Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων κλήθηκε να καταβάλει φορολογικό πρόστιμο που είχε επιβληθεί σε ομόρρυθμη εταιρία την οποία είχε συστήσει ο πατέρας του. Υποστήριξε ότι ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα του εταίρου, διότι η υπογραφή του στο καταστατικό είχε τεθεί εν αγνοία του και ήταν πλαστή. Παρότι επικαλέστηκε απόφαση πολιτικού δικαστηρίου που αναγνώριζε ότι δεν είχε αποκτήσει την εταιρική ιδιότητα, καθώς και προηγούμενη αθωωτική ποινική απόφαση, τα διοικητικά δικαστήρια απέρριψαν τις αιτιάσεις του.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε ως απαράδεκτους δύο κρίσιμους λόγους αναίρεσης, κρίνοντας ότι δεν έθεταν νομικό ζήτημα κατά τις απαιτήσεις του ν. 3900/2010, αλλά αμφισβητούσαν τη συγκεκριμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσέγγιση αυτή υπήρξε υπερβολικά φορμαλιστική: η κρίση των διοικητικών δικαστηρίων για το αν δεσμεύονταν ή όφειλαν να λάβουν υπόψη απόφαση πολιτικού και ποινικού δικαστηρίου προϋπέθετε, έστω σιωπηρά, ερμηνεία του άρθρου 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης έθεταν κατ’ ουσίαν νομικό ζήτημα και δεν μπορούσαν να απορριφθούν για τον τυπικό λόγο ότι η απόφαση του διοικητικού εφετείου δεν περιείχε ρητή «μείζονα πρόταση». Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ως προς το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το 1999 η Δ.Ο.Υ. Ηρακλείου επέβαλε πρόστιμο για φορολογική απάτη σε ομόρρυθμη εταιρία που είχε ιδρύσει ο πατέρας του προσφεύγοντος. Το 2001 ο προσφεύγων, υπό την ιδιότητα που του αποδόθηκε ως εταίρου της εταιρίας, κλήθηκε να καταβάλει το πρόστιμο.
Στις 7 Ιανουαρίου 2002 άσκησε ανακοπή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζητώντας την ακύρωση της σε βάρος του επιβάρυνσης. Υποστήριξε ότι δεν είχε αποκτήσει ποτέ την ιδιότητα του εταίρου, διότι η υπογραφή του στο καταστατικό της εταιρίας δεν ήταν γνήσια, αλλά είχε τεθεί από τον πατέρα του εν αγνοία του. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του προσκόμισε απόσπασμα της υπ’ αριθ. 8244/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε αθωωθεί για μη καταβολή χρέους προς το Δημόσιο.
Με την υπ’ αριθ. 215/2012 απόφασή του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ηρακλείου απέρριψε την ανακοπή. Έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πως ο προσφεύγων αγνοούσε την ύπαρξη της οφειλέτριας εταιρίας και, επικαλούμενο το τότε ισχύον άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, έκρινε ότι δεν δεσμευόταν από την αθωωτική ποινική απόφαση.
Ο προσφεύγων άσκησε έφεση. Μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε την υπ’ αριθ. 3/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία, στηριζόμενη στην ομολογία του πατέρα του ότι είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του, αναγνώρισε ότι ο προσφεύγων ουδέποτε είχε αποκτήσει την ιδιότητα του εταίρου της οφειλέτριας εταιρίας.
Με την υπ’ αριθ. 537/2015 απόφαση, το Διοικητικό Εφετείο Χανίων απέρριψε την έφεση. Αφού εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η μη γνησιότητα της υπογραφής του προσφεύγοντος. Περαιτέρω, έκρινε ότι η τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου υπ’ αριθ. 3/2015 δεν το δέσμευε, κατ’ άρθρο 5 § 2 ΚΔΔ, διότι στηριζόταν στην ομολογία του εναγομένου, δηλαδή του πατέρα του προσφεύγοντος, και δεν αφορούσε υπόθεση στην οποία αναζητείται η αντικειμενική αλήθεια για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ως προς την ποινική αθωωτική απόφαση, το διοικητικό εφετείο δεν προέβη σε ρητή αξιολόγησή της, φαίνεται όμως ότι υιοθέτησε τη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι δεν δεσμευόταν από αυτήν.
Στις 4 Απριλίου 2016 ο προσφεύγων άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τον πρώτο κρίσιμο λόγο αναίρεσης υποστήριξε ότι το διοικητικό εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 5 § 2 ΚΔΔ, καθόσον έκρινε ότι δεν δεσμευόταν από την τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου που αναγνώριζε ότι δεν είχε αποκτήσει την εταιρική ιδιότητα. Για το παραδεκτό του λόγου, κατά τον ν. 3900/2010, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το αν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου με τέτοιο περιεχόμενο είναι αντιτάξιμη έναντι πάντων.
Με τον τρίτο κρίσιμο λόγο αναίρεσης υποστήριξε ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, κατά παράβαση του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ. Για το παραδεκτό του λόγου επικαλέστηκε πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την οποία, όταν διοικητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί διοικητικής παράβασης, ακόμη και αν δεν δεσμεύεται από προηγούμενη αθωωτική ποινική απόφαση, οφείλει πάντως να τη λάβει υπόψη.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την υπ’ αριθ. 1169/2018 απόφασή του, κατά πλειοψηφία δύο ψήφων έναντι μίας, απέρριψε τους δύο λόγους αναίρεσης ως απαράδεκτους. Έκρινε, ως προς τον πρώτο λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιείχε ερμηνεία του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ, αλλά απλώς εφάρμοσε τη διάταξη στις περιστάσεις της υπόθεσης, καταλήγοντας ότι η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεν ήταν δεσμευτική. Κατά συνέπεια, κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο λόγος δεν έθετε νομικό ζήτημα αλλά αμφισβητούσε την αιτιολογία της απόφασης. Ως προς τον τρίτο λόγο, έκρινε ότι και αυτός δεν αφορούσε νομικό ζήτημα ερμηνείας διάταξης, αλλά την πληρότητα και επάρκεια της αιτιολογίας και την εκτίμηση αποδεικτικού στοιχείου.
Ένα μέλος της σύνθεσης μειοψήφησε. Κατά τη μειοψηφία, η ιδιαιτέρως αυστηρή ερμηνεία των προϋποθέσεων παραδεκτού της αναίρεσης κατά τον ν. 3900/2010 ενδέχεται να στερεί από τον αναιρετικό δικαστή τη δυνατότητα ελέγχου σοβαρότατων νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και όταν αυτές είναι εμφανείς από την απλή ανάγνωση της απόφασης. Η μειοψηφία θεώρησε ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι λόγοι αναίρεσης αφορούσαν κατ’ ουσίαν την παραβίαση του δεδικασμένου ή της δεσμευτικής ισχύος αποφάσεων πολιτικού και, κυρίως, ποινικού δικαστηρίου. Υπό την κρατούσα ερμηνεία του ν. 3900/2010, όμως, ο αναιρετικός δικαστής δεν είχε καν τη δυνατότητα να ελέγξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης νομικής πλημμέλειας. Κατά τη μειοψηφία, η ερμηνεία αυτή ήταν αντίθετη προς το συνταγματικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας, καθώς και προς το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, ενδεχομένως δε και προς το άρθρο 4 § 1 του Πρωτοκόλλου 7.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο, επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ λόγω προσβολής του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Επικαλέστηκε επίσης το άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ, υποστηρίζοντας ότι δεν έγινε σεβαστό το τεκμήριο αθωότητας, καθώς και το άρθρο 4 § 1 του Πρωτοκόλλου 7, υποστηρίζοντας ότι είχε δικαστεί δύο φορές για την ίδια παράβαση.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Πρόσβαση σε δικαστήριο. Απόρριψη λόγων αναίρεσης ως απαράδεκτων. Υπερβολικός φορμαλισμός. Παραβίαση
Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι οι γενικές αρχές για τη συμβατότητα των περιορισμών πρόσβασης σε ανώτερο δικαιοδοτικό βαθμό συνοψίστηκαν στην απόφαση Zubac κατά Κροατίας [GC]. Κατά την εξέταση της αναλογικότητας τέτοιων περιορισμών, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο αν οι επίμαχοι περιορισμοί καταλήγουν σε «υπερβολικό φορμαλισμό». Παράλληλα, υπενθύμισε ότι οι προϋποθέσεις παραδεκτού που εισήγαγε ο ν. 3900/2010 έχουν κριθεί, κατ’ αρχήν, συμβατές με το άρθρο 6 ΕΣΔΑ στις υποθέσεις Papaioannou κατά Ελλάδας και Tsiolis κατά Ελλάδας. Το ζήτημα, επομένως, δεν ήταν η αφηρημένη συμβατότητα του συστήματος φιλτραρίσματος των αναιρέσεων, αλλά ο τρόπος εφαρμογής του στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι δύο κρίσιμοι λόγοι αναίρεσης στηρίζονταν στο άρθρο 5 § 2 ΚΔΔ, το οποίο, κατά την εφαρμοστέα μορφή του, προέβλεπε ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται επίσης από αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων που, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, είναι αντιτάξιμες έναντι πάντων, καθώς και από τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη.
Κατά το ΕΔΔΑ, δεν ήταν νοητό το Διοικητικό Εφετείο Χανίων να κρίνει αν η απόφαση πολιτικού δικαστηρίου υπ’ αριθ. 3/2015 ήταν ή όχι αντιτάξιμη erga omnes, καθώς και αν και σε ποιο μέτρο η αθωωτική ποινική απόφαση υπ’ αριθ. 8244/2003 έπρεπε να ληφθεί υπόψη, χωρίς να προβεί, έστω σιωπηρά ή έμμεσα, σε ερμηνεία του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ. Το ζήτημα αν μια απόφαση πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου είναι δεσμευτική ή ληπτέα υπόψη από τον διοικητικό δικαστή είναι προδήλως νομικό ζήτημα.
Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας φαινόταν να αναγνωρίζει πως το Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας ότι η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεν ανήκε στην κατηγορία των αποφάσεων με δεσμευτική ισχύ έναντι πάντων, ερμήνευσε ουσιαστικά το άρθρο 5 § 2 ΚΔΔ. Παρά ταύτα, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τον λόγο ως μη θέτοντα νομικό ζήτημα και απέφυγε να ελέγξει την ορθότητα αυτής της ερμηνείας, παρότι ο προσφεύγων υποστήριζε ότι δεν υπήρχε νομολογία επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
Ως προς τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας παρέβλεψε ότι το Διοικητικό Εφετείο είχε σιωπηρά αρνηθεί να αποδώσει οποιοδήποτε βάρος στην αθωωτική ποινική απόφαση, ακολουθώντας τη συλλογιστική του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό, το διοικητικό εφετείο ερμήνευσε κατ’ ουσίαν το άρθρο 5 § 2 ΚΔΔ ως αποκλείον τη λήψη υπόψη τέτοιων αθωωτικών αποφάσεων, ενώ ο προσφεύγων είχε επικαλεστεί αντίθετη νομολογία του ίδιου του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το γεγονός πως η ερμηνεία του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ ήταν σιωπηρή ή έμμεση και ότι η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου δεν περιείχε ρητή «μείζονα πρόταση» δεν μπορούσε να καταλογιστεί στον προσφεύγοντα κατά την εξέταση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης. Η θεμελίωση της απόρριψης της αναίρεσης στην τυπική απουσία ρητής μείζονος πρότασης εμπόδισε τον αναιρετικό έλεγχο, ιδίως σε περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση θα μπορούσε να εμφανίζει προφανή νομική πλημμέλεια, όπως είχε επισημάνει και η μειοψηφία στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της απόρριψης της αναίρεσης ως απαράδεκτης —δηλαδή τη στέρηση του προσφεύγοντος από εξέταση της αναίρεσής του επί της ουσίας— το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας διέρρηξε τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, του θεμιτού σκοπού τήρησης των προϋποθέσεων παραδεκτού και, αφετέρου, του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Η εφαρμογή των προϋποθέσεων παραδεκτού υπήρξε, εν προκειμένω, υπερβολικά φορμαλιστική.
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ως προς την απόρριψη των δύο λόγων αναίρεσης ως απαράδεκτων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να εξετάσει χωριστά τις αιτιάσεις υπό το άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ, περί τεκμηρίου αθωότητας, και υπό το άρθρο 4 § 1 του Πρωτοκόλλου 7, περί ne bis in idem. Ως προς το άρθρο 41 ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων υπέβαλε το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης εκπρόθεσμα και χωρίς αιτιολόγηση της καθυστέρησης. Το ΕΔΔΑ, λαμβάνοντας υπόψη και τη δυνατότητα αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, δεν του επιδίκασε ποσό.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
«Το γεγονός ότι η ερμηνεία του άρθρου 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ήταν σιωπηρή ή έμμεση και ότι, ως εκ τούτου, η απόφαση του διοικητικού εφετείου δεν περιείχε ρητή μείζονα πρόταση δεν μπορεί να καταλογιστεί στον προσφεύγοντα κατά την εξέταση των δύο λόγων αναίρεσής του από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η θεμελίωση της απόρριψης της αναίρεσης στην τυπική απουσία μείζονος πρότασης ισοδυναμεί με παρεμπόδιση του αναιρετικού ελέγχου, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προδήλως πλημμελής» (παρ. 27).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την αφηρημένη νομιμότητα των φίλτρων αναίρεσης στη συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Το ΕΔΔΑ δεν αμφισβητεί την αρχή ότι τα κράτη μπορούν να θεσπίζουν αυστηρές προϋποθέσεις παραδεκτού για την πρόσβαση στα ανώτατα δικαστήρια. Αντιθέτως, επαναλαμβάνει τη νομολογιακή θέση των Papaioannou και Tsiolis ότι οι προϋποθέσεις του ν. 3900/2010 είναι κατ’ αρχήν συμβατές με το άρθρο 6 ΕΣΔΑ. Η σημασία της Pratsinis έγκειται στο ότι το Δικαστήριο ελέγχει την πρακτική εφαρμογή του φίλτρου και διαπιστώνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τυπική πρόσληψη των λόγων αναίρεσης κατέληξε σε υπερβολικό φορμαλισμό.
Η σιωπηρή ερμηνεία διάταξης μπορεί να γεννά νομικό ζήτημα αναιρετικού ελέγχου. Το ΕΔΔΑ απορρίπτει την ιδέα ότι νομικό ζήτημα υφίσταται μόνο όταν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ρητή μείζονα πρόταση. Αν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει διάταξη κατά τρόπο που προϋποθέτει συγκεκριμένη νομική ερμηνεία, η ερμηνεία αυτή δεν παύει να είναι ελέγξιμη απλώς επειδή διατυπώθηκε σιωπηρά. Η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική αναιρετική πρακτική, διότι περιορίζει τον κίνδυνο να καθίσταται το παραδεκτό της αναίρεσης εξαρτημένο όχι από τη φύση του νομικού ζητήματος, αλλά από τον τρόπο διατύπωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η απουσία ρητής «μείζονος πρότασης» δεν μπορεί να επιβαρύνει τον διάδικο. Η απόφαση είναι σημαντική διότι μεταφέρει την ευθύνη της ασαφούς ή έμμεσης αιτιολόγησης εκεί όπου ανήκει: στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι στον διάδικο που ζητεί αναιρετικό έλεγχο. Ο προσφεύγων δεν μπορεί να στερηθεί πρόσβασης στο ανώτατο δικαστήριο επειδή το δικαστήριο της ουσίας επέλεξε να μην εκθέσει ρητά την ερμηνευτική βάση της κρίσης του.
Η υπόθεση αναδεικνύει τη σχέση μεταξύ δεδικασμένου, αθωωτικής ποινικής απόφασης και διοικητικής δίκης. Το ΕΔΔΑ δεν αποφάνθηκε επί του αν η απόφαση πολιτικού δικαστηρίου δέσμευε πράγματι τα διοικητικά δικαστήρια ούτε επί του αν η αθωωτική ποινική απόφαση έπρεπε να οδηγήσει σε διαφορετική έκβαση της φορολογικής διαφοράς. Το κρίσιμο ήταν ότι τα ζητήματα αυτά ήταν νομικά και άξια αναιρετικού ελέγχου. Η απόφαση, επομένως, δεν μεταβάλλει άμεσα το ελληνικό δίκαιο περί δεσμευτικότητας πολιτικών και ποινικών αποφάσεων στη διοικητική δίκη, αλλά απαιτεί αποτελεσματική δυνατότητα ελέγχου όταν τέτοια ζητήματα τίθενται σοβαρά ενώπιον του ανώτατου δικαστηρίου.
Η μειοψηφία στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το ΕΔΔΑ αξιοποίησε ουσιαστικά τη συλλογιστική της μειοψηφίας, η οποία είχε ήδη επισημάνει ότι η υπερβολικά αυστηρή ερμηνεία του ν. 3900/2010 μπορεί να στερήσει τον αναιρετικό έλεγχο ακόμη και σε περιπτώσεις σοβαρών και εμφανών νομικών πλημμελειών. Η σημασία της μειοψηφίας υπερβαίνει το εσωτερικό δικονομικό πλαίσιο: καταδεικνύει ότι το ίδιο το εθνικό δικαστήριο είχε ενώπιόν του μια πειστική εναλλακτική ερμηνεία συμβατή με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση Pratsinis κατά Ελλάδας αποτελεί ακόμη έναν κρίκο στη νομολογιακή αλυσίδα των ελληνικών υποθέσεων περί πρόσβασης στο Συμβούλιο της Επικρατείας μετά τον ν. 3900/2010. Δεν αμφισβητεί τον θεμιτό σκοπό του νομοθέτη να περιορίσει την υπερφόρτωση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου και να συγκεντρώσει τον αναιρετικό έλεγχο σε ζητήματα γενικότερης σημασίας. Θέτει όμως σαφές όριο: ο μηχανισμός φιλτραρίσματος δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να μετατρέπει την απαίτηση ύπαρξης νομικού ζητήματος σε παγίδα διατύπωσης, ιδίως όταν η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επιλύσει κρίσιμο ζήτημα δικαίου, έστω σιωπηρά.
Από την Papaioannou στην Pratsinis: η μετάβαση από τον κανόνα στην εφαρμογή. Στην Papaioannou κατά Ελλάδας το ΕΔΔΑ είχε δεχθεί ότι οι αυξημένες απαιτήσεις παραδεκτού της αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αντιβαίνουν, αυτές καθαυτές, στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ. Στην Pratsinis, όμως, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η συμβατότητα ενός δικονομικού κανόνα in abstracto δεν προεξοφλεί τη συμβατότητα κάθε εφαρμογής του in concreto. Η κρίσιμη συμβατική ερώτηση είναι αν, στη συγκεκριμένη υπόθεση, η απόρριψη της αναίρεσης υπηρέτησε θεμιτά την ορθολογική λειτουργία του ανώτατου δικαστηρίου ή αν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο, θυσιάζοντας την ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο.
Ο φορμαλισμός ως πρόβλημα όχι τύπου αλλά λειτουργίας. Το ΕΔΔΑ δεν καταδικάζει κάθε δικονομική αυστηρότητα. Η αναιρετική διαδικασία, ιδίως ενώπιον ανώτατου δικαστηρίου, μπορεί να υπόκειται σε αυστηρούς τεχνικούς κανόνες. Ο υπερβολικός φορμαλισμός εμφανίζεται όταν ο κανόνας εφαρμόζεται αποκομμένος από τη λειτουργία του. Στην Pratsinis, η λειτουργία της προϋπόθεσης παραδεκτού ήταν να διασφαλίσει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας θα εξετάζει νομικά ζητήματα και όχι απλή επανεκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Όμως οι λόγοι του προσφεύγοντος δεν ζητούσαν απλώς νέα εκτίμηση αποδείξεων· έθεταν ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ ως προς τη δεσμευτικότητα απόφασης πολιτικού δικαστηρίου και τη σημασία αθωωτικής ποινικής απόφασης στη διοικητική δίκη.
Η έννοια της «μείζονος πρότασης» υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ. Η ελληνική αναιρετική θεωρία και πρακτική αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη διάκριση μεταξύ μείζονος πρότασης, υπαγωγής και εκτίμησης πραγματικών περιστατικών. Η Pratsinis δεν καταργεί τη διάκριση αυτή. Την επαναφέρει όμως στον λειτουργικό της σκοπό. Αν μια απόφαση δικαστηρίου της ουσίας αποφαίνεται ότι μια απόφαση πολιτικού δικαστηρίου δεν είναι δεσμευτική έναντι του διοικητικού δικαστή ή ότι μια αθωωτική ποινική απόφαση δεν έχει ληπτέο βάρος, η κρίση αυτή περιέχει αναγκαία νομική ερμηνεία, ακόμη και αν δεν έχει διατυπωθεί σε κλασική δογματική μορφή. Η ΕΣΔΑ δεν επιτρέπει να απορρίπτεται η αναίρεση επειδή το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εκθέσει ρητά τη νομική βάση της κρίσης του.
Το δεδικασμένο και η αθωωτική απόφαση ως δοκιμασία της διοικητικής δίκης. Η υπόθεση είχε ουσιαστικό υπόβαθρο ιδιαίτερης σημασίας: ο προσφεύγων επικαλείτο αφενός απόφαση πολιτικού δικαστηρίου που αναγνώριζε ότι δεν είχε αποκτήσει ιδιότητα εταίρου και αφετέρου αθωωτική ποινική απόφαση σχετική με την υποχρέωση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Το ΕΔΔΑ απέφυγε ορθά να υποκαταστήσει το Συμβούλιο της Επικρατείας στην ερμηνεία του ελληνικού δικονομικού δικαίου. Ωστόσο, έκρινε ότι η άρνηση αναιρετικού ελέγχου επί των ζητημάτων αυτών στερούσε τον προσφεύγοντα από ουσιαστική πρόσβαση σε δικαστήριο. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: το Στρασβούργο δεν υπαγορεύει την εθνική λύση επί του δεδικασμένου, αλλά απαιτεί να υπάρξει δικαστικός έλεγχος όταν το ζήτημα είναι πράγματι νομικό και κρίσιμο.
Η απόφαση ως προειδοποίηση για την ελληνική αναιρετική πρακτική. Η Pratsinis δεν πρέπει να αναγνωσθεί ως μεμονωμένη καταδίκη. Σε συνδυασμό με την Tsiolis, υποδεικνύει ότι η εφαρμογή του ν. 3900/2010 παραμένει πεδίο συμβατικού κινδύνου όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας υιοθετεί υπερβολικά στενή πρόσληψη του τι συνιστά νομικό ζήτημα. Το μήνυμα είναι ότι το αναιρετικό φίλτρο πρέπει να παραμένει εργαλείο ορθολογικής διαχείρισης της δικαστικής ύλης και όχι μηχανισμός αποκλεισμού ελέγχου προφανών ή σοβαρών νομικών πλημμελειών.
Η περιορισμένη θεραπεία και η σημασία της επανάληψης της διαδικασίας. Το ΕΔΔΑ δεν επιδίκασε δίκαιη ικανοποίηση, επειδή το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε εκπρόθεσμα. Η πρακτική αξία της απόφασης μετατοπίζεται έτσι στη δυνατότητα επανάληψης της εσωτερικής διαδικασίας. Η υπόθεση αναδεικνύει τη σημασία του άρθρου 41 ΕΣΔΑ όχι μόνο ως μηχανισμού αποζημίωσης, αλλά και ως υπενθύμισης ότι, σε παραβιάσεις πρόσβασης σε δικαστήριο, η ουσιαστικότερη αποκατάσταση είναι η επανενεργοποίηση του εθνικού δικαστικού ελέγχου.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Zubac κατά Κροατίας [GC]: Η απόφαση-πλαίσιο για την πρόσβαση σε ανώτατο δικαστήριο και τα όρια των περιορισμών παραδεκτού. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης τόνισε ότι οι προϋποθέσεις πρόσβασης σε ανώτερα δικαστήρια μπορεί να είναι αυστηρότερες, ιδίως όταν πρόκειται για δικαστήρια αναίρεσης, αλλά δεν επιτρέπεται να εφαρμόζονται κατά τρόπο υπερβολικά φορμαλιστικό ή δυσανάλογο. Πηγή: HUDOC, Zubac v. Croatia [GC], no. 40160/12, 05.04.2018, παρ. 80-86, 96-99.
Β) Papaioannou κατά Ελλάδας: Η βασική ελληνική υπόθεση για τις προϋποθέσεις παραδεκτού του ν. 3900/2010. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το σύστημα περιορισμού της πρόσβασης στο Συμβούλιο της Επικρατείας είναι κατ’ αρχήν συμβατό με το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, εφόσον επιδιώκει θεμιτό σκοπό και εφαρμόζεται με προβλέψιμο και αναλογικό τρόπο. Η Pratsinis δεν αναιρεί την Papaioannou, αλλά ελέγχει την εφαρμογή του ίδιου συστήματος σε συγκεκριμένη υπόθεση. Πηγή: HUDOC, Papaioannou v. Greece, no. 18880/15, 02.06.2016, παρ. 14-25.
Γ) Tsiolis κατά Ελλάδας: Η πλέον άμεση νομολογιακή γέφυρα με την Pratsinis. Το ΕΔΔΑ, εξετάζοντας και πάλι τις απαιτήσεις παραδεκτού ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, τόνισε ότι η εφαρμογή τους μπορεί να καταστεί αντίθετη στο άρθρο 6 όταν οδηγεί σε υπερβολικό φορμαλισμό και στερεί από τον διάδικο ουσιαστική εξέταση του ένδικου μέσου. Πηγή: HUDOC, Tsiolis v. Greece, no. 51774/17, 19.11.2024, παρ. 35-39, 57-60, 66, 68-74.
Δ) Levages Prestations Services κατά Γαλλίας: Κλασική απόφαση για τη δυνατότητα επιβολής αυστηρών δικονομικών προϋποθέσεων ενώπιον δικαστηρίων αναίρεσης. Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι η ιδιαιτερότητα του ρόλου του ανώτατου δικαστηρίου δικαιολογεί αυξημένη τυπικότητα. Η Pratsinis διαφοροποιείται επειδή ο τυπικός κανόνας εφαρμόστηκε κατά τρόπο που εμπόδισε τον έλεγχο πραγματικού νομικού ζητήματος. Πηγή: HUDOC, Levages Prestations Services v. France, no. 21920/93, 23.10.1996.
Ε) Trevisanato κατά Ιταλίας: Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ειδικές απαιτήσεις διατύπωσης νομικού ζητήματος ενώπιον ανώτατου δικαστηρίου μπορούν να είναι συμβατές με το άρθρο 6, όταν είναι προβλέψιμες και υπηρετούν τον ρόλο του δικαστηρίου κασάσεως. Η Pratsinis δείχνει το όριο: ακόμη και προβλέψιμες απαιτήσεις δεν μπορούν να εφαρμόζονται έτσι ώστε να αγνοείται η ουσιαστική ύπαρξη νομικού ζητήματος. Πηγή: HUDOC, Trevisanato v. Italy, no. 32610/07, 15.09.2016.
ΣΤ) García Manibardo κατά Ισπανίας: Η απόφαση αναδεικνύει ότι η υπέρμετρα περιοριστική ερμηνεία δικονομικών όρων, όταν στερεί ουσιαστικά την πρόσβαση σε δικαστήριο, μπορεί να παραβιάζει το άρθρο 6 § 1. Η νομολογία αυτή λειτουργεί ως υπόβαθρο της αρχής ότι η δικονομική τάξη δεν επιτρέπεται να υπερισχύει μηχανικά της ουσίας του δικαιώματος. Πηγή: HUDOC, García Manibardo v. Spain, no. 38695/97, 15.02.2000.
Ζ) Walchli κατά Γαλλίας: Το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα τονίσει ότι ο φορμαλισμός είναι θεμιτός μόνον όταν υπηρετεί την ασφάλεια δικαίου και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης· καθίσταται όμως υπερβολικός όταν εμποδίζει δυσανάλογα την εξέταση του δικαιώματος. Η αρχή αυτή αντανακλάται πλήρως στην Pratsinis. Πηγή: HUDOC, Walchli v. France, no. 35787/03, 26.07.2007.
Η) Συγκριτικό πλαίσιο: Σε επίπεδο συγκριτικής αναφοράς, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, όπως ερμηνεύεται από το ΔΕΕ, επιβάλλει οι δικονομικές προϋποθέσεις άσκησης ένδικων βοηθημάτων να μην καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης. Αντίστοιχα, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αρ. 32 για το άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ, συνδέει την πρόσβαση σε δικαστήριο με την ουσιαστική και όχι απλώς τυπική δυνατότητα δικαστικής προστασίας. Στο Διαμερικανικό σύστημα, η νομολογία του Inter-American Court έχει τονίσει, ιδίως σε υποθέσεις όπως Cantos κατά Αργεντινής, ότι οικονομικά ή δικονομικά εμπόδια που καθιστούν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη πρακτικά ανέφικτη προσκρούουν στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Οι συγκριτικές αυτές αναφορές δεν αποτέλεσαν βάση της κρίσης στην Pratsinis, αλλά επιβεβαιώνουν τη σύγκλιση υπέρ μιας λειτουργικής, μη φορμαλιστικής πρόσληψης της πρόσβασης σε δικαστήριο. Πηγή: ΔΕΕ, DEB, C-279/09, 22.12.2010· ΔΕΕ, Unibet, C-432/05, 13.03.2007· UN Human Rights Committee, General Comment No. 32, Article 14, 2007· IACtHR, Cantos v. Argentina, 28.11.2002.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
Zubac v. Croatia [GC], 05.04.2018, no. 40160/12 • Papaioannou v. Greece, 02.06.2016, no. 18880/15 • Tsiolis v. Greece, 19.11.2024, no. 51774/17 • Levages Prestations Services v. France, 23.10.1996, no. 21920/93 • Brualla Gómez de la Torre v. Spain, 19.12.1997, no. 26737/95 • García Manibardo v. Spain, 15.02.2000, no. 38695/97 • Walchli v. France, 26.07.2007, no. 35787/03 • Trevisanato v. Italy, 15.09.2016, no. 32610/07 • Edificaciones March Gallego S.A. v. Spain, 19.02.1998, no. 28028/95 • Běleš and Others v. the Czech Republic, 12.11.2002, no. 47273/99 • Efstathiou and Others v. Greece, 27.07.2006, no. 36998/02 • Kemp and Others v. Luxembourg, 24.04.2008, no. 17140/05.
