ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία “Δήμος Πρέβεζας”, που εδρεύει στην Πρέβεζα νομίμως εκπροσωπουμένου από το Δήμαρχό του Ν. Γ. , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Οικονόμου (ΑΜ ΔΣΠρέβεζας 86) με την από 25-2-2025 δήλωση κατ’ άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ, που κατατέθηκε στις 27-2-2025 μαζί με προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Π. και της Ι. , 2) Λ. Μ. του Π. και της Ι. , κατοίκων … , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Μόσχο (ΑΜ ΔΣΠρέβεζας 96), με την από 21-2-2025 δήλωση, κατ’ άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ, που κατατέθηκε στις 24-2-2025 μαζί με προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. …2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά των νυν αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/23-12-2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 267/4-10-2018 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την με αρ. κατ. …2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 178/19-2-2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 144/26-5-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την με αρ. κατ. …2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο νυν αναιρεσείων με την με αρ. κατ. …2013 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, στρεφόμενος κατά των νυν αναιρεσιβλήτων, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος εδαφικής αγροτικής έκτασης 1100,94 τ.μ. , που αποτελεί τμήμα του με αρ. 1 κληροτεμαχίου, οριστικής διανομής αγροκτήματος Λυγιάς ν. Πρεβέζας, του οποίου την κυριότητα απέκτησε με παράγωγο τρόπο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του το αποδώσουν. Εκδόθηκαν οι: α) 316/23-12-2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατ’ αποδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλαν οι εναγόμενες, β) 267/4-10-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, γ) 178/19-2-2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε την με αρ. κατ. …2018 αίτηση αναίρεσης του νυν αναιρεσείοντος, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή και δ) 144/26-5-2022 τελεσίδικη αντιμωλία απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε εκ νέου κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ηττηθείς ενάγων-εκκαλών με την με αρ. κατ. …2022 αίτησή του, που προσδιορίσθηκε με αρ. κατ. …2023 για την δικάσιμο της 3-4-3034 και μετά από αναβολή, κατόπιν αιτήματός του, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
ΙΙ. Κατά το άρθρ. 570 § 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι δεν υποχρεούνται να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οπότε αυτές κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες προ της δικασίμου.
Κατά δε τις διατάξεις του άρθρ. 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια διαδικαστική προϋπόθεση, ο ΑΠ την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, βάσει των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης που παραδεκτά επισκοπεί, εκτός εάν το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων (π.χ. αποδεικτικό επίδοσης), που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, κατ’ ευθεία εφαρμογή, ότι και η ένσταση απαραδέκτου της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης λόγω ακυρότητας της επίδοσης και εντεύθεν δικονομικής βλάβης του παρασταθέντος κατ’ αυτήν διαδίκου, πρέπει να προβάλλεται από αυτόν με εμπροθέσμως κατατιθέμενες προτάσεις, αφού στηρίζεται σε γεγονότα που δεν προκύπτουν από την αυτεπάγγελτη έρευνα (ΑΠ 670/2025, ΑΠ 1603/2024, ΑΠ 32/2023).
Κατά τα οριζόμενα δε , στο άρθρο 568 §4 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα. Η προθεσμία αυτή των εξήντα τουλάχιστον ημερών, που τάσσεται ως ελάχιστη προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όταν ο κλητευόμενος διάδικος διαμένει στην Ελλάδα, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων, είτε είναι ο αναιρεσίβλητος, σκοπό έχει να λάβει ο κλητευόμενος γνώση της δικασίμου, κατά την οποία θα συζητηθεί η αναίρεση, σε χρόνο που του επιτρέπει να προπαρασκευάσει την υπεράσπισή του στα πλαίσια της θεμελιώδους, αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 110 §2 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 159 §3, 160 §1 και 106 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, μόνο όμως στην περίπτωση της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί, και της οποίας πρέπει να γίνεται συγκεκριμένα επίκληση από το διάδικο που την υφίσταται. Θεωρείται, πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεασθεί η δυνατότητα της άμυνας του διαδίκου, ιδίως, δε, δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, αν ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι’ αυτήν (ΑΠ 1603/2024, ΑΠ 91/2024, ΑΠ 1372/1982).
Επομένως, αν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων και δεν επιδώσει εμπρόθεσμα την κλήση για τη συζήτηση, δηλαδή πριν από εξήντα ημέρες, όπως επιβάλλει η παραπάνω διάταξη, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, μόνο εφόσον ο αναιρεσίβλητος εμφανιζόμενος κατ’ αυτήν, αντιλέγει στην πρόοδο της δίκης, ισχυριζόμενος ότι εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης κλήτευσής του δεν μπόρεσε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, διότι τότε η πρόοδος της δίκης, πάσχει ακυρότητα λόγω δικονομικής βλάβης του αναιρεσίβλητου, κατά το άρθρο 159 §3 ΚΠολΔ.
Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθ. 226 § 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ , που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθ. 575 § 1 εδ. β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 670/2025, ΑΠ 213/2018, ΑΠ 1507/2017, ΑΠ 716/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 24-2-2025, δηλ. εμπρόθεσμα προ 20 ημερών από την συζήτηση, το απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (και της κλήσης προς συζήτησή της) εκ του λόγου ότι τα αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που τους επιδόθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στις 19-3-2024 με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3-4-2024 , ήταν ελλειπή, δηλ. έλειπαν οι σελίδες 18 και 19, η δε νέα επίδοση των πλήρων αντιγράφων σε αυτούς μαζί με κλήση για συζήτηση για την μετ’ αναβολή δικάσιμο της 19-3-2025, έλαβε χώρα στις 7-2-2025, δηλ. 42 ημέρες πριν την συζήτηση και όχι 60 ημέρες, όπως ορίζει το άρθρο 568§4 του ΚΠολΔ. Εντούτοις, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, μόνη η εκπρόθεσμη επίδοση της αίτησης αναίρεσης δεν αρκεί για να κηρυχθεί απαράδεκτη η παρούσα συζήτηση, αφού οι αναιρεσίβλητες παρίστανται και ουδεμία δικονομική βλάβη επικαλούνται ότι υπέστησαν εξαιτίας της ως άνω πλημμέλειας, που τις εμπόδισε να προετοιμάσουν την άμυνά τους και ως εκ τούτου ο προταθείς με τις προτάσεις τους σχετικός ισχυρισμός τους είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. …2022 (που προσδιορίσθηκε με αρ. δικ. …2023 για την δικάσιμο της 3-4-2024 και μετά από αναβολή για την δικάσιμο την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας) είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης στις 19-7-2022 (αφού δεν προκύπτει επίδοσή της) και κατόπιν των 445/2022 και 756/2022 αποφάσεων της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος σε συνδυασμό με 78/2025 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής αυτού (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3 και 566§1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 72 §1 περ. ι και ιδ του ν. 3852/2010, ΑΠ 480/2024, ΑΠ 323/2023,ΑΠ 322/2019). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙα. Από τις διατάξεις των άρθρων 262 §1 και 269 §2 περ. α’ του (πριν την κατάργησή του με το ν.4335/2015 και ισχύει εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής), σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνάγεται ότι για την πληρότητα της ένστασης που έχει έρεισμα την τελευταία, εντεύθεν δε για το παραδεκτό αυτής, πρέπει αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης από τον εναγόμενο, που ζητεί την απόρριψη της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση και να γίνει επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και αφετέρου να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής και για την αιτία αυτή (ΟλΑΠ 472/1983).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσίβλητων προκύπτει ότι αυτές, αμυνόμενες κατά της εναντίον τους διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντος, προέβαλαν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αναφέροντας συγκεκριμένα περιστατικά και επικαλούμενες την λόγω αυτών καταχρηστικότητα της αγωγής, ζήτησαν δε με το αιτητικό των εν λόγω προτάσεών τους την παραδοχή αυτών και την απόρριψη της ένδικης αγωγής. Με τον τρόπο αυτό η ανωτέρω εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση των αναιρεσίβλητων περιείχε όλα τα κατά νόμο στοιχεία για το παραδεκτό της προβολής της (ΑΠ 6/2025, ΑΠ 1367/2024,ΑΠ 125/2022, ΑΠ 65/2005) και επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έκρινε παραδεκτή την ως άνω ένσταση χωρίς, όπως προβάλλεται, να διατυπώνεται ειδικό αίτημα για απόρριψη της αγωγής και ως καταχρηστικής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IVα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006,ΟλΑΠ 36/88). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007).
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν , η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 1389/2025).
IVβ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 9/2011, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 999/2019). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α’ του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).
IVγ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ’ αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του. Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).
IVδ. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως ενώπιον του επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Με την υπ’ αριθμ. …1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθμ. …1935 ΦΕΚ, κυρώθηκε η οριστική διανομή του αγροκτήματος Λυγιάς και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο το υπ’ αριθμ. 1 αγροτεμάχιο έκτασης 7.024 τ.μ. , τμήμα του οποίου έκτασης 2.793,81 στρεμμάτων μεταβιβάστηκε με την …1957 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας, η οποία μεταγράφηκε στις 21-3-2002 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας από το Ελληνικό Δημόσιο στην Κοινότητα Βράχου Νομού Πρέβεζας, της οποίας καθολικός διάδοχος κατέστη αρχικά ο Δήμος Ζαλόγγου και στη συνέχεια ο ενάγων και ήδη εκκαλών ΟΤΑ με την επωνυμία “Δήμος Πρέβεζας”. Τμήμα της προαναφερόμενης έκτασης αποτελεί το επίδικο, το οποίο έχει έκταση 1.100,94 τ.μ, βρίσκεται στη θέση “Σύνορο” εκτός του οικισμού Λυγιάς της Τοπικής Κοινότητας Βράχου, …Το παραπάνω αυτό επίδικο τμήμα μεταβιβάστηκε στις εναγόμενες με γονική παροχή της μητέρας τους Ι. Κ. του Χ. , δυνάμει του υπ’ αριθμ. …2013 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου … Μ. θυγ. Κ. Π. , συζύγου Γ. Α. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστη εξ αυτών, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στις 30-07-2013 στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας στον Τόμο … , με αριθμό … Το παραπάνω αυτό τμήμα το οποίο αποτελούσε ευρύτερη έκταση πολλών στρεμμάτων αποδείχτηκε ότι κατείχαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, ήτοι ο προπροπάππους τους Δ. Κ. , κι ο προπάππους τους Δ. Κ. , από τα έτη της τουρκοκρατίας κι εντεύθεν φυτεύοντας ελαιόδεντρα εντός αυτού, βοσκώντας τα πρόβατά τους και κατασκευάζοντας βοηθητικά κτίσματα για τη διευκόλυνση των παραπάνω εργασιών τους, με την ανοχή του Ελληνικού Δημοσίου και μετέπειτα του ενάγοντος, που κατέστη απ’ αυτό, κύριός του, κατά το έτος δε 1980 ο Χ. Κ. μεταβίβασε δια λόγου στην δικαιοπάροχο μητέρα τους και θυγατέρα αυτού Ι. Κ. τμήμα εκτάσεως 1.163 τ.μ. , το οποίο μετά την παρακάτω αναφερόμενη απαλλοτρίωση που έλαβε χώρα σε έκταση 62,06 τ.μ. , έχει τελική επιφάνεια 1.100,94 τ.μ. και αποτελεί το επίδικο. ….εντός του επιδίκου καλλιεργούνταν από τους ως άνω δικαιοπαρόχους των εναγομένων και από τις τελευταίες ελιές, καλαμπόκι και βρωμοκρίθαρο, ….Για το λόγο αυτό, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, παππούς τους Χ. Κ. , με την υπ’ αριθμ. …1981 αίτησή του προς τον Πρόεδρο και το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητας Βράχου, είχε υποβάλει υπεύθυνη δήλωση και τοπογραφικά διαγράμματα των κατεχόμενων από αυτόν προ του έτους 1965 κοινοτικών εκτάσεων που βρίσκονται στο αγρόκτημα Λυγιάς και οι οποίες – κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω αίτηση- πληρούσαν τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 28 του Ν. 1080/1980 ” περί απευθείας εκποίησης στους αυθαιρέτως κατέχοντες”, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η υπό στοιχεία 296 κατεχόμενη έκταση συνολικού εμβαδού 7.710 τ.μ., στην τοποθεσία “Σύνορο” του Αγροκτήματος Λυγιάς, τμήμα της οποίας αποτελεί και η επίδικη. Το Κοινοτικό Συμβούλιο Βράχου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/93 απόφασης του αναφορικά με το εν λόγω θέμα της εκποίησης κοινοτικών εκτάσεων άνευ δημοπρασίας, αποφάσισε, μεταξύ άλλων την εκποίηση στον Χ. Κ. , ως άνω παππού των εναγομένων, και της προπεριγραφόμενης από αυτόν κατεχόμενης έκτασης προ του έτους 1965 των 7.710 τ.μ. , όπου ανήκει το επίδικο, την οποία συμπεριέλαβε στην ζώνη Α με τίμημα 20.000 δραχμές το στρέμμα ….Επιπροσθέτως, ….δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/1981 απόφασης του Νομάρχη Πρέβεζας, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. …1981 ΦΕΚ – Τεύχος Δ, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς λόγω δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για την προσωρινή παράκαμψη της περιοχής Γέφυρας Δέσπως της παραλιακής οδού … , τμήμα της οδού … , ακίνητα συνολικής εκτάσεως 53.564.60 τ.μ μεταξύ δε αυτών περιλαμβανόταν και το τεμάχιο με αριθμό 35, που αποτελούσε αγρό ποτιστικό καλλιεργήσιμο, εκτάσεως 771, 00 τ.μ , τμήμα του οποίου 62,06 τ.μ ανήκε στο επίδικο (το οποίο αρχικά είχε έκταση 1.163 τ.μ). Όπως δε αναφέρει ο μηχανικός Κ. Ε. , ο οποίος, κατόπιν διορισμού του δυνάμει της υπ’ αριθμ. …1982 απόφασης του Νομάρχη, συνέταξε έκθεση ελέγχου κτηματολογικού διαγράμματος και κτηματολογικού πίνακα, στο ως άνω με αριθμό 35 τεμάχιο ως ιδιοκτήτης φέρεται ο Χ. Κ. , απώτερος δικαιοπάροχος των νυν εναγομένων, ο οποίος μάλιστα συμπεριλαμβάνεται στους καθ’ ων η αίτηση-δικαιούχους αποζημίωσης στην με αριθμό 218/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, που εκδόθηκε με αφορμή την από 13.9.1982 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία αυτό ζητούσε τον προσωρινό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης των αναφερόμενων σε αυτή ακινήτων μετά των επ’ αυτού επικειμένων, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω δημόσιας ωφέλειας και δη για την προσωρινή παράκαμψη της περιοχής “ΓΕΦΥΡΑΣ ΔΕΣΠΩΣ” της παραλιακής οδού … , μεταξύ των οποίων, κατά τα προαναφερόμενα, είναι και τμήμα του επιδίκου. Ο ανωτέρω μηχανικός αναγράφει στην προαναφερθείσα έκθεσή του ότι συνεργάστηκε με τον Οικονομικό Έφορο Πρεβέζης και από την έρευνα που έγινε διαπιστώθηκε ότι το Δημόσιο-δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν έχει δικαιώματα στην απαλλοτριωθείσα έκταση. Άλλωστε και στον από 6-08-1982 οριστικό κτηματολογικό πίνακα με συντάκτη τον ως άνω πολιτικό μηχανικό, ως ιδιοκτήτης, του οποίου απαλλοτριώνεται τμήμα ιδιοκτησίας, αναγράφεται ο προαναφερόμενος απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Χ. Κ.
Επιπροσθέτως, …εντός της ευρύτερης έκτασης που φαίνεται καταληφθείσα από τον Χ. Κ. , υφίσταται ισόγεια αγροτική οικία …και αγροτική αποθήκη…., …ο ανωτέρω απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων είχε λάβει επιδότηση για την καλλιέργεια ελαιοδέντρων στην ευρύτερα φερόμενη ως καταληφθείσα έκταση, ήτοι για 17 ελαιόδεντρα ενός τμήματος 3,30 τ.μ και για 83 ελαιόδεντρα ενός έτερου τμήματος 10,70 τ.μ. Ως εκ τούτου, ενόψει όλων των ανωτέρω, …καθίσταται σαφές ότι η άσκηση της κρινόμενης αγωγής από τον ενάγοντα ενέχει κατάχρηση δικαιώματος και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, αφού υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Και τούτο διότι α) καθ’ όλο το ως άνω μακρύ χρονικό διάστημα που βρίσκονταν στην κατοχή του επιδίκου οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων και εν συνεχεία οι εναγόμενες ( και δη τουλάχιστον από το έτος 1957, οπότε δημοσιεύθηκε η ως άνω απόφαση του Νομάρχη και εντεύθεν) ο ενάγων- κύριος του επιδίκου ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε προέβη σε πράξεις ενδεικτικές της πρόθεσής του να διεκδικήσει το επίδικο, ενώ τόσο οι ως άνω απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόμενων όσο και η άμεση δικαιοπάροχός τους- μητέρα τους και οι ίδιες, υπό τα όμματά του, διενεργούσαν εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου (περίφραξή του, φύτευση ελαιόδεντρων, συλλογή ελαιοκάρπου κ.λ.π.). Αντίθετα με την ως άνω συμπεριφορά του, ήτοι απόφαση για εκποίηση στους κατέχοντες αυτό έναντι τιμήματος και χορήγηση αδειών οικοδομής για γειτονικό τμήμα του επιδίκου, στο οποίο έχει ήδη ανεγερθεί διώροφη οικοδομή από τη θεία των εναγόμενων (Β. Ζ.), στην οποία ο παππούς των εναγόμενων, ομοίως, δια λόγου μεταβίβασε το γειτονικό ακίνητο σε συνδυασμό με την ως άνω αποζημίωση του τελευταίου ως δικαιούχου αποζημιώσεως για τμήμα του επιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο-δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ενίσχυσε την ως άνω “στέρεη” πεποίθηση των εναγομένων περί μη ασκήσεως του αξιούμενου δικαιώματος του ενάγοντος. Σημειωτέον ότι, κατά τα προαναφερόμενα, οι εναγόμενες από τότε που περιήλθε στην κατοχή τους το επίδικο ακίνητο συνεχίζουν έως και σήμερα τις πράξεις νομής των προκατόχων τους, ήτοι μαζεύουν τον ελαιόκαρπο από τις επί ετών ευρισκόμενες σ’ αυτό ελιές, καλλιεργούν καλαμπόκι, μηδική, κηπευτικά ( φασολάκια, ντομάτες, πιπεριές κλπ), προϊόντα που είναι απολύτως απαραίτητα για την αντιμετώπιση των βιοτικών τους αναγκών και συμπληρώνουν το εισόδημά τους, σε περίπτωση δε που υποχρεωθούν να αποδώσουν την επίδικη έκταση, μετά βεβαιότητας θα επιδεινωθεί η οικονομική τους κατάσταση, γεγονός, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά τους.” Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον με πλήρεις, σαφείς και διόλου αντιφατικές αιτιολογίες εκτίθεται τόσο η προηγηθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ΟΤΑ και των ιδίων των αναιρεσίβλητων, καθώς και των δικαιοπαρόχων τους, όσο και οι ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εξ αιτίας των οποίων θα επέλθουν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων δυσμενείς συνέπειες, ενόψει της ήδη μετά την πάροδο μακρού χρόνου διαμορφωθείσας κατάστασης. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης , με τους οποίους ισχυρίζεται τα αντίθετα ο αναιρεσείων ΟΤΑ, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, είναι απαράδεκτος Τέλος, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μη λαμβάνοντας υπόψη τον δεύτερο λόγο της έφεσής του με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η εμπορική αξία του επιδίκου ανέρχεται τουλάχιστον σε 20.000 ευρώ και οι συνέπειες που θα υποστεί από την απώλεια του δικαιώματος κυριότητάς του επί του επιδίκου ένεκα της αποδοχή της ένστασης του άρθρου 281ΑΚ, θα είναι δυσμενέστερες από αυτές που θα υποστούν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι η αποδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος κυριότητας για τον ενάγοντα, ούτε περιέλευση αυτής (κυριότητας) στις εναγόμενες, καθόσον το επίδικο ως δημοτικό ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας.
V. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν’ απορριφθεί η με αρ. κατ. …2022 αίτηση για αναίρεση της 144/26-5-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Iωαννίνων, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος ΟΤΑ, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά το άρθρο 281 §2 του ν. 3463/2006 “Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων” (ΑΠ 481/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. …2022 αίτηση για αναίρεση της 144/26-5-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Iωαννίνων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
