Ενώ οι νέες συλλήψεις για την υπόθεση ανοίγουν τον δρόμο για την απόδοση ποινικών ευθυνών, το dikastiko.gr αποκαλύπτει την απόφαση-ασπίδα για την ιδιοκτησία, η οποία περιγράφει τις εγκληματικές παραλείψεις στα μέτρα ασφαλείας του υποκαταστήματος της οδού Σταδίου
Της Γιώτας Τέσση
Tην ώρα που η Δικαιοσύνη ανοίγει το ποινικό σκέλος για την τραγωδία της Marfin, μετά τις καταιγιστικές χθεσινές εξελίξεις και τη σύλληψη δύο κατηγορούμενων, το dikastiko.gr φέρνει στο φως της δημοσιότητας μια άγνωστη δικαστική απόφαση-σταθμό. Πρόκειται για την υπ’ αριθμόν 1803/2026 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε στις 18 Μαρτίου 2026.
Η απόφαση επιδικάζει αποζημίωση-μαμούθ στον ιδιοκτήτη του κτιρίου, ύψους 1.287.342,78 ευρώ, καταγράφοντας στο σκεπτικό της πώς το τραπεζικό κατάστημα της οδού Σταδίου 23 είχε αφεθεί «ανοχύρωτο» απέναντι στον κίνδυνο.
Η δικαίωση ήρθε ως αποτέλεσμα ενός πολυετούς δικαστικού Γολγοθά για την ιδιοκτησία του ακινήτου. Η δικαστική οδός ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2014, όταν η ιδιοκτήτρια εταιρεία κατέθεσε την αρχική της αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Η ιδιοκτήτρια εταιρεία άσκησε έφεση, ωστόσο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε εκ νέου την αγωγή.
Ο ιδιοκτήτης, εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη, άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, εξαφάνισε την εφετειακή απόφαση και επέστρεψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών προκειμένου να δικαστεί από νέα σύνθεση δικαστών.
Αυτή τη φορά το Εφετείο δικαίωσε τον ιδιοκτήτη, ο οποίος κατάφερε να θεμελιώσει την αστική ευθύνη της μισθώτριας τράπεζας (Marfin), την οποία είχε πλέον διαδεχθεί η Τράπεζα Κύπρου. Παράλληλα, η αγωγή στρεφόταν προσωπικά κατά πέντε εκτελεστικών μελών του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Βγενόπουλος, ο οποίος απεβίωσε στις 05.11.2016.
Το Εφετείο Αθηνών, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης υπό τη νέα του σύνθεση, απέρριψε κατηγορηματικά τη γραμμή άμυνας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι είχαν αποκλειστικά στρατηγικό και επιτελικό ρόλο που εξαντλούνταν στις κεντρικές διοικητικές λειτουργίες της επιχείρησης, και ότι δεν υπεισέρχονταν σε πρακτικές λεπτομέρειες, καθώς η τήρηση των μέτρων ασφαλείας είχε κατανεμηθεί σε ειδικές διευθύνσεις και υποκατάστατα όργανα.
Το δικαστήριο έκρινε ότι οι διοικούντες διατηρούσαν στο ακέραιο την τελική ευθύνη καθώς ήταν οι τελικοί αποδέκτες όλων των πληροφοριών και υποχρεούνταν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας, με επίταση μάλιστα του εποπτικού τους καθήκοντος όταν τα κατώτερα όργανα προδήλως αδρανούσαν.
Οι δικαστές μάλιστα υπογραμμίζουν ότι ο κίνδυνος εμπρησμού ήταν απολύτως προβλέψιμος, παραθέτοντας το μακρύ ιστορικό των προηγούμενων επιθέσεων που είχε δεχτεί το συγκεκριμένο κτίριο το 2006, το 2007, το 2008, το 2009, καθώς και δύο φορές το 2010, λίγες εβδομάδες πριν από την τραγωδία, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «…αν και ήταν ευχερής η ασφαλής πρόβλεψη από αυτούς, του απειλούμενου κινδύνου για ενδεχόμενο επιτυχή εμπρησμό του μισθίου στην επόμενη επίθεση, ο οποίος από τύχη είχε παραμείνει ως τότε στο στάδιο της απόπειρας.»
Στην πολυσέλιδη απόφασή του, το δικαστήριο προχωρά σε μια εξονυχιστική καταγραφή των υπαίτιων παραλείψεων, οι οποίες τελούν σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την καταστροφή του κτιρίου. Σημειώνεται το γεγονός ότι, παρά τις συνεχείς θραύσεις και τις απόπειρες εμπρησμού, η τράπεζα επέλεγε να επανατοποθετεί τον ίδιο ακριβώς, ευπαθή τύπο τζαμιών, με την απόφαση να αναφέρει χαρακτηριστικά: «…με δεδομένο ότι υπήρχαν αντιβανδαλικοί υαλοπίνακες κατηγορίας P6B, P7B and P8Β, το πάχος των οποίων κυμαίνεται από 15 mm και άνω και η θραύση αυτών επέρχεται μετά από τουλάχιστον 30-50, 51-70 και >70 αντίστοιχα χτυπήματα, θα έπρεπε να προτιμηθούν τέτοιοι, ώστε να αποτραπεί ο εμπρησμός του κτιρίου… Αντιθέτως, παρά τις δύο τελευταίες επιθέσεις στις 12.03.2010 και 24.04.2010, με χρονική απόσταση περίπου ενός μηνός μεταξύ τους, τοποθετήθηκε και μετά την τελευταία ο ίδιος τύπος υαλοπινάκων (5mm+5mm)…»
Παράλληλα, το Εφετείο τονίζει ότι ήταν τεχνικά και πολεοδομικά εφικτή η τοποθέτηση προστατευτικών ρολών ασφαλείας εσωτερικά, καθώς υπήρχε επαρκής χώρος πλάτους 40 εκατοστών όπισθεν του υαλοστασίου, κάτι που θα προστάτευε αποτελεσματικά το κατάστημα.
Ιδιαίτερα αυστηρή είναι η κρίση του δικαστηρίου για την απόφαση της τράπεζας να κρατήσει το κατάστημα ανοιχτό κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας, παρά τις δραματικές προειδοποιήσεις της Υποδιευθύντριας, η οποία από την προηγούμενη ημέρα ζητούσε επίμονα τη λήψη μέτρων ή τη διακοπή λειτουργίας, λαμβάνοντας από τα ανώτερα στελέχη την απάντηση «ουδέν νεώτερον, δουλεύετε κανονικά».
Το δικαστήριο σημειώνει τη μοιραία αντίθεση με την Εθνική Τράπεζα στη Σταδίου 38, η οποία είχε θωρακίσει την είσοδό της με μασίφ λαμαρίνα 5 χιλιοστών, είχε τοποθετήσει 10 επιπλέον φύλακες με πυροσβεστήρες και είχε εκκενώσει το προσωπικό από τις 11:00 π.μ. Αντίθετα, στη Marfin, οι υπάλληλοι εξαναγκάστηκαν να εργάζονται μέχρι την τελευταία στιγμή, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρει η απόφαση, η εργασία τους να λειτουργήσει ως πρόκληση για το πλήθος, το οποίο βλέποντάς τους εξαγριώθηκε και κατευθύνθηκε προς το κατάστημα αποδοκιμάζοντάς τους ως απεργοσπάστες.
Επιπλέον, το δικαστήριο καταλόγισε ως βαρύτατη παράλειψη την απουσία αυτόματου συστήματος καταιονισμού ύδατος («SPRINKLER»), το οποίο ήταν υποχρεωτικό εκ του νόμου καθώς το κατάστημα αποτελούσε χώρο υψηλού βαθμού κινδύνου, και το οποίο θα είχε καταστείλει τη φωτιά εν τη γενέσει της (σημειώνεται ότι το σύστημα πυρανίχνευσης είχε συντηρηθεί τελευταία φορά επιτυχώς στις 03.05.2010), εμποδίζοντας την επέκτασή της μέσω του οβάλ ανοίγματος της οροφής στους επάνω ορόφους.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής και ενδοσυμβατικής ευθύνης, καθιστώντας την τραπεζική εταιρεία εις ολόκληρον υπεύθυνη μαζί με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για την αποκατάσταση των ζημιών του κτιρίου. Με βάση την εγκεκριμένη τεχνική έκθεση του Μηχανικού Α. Γαβαλά, η οποία ενσωματώθηκε στην αγωγή, το δικαστήριο προσδιορίζει με απόλυτη ακρίβεια τη συνολική αναγκαία δαπάνη για την επισκευή των φθορών και των καταστροφών στο ποσό των 1.287.342,78 ευρώ.
Το ποσό αυτό αναλύεται σε 980.202,51 ευρώ για τις καθαρές οικοδομικές εργασίες και τα υλικά (ποσό 796.912,61 € πλέον ΦΠΑ 23%, ύψους 183.289,90 €), σε 283.042,77 ευρώ για το κόστος έκδοσης της οικοδομικής άδειας και την επίβλεψη των εργασιών (ποσό 230.116,08 € πλέον ΦΠΑ 23%, ύψους 52.926,69 €), καθώς και σε 24.097,50 ευρώ για το κόστος ασφάλισης των εργαζομένων βάσει των ελάχιστων απαιτούμενων ενσήμων της οικοδομικής αδείας.
Η απόφαση κρύβει, επίσης, μια μεγάλη ανατροπή σχετικά με το αίτημα της ιδιοκτήτριας εταιρείας για την καταβολή οφειλόμενων ενοικίων ύψους 1.208.248 ευρώ για την περίοδο από τον Μάιο του 2013 έως τα τέλη του 2014. Για να γίνει κατανοητή η σημασία αυτού του αιτήματος, πρέπει να σημειωθεί μια σημαντική λεπτομέρεια: ο ιδιοκτήτης του κτιρίου είχε πάρει δάνεια από την ίδια τη Marfin, τα οποία είχε εξασφαλίσει εκχωρώντας της τα μισθώματα. Έτσι, τα ενοίκια που υποχρεούνταν να του πληρώνει η τράπεζα, πήγαιναν ουσιαστικά απευθείας για την αποπληρωμή αυτών των δανείων.
Τον Μάρτιο του 2013, με τα μέτρα εξυγίανσης της κυπριακής τράπεζας, όλα τα δάνεια και τα συμβόλαιά της στην Ελλάδα πωλήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς. Κατά συνέπεια, ο ιδιοκτήτης βρέθηκε ξαφνικά να χρωστάει το δάνειό του στην Τράπεζα Πειραιώς και ζητούσε να του αναγνωριστούν τα καθυστερούμενα ενοίκια ώστε να καλυφθεί η οφειλή του απέναντί της. Το Εφετείο, διαβάζοντας τα συμβόλαια της μεταβίβασης, αποφάνθηκε ότι τα συγκεκριμένα χρήματα δεν τα οφείλει πλέον η παλιά Marfin, η οποία και απαλλάχθηκε νομίμως από αυτό το βάρος. Αντίθετα, έκρινε ότι αποκλειστική υπόχρεη είναι πλέον η Τράπεζα Πειραιώς, η οποία, αγοράζοντας τις ελληνικές δραστηριότητες, ανέλαβε συμβατικά και τον ρόλο του νέου ενοικιαστή, με την υποχρέωση να τηρεί τα υφιστάμενα μισθωτήρια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά της εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο από τα μέλη του Δ.Σ. της τράπεζας. Παράλληλα, ο ιδιοκτήτης του κτιρίου έχει στραφεί νομικά και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Δήμου Αθηναίων, με τη συγκεκριμένη αγωγή να έχει προσδιοριστεί για εκδίκαση τον Νοέμβριο του 2026.
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση 1803/2026 του Εφετείου Αθηνών αποτελεί μια αποκαλυπτική δικαστική αποτύπωση των συνθηκών που μετέτρεψαν το κτίριο της οδού Σταδίου σε παγίδα θανάτου.
