Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών αποφάνθηκε ότι η παύση μιας ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής δεν ισοδυναμεί με πειθαρχική αθώωση
Μια νέα δικαστική απόφαση αποσαφηνίζει το τοπίο γύρω από τα οικονομικά δικαιώματα δημοσίων υπαλλήλων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με ποινικές διώξεις και τέθηκαν σε καθεστώς αργίας.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών έκρινε αγωγή νοσοκομειακού υπαλλήλου, ο οποίος διεκδικούσε αναδρομικά ποσά ύψους σχεδόν 288.000 ευρώ. Τα χρήματα αυτά αντιστοιχούσαν στις αποδοχές που του είχαν παρακρατηθεί κατά τη διάρκεια της πολυετούς αργίας του, η οποία είχε επιβληθεί λόγω ποινικής δίωξης για κακουργηματική υπεξαίρεση.
Ωστόσο, η ποινική του περιπέτεια έλαβε τέλος όταν ο Άρειος Πάγος έπαυσε αμετάκλητα τη δίωξη λόγω παραγραφής. Μετά την επιστροφή του στην υπηρεσία, ο εργαζόμενος προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας την πλήρη μισθολογική του αποκατάσταση.
Απορρίφθηκε αγωγή 288.000 ευρώ: Το σκεπτικό της απόφασης
Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, υπενθυμίζοντας βασικούς κανόνες του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, «η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη». Αυτό σημαίνει ότι η παύση μιας ποινικής υπόθεσης λόγω παραγραφής δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αθώωση ή πλήρη απαλλαγή.
Επιπλέον, το δικαστήριο διευκρίνισε ότι η υποχρεωτική επιστροφή των κρατημένων αποδοχών προβλέπεται αυστηρά μόνο σε περιπτώσεις πλήρους πειθαρχικής απαλλαγής. Στις περιπτώσεις όπου η ποινική δίωξη σταματά λόγω παραγραφής, η διοίκηση και τα πειθαρχικά συμβούλια διαθέτουν διακριτική ευχέρεια και δεν έχουν ευθεία εκ του νόμου υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων.
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο που ανέδειξε η απόφαση αφορά τους δικονομικούς περιορισμούς κατά την εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων. Ο υπάλληλος προσπάθησε να ενισχύσει τη θέση του προβάλλοντας εκ των υστέρων –μέσω υπομνήματος– ότι η αργία του παρατάθηκε παράνομα χωρίς ετήσια επανεξέταση και ότι οι περικοπές των αποδοχών του έγιναν σταδιακά και παρατύπως.
Το Δικαστήριο απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς, τονίζοντας ότι στηρίζονται σε διαφορετική νομική βάση και δεν μπορούν να εισάγονται το πρώτον με υπόμνημα, καθώς έτσι «μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα η πραγματική και νομική βάση της αγωγής».
Η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, κλείνοντας τον δρόμο για την αυτόματη αξίωση αναδρομικών αποδοχών σε περιπτώσεις παραγραφής ποινικών αδικημάτων. Παρ’ όλα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, το δικαστήριο απάλλαξε τον εργαζόμενο από την υποχρέωση καταβολής των δικαστικών εξόδων του νοσοκομείου.
