ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Ν., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατσαβό, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 30.3.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 131/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ’ αριθ. 28/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου ως αόριστη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρο 49 Ν. 4963/2022). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ’ άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ’ υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής, ορισμένο νόμιμο τρόπο, με τον οποίο ο δικαιοπάροχός του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία, με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ’ αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. (ΑΠ 771/2021).
Στην περίπτωση όμως που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ’ αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του, επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση. (ΑΠ 982/2021, ΑΠ 432/2019). Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση, για το ορισμένο της αγωγής του, να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 508/2023, ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 771/2021, ΑΠ 1125/2018). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 1125/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 27.11.2014 αγωγής του αναιρεσείοντος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εξέθετε ότι ο πατέρας του, Ν. Μ. του Ε., ο οποίος απεβίωσε στις …2013, είχε όσο ζούσε στην αποκλειστική κυριότητά του το λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο (αγροτεμάχιο), που βρίσκεται στη θέση “…” της κτηματικής περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας …, της Δημοτικής Ενότητας …, του Δήμου …, Περιφερειακής Ενότητας …, Περιφέρειας …, εκτός σχεδίου πόλεως, συνολικής έκτασης κατά μεν τον τίτλο κτήσης 1.956 τ.μ. κατά δε νεότερη και ακριβέστερη εμβαδομέτρησή του 1.932,295 τ.μ, το οποίο απέκτησε με παράγωγο τρόπο δυνάμει του υπ’ αριθ. …1975 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου … Θ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αταλάντης, στον τόμο … και αριθμό …, ασκώντας έκτοτε επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του αναλυτικά περιγραφόμενες πράξεις νομής, άλλως με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι νεμόταν αυτό αδιαταράκτως και χωρίς διακοπές από το έτος 1975 μέχρι την ημερομηνία θανάτου του. Ότι ο δικαιοπάροχος του πατρός του, Γ. Κ. του Α., είχε αποκτήσει το ακίνητο από κληρονομία του άνευ διαθήκης αποβιώσαντος κατά το έτος 1934 πατρός του και κατόπιν άτυπης και εξώδικης διανομής μετά των λοιπών συγκληρονόμων του και έκτοτε και μέχρι την ημερομηνία που το αγόρασε ο πατέρας του ασκούσε σε αυτό καλοπίστως και διανοία κυρίου όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε κύριο. Ότι με την υπ’ αριθ. …2013 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου … Μ. – Β. Γ., ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος πατρός του, στην οποία μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο. Ότι κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης ο πατέρας του ενάγοντος και δικαιοπάροχος του τελευταίου, Ν. Μ., υπέβαλε νόμιμα και εμπρόθεσμα δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος αναφορικά με το επίδικο ακίνητο και μάλιστα κατά την α’ ανάρτηση καταχωρήθηκε ως κύριος αυτού, ενώ κατά τη β’ ανάρτηση και στη συνέχεια κατά τις πρώτες εγγραφές, κατόπιν ένστασης που προέβαλε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και δη η Διεύθυνση Δασών Ν. Φθιώτιδας, επικαλούμενη ότι το επίδικο ήταν δασική έκταση, καταχωρήθηκε εσφαλμένα το επίδικο στις πρώτες εγγραφές με αριθμό ΚΑΕΚ … και με δικαιούχο κυριότητας το εναγόμενο, ως δασική έκταση, εγγραφή η οποία ωστόσο είναι ανακριβής. Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενος ότι το επίδικο δεν είναι δασική έκταση και δεν αποτελεί ιδιοκτησία του εναγομένου Δημοσίου, ζήτησε, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, να αναγνωριστεί ότι ήδη από το χρόνο καταχώρισης των αρχικών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης και κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου, στις 6.4.2005, στο Δημοτικό Διαμέρισμα Τραγάνας, αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ήταν ο δικαιοπάροχος πατέρας του Ν. Μ. του Ε. και να διορθωθεί η αρχική (ανακριβής) πρώτη εγγραφή στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του κτηματολογικού βιβλίου που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο Αταλάντης, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτού. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι “αναφορικά με τη θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας βάση της, ούτε στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε βεβαίως και στις γραπτές προτάσεις του ενάγοντος καθορίζεται με σαφήνεια ο τρόπος κτήσης της κυριότητας στο ένδικο ακίνητο των απώτερων δικαιοπαρόχων του πατέρα του ενάγοντος, που να μπορεί να αντιταχθεί έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (με την επίκληση τίτλων κυριότητας αυτών έως και το έτος 1885) δεδομένου ότι το τελευταίο αμφισβητεί τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, καθώς και του αμέσου και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του.
Εξάλλου και η θεμελιούμενη στον πρωτότυπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο, ελέγχεται ως αόριστη, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν αναφέρει στο αγωγικό δικόγραφο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιούντα την τριακονταετή καλόπιστη νομή των δικαιοπαρόχων του έως και την 11.9.2015, καθόσον δεν γίνεται αναφορά συγκεκριμένων πράξεων νομής από αυτούς (απώτερους δικαιοπαρόχους) στο επίδικο ακίνητο. Η παράλειψη αναφοράς των ανωτέρω απαραιτήτων στοιχείων, καθιστούν την αγωγή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ως προς τη νομική της βασιμότητα, την δε, εκ μέρους του εναγομένου προβολή των αμυντικών ισχυρισμών, αδύνατη.”. Κατόπιν τούτων, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει ομοία κρίση. Όμως η αγωγή, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, είναι ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194, 1198 και 1045 ΑΚ στοιχεία, τόσο ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας εκ μέρους του πατρός του ενάγοντος, Ν. Μ. του Ε., με τη μετάθεση της κυριότητας του ακινήτου από τον αληθή κύριο Γ. Κ. του Α., δυνάμει του υπ’ αριθ. …1975 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου … Θ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αταλάντης, στον τόμο … και αριθμό …, όσο και ως προς τον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με την παράθεση άσκησης εκ μέρους του πατρός του ενάγοντος διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής του, επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της εικοσαετίας (άρθρ. 1045 ΑΚ), οπότε, ως προς τον επικαλούμενο τρόπο κτήσης κυριότητας με παράγωγο τρόπο, δεν ήταν αναγκαίος για το ορισμένο της αγωγής ο καθορισμός και του τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχό του – πωλητή του ακινήτου, με την αναλυτική παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής του για διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμον χρόνου της χρησικτησίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω, ο ενάγων δεν ήταν υποχρεωμένος να επικαλεστεί ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή ως αόριστη, ενώ η αγωγή είναι πλήρης και ορισμένη, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033 και 1045 ΑΚ, που αφορούν στην επικαλούμενη κτήση κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού τούτου λόγου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ’ αυτόν παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 131/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε απ’ αυτόν.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 577/2026 Πότε μια αγωγή για κυριότητα ακινήτου θεωρείται επαρκώς συγκεκριμένη, όταν η κυριότητα στηρίζεται σε τίτλο και/ή σε χρησικτησία, ιδίως απέναντι στο Ελληνικό Δημόσιο.
Πηγή :
