Νέα απόφαση δικαστηρίου αναγνωρίζει βαρεία αμέλεια στα συστήματα ασφαλείας του πιστωτικού ιδρύματος και ανοίγει τον δρόμο για τη δικαίωση θυμάτων διαδικτυακής απάτης
Της Γιώτας Τέσση
Ένα σημαντικό δεδικασμένο για τις υποθέσεις ηλεκτρονικής απάτης διαμορφώνει η υπ’ αριθμόν 3644/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το δικαστήριο υποχρέωσε συστημική τράπεζα να αποζημιώσει καταθέτη, επιστρέφοντας το σύνολο των χρημάτων που του αφαίρεσαν επιτήδειοι από τον λογαριασμό του, μαζί με αποζημίωση για ηθική βλάβη.
Όλα άρχισαν όταν ο παθών διαπίστωσε ότι το κινητό του τηλέφωνο έχασε ξαφνικά το σήμα του. Όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, μέλη εγκληματικής οργάνωσης είχαν υποκλέψει τους κωδικούς του μέσω κακόβουλου λογισμικού στον υπολογιστή του. Χρησιμοποιώντας πλαστή ταυτότητα, κατάφεραν να αντικαταστήσουν την κάρτα SIM του τηλεφώνου του, αποκτώντας πρόσβαση και στα μηνύματα επιβεβαίωσης συναλλαγών (OTP). Μέσα σε λίγα λεπτά, μετέφεραν 31.100 ευρώ σε άλλον λογαριασμό, αδειάζοντας τις αποταμιεύσεις του.
Παρά το γεγονός ότι ο πολίτης ενημέρωσε αμέσως την τράπεζα και προχώρησε σε μηνύσεις -με τις αστυνομικές αρχές να προχωρούν αργότερα στη σύλληψη μελών του κυκλώματος- το πιστωτικό ίδρυμα αρνούνταν επί σχεδόν δύο χρόνια να τον αποζημιώσει, επικαλούμενο την ορθή χρήση των κωδικών.
Την υπόθεση ανέλαβε η πληρεξούσια δικηγόρος Αθηνών, Αθηνά Σ. Πάλλη, αναδεικνύοντας τις παραλείψεις της τράπεζας στην προστασία των συναλλαγών.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η τράπεζα επέδειξε βαρεία αμέλεια. Η επίμαχη μεταφορά ήταν μια εντελώς ασυνήθιστη κίνηση, μεγάλου ύψους, που μηδένιζε τον λογαριασμό και ξεπερνούσε το ημερήσιο όριο συναλλαγών. Σύμφωνα με την απόφαση, το πιστωτικό ίδρυμα όφειλε να εντοπίσει την ύποπτη αυτή κίνηση, να ζητήσει επιπλέον ταυτοποίηση ή να αναστείλει προσωρινά τη συναλλαγή μέχρι να επικοινωνήσει με τον δικαιούχο.\
Όπως τονίζεται στο σκεπτικό της απόφασης: «Από όλα τα παραπάνω προέκυψε ότι η ένδικη εν προκειμένω συναλλαγή, που αφορά τη μεταφορά του χρηματικού ποσού των 31.100,00 ευρώ… έγινε, μεν, μέσω του συστήματος Ηλεκτρονικής Τραπεζικής της εναγομένης, με τη χρήση των προσωπικών κωδικών του ενάγοντος και της αποστολής μοναδικού κωδικού OTP, πλην όμως, δεν διενεργήθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα… αλλά από τρίτο – άγνωστο σε εκείνον – πρόσωπο. […] Η εναγόμενη όφειλε να λάβει πρόσθετα μέτρα ασφαλείας για τη διενέργειά της, απαιτώντας ισχυρότερη ταυτοποίηση ή ακόμα και αναστέλλοντας, έστω προσωρινά, τη λειτουργία του λογαριασμού του ενάγοντος στο σύστημα Ηλεκτρονικής Τραπεζικής, με σκοπό να εμποδίσει την ολοκλήρωσή της, πριν να υπάρξει επιβεβαίωση μέσω της απευθείας επικοινωνίας με τον ενάγοντα… Επομένως, αναφορικά με την ένδικη συναλλαγή προέκυψε ότι πράγματι υφίστατο κενό ασφαλείας στο σύστημα της εναγόμενης, η οποία επέδειξε, διά των προστηθέντων της, βαρεία αμέλεια.»
Βάσει αυτών, το Πρωτοδικείο Αθηνών επιδίκασε στον ενάγοντα 31.100 ευρώ για τη χρηματική ζημία που υπέστη έντοκα, συν 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη, ενώ έκρινε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 15.000 ευρώ.
