ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα – Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΑΦΟΙ … Α.Ε.”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ζαφείριο Τσολακίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-10-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Δ. του Α., 2) Α. Δ. του Χ. και 3) Α. Δ. του Χ., απάντων κατοίκων … Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Σακελλαρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-06-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4719/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6434/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-02-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, δηλαδή απαίτηση της οποίας έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα και η οποία είναι ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο συζήτησης της σχετικής αγωγής(ΑΠ 398/2025, ΑΠ 227/2024), 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, ως απαλλοτρίωση δε νοείται κάθε διάθεση ή εκποίηση δικαιώματος περιουσιακής φύσεως του οφειλέτη, που γίνεται με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργειά του με πρόθεση βλάβης των δανειστών του και με την οποία προκαλείται ή επιτείνεται η ήδη υπάρχουσα αφερεγγυότητά του και τίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των δανειστών του, τέτοια δε διάθεση ή εκποίηση αποτελεί όχι μόνο η μεταβίβαση, αλλά και η αλλοίωση ή κατάργηση (ενοχικού ή εμπραγμάτου) δικαιώματός του, όπως είναι και η παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας (υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο) από τον οφειλέτη σε τρίτο, γιατί με την παραχώρηση αυτή ανατρέπεται ο ισχύων κατά την εκτέλεση κανόνας για τη σειρά κατάταξης των δανειστών (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1760/2012), 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών, η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής(άρθρο 942 ΑΚ). Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία κατά το άρθρο 942 ΑΚ, ως χαριστική δε απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ιδίου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα, αφού το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση μπορεί να γίνεται προς εκπλήρωσή σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει, ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 398/2025, ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 529/2022).
Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 398/2025, ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ’ αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ’ αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι’ αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 398/2025, ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020). Πραγματοποίηση της πρόθεσης βλάβης υπάρχει, όταν επέρχεται (ή επαυξάνεται) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ματαιώνεται έτσι η ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε να έχει συντελεστεί ήδη κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής διαρρήξεως. Η γνώση από τον οφειλέτη των στοιχείων που συνθέτουν την πρόθεση βλάβης, πρέπει επίσης να αποδειχθεί από τον δανειστή. Η απόδειξη αυτή είναι ευκολότερη, όταν ο οφειλέτης προκαλεί με την απαλλοτρίωση άμεση μείωση του ενεργητικού της περιουσίας του, όπως συμβαίνει επί εκποιήσεως ακινήτου με ευτελές αντάλλαγμα ή επί δωρεάς, ενώ όταν η απαλλοτρίωση οδηγεί μόνο σε έμμεση διακινδύνευση της ικανοποιήσεως του δανειστή, όπως όταν γίνεται έναντι ισάξιου τουλάχιστον ανταλλάγματος, τότε ο δανειστής πρέπει να προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις για την πρόθεση βλάβης του οφειλέτη, που δεν μπορεί πλέον να συναχθεί από την απαλλοτριωτική και μόνο πράξη του τελευταίου (ΑΠ 398/2025, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 2038/2022, Α.Π. 1275/2020). Η αγωγή για διάρρηξη μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 943 εδ. α του ΑΚ, να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν την απαλλοτρίωση. Στην περίπτωση όμως, κατά την οποία ο δανειστής, ασκών την αγωγή των άρθρων 939 επ ΑΚ για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, ενάγει τον οφειλέτη και τον τρίτο, υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ τους, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών (ΑΠ 595/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1300/2019, ΑΠ 765/2014).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής του άρθρου 943 εδ. α’ του ΑΚ, η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης με βάση τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό. Όμως, με το Ν. 2298/1995 (που ισχύει από 4.4.1995), στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν εισαχθεί νέες διατάξεις, που αφορούν αμέσως τα αποτελέσματα της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα: α) κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου αυτού, “τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ` ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του” και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 992 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 19 του ιδίου Ν.2298/1995, “ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από το οφειλέτη σε τρίτο, κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης”. Με βάση τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 εδ. α’ και β’ του ίδιου Ν. 2298/1995, που ορίζει ότι “Οι διατάξεις που τροποποιούνται με το παρόν άρθρο εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας. Το κύρος όμως και οι έννομες συνέπειες των πράξεως της διαδικασίας που έχουν ήδη γίνει δεν θίγονται”, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δε δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 ΑΚ, αλλά μπορεί ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, σαν να μη είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε(ΑΠ 797/2021, ΑΠ 595/2021, ΑΠ 822/2017, ΑΠ 421/2013, ΑΠ 552/2011). Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για την επίλυση σύγκρουσης δικαιωμάτων, που απλώς βρίσκονται στον ΚΠολΔ, επανακαθορίζεται η έννοια του άρθρου 943 ΑΚ και η διάταξη αυτή προσλαμβάνει το ακόλουθο νόημα: η “αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν” συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του, όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη. Έτσι, το αντικείμενο της αγωγής του δανειστή χρηματικής απαίτησης για διάρρηξη, είναι πλέον μόνο η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης υπέρ αυτού και δεν απαιτείται πλέον να σωρευθεί στην αγωγή και αίτημα αναμεταβίβασης του πράγματος που απαλλοτριώθηκε, από τον τρίτο στον οφειλέτη, διότι με βάση την ανωτέρω ρύθμιση ο δανειστής μπορεί να κατάσχει το πράγμα απ` ευθείας στην περιουσία του οφειλέτη (ΑΠ 822/2017, ΑΠ 552/2011). Το γεγονός ότι ο τρίτος δεν μπορεί, μετά την απαγγελία της διάρρηξης, να αντιτάξει κατά του επισπεύδοντος δανειστή το δικαίωμα που απέκτησε από τον καθ` ου, με την καταδολιευτική δικαιοπραξία, σημαίνει ότι η απαλλοτρίωση, και μετά τη διάρρηξη, δεν ανατρέπεται καθ’ εαυτή. Η διάρρηξη δεν επιφέρει την ακύρωση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, φορέας του δικαιώματος τυπικά παραμένει ο τρίτος, χωρίς, όμως, να μπορεί να το αντιτάξει έναντι του δανειστή. Αν η απαλλοτρίωση ήταν άκυρη ο τρίτος δεν θα είχε κανένα δικαίωμα να αντιτάξει κατά του δανειστή και, άρα, η διάταξη του άρθρου 936 παρ.3 ΚΠολΔ θα ήταν κενή περιεχομένου(ΑΠ 797/2021). Επίσης, από την διάταξη του εδ. β’του ιδίου άρθρου 343 ΑΚ, που ορίζει ότι η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ των δανειστών που προσέβαλαν την απαλλοτρίωση, συνάγεται ο σχετικός χαρακτήρας των αποτελεσμάτων της διάρρηξης, με την έννοια ότι μόνο ο δανειστής, που πέτυχε την διάρρηξη, ευνοείται από αυτήν και όχι άλλος εγχειρόγραφος δανειστής του οφειλέτη. Οι τελευταίοι δεν δικαιούνται να αναγγελθούν στον πλειστηριασμό ακόμη και αν έχουν εκτελεστό τίτλο κατά του οφειλέτη, και αυτό γιατί η απαλλοτρίωση και μετά τη διάρρηξη παραμένει ισχυρή και εξακολουθεί να προτάσσεται κατ` αυτών. Αντίθετα οι ενυπόθηκοι αλλά και οι προσημειούχοι δανειστές (ΟλΑΠ 14/2006), ουδέποτε θίγονται από τη μεταβίβαση του ακινήτου από τον οφειλέτη τους (άρθρα 1291 επομ. ΑΚ) και συνεπώς δικαιούνται πάντοτε να επιληφθούν ή να αναγγελθούν στην αρξαμένη αναγκαστική εκτέλεση χωρίς προηγούμενη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιπραξίας (ΑΠ 31/2009). Το γεγονός δε της τυχόν ύπαρξης ενυπόθηκων ή προσημειούχων δανειστών στο ακίνητο, που αφορά η διάρρηξη, δεν στερεί το έννομο συμφέρον του δανειστή, εφόσον υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις να ζητήσει την διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του, και αυτό διότι δεν καθίσταται εκ των προτέρων ανέφικτη η ικανοποίηση της απαίτησης του, επειδή είναι απλώς πιθανό, σε ενδεχόμενο πλειστηριασμό του απαλλοτριωθέντος, να μη ικανοποιηθεί, επειδή θα προηγηθούν στην κατάταξη άλλοι προνομιούχοι δανειστές του οφειλέτη, αφού το γεγονός αυτό είναι μέλλον και αβέβαιο, εξαρτώμενο από παράγοντες, που δεν προκύπτουν και δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής για τη διάρρηξη, όπως είναι η ενδεχόμενη εκ μέρους του οφειλέτη πριν τον πλειστηριασμό ικανοποίηση προνομιούχων δανειστών, η μη αναγγελία τους στον πλειστηριασμό, η ακυρότητα αυτής, η μη εμπρόθεσμη τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη όταν η εμπράγματη εξασφάλιση συνίσταται σε προσημείωση επί ακινήτου κ.λπ. Η απόρριψη της αγωγής διάρρηξης για τον παραπάνω λόγο θα εκμηδένιζε και την πλεονεκτική θέση, την οποία εκ των πραγμάτων θα μπορούσε να έχει ο αιτών τη διάρρηξη δανειστής, εάν εκείνος επέσπευδε τον πλειστηριασμό, αποκτώντας τα ηνία της εκτελεστικής διαδικασίας και ασκώντας και δι’ αυτού του τρόπου πίεση στον οφειλέτη για την ικανοποίηση της απαίτησής του. Επιπροσθέτως δε η πιθανότητα ικανοποίησης του αιτούντος τη διάρρηξη εγχειρόγραφου δανειστή εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό και από το δίκαιο των κανόνων κατάταξης, που θα καταλαμβάνει τον πλειστηριασμό, ο οποίος θα διενεργηθεί (ΑΠ 877/2022).
Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 944 και 945 ΑΚ, που ορίζουν ότι “Οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή διάρρηξης, που τους ανήκει κατά του τρίτου, και εναντίον ειδικού διαδόχου του, αν αυτός, όταν αποκτούσε από τον τρίτο, γνώριζε το δόλο του οφειλέτη. Η γνώση αυτή τεκμαίρεται αν ο ειδικός διάδοχος, όταν απέκτησε από τον τρίτο, είχε με τον οφειλέτη τη σχέση του άρθρου 941 παρ. 2 και δεν είχε περάσει ένα έτος από την απαλλοτρίωση του οφειλέτη έως την έγερση της αγωγής” (άρθρο 944) και “Οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή διάρρηξης, που τους ανήκει κατά του τρίτου, εναντίον ειδικού διαδόχου του από χαριστική αιτία, χωρίς να απαιτείται η γνώση του τελευταίου κατά το προηγούμενο άρθρο. Η διάταξη του άρθρου 943 παρ. 2 εφαρμόζεται και εδώ”, (άρθρο 945), σαφώς συνάγεται ότι, διαρκούσης της δίκης επί της αγωγής διάρρηξης, κατά τα άρθρα 939 επ. ΑΚ, ο τρίτος που απέκτησε το καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο του ενάγοντος δανειστή, μπορεί να το μεταβιβάσει περαιτέρω ή να παραχωρήσει εμπράγματο βάρος επ’ αυτού (υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης, αν είναι ακίνητο) πριν την έκδοση της σχετικής απόφασης και, προκειμένου περί ακινήτου, πριν την, κατά το ανωτέρω άρθρο 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, σημείωση της διάρρηξης στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης και την στην συνέχεια κατάσχεσή του, στην περίπτωση δε αυτή ο ειδικός διάδοχος του τρίτου προστατεύεται και η προς αυτόν απαλλοτρίωση υπόκειται μόνο σε αυτοτελή διάρρηξη από τον δανειστή υπό τους όρους των άρθρων 944 και 945 ΑΚ, τα παραπάνω δε ισχύουν και μετά την με το άρθρο 21 του Ν. 3994/2011 τροποποίηση του άρθρου 220 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που επιτάσσει πλέον και την εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο και της αγωγής διάρρηξης δικαιοπραξίας, που αφορά ακίνητο, ως καταδολιευτικής, καθώς με την ανωτέρω εγγραφή διευκολύνεται μόνο η απόδειξη της κακής πίστης του περαιτέρω αποκτήσαντος, ωστόσο η έγερση αυτοτελούς αγωγής διάρρηξης εναντίον του παραμένει απαραίτητη, αφού δεν τροποποιήθηκαν και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 944, 945 ΑΚ και 936 παρ. 3 και 992 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά γενική δικονομική αρχή, προκύπτουσα από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, συνάγεται ότι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προαπαιτείται για κάθε διαδικαστική ενέργεια, επομένως και για την άσκηση της αγωγής ή των ενδίκων μέσων (ΑΠ 1224/2025, ΑΠ 897/2022). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον, που συνίσταται στην ανάγκη παροχής έννομης προστασίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή των οποίων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 του ΚΠολΔ) με ελεύθερη απόδειξη, η έλλειψή τους δε συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (ΑΠ 1224/2025, ΑΠ 897/2022, ΑΠ 102/2022, ΑΠ 772/2014). Ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του διαδίκου και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης. Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. (ΑΠ 1224/2025, ΑΠ 897/2022, ΑΠ 55/2020, ΑΠ 772/2014).
Κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 έως 72 και συνεπώς από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος είναι ο χρόνος συζητήσεως της αγωγής, ανακοπής, ή του ενδίκου μέσου, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και, συνεπώς, αν κατά τη διάρκεια της δίκης αυτής και πριν από τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, εκλείψει το έννομο συμφέρον, η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας απορρίπτεται (ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 1877/2014, ΑΠ 1805/2012, ΑΠ 1084/1990). Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προυποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προυποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 1805/2012, ΑΠ 1881/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι’ αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: “Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας ηλεκτρονικών κατασκευών, ραδιοτηλεφώνων, ασυρμάτων τηλεφώνων και παρεμφερών ειδών. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της συμμετείχε σε τρεις ανοιχτούς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, που προκηρύχθηκαν από το Υπουργείο Ανάπτυξης το έτος 2000 και είχαν ως αντικείμενο την προμήθεια φορητών πομποδεκτών για τις ανάγκες της Ελληνικής Αστυνομίας. Στους ως άνω διαγωνισμούς συμμετείχε, μεταξύ άλλων, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “ΑΝΚΟ Α.Ε.”, η οποία δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα με την ενάγουσα και αποτελεί τον κύριο ανταγωνιστή αυτής, νόμιμος εκπρόσωπος, δε, της ως άνω εταιρείας ΑΝΚΟ Α.Ε.” ήταν, κατά τα έτη 2000 έως 2004, ο πρώτος εναγόμενος(ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος). Η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι κατά τη διενέργεια των ανωτέρω διαγωνισμών η ως άνω εταιρεία “ΑΝΚΟ Α.Ε.”, της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμος εκπρόσωπος ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ο πρώτος εναγόμενος, εν γνώσει της και με σκοπό βλάβης της μεταχειρίστηκε παράνομα και αθέμιτα μέσα, με σκοπό να προκαλέσει την αποβολή της από τη διαδικασία των διαγωνισμών, προκαλώντας της θετική και αποθετική ζημία αλλά και ηθική βλάβη, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της παραπάνω εταιρείας και του πρώτου εναγομένου τις κάτωθι αγωγές: α) την από ….2007 και με αριθμό κατάθεσης …/2007 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 2291/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 214.237,67 ευρώ, ενώ υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 187.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, β) την από ….2007 και με αριθμό κατάθεσης …/2007 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 2288/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 79.501,93 ευρώ, ενώ υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 70.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και γ) την από ….2007 και με αριθμό κατάθεσης …/2007 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 2289/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 36.737.26 ευρώ, ενώ υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 33.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο που η ενάγουσα είχε ήδη γεγενημένη απαίτηση κατά του πρώτου εναγόμενου, όπως ανωτέρω περιγράφεται, αυτός μεταβίβασε στα ανήλικα κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων τέκνα του, ήδη δεύτερη και τρίτο των εφεσίβλητων(ήδη ενηλικιωθέντες δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων αντιστοίχως), τα περιγραφόμενα στις σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις ακίνητα και συγκεκριμένα: α) δυνάμει του υπ’ αριθμ. ….2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. – Τ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. 4871 α. α 155) μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στη δεύτερη εφεσίβλητη, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, οικοδομή μετά του οικοπέδου της που βρίσκεται επί της οδού … στην Αθήνα, αποτελούμενη από δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα ένα διαμέρισμα υπογείου ορόφου και μία κατοικία – μεζονέτα που περιλαμβάνει ισόγειο και πρώτο όροφο, αντικειμενικής αξίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης, 271.004,33 ευρώ, β) δυνάμει του απ’ αριθμ. ….2009 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία (τ. 4871 α.α 156) μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον τρίτο εφεσίβλητο, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα οικόπεδο μετά ισογείου κατοικίας που βρίσκεται επί της οδού … στην Αθήνα, καθώς επίσης και ένα οικόπεδο μετά ισογείου κατοικίας, που βρίσκεται επί της διασταύρωσης των οδών … στην Αθήνα, συνολικής αντικειμενικής αξίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης, 202.720,88 ευρώ.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ο πρώτος εναγόμενος δεν διέθετε, εκτός των προπεριγραφόμενων ακινήτων, άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος εναγόμενος απέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κατόπιν επαναμεταβίβασης από τη δεύτερη εφεσίβλητη, δυνάμει του με αριθμό ….2015 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Λ. , που έχει νόμιμα μεταγράφει στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. 5100 α.α. 438), τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που είχαν περιέλθει στην ως άνω δωρήτρια, δυνάμει του προαναφερόμενου υπ’ αριθμ. ….2009 συμβολαίου γονικής παροχής. Ομοίως, ο πρώτος εναγόμενος απέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κατόπιν επαναμεταβίβασης από τον τρίτο εφεσίβλητο, δυνάμει του με αριθμό ….2015 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Λ., που έχει νόμιμα μεταγράφει στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. 5100 α.α. 439) τα ακίνητα που είχαν περιέλθει στον ως άνω δωρητή δυνάμει του προαναφερόμενου υπ’ αριθμ. ….2009 συμβολαίου γονικής παροχής. Κατόπιν των ανωτέρω, εκλείπει το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για διάρρηξη των ένδικων δικαιοπραξιών, καθόσον τα ακίνητα που αποτελούν το αντικείμενο των προς διάρρηξη απαλλοτριώσεων επανήλθαν στην περιουσία του οφειλέτη της – πρώτου εναγόμενου, αποτέλεσμα το οποίο θα επερχόταν και εάν διαρρηγνύονταν οι επίδικες δικαιοπραξίες. Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη έκρινε ότι η ίδια, ως δανείστρια, δεν έχει, μετά τις ως άνω αναμεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων στον πρώτο εναγόμενο – οφειλέτη της, έννομο συμφέρον να ζητήσει τη διάρρηξη των γενόμενων αρχικών μεταβιβάσεων. Ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι το έννομο συμφέρον της έγκειται στο δικαίωμα επιβολής κατάσχεσης στην υπάρχουσα περιουσία του πρώτου εφεσίβλητου και την ικανοποίηση έστω εν μέρει της απαίτησής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 943 ΑΚ και… 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες θα προηγούνταν στην κατάταξη, έναντι των δανειστών που δεν προσέβαλαν την απαλλοτρίωση και συγκεριμένα έναντι των δανειστών, όπως η Τράπεζα Eurobank Α.Ε., που έχουν εγγράψει προσημειώσεις επί των επίδικων ακινήτων. Ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα και με την ως άνω υπό στοιχείο I νομική σκέψη, αυτοδίκαιη συνέπεια της διάρρηξης είναι η παροχή δικαιώματος στον δανειστή να προβεί σε κατάσχεση στην περιουσία του οφειλέτη του, ως καθ’ ου, του αντικειμένου που αυτός είχε απαλλοτριώσει, σαν να μην είχε ποτέ εξέλθη από την περιουσία του.
Εν προκειμένω, όμως, τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν εκ νέου στην περιουσία του οφειλέτη – πρώτου εναγομένου και για το λόγο αυτό εξέλιπε το έννομο συμφέρον της ενάγουσας. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα ισχυρίζεται επιπλέον ότι το έννομο συμφέρον της θεμελιώνεται στη δυνατότητα να στραφεί κατά των ειδικών διαδόχων της δεύτερης και του τρίτου των εφεσίβλητων, κατ’ άρθρο 944 ΑΚ. Ο λόγος αυτός της έφεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον μετά την αναμεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στον οφειλέτη – πρώτο εναγόμενο, η ενάγουσα έχει τη δυνατότητα να στραφεί κατά της περιουσίας αυτού.
Πρέπει να σημειωθεί, δε, ότι, όπως προκύπτει από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, η ενάγουσα δεν προέβη σε κάποια ενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πρώτου εναγομένου προκειμένου να ικανοποιήσει την ένδικη απαίτησή της, ούτε προέβη σε κάποια ενέργεια εμπράγματης εξασφάλισης της απαίτησής της. Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη ότι ένα εκ των επίδικων ακινήτων και συγκεκριμένα αυτό που βρίσκεται στην οδό …, εκπλειστηριάστηκε στις ….2017 και κατακυρώθηκε στον Α. Δ., πατέρα του πρώτου εφεσίβλητου και παππού των λοιπών, με την ….2017 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Λ. Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της και τον συνεχόμενο με αυτόν πέμπτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε, καθόσον δεν έλαβε υπόψη της ότι όλα τα επίδικα ακίνητα, κατά τη χρονική στιγμή της αναμεταβίβασής τους στον πρώτο εφεσίβλητο – οφειλέτη της, ήταν βεβαρυμένα με προσημειώσεις υποθηκών για υπέρογκα ποσά, με αποτέλεσμα, ακόμα και σε περίπτωση που η ίδια επεδίωκε να ικανοποιήσει την απαίτησή της, επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση στην ατομική περιουσία του, να μην ήταν δυνατόν να ικανοποιηθεί ως εγχειρόγραφη δανείστρια. Οι λόγοι αυτοί της έφεσης κρίνονται απορρπττέοι και ειδικότερα ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, δεδομένου ότι ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί το γεγονός της επλειστηρίασης ενός από τα επίδικα ακινήτα, το οποίο σε κάθε περίπτωση, πριν την εκλειστηρίαση είχε επαναμεταβιβαστεί στην περιουσία του πρώτου εναγόμενου Ο πρώτος λόγος και ο συναφής με αυτόν πέμπτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι εάν υποτεθούν αληθή τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει η εκκαλούσα, εκλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των επίδικων απαλλοτριώσεων και της βλάβης της εκκαλούσας, όπως αναφέρεται και στην υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας…”. Ακολούθως το Εφετείο, με τις παραδοχές αυτές και με πρόσθετες αιτιολογίες, που δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης, αφού αντικατέστησε κατά ένα μέρος τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις ανωτέρω δικές του, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε επίσης απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλήτων, εκ των οποίων οι δεύτερη και ο τρίτος ήταν κατά την άσκηση της ανήλικοι, γιατί είχε ομοίως δεχθεί ότι με την επαναμεταβίβαση των ακινήτων στον πρώτο αναιρεσίβλητο εξέλιπε το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας να ζητήσει την διάρρηξη των επιδίκων δικαιοπραξιών.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 943 εδ. α’ και β’ και 1509 ΑΚ, 68, 936 παρ. 3 και 992 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση, καθ’ όσον, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια γονικής παροχής, μεταβίβασε στις 7-4-2009 στα τέκνα του δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων, τότε ανήλικα και ήδη ενηλικιωθέντα, τα ακίνητα που αναφέρονται στην αγωγή, τα οποία αποτελούσαν τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά του στοιχεία, εν γνώσει του ότι υπήρχαν γεγενημένες εναντίον του απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, για τις οποίες είχαν ασκηθεί τον Μάρτιο του 2007 από την αναιρεσείουσα και εναντίον του οι αναφερόμενες στην απόφαση αγωγές, οι οποίες έγιναν εν μέρει δεκτές αμετακλήτως το έτος 2017 και επιδικάσθηκαν στην αναιρεσείουσα ποσά, που συνολικά υπερβαίνουν την συνολική αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων, όπως όλα τα ανωτέρω ποσά αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας να γίνει δεκτή η αγωγή της και να διαρρηχθούν ως καταδολιευτικές οι ανωτέρω γενόμενες προς βλάβη της απαλλοτριώσεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς τα τέκνα του δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων, το οποίο έννομο αυτό συμφέρον της δεν εξέλιπε, επειδή μετά την άσκηση της αγωγής, στις 1-12-2015, με τα αναφερόμενα στην απόφαση συμβόλαια δωρεάς, η δεύτερη και ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων επαναμεταβίβασαν τα ακίνητα, που έκαστος τούτων είχε λάβει ως γονική παροχή, στον πρώτο αναιρεσίβλητο πατέρα τους, ο οποίος συνεπώς κατέστη κύριος αυτών και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, επειδή κατά την διάταξη του εδ. β’ του άρθρου 343 ΑΚ, η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ των δανειστών που προσέβαλαν την απαλλοτρίωση, συνάγεται ότι, εφόσον πετύχει την διάρρηξη, μόνο η αναιρεσείουσα ευνοείται από αυτήν και όχι και οι τυχόν άλλοι εγχειρόγραφοι δανειστές του οφειλέτη της πρώτου αναιρεσιβλήτου, οποίοι δεν δικαιούνται να αναγγελθούν στον γενόμενο μετά την διάρρηξη πλειστηριασμό, ακόμη και αν έχουν εκτελεστό τίτλο κατά του οφειλέτη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και αυτό γιατί η απαλλοτρίωση και μετά τη διάρρηξη παραμένει ισχυρή και εξακολουθεί να προτάσσεται κατ` αυτών και συνεπώς η αναγκαστική εκτέλεση, στην οποία θα προβεί η αναιρεσείουσα επί των επιδίκων ακινήτων, με βάση την απόφαση, που θα απαγγείλει την διάρρηξη, είναι ευνοϊκότερη γι’ αυτήν από την αναγκαστική εκτέλεση, στην οποία θα προβεί χωρίς την απαγγελία της διάρρηξης, με βάση τους εκτελεστούς τίτλους τους οποίους, κατά τις παραδοχές της απόφασης, διαθέτει, δεδομένου ότι στην δεύτερη περίπτωση, στην αναγκαστική εκτέλεση δικαιούνται να αναγγελθούν και άλλοι, πλην της αναιρεσείουσας εγχειρόγραφοι δανειστές, το δε γεγονός της ύπαρξης στην συγκεκριμένη περίπτωση προσημειούχων δανειστών στο ακίνητα, που αφορά η διάρρηξη, δεν στερεί το έννομο συμφέρον της δανείστριας αναιρεσείουσας, εφόσον υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, να ζητήσει και να πετύχει την διάρρηξη των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών του οφειλέτη της πρώτου αναιρεσιβλήτου, και αυτό διότι δεν καθίσταται εκ των προτέρων ανέφικτη η ικανοποίηση της απαίτησης της, επειδή είναι απλώς πιθανό, σε ενδεχόμενο πλειστηριασμό των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, να μην ικανοποιηθεί, επειδή θα προηγηθούν στην κατάταξη άλλοι δανειστές, που έχουν εγγράψει προσημειώσεις υποθήκης στα ακίνητα, είτε πριν τις επίδικες απαλλοτριώσεις, είτε μετά, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το γεγονός αυτό είναι μέλλον και αβέβαιο, εξαρτώμενο από παράγοντες, που δεν προκύπτουν και δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής για τη διάρρηξη, όπως προαναφέρθηκε.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ως σύνολο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 1 (κατ’ εκτίμηση δε όχι και19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, αφού σημειωθεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ως ισχυρισμός και μόνον της αναιρεσείουσας, ότι “ένα εκ των επίδικων ακινήτων και συγκεκριμένα αυτό που βρίσκεται στην οδό …, εκπλειστηριάστηκε στις ….2017 και κατακυρώθηκε στον Α. Δ., πατέρα του πρώτου εφεσίβλητου και παππού των λοιπών, με την ….2017 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Λ.”, για τον οποίο ισχυρισμό όμως, στον οποίο μάλιστα δεν προσδιορίζεται ποίο από τα δύο επίδικα ακίνητα, που ευρίσκονται στην οδό …, γίνεται αναφορά, το Εφετείο δεν έχει ουσιαστική παραδοχή, περί του εάν είναι αληθινός ή όχι και έτσι δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί αν το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας σε σχέση με το ακίνητο αυτό εξέλιπε μετά την άσκηση της αγωγής, λόγω της εκπλειστηριάσεως αυτού. Η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που έγιναν δεκτοί, καλύπτει και τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης και, ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση τους, αφού η τυχόν παραδοχή της βασιμότητάς τους, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 6434/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
Προηγούμενο άρθροΣυντάξεις: Έρχεται κατάργηση της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης
