Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, Αριθμός Απόφασης: Α 3106/2025 (Τμήμα 20ο Μονομελές)
Δικαστής: Ευαγγελία Ζωγραφάκη, Εφέτης Δ.Δ.
Έφεση κατά απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης από τον Προϊστάμενο της Δ.Ε.Δ., της ενδικοφανούς προσφυγής που ασκήθηκε κατά οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, με την οποία είχε καταλογιστεί διαφορά κύριου φόρου και πρόστιμο φόρου λόγω ανακρίβειας, καθώς και κατά της πράξης επιβολής προστίμου του άρθρου 7 παρ. 3 και 5 του ν. 4337/2015 (Α΄ 129), φορολογικού έτους 2014. Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 20% του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει· ρύθμιση η οποία, όπως έχει κριθεί, είναι σύμφωνη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.. Δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις χρηματικής κύρωσης, που επιβλήθηκε με καταλογιστική πράξη της φορολογικής ή τελωνειακής Αρχής, όπως είναι ο πρόσθετος φόρος, τα πολλαπλά τέλη και τα πρόστιμα του Κ.Β.Σ.. Αν δεν τηρηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 93 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ. υποχρέωση, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς να εφαρμόζεται το άρθρο 139Α του ίδιου Κώδικα, με εξαίρεση την περίπτωση που δεν είναι προφανές ότι πρόκειται περί χρηματικού αντικειμένου φορολογικής ή τελωνειακής εν γένει διαφοράς. Για την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος δεν προσκομίσθηκε έως τη συζήτηση το ειδικό σημείωμα, προς απόδειξη καταβολής του ποσοστού φόρου και, κατά συνέπεια, απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη για αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο. Όταν αποδίδεται σε ορισμένο επιτηδευματία η παράβαση της λήψης εικονικού φορολογικού στοιχείου, η φορολογική Αρχή βαρύνεται, κατ’ αρχήν, με την απόδειξη της εικονικότητας· αρκεί, δε, να αποδείξει είτε ότι ο εκδότης του φορολογικού στοιχείου είναι πρόσωπο φορολογικώς ανύπαρκτο, είτε ότι ο εκδότης του φορολογικού στοιχείου είναι πρόσωπο φορολογικώς μεν υπαρκτό, αλλά συναλλακτικώς ανύπαρκτο. Η συναλλακτική ανυπαρξία προκύπτει και από δέσμη σοβαρών και συγκλινουσών ενδείξεων που επιτρέπουν τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου. Τούτο δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά τη φύση και τον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων. Το δικαστήριο της ουσίας σχηματίζει πλήρη δικανική πεποίθηση, εξαντλώντας τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Λόγος περί παραβίασης του δικαιώματος σε ακρόαση απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθώς μετά την κοινοποίηση του σημειώματος διαπιστώσεων ελέγχου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., η εκκαλούσα εξέθεσε τις απόψεις της. Ομοίως, λόγος περί παραγραφής προς επιβολή του προστίμου απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθώς η παραγραφή άρχισε από το τέλος του έτους, εντός του οποίου έληγε η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης και η πράξη κοινοποιήθηκε εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής (άρθρα 62 παρ. 1 και 36 παρ. 1 του Κ.Φ.Δ.). Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ως δικαστήρια ουσίας, ερευνούν την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία και η αιτιολογία της συμπληρώνεται από την έκθεση ελέγχου, στην οποία αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην κρίση περί εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την, λόγω αυτής, επιβολή του προστίμου. Κρίση της φορολογικής Αρχής ότι η εκδότρια εταιρεία ήταν ανύπαρκτη συναλλακτικά. Δεν τίθεται ζήτημα καλής πίστης στο πρόσωπο της λήπτριας (εκκαλούσας). Μη απόδειξη με πρόσφορα μέσα της καταβολής του τιμήματος, που αφορούν τα ένδικα φορολογικά στοιχεία. Απορρίπτει την έφεση.
