Εξάλλου βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων, το ποσό του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υπεξαίρεσης από τους εναγομένους και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων του Φ. Μ. από αυτούς…”.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 και 579 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή, δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου αναίρεσης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Και αυτό προκειμένου να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής λύση που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012). Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ’ αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1130/2021, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1054/2010).
Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά (ΑΠ 1130/2021, ΑΠ 201/2009, ΑΠ 1386/2007, ΑΠ 194/2004, ΑΠ 137/2004, ΑΠ 66/2004).
Συνεπώς, δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση ή όταν τούτο αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς, η επί της οποίας κρίση άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1130/2021, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 923/2017, ΑΠ 556/2011, ΑΠ 906/2009, ΑΠ 201/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά σειρά, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με το κριθέν από τη με αριθμό 1755/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου ζήτημα της διαπίστωσης στην αναιρεθείσα με αριθμό 183/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, συναφώς με την χορήγηση ή μη εντολής από τον εντολέα Φ. Μ. ειδικής πληρεξουσιότητας προς τους εντολοδόχους του (αναιρεσιβλήτους) να περιλάβουν στην αίτηση ανοίγματος νέου κοινού τραπεζικού λογαριασμού μεταξύ αυτών και του εντολέως τους, και τον όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, ή την θέση του όρου από τον ίδιο τον ανωτέρω κύριο του χρηματικού ποσού του κοινού λογαριασμού, όρος ο οποίος, αποκλείει τους νομίμους κληρονόμους του εντολέως από την διεκδίκηση των χρημάτων του κοινού λογαριασμού μετά τον θάνατο του εντολέως και την λύση της εντολής. Δεδομένου όμως του ότι η ως προηγούμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων αναιρέθηκε κατά παραδοχή λόγου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και με δεδομένο ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση του εννοιολογικού περιεχομένου του νομικού κανόνα που εφαρμόστηκε, το δε, δικαστήριο της παραπομπής έδωσε λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προς την αναιρετική, ώστε ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) και προϋποθέτει, εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως “πράγματα” θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 19/2010), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996) και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ 71/2019) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997,ΑΠ 23/2025, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 471/2023, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016), ή η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 30/2025, ΑΠ 935/2021, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017). “Πράγματα”, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων, περιστατικά, οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 229/2020). Γι’ αυτό η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 285/2023, ΑΠ 1255/2009). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 846/2023). Δεν στοιχειοθετείται, δε, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 961/2023, ΑΠ 1627/2022, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 797/2013), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 23/2025, ΑΠ 846/2023, 153/2019, 79/2018). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι οι αναιρεσίβλητοι ως εκκαλούντες, με λόγο έφεσής τους, προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) της ενσωμάτωσης στον κοινό καταθετικό λογαριασμό, που αυτοί άνοιξαν, δυνάμει του με αριθμό ….2010 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κ. , του όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, (δυνάμει του οποίου συμβατικώς ορίζεται οι κληρονόμοι του θανόντος συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού να μην μπορούν να στραφούν κατά των λοιπών συνδικαιούχων και να αξιώσουν το κατά την εσωτερική τους σχέση τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε στον θανόντα), δυνάμει προδιατυπωμένου όρου στη σύμβαση κατάθεσης σε κοινό, μετά του Φ. Μ. , διαζευκτικό λογαριασμό, στη κατάρτιση της οποίας αυτοί κατ’εντολή του προέβησαν, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτό αυτοτελή ισχυρισμό (πράγμα) με όλως διάφορο περιεχόμενο, το οποίο ουδόλως προεβλήθη με λόγο έφεσης. Συγκεκριμένα, δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι ήσαν εντολοδόχοι του Φ. Μ. δυνάμει άλλου συμβολαιογραφικού εγγράφου και δη, του μεταγενεστέρου χρονικώς, με αριθμό ….2010 πληρεξουσίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου Ιωαννίνων καθώς και ότι ο προδιατυπωμένος όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 τέθηκε στη με αριθμό …2010 σύμβαση ανοίγματος κοινού καταθετικού λογαριασμού με συνδικαιούχους τους αναιρεσιβλήτους και τον Φ. Μ. , την οποία (σύμβαση μετά του ειδικότερου όρου του άρθρου 2) υπέγραψε αυτοπροσώπως ο Φ. Μ. , μη αναγκαίας συνεπώς της ύπαρξης ειδικής πληρεξουσιοδότησης αυτού προς τους εντολοδόχους -συνδικαιούχους του άνω λογαριασμού να προέβαιναν στην συμπερίληψη ειδικώς, και του ως άνω όρου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ιδρύει τον λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ελέγχεται ως απαράδεκτος, καθόσον στη προκειμένη περίπτωση ο αυτοτελής ισχυρισμός που αποτέλεσε και τον συναφή λόγο ένστασης που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι, είναι, η ύπαρξη του όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 στην σύμβαση ανοίγματος κοινού καταθετικού λογαριασμού με συνδικαιούχους τον Φ. Μ. και τους αναιρεσιβλήτους, ενώ η ύπαρξη ρητής εξουσιοδότησης στους αναιρεσιβλήτους ως εντολοδόχους να διαλαμβανόταν ο ειδικότερος αυτός όρος στην σύμβαση ανοίγματος κοινού καταθετικού λογαριασμού, αφορούσε αποκλειστικώς στη περίπτωση που δεν υπήρχε η αυτοπροσώπως εκπεφρασμένη προς τούτο βούληση του ιδίου του εντολέως. Η εναλλαγή συνεπώς, στον τρόπο κατάρτισης της εν λόγω σύμβασης ανοίγματος καταθετικού λογαριασμού με την συμπερίληψη του άνω κρίσιμου όρου, συνιστά αποτέλεσμα της αξιολόγησης από το Εφετείο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και συνεπώς συμπέρασμα της ουσιαστικής εκτίμησης των αποδείξεων, δεδομένου ότι, ως αναλυτικά προεκτέθηκε, τα πορίσματα των αποδείξεων τα οποία το δικαστήριο (εν προκειμένω το επιληφθέν μετ’ αναίρεση εφετείο) εκτιμά ανελέγκτως, ακόμη και αν δεν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, δεν συνιστούν ” πράγμα” μη ληφθέν υπόψη κατά την έννοια του προπαρατεθέντος άρθρου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά “έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της “ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους “αντιφατική αιτιολογία” (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στη προκειμένη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε, ως κατ’ αντιγραφή της προσβαλλομένης προεκτέθηκαν και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 719,726 του ΑΚ και 2 του ν.5638/1932, έχει δε τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Συγκεκριμένα, με σαφήνεια και επάρκεια δέχεται το Εφετείο, συναφώς προς τα επίμαχα για την μετ’ αναίρεση κρίση του περιστατικά, ότι η αναιρεσείουσα, τετιμημένη, δυνάμει της με αριθμό …/2003 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις …2012 αδελφού της Φ. Μ. , και αρυόμενη σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής (διαθήκης) κληρονομικό δικαίωμα, επί οποιουδήποτε χρηματικού ποσού ήθελε βρεθεί μετά τον θάνατό του, εν τούτοις δεν εδικαιούτο να αξιώσει το με την αγωγή της αναζητηθέν, εξ αδιαιρέτου κληρονομικό της ποσοστό (1/3), επί του χρηματικού ποσού ύψους 232.048,96 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στον με αριθμό ….2010 κοινό διαζευκτικό λογαριασμό, με συνδικαιούχους τον διαθέτη αδελφό της, Φ. Μ. , κυρίου του παραπάνω χρηματικού ποσού, και τους αναιρεσιβλήτους (αδελφή και ανηψιό του) εξ αιτίας του αποδειχθέντος γεγονότος, που κατ’ ένσταση προέβαλαν και απέδειξαν οι αναιρεσίβλητοι, ότι δηλαδή, στη με αριθμό ….2010 σύμβαση κατάθεσης και ανοίγματος του παραπάνω κοινού καταθετικού λογαριασμού, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (υποκατάστημα 261 της πόλης των Ιωαννίνων), με συνδικαιούχους τους ανωτέρω, την οποία κατήρτισαν με την φυσική τους παρουσία, άπαντες οι άνω συνδικαιούχοι, περιλαμβανόταν σαφής και προδιατυπωμένος ο όρος του άρθρου 2 του νόμου 5638/1932, τεθείς ομοίως μετά συμφωνία απάντων των παρόντων άνω συνδικαιούχων, δυνάμει του οποίου, κατά νόμον, σε περίπτωση θανάτου ενός των συνδικαιούχων, όπως εν προκειμένω, του Φ. Μ. , το σύνολο της χρηματικής κατάθεσης περιέρχεται αυτοδικαίως (“ιδίω ονόματι” και “εξ ιδίου δικαίου”) στους επιζώντες συνδικαιούχους, εν προκειμένω στους αναιρεσιβλήτους, έναντι των οποίων ο κληρονόμος του αποθανόντος συνδικαιούχου, εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να στραφεί και να αξιώσει το, κατά τις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων, τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε στον διαθέτη (εν προκειμένω Φ. Μ.). Μάλιστα, με σαφήνεια και πλήρη επάρκεια δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι το έντυπο της άνω σύμβασης καταθετικού λογαριασμού, ρητώς συμπεριλαμβανομένου του άνω κρίσιμου όρου (μετά του παραρτήματος αυτού) έφερε υπογραφές απάντων των συνδικαιούχων, ομού μετά των αρμοδίων υπαλλήλων της τραπέζης, όπου η κατάθεση, και δη, σε κάθε σελίδα αυτού, η δε γνησιότητα της ατομικής υπογραφής του Φ. Μ. , κυρίου των χρημάτων, ως προεκτέθηκε, ουδόλως αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε και ουδέποτε, μη αποδεικνυομένης εντεύθεν της επικληθείσας με την ένδικη αγωγή ύπαρξης σύμβασης εντολής μεταξύ του Φ. Μ. ως εντολέως και των αναιρεσιβλήτων ως εντολοδόχων συναφώς προς την διαχείριση του άνω κατατεθειμένου ποσού, το οποίο μετά τη λήξη της εντολής, έδει να παραμείνει στον λογαριασμό προς διάθεση στους κληρονόμους του.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι διαλαμβανόμενες στον ανωτέρω λόγο, με τις οποίες η τελευταία, ισχυρίζεται ειδικότερα α) ανεπάρκεια αιτιολογιών διότι δεν υφίσταται παραδοχή για την αιτία κατάρτισης της σύμβασης κοινού διαζευκτικού λογαριασμού με τους αναιρεσιβλήτους και της εντεύθεν “μεταβίβασης” ενός τόσο μεγάλου ποσού χρημάτων από τον κύριο αυτών Φ. Μ. στους συνδικαιούχους του λογαριασμού, και β) αντιφατικότητα και ασάφεια των αιτιολογιών ως προς την παραδοχή αφ’ ενός της αδυναμίας μετακίνησης του διαθέτη Φ. Μ. εξ αιτίας της σοβαρής του ασθένειας και την παραδοχή αφ’ ετέρου της ανυπαρξίας υποχρέωσης των συνδικαιούχων του λογαριασμού να κάνουν χρήση του επίμαχου χρηματικού ποσού για τις ανάγκες νοσηλείας του, μη προκύπτοντος συνεπώς σαφώς του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων στην μετά θάνατο του Φ. Μ. , ανάληψη του εν λόγω χρηματικού ποσού, καθώς και ασάφεια ως προς τις παραδοχές της προσβαλλομένης συναφώς προς την διαδικασία σύνταξης του δευτέρου από 21.12.2010 πληρεξουσίου (χρόνος μετάβασης συμβολαιογράφου και υπαλλήλων τράπεζας στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν ο Φ. Μ.), είναι απαράδεκτες ως αλυσιτελείς, μετά την κατ’ ουσίαν απόρριψη του πληττόμενου ισχυρισμού περί καταρτίσεως μεταξύ των συνδικαιούχων του υπόψη λογαριασμού, σύμβασης μη αμειβόμενης εντολής, και την παραδοχή της αυτοπρόσωπης υπό του κυρίου των χρημάτων Φ. Μ. κατάρτισης της σύμβασης κοινού καταθετικού λογαριασμού, περιλαμβάνοντος ρητά τον όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, που αποκλείει τους κληρονόμους του συνδικαιούχου από την αναζήτηση των χρημάτων του κοινού λογαριασμού από τους λοιπούς εν ζωή συνδικαιούχους αυτού, επί πλέον δε, αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμες.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 719 και 726 του ΑΚ και αυτή του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 είναι απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.3.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 23/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
– ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
