Τμήμα Α΄ Μονομελές
Έφεση κατά απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας, καθ΄ ο μέρος απορρίφθηκε προσφυγή της ήδη εκκαλούσας κατά απόφασης του Προϊσταμένου της ΔΕΔ της ΑΑΔΕ και κρίθηκε ότι νομίμως εξεδόθη από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Δράμας η ένδικη οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος. Με την ανωτέρω καταλογιστική πράξη προσδιορίστηκε λογιστικώς το φορολογητέο εισόδημα της εκκαλούσας, για το φορολογικό έτος 2014, στο ποσό των 33.321,40€, έναντι δηλωθέντος εισοδήματος 7.313,17€, και καταλογίστηκε σε βάρος της διαφορά κύριου φόρου ύψους 6.988,05€, πρόστιμο ύψους 3.494,03€ λόγω υποβολής ανακριβούς φορολογικής δήλωσης και διαφορά ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης ύψους 666,43€ – Διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 34, 45 παρ. 1, 46, 87, 93 παρ. 3, 95, 97 παρ. 1, 135 και 277 παρ. 3 και 5 του ΚΔΔ/μίας (ν. 2717/1999, Α΄97), καθώς και των ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, Α΄167) και ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, Α΄170). Υπό την ισχύ του άρθρου 21 παρ. 4 του ΚΦΕ (ν. 4172/2013), χρηματικά ποσά άγνωστης πηγής ή αιτίας, τα οποία εντοπίζονται σε τραπεζικό λογαριασμό, λογίζονται και φορολογούνται, κατά πλάσμα δικαίου, ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα του δικαιούχου του λογαριασμού. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για μη δηλωθέν φορολογητέο εισόδημα προερχόμενο από γνωστή πηγή, όπως η άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη περί προσαύξησης περιουσίας από άγνωστη πηγή ή αιτία. Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η διαπίστωση, εκ μέρους της φορολογικής διοίκησης, της ύπαρξης αδήλωτου φορολογητέου ποσού, αλλά απαιτείται να αποδεικνύεται, κατά τρόπο επαρκώς τεκμηριωμένο, ακόμη και με τη χρήση έμμεσων αποδείξεων, ότι ο επιτηδευματίας εισέπραξε το επίμαχο ποσό ως αμοιβή για υπηρεσίες που παρείχε στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ο φορολογούμενος δύναται να επικαλεσθεί τόσο ενώπιον της φορολογικής αρχής όσο και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων στοιχεία που, κατ’ αυτόν, ανατρέπουν την πραγματική βάση της εκτίμησης της διοίκησης ότι τα εντοπισθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς χρηματικά ποσά συνιστούν προσαύξηση της περιουσίας του, είτε από άγνωστη είτε από γνωστή πηγή ή αιτία. Για τη δικαιολόγηση, όμως, των επίμαχων τραπεζικών καταθέσεων δεν αρκεί να επικαλείται και να αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιων χρηματικών διαθεσίμων, αλλά πρέπει, επιπλέον, να προκύπτει ότι τα ανευρεθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς κεφάλαια προέρχονται πράγματι από τα συγκεκριμένα χρηματικά διαθέσιμα. Εφόσον, με ανέκκλητη δικαστική απόφαση, κρίθηκε ότι νομίμως επιβλήθηκε εις βάρος της εκκαλούσας πρόστιμο λόγω μη έκδοσης και ανακριβούς έκδοσης σαράντα (40) φορολογικών στοιχείων για λογιστικές υπηρεσίες που παρείχε σε διάφορους πελάτες της, από την απόφαση αυτή απορρέει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το Δικαστήριο στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα, το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας να διατυπώσει αυτοτελή κρίση ως προς το ζήτημα της απόκρυψης ή μη φορολογητέου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα, δεδομένου ότι τούτο συνιστά παρεμπίπτουσα κρίση που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω φορολογικής παράβασης. Αοριστία λόγων έφεσης με τους οποίους απλώς επαναλαμβάνονται οι λόγοι προσφυγής, χωρίς να αντικρούονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο οι ειδικές σκέψεις της εκκαλούμενης απόφασης, με τις οποίες οι λόγοι αυτοί απορρίφθηκαν – Απορρίπτει την έφεση.
Διμηνιαίο Δελτίο Νομολογίας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων
