ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας – καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “J. Α. Ε. Ε.” και με τον διακριτικό τίτλο “J.”, που εδρεύει στο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από … δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης μόνο ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Του αναιρεσιβλήτου – καθού η κλήση: Γ. Δ. του Α., κατοίκου Α. Ι. Ρ. Α. και προσωρινά διαμένοντος στα Κ. του Π. Α.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Κυρπόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “G. H. – Α. εταιρία ασφαλίσεων ζημιών”, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2010 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Γ. Δ. και την από 7-6-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενωμένη με αγωγή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4686/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 255/2015 μη οριστική και 657/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2018 αίτησή της και τους από 7-6-2019 προσθέτους αυτής λόγους. Την υπόθεση φέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από ….. κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και το τρίτο τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015, τα οποία εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης. Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν ακόμη είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ’ αυτήν, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και κηρύσσεται καταργημένη η δίκη επί του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 1/2017, ΟλΑΠ 744/1982, ΑΠ 254/2021, ΑΠ 741/2020, ΑΠ 325/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 17.6.2020 κλήση της αναιρεσείουσας εισάγονται προς συζήτηση η από 27.12.2018 αίτηση για αναίρεση της, εκδοθείσας αντιμωλία κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθ. 657/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και οι από 7.6.2019 πρόσθετοι (επικουρικοί) αναιρετικοί λόγοι, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτών, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 30ης.3.2020. Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, αναγνώσθηκαν: α) η νομίμως κατατεθείσα στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου από 3.2.2020 δήλωση της αναιρεσείουσας περί παραιτήσεως αυτής ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη από τα δικόγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων αυτής λόγων, τα οποία φέρουν την υπογραφή του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου της (αναιρεσείουσας) Ιωάννη Οικονόμου [βλ. προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …/… πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κάβουρα-Καϊάφα] και β) η υπ’ αριθ. …/… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Λ., από την οποία προκύπτει ότι η ανωτέρω δήλωση επιδόθηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Την ίδια ως άνω δήλωση παραίτησης επανέλαβε και στο ακροατήριο, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ο, κατά τον ανωτέρω χρόνο συζήτησης της παρούσας, πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας Δημήτριος Παπαγιαννάκης [βλ. προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …/… πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Καϊάφα]. Η παραίτηση αυτή (και με τους δύο τρόπους), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα και συγκεκριμένα, παρά την απουσία και μη κλήτευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν κατ’ αυτής η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ’ αριθ. 657/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά κατά το μέρος που την αφορούν. Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνεται, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά, επίσης, με το από 7.6.2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, έχουν ασκηθεί και οι πρόσθετοι λόγοι (άρθ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης. Κατ’ επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής: Με την, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, από 10.2.2010 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το καταψηφιστικό αίτημά της παραδεκτά περιορίστηκε σε αναγνωριστικό κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, από τους οποίους η πρώτη τούτων είναι η ήδη αναιρεσείουσα, οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις ζημίες που προκλήθηκαν στη διώροφη κατοικία του κατά την ανέγερση τετραώροφου κτιρίου με υπόγειο στο όμορο προς βορράν οικόπεδο, κυριότητας της ήδη αναιρεσείουσας, εκθέτοντας, ειδικότερα, στην αγωγή του ότι από αμέλεια (των προστηθέντων από αυτήν μηχανικών και) του προστηθέντος από την ίδια δεύτερου εναγομένου (μη διαδίκου στην προκείμενη αναιρετική δίκη), ως επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, στα πλαίσια ανέγερσης του τετραώροφου κτιρίου, κατά την εκτέλεση εργασιών κατασκευής φρεατοπασσάλων για την αντιστήριξη της πλευράς του οικοπέδου της εναγομένης – αναιρεσείουσας, που εφαπτόταν με τα θεμέλια της δικής του (ενάγοντος) διώροφης οικοδομής, εμφανίστηκαν σ’ αυτήν διαμπερείς οριζόντιες και κάθετες ρηγματώσεις στο φέροντα οργανισμό, καθιζήσεις προς την πλευρά του οικοπέδου της πρώτης εναγομένης όπου εκτελούνταν οι εργασίες θεμελίωσης και απόκλιση από όμορο νοτίως υφιστάμενο κτίριο, με αποτέλεσμα η διώροφη κατοικία του να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στη στατική και δομική της επάρκεια, ώστε να μην είναι δυνατή η επισκευή της, και να απαιτείται η καθαίρεσή της και η εκ νέου ανοικοδόμησή της στην κατά το χρόνο του ζημιογόνου συμβάντος κατάστασή της, ανερχομένου του προς τούτο κόστους κατασκευής στο ποσό των 432.000 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε. Παράλληλα, η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), με το από 7.6.2010 δικόγραφο, ανακοίνωσε τη δίκη που άνοιξε με την άνω αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου σε βάρος της, στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία “G. H. ΑΑΕ” και την προσεπικάλεσε να παρέμβει υπέρ αυτής (αναιρεσείουσας) στην κύρια δίκη, υπό την ιδιότητά της ως δικονομικής εγγυήτριας, που είχε καλύψει με ασφαλιστική σύμβαση την έναντι τρίτων αστική ευθύνη της (αναιρεσείουσας) για ζημίες που τυχόν θα προκαλούνταν από την κατασκευή του άνω έργου ανέγερσης του τετραώροφου κτιρίου ιδιοκτησίας της, ενώνοντας σε βάρος της προσεπικαλουμένης, στο ίδιο δικόγραφο, και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, για την περίπτωση που ευδοκιμούσε η εναντίον της (αναιρεσείουσας) κύρια αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν συνεκδικάσεως της από 10.2.2010 κύριας αγωγής και της από 7.6.2010 παρεμπίπτουσας αγωγής, με την υπ’ αριθ. 4686/2012 οριστική απόφασή του απέρριψε την κύρια αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση αδικοπραξίας από τους εναγομένους, και μετά ταύτα έκρινε ότι παρείλκε η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ο μεν ηττηθείς ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, την από 02.01.2013 έφεση, στρεφόμενη κατά της πρώτης εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά του δεύτερου εναγομένου (μη, εν προκειμένω, διαδίκου) και κατά της προσεπικληθείσας-παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας “G. H. ΑΑΕ” (παρότι η τελευταία δεν είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας ώστε να καταστεί διάδικος στην κύρια δίκη), ζητώντας την εξαφάνιση της άνω πρωτόδικης απόφασης έτσι ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του, η δε πρώτη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, την από 20.9.2013 επικουρική έφεση κατά της άνω προσεπικληθείσας – παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, ώστε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, να εξεταστεί κατ’ ουσίαν η παρεμπίπτουσα αγωγή της. Κατόπιν συνεκδικάσεως των δύο εφέσεων, το Εφετείο Πειραιά εξέδωσε, αρχικά, την υπ’ αριθ. 255/2015 μη οριστική απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά τις δύο εφέσεις, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη, και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να γνωμοδοτήσει ο διορισθείς πραγματογνώμονας, πολιτικός μηχανικός, με έγγραφη αιτιολογημένη έκθεσή του, για τα ταχθέντα σ’ αυτόν θέματα. Μετά τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, κατά την επαναληφθείσα συζήτηση, στις 15.03.2018, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, μετά την οποία (συζήτηση) εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθ. 657/2018 (οριστική και) τελεσίδικη απόφασή του, ο εκκαλών-ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, με δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα, με την εφετειακή αυτή απόφαση, πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της έφεσής του ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο-εναγόμενο, απλό ομόδικο της πρώτης εναγομένης – αναιρεσείουσας, (ο οποίος είχε αποβιώσει την 25η.7.2015). Έτσι, με την εφετειακή αυτή απόφαση θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε η έφεση του ενάγοντος ως προς τον δεύτερο εναγόμενο – εφεσίβλητο, παράλληλα δε, απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος ως προς την τρίτη εφεσίβλητη – προσεπικληθείσα -παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, αφού, κατά τα ανωτέρω, αυτή δεν είχε καταστεί διάδικος στην κύρια δίκη, ανακληθείσας, κατ’ άρθρο … ΚΠολΔ, ως προς το σχετικό σκέλος, της ως άνω μη οριστικής εφετειακής απόφασης, που είχε κρίνει παραδεκτή την έφεση. Ακόμη, καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει την προκείμενη αναιρετική διαδικασία, με την ίδια, τελεσίδικη, εφετειακή απόφαση (αναιρεσιβαλλόμενη) έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση του ενάγοντος – αναιρεσιβλήτου κατά της πρώτης εναγομένης – αναιρεσείουσας, μετά δε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της κύριας αγωγής, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, το συνολικό ποσό των 358.091,67 ευρώ, ως αποζημίωσή του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, πλήττεται η απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος με το οποίο έγινε δεκτή εν μέρει η κύρια αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές). Επομένως πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και, συνακόλουθα υποχρέωση αποζημιώσεως, υφίσταται μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου (ΑΠ 1176/2020, ΑΠ 623/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1007 ΑΚ, δεν επιτρέπεται να ανασκάπτεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στερεωθεί αρκετά το έδαφος με άλλον τρόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κύριος οποιουδήποτε ακινήτου δεν μπορεί να προβαίνει στο ακίνητό του σε εργασίες, οι οποίες, έστω και αν εκτελούνται ύστερα από άδεια της αρχής, λόγω του βάθους τους, θέτουν σε κίνδυνο (διαρκή ή προσωρινό) κατάρρευσης το γειτονικό ακίνητο. Στερείται δε έννομης συνέπειας το γεγονός ότι, ενδεχομένως, η γειτονική οικοδομή, που κινδυνεύει, δεν είχε ανεγερθεί κατά τους κανόνες της τέχνης. Τούτο μπορεί να αποτελέσει βάση ενστάσεως, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, για τη θεμελίωση οικείου πταίσματος του κυρίου της ελαττωματικής οικοδομής. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση πρόνοιας για επαρκή στερέωση του γειτονικού ακινήτου, επιβάλλει σ’ εκείνον, που ενεργεί την ανόρυξη, να λάβει όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα σε σχέση με την συγκεκριμένη κατάσταση του γειτονικού ακινήτου, ακόμη και αν η υφιστάμενη σ’ αυτό οικοδομή είναι ελαττωματική, σε αντίθετη δε περίπτωση παραβαίνει τον ως άνω κανόνα του άρθρου 1007 του ΑΚ. Ο σχετικός δε περί λήψεως των αναγκαίων μέτρων ισχυρισμός του εναγομένου αποτελεί ένσταση στην εκ του ως άνω άρθρου ασκουμένη αξίωση του ενάγοντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1108 παρ. 1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στον κύριο του ακινήτου, το οποίο υπέστη βλάβη λόγω εκσκαφής στο γειτονικό ακίνητο, παρέχεται αξίωση αποζημίωσης, η οποία γεννάται, κατά την 914 ΑΚ, στην περίπτωση υπαίτιας παράβασης της απαγόρευσης που καθιερώνεται με το άρθρο 1007 ΑΚ. Η σχετική αγωγή του άρθρου 914 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο κατά του ιδιοκτήτη αλλά και κατά του εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού και έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, που οφείλεται στο ότι το ακίνητό του αποστερήθηκε το απαιτούμενο έρεισμα του εδάφους. Σχετική με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1007 ΑΚ είναι και η διάταξη του άρθρου 4 του π.δ/τος 1073 της 12/16-9-1981 “περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού”, η οποία ορίζει ότι “Δια την αντιστήριξιν ομόρων κτιρίων επιβάλλεται μεθοδική και τεχνική υποθεμελίωσίς των εις την απαιτουμένην έκτασιν και εις τα απαιτούμενα βάθη. Μεταξύ των καταλλήλων προς τούτο μεθόδων αναφέρεται ή τμηματική αντιστήριξις δια ντουλαπιών εις καταλλήλους αποστάσεις ή και η κατασκευή αερογεφυρών αντιστηρίξεως, η καθολική αγκύρωσίς του μετά ή άνευ κατακόρυφων στοιχείων …”, το άρθρο 93 του ΓΟΚ, σύμφωνα με το οποίο κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επιβάλλεται η λήψη μέτρων τόσο για την προστασία του κοινού όσο και των ομόρων ιδιοκτησιών με αντιστήριξή τους ή υποθεμελίωσή τους κατά τον απαιτούμενο τρόπο με ευθύνη του επιβλέποντος μηχανικού και του κατασκευαστή (ΑΠ 493/2015), καθώς και το άρθρο 348 παρ. 1α του από 14.7.1999 π.δ/τος, το οποίο ορίζει ότι κάθε κτίριο και δομικό έργο πρέπει να κατασκευάζεται έτσι, ώστε να εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια των όμορων και γειτονικών κτιρίων ή δομικών έργων από κινδύνους ζημιών που προέρχονται από αυτό κατά τη διάρκεια της κατασκευής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ “Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και, συνεπώς, είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως αυτού και, ειδικότερα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο, ο τελευταίος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται προστηθείς. Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος, οι οποίες μπορεί να παρέχονται και μέσω τρίτου προσώπου που έχει ορισθεί από τον προστήσαντα, όπως είναι και ο επιβλέπων μηχανικός στις οικοδομικές εργασίες, αρκεί ο προστηθείς να υποχρεούται στην εκτέλεσή τους (ΑΠ 1533/2017, ΑΠ 876/2012, ΑΠ 1328/2010, ΑΠ 191/2009). Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα, του υπ’ αυτού προστηθέντος (ΑΠ 1176/2020, 487/2020, ΑΠ 844/2008). Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης από το άρθρο 922 ΑΚ, φέρει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (ΑΠ 555/2000). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1176/2020, ΑΠ 959/2004). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α’ του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά (ΑΠ 666/2014). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 125/2019, ΑΠ 1420/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 657/2018 τελεσίδικη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Ο ενάγων και ήδη εκκαλών (αναιρεσίβλητος) είναι κύριος μίας οικοδομής αποτελούμενης από τον ισόγειο και τον πρώτο πάνω από τον ισόγειο όροφο, που βρίσκεται στον Ά. Ι. Ρ. Α. εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης του Α. Ι. Ρ., στη θέση «Β.» ή «Σ.» επί της οδού Φ. 61, είναι κτισμένη σε οικόπεδο … έκτασης 129,60 τ.μ. και συνορεύει βόρεια …. με ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), …, ανατολικά … με ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης … και δυτικά επί προσώπου ΑΒ μήκους 7 μ. με την οδό Φ. καθώς και του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικώς ορόφου πάνω από τον πρώτο όροφο με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 400/1000 εξ αδιαιρέτου. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα με αγορά […] δυνάμει του υπ’ αριθμ. … συμβολαίου […] σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. … πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας […], που μεταγράφηκαν νόμιμα […], έχει δε κτηματολογικό αριθμό … του κτηματολογικού γραφείου Νίκαιας. Η ως άνω οικοδομή έχει διαρρυθμιστεί ως εξής: το μεν τμήμα της, που βρίσκεται στο ισόγειο, αποτελείται από δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες: α) η πρώτη βρίσκεται επί της πρόσοψης, έχει επιφάνεια 44,04 τ.μ., και ορίζεται γύρωθεν […], β) η δεύτερη βρίσκεται προς τον ακάλυπτο χώρο, έχει επιφάνεια 35,56 τ.μ., και ορίζεται γύρωθεν […] ενώ και οι δύο έχουν εισόδους από τον κοινόχρηστο διάδρομο. Η οριζόντια ιδιοκτησία, που βρίσκεται στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, αποτελείται από χωλ, σαλόνι, τραπεζαρία, κουζίνα, μπάνιο, ένα δωμάτιο, κοιτώνα και οφίς, έχει επιφάνεια 75 τ.μ. και συνορεύει […], ενώ η άνοδος στην κατοικία του ορόφου γίνεται από τον κοινόχρηστο διάδρομο με υφιστάμενη εκ μπετόν κλίμακα. Οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες που έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 600/1000 εξ αδιαιρέτου, χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες και ειδικότερα αυτή του πρώτου ορόφου χρησιμοποιούσε ο ενάγων ως κύρια κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του, τις δύο δε κατοικίες, στις οποίες είχε ως άνω διαιρέσει τον ισόγειο όροφο, τις εκμίσθωνε σε τρίτους μισθωτές. Η ανέγερση της οικοδομής του ενάγοντος έλαβε χώρα το έτος 1958 δυνάμει της υπ’ αριθμ. … άδειας του πολεοδομικού γραφείου Πειραιά, ενώ, μετά τον ισχυρό σεισμό του Σεπτεμβρίου του έτους 1999 με τις γνωστές τοις πάσι καταστροφικές συνέπειες λόγω της μεγάλης έντασής του (5,9 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ), το ακίνητο αυτό χαρακτηρίστηκε κατάλληλο για χρήση με την ένδειξη “πράσινο”. Μεταγενέστερα και δη το έτος 2006, ο ενάγων προς βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του προέβη στην ανακαίνισή της, δαπανώντας το συνολικό ποσό των 35.000 ευρώ. Ειδικότερα: 1) σχετικά με την πρόσοψη του κτιρίου, σοβατίστηκε η πρόσοψη, αντικαταστάθηκαν δύο παράθυρα με αλουμίνια και διπλά τζάμια με παντζούρια τύπου, “ρολό”, αντικαταστάθηκε η κεντρική πόρτα με πόρτα αλουμινίου, αντικαταστάθηκαν δύο μπαλκονόπορτες με πόρτες αλουμινίου και παντζούρια τύπου “ρολό”, τοποθετήθηκαν μάρμαρα στην είσοδο και στα περβάζια, 2) στο διάδρομο της εισόδου τοποθετήθηκαν πλακίδια δαπέδου, 3) στην κουζίνα της πρώτης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου τοποθετήθηκαν πόρτα εισόδου αλουμινίου, ντουλάπια με συρόμενο απορροφητήρα, νεροχύτης και μπαταρία, πλακίδια τοίχου, ξύλινη συρόμενη πόρτα με τζάμι, 4) στο υπνοδωμάτιο και το WC της πρώτης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου αντικαταστάθηκε το παράθυρο με αλουμινίου με διπλό τζάμι και παντζούρι τύπου “ρολό”, τοποθετήθηκαν πλακίδια δαπέδου, κτίσθηκε WC με τοίχο και ταβάνι, τοποθετήθηκε ξύλινη πόρτα WC, παράθυρο αλουμινίου, πλακίδια τοίχου, πλακίδια δαπέδου, νιπτήρας με κολώνα και μπαταρία, λεκάνη με πλάτη καζανάκι, θερμοσίφωνας, μπαταρία ντουζ, 5) στην ίδια οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου έγινε αλλαγή και εγκατάσταση υδραυλικών αποχέτευσης και ρεύματος και εγκατάσταση αυτόνομου καλοριφέρ με δύο διπλά σώματα και ένα μονό, 6) στην αυλή της εισόδου τοποθετήθηκε συρόμενη σιδερένια πόρτα με τζάμι και πόρτα και παράθυρο αλουμινίου στην αποθήκη, 7) στην κουζίνα της δεύτερης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου τοποθετήθηκαν σιδερένια πόρτα με τζάμι, σιδερένιο παράθυρο, ντουλάπια, νεροχύτης με μπαταρία, πλακίδια τοίχου, απορροφητήρας, πλακίδια δαπέδου, 8) στο υπνοδωμάτιο της ίδιας οριζόντιας ιδιοκτησίας τοποθετήθηκαν ξύλινη συρόμενη πόρτα, πλακίδια δαπέδου, σιδερένια πόρτα με τζάμι, 9) στο WC τοποθετήθηκαν λεκάνη με πλάτη καζανάκι, νιπτήρας με μπαταρία, μπανιέρα με μπαταρία, σιδερένιο παράθυρο, πατάρι με σιδεροδοκούς και επένδυση ραμποτέ, πλακίδια δαπέδου 10) στην ίδια οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου έγινε αλλαγή και εγκατάσταση υδραυλικών αποχέτευσης και ρεύματος και εγκατάσταση αυτόνομου καλοριφέρ με δύο διπλά σώματα και ένα μονό, 11) στο μπαλκόνι της πρόσοψης της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου τοποθετήθηκαν κιγκλίδωμα τύπου μασίφ, πλακίδια δαπέδου και μάρμαρο, 12) στο διάδρομο της ίδιας ιδιοκτησίας τοποθετήθηκε παράθυρο αλουμινίου με διπλό τζάμι και παντζούρια δίφυλλα, 13) στο δωμάτιο γενικής χρήσης τοποθετήθηκε παράθυρο αλουμινίου με διπλό τζάμι και παντζούρι τύπου “ρολό”, 14) στο υπνοδωμάτιο τοποθετήθηκαν μπαλκονόπορτα αλουμινίου με διπλό τζάμι και παντζούρι δίφυλλο και ντουλάπα με ξύλο βακελίτη, 15) στην πίσω βεράντα κατασκευάστηκε κεραμοσκεπή, 16) στην ίδια ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία έγινε εγκατάσταση αυτόνομου καλοριφέρ με πέντε διπλά σώματα και ένα μονό καθώς και μπόιλερ, 17) στην ταράτσα τοποθετήθηκαν κιγκλίδωμα τύπου μασίφ, μάρμαρο, δεξαμενή πετρελαίου, κατασκευάστηκε δωμάτιο καυστήρα από γαλβανιζέ λαμαρίνα, τοποθετήθηκε σιδερένια πόρτα και καυστήρας σουηδικής προέλευσης για την αυτονομία των τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών καθώς και σύστημα πυρασφάλειας πυρόσβεσης καυστήρα. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ. … αγοραπωλητηρίου συμβολαίου […] η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία απέκτησε την κυριότητα του … οικοπέδου με τα επ’ αυτού παλαιά κτίσματα, το οποίο βρίσκεται στο Δήμο Α. Ι. Ρ. Α. στη θέση “Π. της Χ.” επί της οδού Φ. 69 (σ.σ. το ορθό 59) και συνορεύει ανατολικά με την οδό Φ., βόρεια … και με άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας της ιδίας και δυτικά και νότια ομοίως με άλλη ιδιοκτησία της ιδίας και με οικοδομή ιδιοκτησίας του ενάγοντος επί της οδού Φ. 61. Το εν λόγω οικόπεδο έχει συνολική έκταση 440 τ.μ., […] και βρίσκεται πλησίον άλλου όμορου οικοπέδου ιδιοκτησίας της ιδίας […], στο οποίο λειτουργεί εμπορικό κατάστημα της πρώτης εναγομένης. Η τελευταία προς αξιοποίηση του ως άνω αποκτηθέντος οικοπέδου της με την ανοικοδόμηση νέου κτιρίου πλησίον του ανωτέρω καταστήματός της, προέβη στις δέουσες ενέργειες για την έκδοση άδειας ανέγερσης νέου κτιρίου και προς το σκοπό αυτό υπέβαλε στην αρμόδια πολεοδομική αρχή (Διεύθυνση Πολεοδομίας Πειραιά) σχετική αίτηση και έλαβε την υπ’ αριθμ. … άδεια οικοδομής για “νέο τετραώροφο κτίριο αναψυκτηρίου και γραφείων με υπόγειο”. Ανάμεσα δε στις απαιτούμενες [….] τεχνικές μελέτες και τα λοιπά δικαιολογητικά, τα οποία αυτή κατέθεσε, ήταν και η από Ιανουαρίου 2009 “στατική μελέτη αντιστήριξης πλευρικών πρανών” ήτοι των πρανών των όμορων οικοπέδων και της οδού Φ. του πολιτικού μηχανικού Π. Κ.. Στα πλαίσια των εργασιών για την ανέγερση του νέου ως άνω κτιρίου, η πρώτη εναγομένη προέβη σε κατεδάφιση του παλαιού κτίσματος και στη συνέχεια ξεκίνησε την εκσκαφή του οικοπέδου. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αντιστήριξης και δη της διάνοιξης οπών για τους φρεατοπασσάλους, δηλ. πριν την ολοκλήρωση των εργασιών αντιστήριξης των πρανών των όμορων ακινήτων, επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 6-8-2009 με επιμέλεια του ενάγοντος η από 4.8.2009 εξώδικη δήλωση του τελευταίου, με την οποία αυτός διαμαρτυρόταν ότι: “διενεργείτε ακατάπαυστα εκσκαφή με την έμπηξη πασσαλοδοκών με υπερβαρέα μηχανήματα και σε βάθος περί τα πέντε μέτρα από την επιφάνεια του εδάφους στην πλευρά του κοινού μας ορίου εκ της έλλειψης της ενδεδειγμένης αντιστήριξης και των ισχυρών δονήσεων, εν γνώσει και επίγνωση του ευπαθούς εδάφους”, με αποτέλεσμα η οικία του να έχει υποστεί “ουσιώδεις ζημίες και έντονη διατάραξη στη στατική και δομική αντοχή της και σε φέροντα στοιχεία αυτής, η οποία συνεχώς επιδεινώνεται με συνέπεια η οικοδομή να είναι επικίνδυνη στατικά και δομικά”. Εξάλλου, την ίδια ημέρα, μετά από διενέργεια αυτοψίας στο ένδικο ακίνητο από τον τεχνικό υπάλληλο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής (Διεύθυνση Πολεοδομίας Πειραιά) …, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. πρωτ. …
έκθεση επικίνδυνης οικοδομής του τμήματος επικινδύνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά. Σύμφωνα με αυτή διαπιστώθηκε ότι: “εκτελούνται οικοδομικές εργασίες ανέγερσης νέου τετραώροφου κτιρίου αναψυκτηρίου και γραφείων με υπόγειο, ιδιοκτησίας της J. Α. Ε. Ε. βάσει της …
οικοδομικής άδειας. Οι εργασίες, που εκτελούνται, αφορούν την κατασκευή φρεατοπασσάλων για την αντιστήριξη της πλευράς του οικοπέδου, που εφάπτεται με το διώροφο κτίριο. Κατά την αυτοψία διαπιστώθηκε η κατασκευή 12 πασσάλων από οπλισμένο σκυρόδεμα διατομής 0,80 μ. και σε κλιμακούμενη απόσταση από το όριο του διώροφου κτιρίου 0,20 έως και 0,50 μ. Επίσης, διαπιστώθηκε η κατασκευή δύο φρεατοπασσάλων, στους οποίους δεν είχαν ολοκληρωθεί εργασίες χύτευσης σκυροδέματος. Ο προβλεπόμενος αριθμός πασσάλων από την εγκεκριμένη μελέτη αντιστήριξης πλευρικών πρανών για την πλευρά αυτή είναι 18. Για τη διάνοιξη των φρεατίων χρησιμοποιείται γεωτρύπανο σε ερπηστριοφόρο όχημα. Σύμφωνα με προφορική δήλωση του παρευρισκομένου εργοταξιακού επιβλέποντα, το βάθος των πασσάλων φτάνει τα 14 μ. Κατά την αυτοψία στο διώροφο κτίριο διαπιστώθηκαν τα εξής: Α. Στα διαμερίσματα του ισογείου και για όλο το μήκος της φέρουσας τοιχοποιίας, που εφάπτεται με το όριο του οικοπέδου, που εκτελούνται οι εργασίες, διαπιστώθηκαν διαγώνιες και οριζόντιες ρηγματώσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις, οι οποίες είναι ιδιαίτερα έντονες στο διαμέρισμα, που έχει πρόσβαση από το βάθος του ακάλυπτου χώρου καθώς και του δωματίου του διαμερίσματος, που βρίσκεται στην πρόσοψη επί της οδού Φ.. Οι ρηγματώσεις εκτείνονται και στις εγκάρσιες φέρουσες τοιχοποιίες, οι οποίες είναι διαμπερείς καθώς και σε όλους τους ενδιάμεσους διαχωριστικούς τοίχους, όπου επίσης είναι διαμπερείς. Ακόμα εκτείνονται και στη φέρουσα τοιχοποιία του εξωτερικού τοίχου προς την πλευρά της αυλής καθώς και στην πρόσοψη. Β. Στον όροφο εντοπίστηκαν τριχοειδείς ρηγματώσεις στον τοίχο, που εφάπτεται στο όριο με το οικόπεδο, που εκτελούνται οι εργασίες, στο δωμάτιο που έχει πρόσωπο την οδό Φ. και στο δωμάτιο στον πίσω ακάλυπτο χώρο. Γ. Στο δώμα της οικοδομής διαπιστώθηκε ρηγμάτωση στον κοινό αρμό στο στηθαίο, που εφάπτεται με την τετραώροφη πολυκατοικία παρά το δεξιό κοινό όριο. Οι βλάβες, που παρουσιάζονται στο κτίριο και περιγράφονται αναλυτικά παραπάνω, μακροσκοπικά είναι δηλωτικές στατικής ανεπάρκειας του φέροντα οργανισμού του καθώς και πιθανής καθίζησης του εδάφους.
Για τους λόγους αυτούς το κτίριο είναι επικίνδυνο από άποψη στατική και δομική και για να αρθεί ο κίνδυνος, πρέπει οι ιδιοκτήτες και κάθε άλλος κατά νόμο υπόχρεος να προβούν στην επισκευή των παραπάνω περιγραφεισών βλαβών. Επιπλέον η ιδιοκτήτρια εταιρεία του όμορου οικοπέδου, στο οποίο εκτελούνται οικοδομικές εργασίες, θα πρέπει να διακόψει τις εργασίες διάνοιξης φρεατοπασσάλων μέχρι να αποκατασταθούν οι βλάβες του διώροφου κτιρίου. Επίσης, ο κατά νόμο Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός Α. Κ. (σ.σ. δεύτερος εναγόμενος, μη διάδικος στην προκείμενη δίκη), που έχει την επίβλεψη των στατικών σύμφωνα με την …
οικ. άδεια, θα πρέπει μετά τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας της όμορης οικοδομής, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κτιριοδομικού κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καθώς και στην ορθή εφαρμογή της εγκεκριμένης στατικής μελέτης….. Για την ακίνδυνη εκτέλεση των εργασιών επισκευής απαιτείται η απομάκρυνση των ενοίκων από το κτίριο συνολικά (ισόγειο και όροφος), ενώ απαιτείται η ΑΜΕΣΗ απομάκρυνση των ενοίκων από τα διαμερίσματα του ισογείου”. Κατά της εν λόγω έκθεσης η πρώτη εναγομένη άσκησε την υπ’ αριθμ. πρωτ. …ένστασή της και μετά τη διενέργεια νέας αυτοψίας στο ακίνητο του ενάγοντος από την υπάλληλο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά …, συντάχθηκε από την τελευταία η από …”αναθεωρητική έκθεση”, κατά την οποία: “Στα διαμερίσματα του ισογείου του διώροφου κτιρίου και για όλο το μήκος της φέρουσας τοιχοποιίας, που εφάπτεται με το όριο του οικοπέδου, που εκτελούνται εργασίες, διαπιστώθηκαν διαγώνιες και οριζόντιες ρηγματώσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις, οι οποίες είναι ιδιαίτερα έντονες στο διαμέρισμα, που έχει πρόσβαση από το βάθος του ακάλυπτου χώρου καθώς και του δωματίου του διαμερίσματος, που βρίσκεται στην πρόσοψη επί της οδού Φ.. Οι διαμπερείς ρηγματώσεις εκτείνονται και στις εγκάρσιες φέρουσες τοιχοποιίες καθώς και σε όλους τους ενδιάμεσους διαχωριστικούς τοίχους. Ακόμα εκτείνονται και στη φέρουσα τοιχοποιία του εξωτερικού τοίχου προς την πλευρά της αυλής καθώς και στην πρόσοψη. Στον όροφο εμφανίστηκαν ρηγματώσεις, κυρίως διαγώνιες, στον τοίχο, που εφάπτεται στο όριο με το οικόπεδο, ιδιοκτησίας της J. ΑΕΕ, στο δωμάτιο, που έχει πρόσωπο στην οδό Φ. και στο δωμάτιο στον πίσω ακάλυπτο χώρο. Στο δώμα της οικοδομής διαπιστώθηκε ρηγμάτωση σημαντικού εύρους, στον κοινό αρμό στο στηθαίο, που εφάπτεται με τετραώροφη πολυκατοικία παρά το δεξιό κοινό όριο και σε όλο το μήκος αυτού. Στην εξωτερική πλευρά της τοιχοποιίας, που βρίσκεται σε επαφή με το αριστερό κοινό όριο με το οικόπεδο, στο οποίο εκτελούνται εργασίες, παρατηρήθηκαν ρηγματώσεις σε όλη την τοιχοποιία κυρίως στο ύψος του ισογείου. Στο αριστερό τμήμα της τοιχοποιίας προς τον ακάλυπτο διαπιστώθηκε διαγώνια ρωγμή περίπου 2 χιλιοστών.
Για τους λόγους αυτούς το διώροφο κτίριο κρίνεται επικίνδυνο από άποψη δομική και στατική και για να αρθεί ο κίνδυνος πρέπει οι ιδιοκτήτες καθώς και κάθε άλλος κατά νόμο υπόχρεος να προβούν στην επισκευή του με υλικά άριστης ποιότητας, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης υπό την επίβλεψη αρμόδιου μηχανικού, αφού προηγουμένως εκδοθεί οικοδομική άδεια από την Υπηρεσία μας. Οι πιο πάνω εργασίες πρέπει να εκτελεστούν μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών. Για την εκτέλεση των εργασιών απαιτείται η απομάκρυνση των ενοίκων….”. Το ανωτέρω δε πόρισμα επικυρώθηκε και με την υπ’ αριθμ. πρωτ. … “Αναθεώρηση Προϊσταμένου” της Διευθύντριας της Πολεοδομίας Πειραιά…, ακολούθως δε την ίδια ημέρα με το υπ’ αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του Τμήματος Επικινδύνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά επετράπη η μερική συνέχιση των οικοδομικών εργασιών από την πρώτη εναγομένη για την πραγματοποίηση των εξής εργασιών: α) σκυροδέτησης των πασσάλων, που είχαν ήδη διανοιχθεί, β) ολοκλήρωσης της κατασκευής των υπολειπομένων πασσάλων, που προβλέπονταν από τη στατική μελέτη για το σύνολο του οικοπέδου και γ) κατασκευής της συνδετήριας δοκού από οπλισμένο σκυρόδεμα των πασσάλων (κεφαλόδεσμος), χορηγήθηκε δε προθεσμία δέκα (10) ημερών για την πραγματοποίησή τους, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια και την εγκεκριμένη μελέτη αντιστήριξης της σχετικής οικοδομικής άδειας και με τη συνεχή επίβλεψη του αρμοδίου μηχανικού. Στη συνέχεια, στις …, επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη με επιμέλεια του ενάγοντος η από … εξώδικη δήλωσή του, με την οποία αφενός μεν ανακοινώθηκε η μετοίκηση της οικογένειάς του και η απομάκρυνση του μισθωτή του από το μισθωμένο διαμέρισμα του ισογείου, αφετέρου δε κάλεσε ο ενάγων την αντίδικό του να του απαντήσει σχετικά με την πρόθεσή της να επανέλθουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση αναλαμβάνοντας τις ευθύνες, που προέκυψαν από αποκλειστική υπαιτιότητά της. Στην εν λόγω εξώδικη δήλωση η πρώτη εναγομένη απάντησε με την από …. εξώδικη δήλωσή της, με την οποία δήλωνε ότι είχε την πρόθεση να αποκαταστήσει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος όλες ανεξαιρέτως τις ζημίες, οι οποίες προήλθαν από την εκτέλεση των εργασιών στο ακίνητό της λαμβάνοντας την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και χρησιμοποιώντας τα ίδια συνεργεία και τους ίδιους μηχανικούς, που κατασκευάζουν το δικό της κτίριο καθώς επίσης και να του καταβάλει, για όσο διάστημα διαρκούσαν οι αναγκαίες αυτές επισκευές, το αιτηθέν από αυτόν ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως για δαπάνες μεταστέγασής του, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο ενάγων θα συνέβαλε στη συνέχιση του έργου κατασκευής του κτιρίου της πρώτης εναγομένης και στην έναρξη επισκευής της ιδιοκτησίας του, συνεργαζόμενος με τις αρχές για την αδειοδότηση και τη συνέχιση των εργασιών και με τους κατασκευαστές για τις εργασίες, που θα εκτελούνται, ώστε να περατωθούν στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τεχνικής. Την ίδια ημέρα κοινοποιήθηκε τόσο στον ενάγοντα όσο και στην πρώτη εναγομένη το υπ’ αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του Τμήματος Επικινδύνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά, κατά το οποίο: “Μετά την (α) σχετική αίτηση της J. ΑΕΕ σας γνωρίζουμε ότι πραγματοποιήθηκε αυτοψία από τη Μηχανικό της Υπηρεσίας μας … στην ιδιοκτησία της οδού Φ. 59 στον Άγ. I. Ρ. και διαπιστώθηκε ότι έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή των πασσάλων, που προβλέπονται στη στατική μελέτη, στο σύνολο του οικοπέδου, έχει κατασκευαστεί η συνδετήρια δοκός των πασσάλων (κεφαλόδεσμος) και δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία άλλη οικοδομική εργασία. Κατά συνέπεια, έχει ολοκληρωθεί η αντιστήριξη των πλευρικών πρανών, σύμφωνα με την αντίστοιχη μελέτη αντιστήριξης της (ε) σχετικής οικοδομικής αδείας. Επίσης, σας γνωρίζουμε ότι δεν έχουν κατατεθεί στην Υπηρεσία μας από τους υπόχρεους ιδιοκτήτες ή κάθε άλλο κατά νόμο υπόχρεο, τα σχετικά δικαιολογητικά που απαιτούνται για την έκδοση οικοδομικής αδείας επισκευής της οικοδομής επί της οδού Φ. 61, σύμφωνα με τα διατασσόμενα στη (δ) σχετική αναθεώρηση Προϊσταμένου, η οποία πλέον έχει καταστεί τελεσίδικη. Παρακαλούνται οι ιδιοκτήτες και κάθε κατά νόμον υπόχρεος, να προβούν στην άρση του κινδύνου εντός της προθεσμίας, που ορίζεται στη (δ) σχετική αναθεώρηση Προϊσταμένου. Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η πιο πάνω προθεσμία μηνύονται οι υπόχρεοι ιδιοκτήτες σύμφωνα με το άρθρο 6§5 του από 13-4-29 π.δ. “περί επικινδύνων οικοδομών” …. Επιπλέον, απαντώντας στο (β) σχετικό υπόμνημα, σας ενημερώνουμε ότι η Υπηρεσία μας δεν καθορίζει τον τρόπο, με τον οποίο θα μελετηθεί μία κατασκευή, παρά μόνο ελέγχει την εφαρμογή των ισχυόντων σήμερα κανονισμών και η συγκεκριμένη μελέτη αντιστήριξης έχει εγκριθεί με την (ε) σχετική οικοδομική άδεια. Τέλος, η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών θα δοθεί μόνο μετά από νεότερο σήμα μας και μετά από την υποβολή νεότερων στοιχείων”. Περαιτέρω σύμφωνα με ομοίως κοινοποιηθέν στον ενάγοντα και την πρώτη εναγομένη υπ’ αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του Τμήματος Επικινδύνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά: “Μετά την παραπάνω σχετική εξώδικη απάντηση της J. ΑΕΕ προς τον κ. Δ. Γ. (ήδη αναιρεσίβλητο), σχετικά με την οικοδομική άδεια, που πρέπει να εκδοθεί και τις εργασίες επισκευής της οικοδομής επί της οδού Φ. 61 …, που πρέπει να εκτελεστούν σε εφαρμογή της (γ) σχετικής αναθεώρησης Προϊσταμένου, παρακαλούμε να επιτρέψετε τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στο οικόπεδο της οδού Φ. 59 στον Άγ. I. Ρ., ιδιοκτησίας της J. ΑΕΕ, σύμφωνα με τη (δ) σχετική οικοδομική άδεια και με τη συνεχή επίβλεψη του αρμοδίου μηχανικού. Σε περίπτωση, που παρατηρηθεί οποιαδήποτε επέκταση των ζημιών στο κτίσμα της οδού Φ. 61, παρακαλείται ο ιδιοκτήτης να ενημερώσει άμεσα την Υπηρεσία μας, προκειμένου να προβούμε στη διενέργεια νέας αυτοψίας, για τυχόν περαιτέρω ενέργειες, επισημαίνοντας ότι η άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής πρέπει να γίνει εντός της προβλεπομένης προθεσμίας των 90 ημερών από τη λήψη της (γ) σχετικής αναθεώρησης”. Εξάλλου, σε απάντηση της υπ’ αριθμ. … αίτησης του ενάγοντος μετά από τη διενέργεια νέας αυτοψίας, κοινοποιήθηκε τόσο στον ενάγοντα όσο και στην πρώτη εναγομένη το υπ’ αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του Τμήματος Επικινδύνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά, κατά το οποίο: “1. Κατά την αυτοψία στο εν λόγω διώροφο κτίριο κατοικίας διαπιστώθηκαν, εκτός από τα αναφερόμενα στην (ε) σχετική αναθεώρηση, τα οποία και ισχύουν, επιπλέον τα παρακάτω: στο ισόγειο, στο δωμάτιο του μπάνιου προς τη μεριά του ακάλυπτου, υπάρχει διεύρυνση των ρωγμών και αποκόλληση της πλάκας οροφής παταριού. Στο ίδιο σημείο, στην πλάκα Α’ ορόφου παρατηρήθηκε η ρωγμή με πάχος περίπου 2 εκ, από όπου υπάρχει πιθανή εισροή νερού στο εσωτερικό του ισογείου. Επίσης, παρατηρήθηκε διεύρυνση της αποκόλλησης του αρμού επαφής του διώροφου κτιρίου με την όμορη οικοδομή της οδού Φ. 63. Στην ιδιοκτησία της οδού Φ. 59, εκτελούνται εργασίες σύμφωνα με την (ζ) οικοδομική άδεια και είχε ολοκληρωθεί η εκσκαφή του υπογείου… στο διώροφο κτίσμα της οδού Φ. 61 δεν υφίστανται ενδείξεις, ώστε ο κίνδυνος να θεωρείται άμεσος και η κατασκευή να χαρακτηρίζεται ως επικινδύνως ετοιμόρροπη. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του σχετικού π.δ. για την αποτροπή του κινδύνου μίας οικοδομής, υποδεικνύονται από την αρμόδια υπηρεσία τα ηπιότερα μέτρα, για παράδειγμα επισκευές, ενισχύσεις, μεταρρυθμίσεις, προσθήκες κλπ. και σε έσχατη περίπτωση κατεδαφίσεις”. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι ως άνω διαπιστωθείσες ζημίες της οικοδομής του οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης ως εργοδότριας του εκτελούμενου έργου, η οποία κατά το χρόνο της διεύθυνσης και διεξαγωγής του έργου από τους προστηθέντες στην εκτέλεση του έργου της θεμελίωσης και αντιστήριξης τεχνικούς από βαριά αμέλεια δεν έλαβε, πριν την εκτέλεση της θεμελίωσης αλλά και κατά το στάδιο διενέργειας της εκσκαφής και της κατασκευής των φρεατοπασσάλων, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας της οικοδομής του ιδίου (δηλ. του ενάγοντος), που είναι όμορη προς το οικόπεδο, όπου εκτελείτο το έργο, με αποτέλεσμα την πρόκληση του κινδύνου της ζωής και της υγείας του ενάγοντος και της οικογένειάς του και την πρόκληση κινδύνου κατάρρευσης της οικίας του σε περίπτωση σεισμού, αφού αυτή κατέστη επικίνδυνη από άποψη στατικής και δομικής επάρκειας και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθεί. Ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός κρίνεται βάσιμος, καθώς από όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη και οι προστηθέντες από αυτή τεχνικοί δεν ενήργησαν γεωτεχνική μελέτη του συγκεκριμένου εδάφους του οικοπέδου ούτε προέβησαν σε έρευνα και έλεγχο της στατικής και δομικής αντοχής της οικοδομής του ενάγοντος αλλά από βαριά αμέλεια θεώρησαν ότι δεν θα επέλθει το ζημιογόνο γεγονός, αρκέστηκαν μόνο στην εκτέλεση του έργου τους και αδιαφόρησαν, με σκοπό να ωφεληθούν τις δαπάνες, στις οποίες θα υποβάλλονταν για την ασφάλεια και αντιστήριξη της οικοδομής του ενάγοντος παρά τις πολλαπλές έντονες οχλήσεις του τελευταίου για τον κίνδυνο διατάραξης της στατικής και δομικής αντοχής του κτιρίου, παραβιάζοντας έτσι τους παραδεδεγμένους κανόνες της οικοδομικής και ζημιώνοντας αυτόν παράνομα και υπαίτια. Ειδικότερα για τη μελέτη αντιστήριξης των πρανών με τη χρήση φρεατοπασσάλων και κεφαλόδεσμων μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων της κύριας αγωγής (Φ. 59-Φ. 61) με ημερομηνία υποβολής Ιανουάριος 2009 του πολιτικού μηχανικού Π. Κ., έγινε χρήση όλων των στοιχείων παλαιότερης γεωτεχνικής μελέτης με ημερομηνία σύνταξης το μήνα Μάρτιο του έτους 2006, η οποία αφορά άλλη ιδιοκτησία της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο. Ομοίως, όταν μεταγενέστερα, το μήνα Ιούλιο του έτους 2010, συντάχθηκε μελέτη με θέμα “Εκτίμηση μετακινήσεων λόγω κατασκευής πασσάλων αντιστήριξης” από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “Ε. Σ. Μ. ΑΕ”, έγινε και πάλι χρήση των αποτελεσμάτων της γεωτεχνικής μελέτης του μήνα Μαρτίου του έτους 2006 με τη στάθμη των υπογείων υδάτων σε σχετικό βάθος από την επιφάνεια από 3,20 μ. έως 3,40 μ., στάθμη που αφορά άλλο έργο έστω και στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο και διαφορετική χρονική περίοδο κατασκευής. Επίσης, στην εν λόγω μελέτη γίνεται μόνο προσομοίωση της κατασκευής των φρεατοπασσάλων, με σκοπό τον υπολογισμό των μετακινήσεων των χωματισμών λόγω διάνοιξης των πασσάλων, χωρίς να γίνεται και προσομοίωση του επιδίκου ακινήτου στην ίδια μελέτη με τους φρεατοπασσάλους. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η μελέτη αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με την κατασκευή 18 φρεατοπασσάλων φάρδους Φ80 ανά 1 μ. και βάθους 15 μ. με γεωτεχνικά στοιχεία της μελέτης του μήνα Μαρτίου του έτους 2006 χωρίς την ύπαρξη ενός ακινήτου ή ενός κάθετου φορτίου όμοιου με τις διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου πλάτους 7 μ. και μήκους 18 μ., οι μετακινήσεις θα είναι οριζόντια 6,5 χιλιοστά και καθίζηση 8 χιλιοστά. Δεν μπορεί, επομένως, να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι υπολογισμοί αυτοί έλαβαν χώρα χωρίς την ύπαρξη επικαιροποιημένης γεωτεχνικής μελέτης, που θα περιελάμβανε τα ορθά κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο γεωτεχνικά δεδομένα και φορτία από όμορες κατασκευές. Παρατηρείται δηλ. ότι οι κατασκευαστές εκτέλεσαν όλες τις εργασίες υλοποίησης των αντιστηρίξεων των πρανών μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών με δεδομένα, που δεν αφορούσαν το συγκεκριμένο σημείο εργασιών, αφού οι μελέτες είχαν εκπονηθεί με στοιχεία παλαιότερης γεωτεχνικής μελέτης (κατά τρία έτη), που αφορούσαν την κατασκευή άλλου έργου στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο μετά το πέρας των εργασιών κατασκευής του και σε συνάρτηση με το μέγεθός του, θα επηρέαζε τη στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα στις όμορες περιοχές. Εξάλλου, πριν την έναρξη των εργασιών αντιστήριξης και κατασκευής των φρεατοπασσάλων στο οικόπεδο επί της οδού Φ. υπήρχε ένα παλαιό κτίσμα εφαπτόμενο με την ιδιοκτησία του ενάγοντος Γ. Δ., το οποίο κατεδαφίστηκε με σκοπό τη διαμόρφωση του εργοταξίου για την έναρξη των εργασιών αντιστήριξης. Κατά την ολοκλήρωση της κατεδάφισης του παλαιού κτίσματος καθώς και την εκσκαφή του οικοπέδου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας κατά 50 εκατοστά από το φυσικό έδαφος, ήταν ευδιάκριτη η παλαιότητα του ακινήτου της αποκλειστικής κυριότητας του ενάγοντος. Συγκεκριμένα, η τοιχοποιία του τελευταίου ακινήτου, πριν την επάλειψή του με εκτοξευμένο σκυρόδεμα, ήταν δηλωτική της παλαιότητάς της, του τρόπου κατασκευής της καθώς και αν επρόκειτο για τοιχοποιία φέρουσα ή πλήρωσης, επιπλέον δε με την ολοκλήρωση της εκσκαφής των 50 εκατοστών του οικοπέδου της αποκλειστικής κυριότητας της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, γινόταν ευχερώς αντιληπτή η ύπαρξη ή όχι θεμελίων της ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Όλα τα ανωτέρω κρίσιμα στοιχεία έπρεπε να ληφθούν υπόψη από τους προστηθέντες της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι αξιολόγησαν πλημμελώς τόσο τα τεχνικά χαρακτηριστικά κατασκευής του επιδίκου ακινήτου όσο και την ιδιοσυστασία του υπεδάφους της συγκεκριμένης περιοχής, η οποία απέχει από τον Κ. ποταμό μόλις 300 μέτρα, γεγονός που σημαίνει την ύπαρξη υδροφόρου ορίζοντα σε άγνωστο βάθος. Επιπροσθέτως η πρώτη εναγομένη προέβη στην ανέγερση του κτιρίου επί του οικοπέδου της αποκλειστικής της κυριότητας ακριβώς στο όριο του όμορου οικοπέδου σε επαφή με την οικία του ενάγοντος εκμεταλλευόμενη προς ανοικοδόμηση και το τελευταίο τετραγωνικό μέτρο, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη λήψης επιπλέον μέτρων και συνεπάγεται αυξημένη υποχρέωση προστασίας της διπλανής ιδιοκτησίας, η οποία το κρίσιμο χρονικό διάστημα κατοικείτο. Επίσης, από την πρώτη στιγμή έναρξης των οικοδομικών εργασιών στο οικόπεδο της αποκλειστικής κυριότητας της πρώτης εναγομένης, είχε επισημανθεί τόσο από τον ενάγοντα όσο και από τη σύζυγό του ότι, λόγω της χρήσης βαρέος μηχανήματος κατά τη θεμελίωση της οικοδομής, η οικία τους υφίσταται δονήσεις, ενώ σχεδόν αμέσως προς επιβεβαίωση των φόβων τους εμφανίστηκαν ρωγμές, γεγονός που όφειλε να λάβει υπόψη της εξαρχής η πρώτη εναγομένη και οι προστηθέντες αυτής. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι οι εκτεταμένες φθορές της οικίας επί της οδού Φ. 61 οφείλονται στην ανωτέρω περιγραφείσα αμελή συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και των προστηθέντων αυτής, οι οποίοι λόγω έλλειψης της προσοχής, που όφειλαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 ν. 1396/1993 και μπορούσαν να καταβάλουν, προέβησαν στην εκσκαφή του οικοπέδου επί της οδού Φ. 61 και στην ανέγερση επ’ αυτού οικοδομής, χωρίς να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα και δη χωρίς να προηγηθεί η εκπόνηση επικαιροποιημένης γεωτεχνικής μελέτης λαμβανομένης υπόψη της ευρύτερης περιοχής, στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα (κοίτη του ποταμού Κηφισού, στην οποία οι αποθέσεις εδαφών όπως άργιλοι, αγριλώδης άμμος, αμμοχάλικα κλπ. δημιουργούν υδροφόρους ορίζοντες και εκ των πραγμάτων αποτελούν προσκόμματα στις συνθήκες θεμελίωσης), με αποτέλεσμα η οικοδομή επί της οδού Φ. 61 να καταστεί επικίνδυνη από δομική άποψη και να υποστεί λειτουργικές βλάβες. Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη ισχυρίστηκε κατ’ ένσταση (άρθρ. 300 ΑΚ) ότι στην επέλευση της ζημίας του ενάγοντος συνετέλεσε η έλλειψη κολωνών και δοκαριών στην οικία του, η κατασκευή των οποίων προβλεπόταν από τη σχετική οικοδομική άδεια. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος είναι παραδεκτός και νόμιμος στηριζόμενος στην ως άνω διάταξη, αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα στην υπ’ αριθμ. .. οικοδομική άδεια, που φέρει τον τίτλο “αντικατάσταση υπάρχουσας στέγης και προσθήκη ορόφου” και αφορά την επέκταση καθ’ ύψος του ακινήτου του ενάγοντος επί της οδού Φ. 61 (προσθήκη α’ ορόφου) και συγκεκριμένα στις κατόψεις των σχεδίων με θέμα “κάτοψη θεμελίων-κάτοψη ισογείου -ορόφου”, θα έπρεπε να κατασκευαστούν τα θεμέλια των κολωνών […]. Ωστόσο, τα ως άνω δομικά στοιχεία ουδέποτε κατασκευάστηκαν ούτε και τα αντίστοιχα θεμέλιά τους, όπως διαπιστώθηκε κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την υπ’ αριθμ. 255/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Τούτο διότι, αν όντως είχαν τα εν λόγω δομικά στοιχεία κατασκευαστεί, αυτό θα είχε γίνει ευχερώς αντιληπτό κατά τη διάρκεια της αυτοψίας από το διορισθέντα πραγματογνώμονα Σ. Ι., μετά από τη χρήση ανιχνευτή μετάλλων προς ανακάλυψη οπλισμών σκυροδέματος εντός της τοιχοποιίας, και την παρατήρηση και ανάλυση των σημείων, στα οποία σύμφωνα με τις εγκεκριμένες μελέτες της υπ’ αριθμ. …/ οικοδομικής άδειας θα έπρεπε να υπάρχουν τα εν λόγω δομικά στοιχεία (κολώνες-δοκάρια). Αποτέλεσμα της έλλειψης κατασκευής αυτών ήταν η πλάκα οροφής του ισογείου, η προσθήκη του Α’ ορόφου (στην αριστερή τους πλευρά) να στηρίζονται εξ ολοκλήρου στη φέρουσα τοιχοποιία μεταξύ της όμορης και κοινής πλευράς των ιδιοκτησιών της πρώτης εναγομένης (Φ. 59) και του ενάγοντος (Φ. 61), γεγονός το οποίο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση της ζημίας του ενάγοντος και συνετέλεσε σε αυτή κατά ποσοστό 20%. Επομένως, με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει η σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας της πρώτης εναγομένης να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη. Εξάλλου, ο ενάγων υπέστη θετική ζημία, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω περιγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης και συνίσταται στην απώλεια εισοδημάτων από την εκμίσθωση των διαμερισμάτων του ισογείου και στη δαπάνη για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του με τη μίσθωση οικίας. Συγκεκριμένα κατά το χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος το διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 44 τ.μ. ήταν μισθωμένο στον … έναντι μηνιαίου μισθώματος 400 ευρώ ενώ το άλλο διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 35,50 τ.μ. ήταν μισθωμένο στον … έναντι του ιδίου μηνιαίου μισθώματος. Επομένως, ο ενάγων, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο του έτους 2008 έως το μήνα Ιανουάριο του επομένου έτους (2009), θα αποκόμιζε το συνολικό ποσό των 4.800 ευρώ (800 ευρώ το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα χ 6 μήνες) από την εκμίσθωση των διαμερισμάτων του ισογείου, το οποίο απώλεσε λόγω της αναγκαστικής αποχώρησης των μισθωτών, όταν πλέον η οικοδομή, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης και των προστιθέντων αυτής, κατέστη μη κατοικήσιμη. Επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ο ενάγων αναγκάστηκε να μετοικήσει με την οικογένειά του λόγω των εκτεταμένων ζημιών της οικοδομής του και από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, προκειμένου να καλυφθούν οι στεγαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του (συζύγου και δύο τέκνων) προέβη στη μίσθωση διαμερίσματος στα Κ. Π. επί της οδού Ζ. 29 έναντι μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ.
Συνεπώς, ο ενάγων ζημιώθηκε για την ως άνω αιτία κατά το συνολικό ποσό των 2.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στην καταβολή μισθωμάτων από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως το μήνα Ιανουάριο του έτους 2009 και κατά το οποίο υπέστη μείωση η περιουσία του εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι: α) στα ισόγεια διαμερίσματα της οικοδομής του ενάγοντος και συγκεκριμένα στην κατά μήκος φέρουσα τοιχοποιία εφαπτόμενη με την όμορη ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας υπάρχουν εκτεταμένες διαγώνιες και οριζόντιες ρηγματώσεις (όχι τριχοειδείς) μεγάλου βάθους. Οι ρηγματώσεις είναι ιδιαίτερα έντονες στο μέσο της εφαπτόμενης πλευράς καθώς και σε όλες τις εγκάρσιες τοιχοποιίες -ενδιάμεσους διαχωριστικούς τοίχους, οι οποίες σε μεγάλο ποσοστό είναι διαμπερείς, β) υπάρχουν σημαντικές διαγώνιες ρηγματώσεις τόσο στην όψη του επιδίκου ακινήτου όσο και στις τοιχοποιίες στον εσωτερικό αύλειο χώρο καθώς και ρωγμές στα δάπεδα του ακινήτου και αποκόλληση του αρμού της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και της ιδιοκτησίας επί της οδού Φ. 63. γ) στον όροφο του επιδίκου ακινήτου υπάρχουν τριχοειδείς ρηγματώσεις στην κατά μήκος τοιχοποιία, η οποία εφάπτεται με την όμορη ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, καθώς και σε όλους τους ενδιάμεσους διαχωριστικούς τοίχους, δ) στην πλάκα δαπέδου του πρώτου ορόφου καθώς και στο μπαλκόνι του ιδίου ορόφου υπάρχουν τριχοειδείς ρωγμές, ε) στο δώμα παρατηρείται με μεγαλύτερη ακρίβεια η αποκόλληση-έντονη ρηγμάτωση του κοινού αρμού των ιδιοκτησιών Φ. 61 (ιδιοκτησία του ενάγοντος) και Φ. 63. Παρατηρείται, επομένως, ότι οι ζημίες, που υπέστη κατά τα ανωτέρω η οικοδομή του ενάγοντος, είναι εκτεταμένες στις όμορες τοιχοποιίες με την ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης καθώς και στις τοιχοποιίες διαμόρφωσης της εσωτερικής διαμερισματοποίησης του ακινήτου. Εν όψει όλων αυτών και ιδίως της έκτασης των ζημιών κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προκειμένου να καταστεί η οικοδομή του ενάγοντος κατοικήσιμη με ασφάλεια ενδείκνυται η κατεδάφιση και η ανέγερσή της εκ νέου. Η αντίθετη επιλογή δηλ. αυτή της αποκατάστασης των ζημιών χωρίς κατεδάφιση και εκ νέου ανέγερση είναι εκτεθειμένη σε πολλές και εύλογες επιφυλάξεις, καθώς προϋποθέτει εφαρμογή μελετών στατικής επάρκειας, αφαίρεση των επιχρισμάτων στις ζημιωθείσες τοιχοποιίες, με σκοπό τον εντοπισμό με ακρίβεια όλων των σημείων αστοχίας καθώς και τη μελέτη των μηχανικών χαρακτηριστικών της φέρουσας τοιχοποιίας, έτσι ώστε μετά την επέμβαση αποκατάστασής της να είναι ικανή να παραλαμβάνει όλα τα φορτία της ανωδομής (βλ. σχετ. την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα Σ. Ι.). Επομένως, γίνεται ευχερώς αντιληπτό ότι η λύση αυτή δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως ενδεδειγμένη, αφού προϋποθέτει την τήρηση διαδικασίας αποτελούμενης από ενέργειες, οι οποίες από απόψεως κόστους, χρόνου και τρόπου διεκπεραίωσης ουδόλως διαφέρουν ουσιωδώς από την κατεδάφιση και εκ νέου ανέγερση οικοδομής, ενώ δεν καθίσταται βέβαιη η δομική και στατική επάρκεια της οικοδομής, ώστε αυτή να είναι κατοικήσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για την κατεδάφιση και την εκ νέου ανέγερση της οικοδομής του ενάγοντος στην ίδια κατάσταση, στην οποία βρισκόταν κατά το χρόνο του ζημιογόνου συμβάντος λαμβανομένης υπόψη και της ανακαίνισης, που έλαβε χώρα το έτος 2006 ήτοι τρία έτη πριν την αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, απαιτούνται τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, όπως διαλαμβάνονται στη συνημμένη στην αγωγή τεχνική έκθεση: […]. Με βάση όλα τα ανωτέρω το συνολικό κόστος για την κατεδάφιση και εκ νέου ανέγερση της οικοδομής ανέρχεται στο ποσό των 415.314,58 ευρώ με την αναγκαία μνεία ότι δεν περιελήφθη το συνολικό ποσό των 7.875 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%, το οποίο αντιστοιχεί σε εγκατάσταση φυσικού αερίου (5.000 ευρώ + ΦΠΑ), πυροπροστασία (1.190 ευρώ + ΦΠΑ) και ανελκυστήρα (428 ευρώ + ΦΠΑ). Τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι η οικοδομή του ενάγοντος θερμαίνονταν με φυσικό αέριο κατά το χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος ούτε ότι ήταν εφοδιασμένη με σύστημα πυροπροστασίας, ενώ οι ένοικοι αυτής εξυπηρετούνταν με μεταλλική κλίμακα.
Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 338.091,67 ευρώ (415.314,58 + 4.800 + 2.500 = 422.614,58 – 20% ποσοστό συνυπαιτιότητας ήτοι – 84.522,91). Εξάλλου, εκτός από την περιουσιακή ζημία, ο ενάγων δοκίμασε φόβο και ανησυχία σχετικά με την ασφάλεια της οικοδομής, στην οποία βρισκόταν η μόνιμη κατοικία του καθώς και ταλαιπωρία, αφού αναγκάστηκε αιφνιδίως λόγω των εκτεταμένων φθορών της οικοδομής να μετοικήσει με την οικογένειά του. Αποτέλεσμα της ως άνω περιγραφείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης ήταν ο ενάγων να υποστεί ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας λαμβανομένων υπόψη της προκληθείσας στον ενάγοντα ζημίας, της αμέλειας της πρώτης εναγομένης, του βαθμού συνυπαιτιότητας του ιδίου καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, κρίνεται εύλογο το ποσό των 20.000 ευρώ (άρθρ. 932 ΑΚ) δηλ. ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25§1 του Συντάγματος και 2, 9§2 και 10§2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης […]. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε το δικαίωμα αποζημίωσης και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης καθ’ υπέρβαση και μάλιστα προφανή των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη, […]”. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την οριστική απόφασή του (657/2018), αφού έκρινε (καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει την προκείμενη αναιρετική δίκη), ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της γνήσιας αντικειμενικής ευθύνης της ήδη αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, ως προστήσασας (και) το δεύτερο εναγόμενο (μη διάδικο εν προκειμένω) επιβλέποντα μηχανικό των εργασιών εκσκαφής του εδάφους – αντιστήριξης, εκτέλεσης του φέροντος οργανισμού του υπό ανέγερση τετραώροφου κτιρίου και υπαίτιο των βλαβών που προκλήθηκαν στην οικοδομή του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την έφεση του τελευταίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή αυτού, κατά τα ανωτέρω.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 922, 681, 688-691 και 698 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμά του περί της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας, εργοδότιδας και κυρίας του έργου, ως προστήσασας, και του, μη διαδίκου, Α. Κ., επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, ως προστηθέντος, και της, εξ αυτής της σχέσεως, απορρέουσας αντικειμενικής ευθύνης της πρώτης (αναιρεσείουσας) εξ αδικοπραξίας του προστηθέντος, υπόχρεης, ως εκ τούτου, σε αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές της απόφασης αναφορικά με συναφείς ενέργειες της αναιρεσείουσας κυρίας του έργου, εξωτερικώς δηλωτικές, ότι είχε επιφυλάξει στον εαυτό της, σιωπηρώς, πλην όμως καταφανώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, από την έναρξη αυτού, με δεσμευτικές οδηγίες (και) στον ανωτέρω επιβλέποντα μηχανικό, ως εκ της φύσεως του έργου (ανοικοδόμηση νέου τετραώροφου κτιρίου-αναψυκτηρίου και γραφείων επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της, πλησίον έτερου καταστήματός της σε όμορο οικόπεδο ιδιοκτησίας της) για την άσκηση-εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, και συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα: 1) Με την από 3.9.2009 εξώδικη δήλωσή της προς τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, ο οποίος την κάλεσε στις 27.8.2009 να του απαντήσει “σχετικά με την πρόθεσή της να επανέλθουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση αναλαμβάνοντας τις ευθύνες”, δήλωνε ότι είχε την πρόθεση να αποκαταστήσει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος όλες ανεξαιρέτως τις ζημίες, οι οποίες προήλθαν από την εκτέλεση των εργασιών στο ακίνητό της λαμβάνοντας την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και χρησιμοποιώντας τα ίδια συνεργεία και τους ίδιους μηχανικούς, που κατασκευάζουν το δικό της κτίριο, καθώς επίσης και να του καταβάλει, για όσο διάστημα διαρκούσαν οι αναγκαίες αυτές επισκευές, το αιτηθέν από αυτόν ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως για δαπάνες μεταστέγασής του, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο ενάγων θα συνέβαλε στη συνέχιση του έργου κατασκευής του κτιρίου της πρώτης εναγομένης και στην έναρξη επισκευής της ιδιοκτησίας του, συνεργαζόμενος με τις αρχές για την αδειοδότηση και τη συνέχιση των εργασιών και με τους κατασκευαστές για τις εργασίες, που θα εκτελούνταν, ώστε να περατωθούν στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, 2) προέβη κατ’ επιλογή της στην ανέγερση του κτιρίου επί του οικοπέδου της ακριβώς στο όριο του όμορου οικοπέδου του αναιρεσιβλήτου σε επαφή με την οικία του, εκμεταλλευόμενη προς ανοικοδόμηση και το τελευταίο τετραγωνικό μέτρο, 3) είχε συνάψει σύμβαση ασφάλισης με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία G. H. Α.Ε.Α.Ζ., κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εκτέλεσης του έργου, που κάλυπτε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη της, για το συνολικό ποσό του 1.000.000 ευρώ, από κινδύνους, που, τυχόν, θα προέρχονταν από την ανέγερση της τετραώροφης οικοδομής της. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι “η πρώτη εναγομένη και οι προστηθέντες από αυτή τεχνικοί δεν ενήργησαν γεωτεχνική μελέτη του συγκεκριμένου εδάφους του οικοπέδου ούτε προέβησαν σε έρευνα και έλεγχο της στατικής και δομικής αντοχής της οικοδομής του ενάγοντος….Όλα τα ανωτέρω κρίσιμα στοιχεία έπρεπε να ληφθούν υπόψη από τους προστηθέντες της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι αξιολόγησαν πλημμελώς τόσο τα τεχνικά χαρακτηριστικά κατασκευής του επιδίκου ακινήτου όσο και την ιδιοσυστασία του υπεδάφους της συγκεκριμένης περιοχής…. οι εκτεταμένες φθορές της οικίας επί της οδού Φ. 61 οφείλονται στην ανωτέρω περιγραφείσα αμελή συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και των προστηθέντων αυτής”. Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει η σχέση προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Α. Κ., επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, αφού με την αναφορά της αναμφίβολα γνωστής έννοιας της προστήσεως, θεωρούνται ότι προβάλλονται τα χαρακτηριστικά, για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής, γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η από τη σύμβαση διαφύλαξη δικαιώματος της αναιρεσείουσας για παροχή οδηγιών και εντολών στον εργολάβο, στοιχεία τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο τη γενομένη δεκτή ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως προστήσασας και την εντεύθεν αδικοπρακτική ευθύνη της για τις πράξεις και παραλείψεις του επιβλέποντος μηχανικού και του εργολάβου (ΑΠ 1530/2004). Επομένως, ο πρώτος (και μοναδικός κύριος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας ως προς το κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ της ίδιας και του υπαίτιου επιβλέποντος μηχανικού, επικαλούμενη, ειδικότερα, ότι “ουδόλως στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης αναφέρεται ως αποδειχθέν γεγονός το ότι με τη σύμβαση της εργολαβίας που είχε συνάψει με τον ως άνω μηχανικό είχε επιφυλάξει στον εαυτό της με δεσμευτικές οδηγίες της τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου που του είχε αναθέσει ή ότι δια πράξεών του εξωτερικώς διαγνωστών είχε αναλάβει η ίδια τη διεύθυνση της εκτελέσεως του έργου”, είναι αβάσιμος. Με τους προβαλλόμενους επικουρικά υπό στοιχ. (Α) και (Β) λόγους αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητάς της (αμέλειας) και ειδικότερα ότι “οι εκτεταμένες φθορές της οικίας επί της οδού Φ. 61 οφείλονται στην ανωτέρω περιγραφείσα αμελή συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και των προστηθέντων αυτής, οι οποίοι λόγω έλλειψης της προσοχής, που όφειλαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 ν. 1396/1993 και μπορούσαν να καταβάλουν, προέβησαν στην εκσκαφή του οικοπέδου επί της οδού Φ. 61 και στην ανέγερση επ’ αυτού οικοδομής, χωρίς να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα και δη χωρίς να προηγηθεί η εκπόνηση επικαιροποιημένης γεωτεχνικής μελέτης…” το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή α) [με τον υπό στοιχ. (Α) λόγο] την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 330 εδ. β’ ΑΚ αφού, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα περί της υφιστάμενης αστικής αμέλειας της ίδιας και του μηχανικού του έργου, δεν στήριξε την κρίση του στις δυνατότητες του μέσου και συνετού ανθρώπου εντός του κύκλου της συνήθους δραστηριότητάς του, παρά έλαβε υπόψη τα δύο κριτήρια (αντικειμενικό και υποκειμενικό) συνδρομής της ποινικής αμέλειας του άρθ. 28 ΠΚ και β) [με τον υπό στοιχ. (Β) λόγο] την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, αφού θεμελίωσε την υπαιτιότητά της ως προστήσασας σε υποκειμενική ευθύνη, ήτοι στην ύπαρξη πταίσματός της, ενώ κατά την εν λόγω διάταξη η ευθύνη του προστήσαντος, προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, από τη δράση του προστηθέντος, είναι αντικειμενική. Ο ανωτέρω, υπό στοιχ. (Α) αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, διότι πλήττει πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της, ενώ ο έτερος, υπό στοιχ. (Β), λόγος είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, κατά τις προεκτεθείσες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες στηρίζουν το ως άνω επαρκές και πλήρες, χωρίς αντιφατικές αιτιολογίες, αποδεικτικό της πόρισμα, υφίστατο σχέση πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας, ως προστήσασας, και του μη διαδίκου επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, ως προστηθέντος, δεχόμενο σαφώς το Εφετείο ότι η αστική ευθύνη της αναιρεσείουσας είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον η ίδια, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα (αμέλεια) του υπ’ αυτής προστηθέντος, το οποίο συνίσταται στο ότι αυτός παρέλειψε να λάβει τα επιβαλλόμενα, από τις προαναφερόμενες διατάξεις, προστατευτικά μέτρα κατά την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφής στο κοινό όριο των δύο ακινήτων, οι παραλείψεις δε αυτές συνιστούν αμέλεια, κατά την έννοια των άρθρων 330 και 914 ΑΚ, δηλαδή της μη καταβολής της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και δη αυτής που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το μέσο συνετό και επιμελή εκπρόσωπο του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου της δραστηριότητας του υπαιτίου μηχανικού, ο οποίος, κατά τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές, συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 και 914 ΑΚ, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή της αμέλειας) συμπεριφορά του, ως άνω προστηθέντος από την αναιρεσείουσα πολιτικού μηχανικού, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την οποία και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται, με την εν λόγω συμπεριφορά του ως άνω προστηθέντος αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Την κρίση του ότι οι ζημίες στην οικία του αναιρεσιβλήτου οφείλονται και σε αμέλεια της αναιρεσείουσας (τότε πρώτης εναγομένης) στήριξε το δικαστήριο της ουσίας, σε μία σειρά παραλείψεων, οφειλόμενων ενεργειών, του επιβλέποντος μηχανικού, που αφορούσαν τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες, όπως αυτές εκτίθενται ανωτέρω, δεχόμενο κατά τη νοηματική εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η υποχρέωση πρόνοιας για επαρκή στερέωση του γειτονικού ακινήτου, επιβάλλει σ’ εκείνον, που ενεργεί την ανόρυξη, να λάβει όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατάσταση του γειτονικού ακινήτου, ακόμη και αν η υφιστάμενη σ’ αυτό οικοδομή είναι ελαττωματική. Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαίτιας (αμελούς) συμπεριφοράς του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα, καθόσον διέλαβε σ’ αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στην ανωτέρω διάταξη και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, ο (Γ) επικουρικός αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο ειδικότερο σκέλος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι ενώ το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δέχεται ότι οι ρηγματώσεις στην οικοδομή του αναιρεσιβλήτου οφείλονται και σε δική της αμελή συμπεριφορά, συνιστάμενη σε παράλειψη της υποχρέωσής της να προηγηθεί της εκσκαφής για την τοποθέτηση των σιδηροπασσάλων η εκπόνηση νέας γεωτεχνικής μελέτης, ωστόσο, ουδεμία αναφορά γίνεται στην προσβαλλομένη περί του εάν η παραληφθείσα ενέργεια προβλέπονταν από μεταξύ τους σύμβαση ή από το νόμο ή από την καλή πίστη, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο, υπό στοιχ. (Γ), επικουρικό αναιρετικό λόγο, κατά τα μερικότερα σκέλη του, υπό στοιχ. (β), (γ), (δ), (ε) και (στ), η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση: δεν αναφέρεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της εκσκαφής (2009) είχαν δημιουργηθεί υδροφόροι ορίζοντες και στο οικόπεδό της και μάλιστα σε τόσο μεγάλο εύρος, ώστε η εκσκαφή να καθίσταται ικανή να επιφέρει, ως ενεργή αιτία, τις ρηγματώσεις στην οικοδομή του αναιρεσιβλήτου [σκέλος υπό στοιχ. β], δεν αιτιολογείται καθόλου, άλλως αιτιολογείται πλημμελώς, η τελική παραδοχή της ότι η εκσκαφή χωρίς προηγούμενη νέα, επικαιροποιημένη, μελέτη, που ίσως θα αναδείκνυε πρόβλημα γεωλογικής ανεπάρκειας του εδάφους του οικοπέδου και πιθανώς θα υποδείκνυε άλλα τεχνικά μέσα αντιστήριξης της όμορης οικοδομής του αναιρεσιβλήτου, αποτέλεσε την πρόσφορη αιτία για την επέλευση των άνω ρηγματώσεων [σκέλος υπό στοιχ. γ], δεν διευκρινίζεται ποιας εντάσεως ήταν οι κραδασμοί τους οποίους προκάλεσε η χρήση του βαρέως μηχανήματος από πλευράς των μηχανικών της, ώστε να προκληθούν οι εν λόγω ρηγματώσεις στην οικοδομή του αναιρεσιβλήτου [σκέλος υπό στοιχ. δ], ενώ αναφέρεται ως στοιχείο της αναγκαιότητας συντάξεως επικαιροποιημένης γεωτεχνικής μελέτης το γεγονός ότι σε απόσταση τριακοσίων μέτρων από το σημείο εκσκαφής κυλάει ποταμός, εν τούτοις δεν διευκρινίζει αν αυτό συνετέλεσε στην αλλοίωση της ιδιοσυστασίας των χωμάτων των δύο οικοπέδων ώστε να καθίσταται αναγκαία, πριν αρχίσει η εκσκαφή, η σύνταξη νέας γεωτεχνικής μελέτης [σκέλος στοιχ. ε] και, τέλος, δεν αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της διανοίξεως των οπών, για την κατασκευή των φρεατοπασσάλων στο έδαφος του οικοπέδου της, και της επέλευσης των ρηγματώσεων [σκέλος υπό στοιχ. στ]. Ο λόγος αυτός, κατά τα μερικότερα αυτά σκέλη του, είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα. Επίσης, με τον ίδιο, υπό στοιχ. (Γ) επικουρικό λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του υπό στοιχ. (στ) σκέλους του, καθώς και με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη (άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη) αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιόν του, και ειδικότερα την από 12.1.2009 “Μελέτη Αντιστήριξης – Τεχνική Έκθεση-Υπολογισμοί” (δηλαδή τη στατική μελέτη αντιστήριξης πλευρικών πρανών), προκειμένου, ανταποδεικτικώς, να αποσείσει τον αγωγικό ισχυρισμό ότι οι ρηγματώσεις που εμφανίσθηκαν στο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου οφείλονται σε υπαιτιότητα ή έστω σε συνυπαιτιότητά της, ενώ, επιπροσθέτως, με το ίδιο σκέλος (στ) του ίδιου λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη την ίδια πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη (άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη) αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε, με τον ίδιο ως άνω αποδεικτικό σκοπό, και ειδικότερα την από 1.9.2009 “Τεχνική Έκθεση Εκτελεσθεισών Εργασιών προσωρινής αντιστήριξης πρανών εκσκαφής σε οικόπεδο επί των οδών Π. και Φ….για την ανέγερση νέου τετραώροφου κτιρίου… ” και την υπ’ αριθ. … ένορκη κατάθεση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία, μάλιστα, και ρητά αναφέρει. Ούτε όμως και συνιστά μη λήψη υπόψη αυτών όταν το δικαστήριο από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων καταλήγει σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον, τότε, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, οι περί του αντιθέτου ως άνω λόγοι, αναιρετικός και πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.
Με τους υπό στοιχ. (Δ) και (Ε) συναφείς λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου και, ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι, ενώ δέχεται πως, στην προκείμενη περίπτωση, βάσει των εκτεταμένων ρηγματώσεων που δημιουργήθηκαν, κατά τις άνω παραδοχές του, στη διώροφη κατοικία του αναιρεσιβλήτου, ενδείκνυται η κατεδάφιση και η ανέγερσή της εκ νέου, προκειμένου αυτή να καταστεί κατοικήσιμη με ασφάλεια, δεν αιτιολογεί περαιτέρω επαρκώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το συμπέρασμα αυτό, το οποίο θα έπρεπε να είχε θεμελιώσει σε αποδειχθέντα επιστημονικά δεδομένα της στατικής και της δυναμικής, ώστε επί τη βάσει αριθμητικών υπολογισμών να προκύπτει επιστημονικώς ακλονήτως ότι μοναδική αιτία της πλήρους απωλείας της στατικής επάρκειας του κτιρίου είναι οι διαληφθείσες ρηγματώσεις στο φέροντα οργανισμό του, ενόψει και του ότι, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, ο χαρακτηρισμός πολλών από τις ρηγματώσεις ως τριχοειδών, δεν δικαιολογούν, κατ’ αντικειμενική κρίση, την κατεδάφιση της οικοδομής. Επιπροσθέτως, με τον ίδιο ως άνω υπό στοιχ. (Ε) λόγο μέμφεται το Εφετείο και για το ότι κατέληξε στο προδιαληφθέν συμπέρασμά του “κατόπιν συγκρίσεως, στην οποία προέβη, μεταξύ αφενός της πλήρους κατεδαφίσεως του κτιρίου και αφετέρου της επισκευής των ζημιών του, επιλέγοντας εξ αυτών την πρώτη, επί τη βάσει όχι αποδεδειγμένων επιστημονικών – και συνεπώς αναντιρρήτων κριτηρίων, παρά αυθαιρέτως επί τη βάσει “πολλών και ευλόγων επιφυλάξεών του” (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην απόφασή του), που αφορούν τον τρόπο και τις διαδικασίες επισκευής των ζημιών και αφετέρου του γεγονότος ότι το κόστος από το ένα μέρος της επισκευής και από το άλλο της κατεδαφίσεως/ ανεγέρσεως δεν διαφέρουν καθόλου”, ισχυριζόμενη, στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα, ότι και οι δύο αυτές αιτιολογίες της προσβαλλομένης είναι ελλιπείς, η μεν πρώτη επειδή διατυπώνεται με επιφυλάξεις, η δε δεύτερη επειδή δεν περιέχει τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά αφενός για την επισκευή και αφετέρου για την κατεδάφιση, από τη σύγκριση των οποίων να προκύπτει πλήρως ότι η κατεδάφιση/ανέγερση της οικοδομής είναι η ενδεδειγμένη οικονομικώς λύση έναντι της επισκευής των ρηγματώσεων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠοΛΔ πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, εφόσον οι ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλομένης, σχετικές με τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου, με κατεδάφιση και εκ νέου ανέγερση της διώροφης κατοικίας του, είναι επαρκείς, σαφείς και ανενδοίαστες και καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο, δεχόμενο σαφώς, με την παραδοχή, πως εκτεθειμένη “σε πολλές και εύλογες επιφυλάξεις είναι η αντίθετη επιλογή, αυτή, δηλαδή, της αποκατάστασης των ζημιών χωρίς κατεδάφιση και εκ νέου ανέγερση”, ότι δεν παρέχεται βεβαιότητα για τη δομική και στατική επάρκεια της οικοδομής, ώστε να καταστεί αυτή κατοικήσιμη με ασφάλεια. Ενόψει τούτων, δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται στην προσβαλλομένη και οι απαιτούμενες δαπάνες για την επισκευή χωρίς κατεδάφιση, αφού η κατεδάφιση/εκ νέου ανέγερση κρίθηκε από το Εφετείο ως ενδεδειγμένη, με πρωταρχικό κριτήριο την εξ αυτής αναμενόμενη με βεβαιότητα δομική και στατική επάρκεια της οικοδομής, που θα την καθιστά κατοικήσιμη με ασφάλεια, προϋπόθεση που, κατά τις ίδιες παραδοχές, δεν εξασφαλίζει η επισκευή χωρίς κατεδάφιση, και όχι γιατί είναι ενδεδειγμένη από οικονομικής πλευράς. Επομένως οι περί του αντιθέτου ως άνω συναφείς λόγοι είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται απόλυτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 198/2015). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 387 και 390 προκύπτει ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη που διόρισε το δικαστήριο ή που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο και, επομένως η κρίση του αυτή ως προς την εκτίμηση των πιο πάνω εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΟλΑΠ 32/1990, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 273/2014, ΑΠ 81/2011). Ειδικότερα η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ακόμη κι αν διατάχθηκε από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 386 ΚΠολΔ, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 ΚΠολΔ), ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 2017/2019, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009) και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12, ελέγχεται αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1020/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. (ΣΤ) αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο πως έλαβε υπόψη την από 15.6.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος, κατά τα ανωτέρω, με την υπ’ αριθ. 255/2017 μη οριστική εφετειακή απόφαση, πραγματογνώμονα Σ. Ι., πολιτικού μηχανικού, καθώς, όπως ισχυρίζεται, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε, εσφαλμένα και αναιτιολόγητα, σε αντίθετο πόρισμα, παραγνωρίζοντας εκείνο του πραγματογνώμονα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ρητά ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του η άνω δικαστική πραγματογνωμοσύνη, παράλληλα δε, ειδική μνεία αυτής και του περιεχομένου της γίνεται και στο σκεπτικό της προσβαλλομένης και ως εκ τούτου δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την πιο πάνω δικαστική πραγματογνωμοσύνη. Ούτε, όμως, συνιστά μη λήψη υπόψη αυτής, όταν το δικαστήριο από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων καταλήγει σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον, τότε, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παρά ταύτα, η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει ότι το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο, εφόσον διέταξε την πραγματογνωμοσύνη να δεχθεί και το πόρισμά της, πράγμα το οποίο είναι αβάσιμο, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε κατ’ άρθρο 368 ΚΠολΔ και δεν έχει αυξημένη δύναμη, σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης που να είναι και αντίθετη με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου, όπως αναφέρθηκε, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αναγομένη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 εδ. α’ του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή, και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, από τους αριθ. 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις άνω σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, δικαιούμενος, μετά ταύτα, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, το ποσό της οποίας ορίσθηκε, μετά από εκτίμηση και στάθμιση των εκτεθέντων κριτηρίων, σε 20.000 ευρώ, το οποίο κρίθηκε εύλογο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το άνω επιδικασθέν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα προαναφερόμενα στην προσβαλλομένη προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής και, επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης υπό στοιχ. (Ζ), που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ναι μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ως προσδιοριστικό στοιχείο της χρηματικής ικανοποίησης και η κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, πλην όμως η έννοια της σχετικής περικοπής της απόφασης είναι προδήλως, ότι η κρίση αυτή αναφέρεται στην κοινωνική κατάσταση του ενάγοντος – αναιρεσιβλήτου. Συνακόλουθα, εφόσον το άνω ποσό, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, προσδιορίσθηκε τηρηθείσας της αρχής της αναλογικότητας και βρίσκεται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου, ο προβαλλόμενος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό στοιχ. (Η) αναιρετικός λόγος, με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης του άρθρου 932 ΑΚ επειδή το Εφετείο για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, εσφαλμένα έλαβε υπόψη ως κριτήριο και την κοινωνική κατάσταση της αναιρεσείουσας, που ως νομικό πρόσωπο δεν έχει τέτοια, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας του, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής, για το ορισμένο της οποίας αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις. Ειδικότερα, η αντικειμενική αξία του καταστραφέντος πράγματος και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με τη δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου ομοίου πράγματος καινούργιου. Τούτο δε διότι, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Κατά συνέπεια, επί καταστροφής πράγματος, που δεν είναι καινούργιο, εφόσον η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το εις αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι ανάλογα με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος (ΑΠ 839/2012, ΑΠ 68/2005). Σε περίπτωση, αντίθετα, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 705/1979). Σε περίπτωση δε που η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της καταστάσεως, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί με βάση την ολική αξία του πράγματος. Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1774/2013, ΑΠ 839/2012, ΑΠ 1668/2012). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, “κατ’ εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης απ εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559”. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, ότι η ανέγερση της οικοδομής του αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα το έτος 1958, ότι μετά τον ισχυρό σεισμό του Σεπτεμβρίου 1999 με τις, πασίδηλες, καταστροφικές συνέπειες λόγω της μεγάλης έντασης (5,9 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ) χαρακτηρίστηκε κατάλληλη για χρήση, ότι το έτος 2006 ο αναιρεσίβλητος προέβη στην ανακαίνισή της, δαπανώντας το ποσό των 35.000 ευρώ, ότι μετά το ως άνω ζημιογόνο συμβάν η διώροφη οικοδομή του λόγω των εκτεταμένων ζημιών κρίθηκε επικίνδυνη από άποψη δομική και στατική και ακατάλληλη για οίκηση και ενδείκνυται η κατεδάφιση και ανέγερσή της εκ νέου προκειμένου να καταστεί κατοικήσιμη με ασφάλεια, καθώς και ότι για την κατεδάφιση και την εκ νέου ανέγερση της διώροφης οικοδομής στην ίδια κατάσταση, στην οποία βρισκόταν κατά το χρόνο του ζημιογόνου συμβάντος (2009), λαμβανομένης υπόψη και της προηγηθείσας το έτος 2006 ανακαίνισης, το κόστος ανέρχεται, μετ’ αφαίρεση του ποσοστού (20%) συνυπαιτιότητας του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, στο συνολικό ποσό των 338.091,67 ευρώ, κατά το ποσό δε αυτό που θα υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει, ζημιώθηκε και πρέπει να αποζημιωθεί, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, καθόσον αφορά τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσίβλητος κύριος της διώροφης οικοδομής από την θεωρούμενη ολοκληρωτική καταστροφή της, υπολογιζόμενη, κατά τα ως άνω με βάση την αξία της, προς την οποία αντίστοιχα μειώθηκε η υπάρχουσα, κατά τον ένδικο χρόνο, περιουσία του, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Συνακόλουθα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, εξεταζόμενος και αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 562 παρ. 4), τον οποίο επικαλείται και η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο υπό στοιχ. (Θ) λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 ΑΚ, επειδή, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, από την ως άνω παραδοχή “Περαιτέρω από την κατεδάφιση και την εκ νέου ανέγερση της διώροφης οικοδομής του ενάγοντος στην ίδια κατάσταση, στην οποία βρισκόταν κατά το χρόνο του ζημιογόνου συμβάντος … απαιτούνται τα ακόλουθα χρηματικά ποσά”, προκύπτει ότι το Εφετείο ως βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως του ενάγοντος δεν έλαβε υπόψη τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος, είναι αόριστος διότι δεν γίνεται επίκληση της επίδρασης-σύνδεσης του προβαλλόμενου σφάλματος στο διατακτικό. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού η λήψη υπόψη ανελαστικά του χρόνου της συζήτησης της αγωγής, ως αποκλειστικού χρονικού σημείου για τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης, είναι ενδεχόμενο, εάν κατά τον χρόνο εκείνο έχει μειωθεί η αξία της παροχής, να αποβεί σε όφελος του ζημιώσαντος, ο οποίος καθυστερεί την εκπλήρωση της παροχής του, και συνεπώς, μπορεί ο δικαστής, για τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης, να λάβει υπόψη και άλλα περιστατικά κατ’ άλλο χρόνο επενεργήσαντα, ακόμη και την αναφερόμενη σε παρελθόντα χρόνο αξία του αντικειμένου της παροχής, εκτιμώντας περιστατικά που έλαβαν χώρα στο χρόνο αυτόν, χωρίς να αποκλείεται να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1236/2020, ΑΠ 802/2013, ΑΠ 846/2003), ακόμη και στο χρόνο επελεύσεώς της (ΑΠ 1046/2015). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου ούτε πρόσθετου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκαν η από 27.12.2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “J. Α. Ε. Ε.” και το διακριτικό τίτλο “J.” για αναίρεση της υπ’ αριθ. 657/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, καθώς και οι από 7.6.2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία “G. H. Ανώνυμος Εταιρία Α. Ζ.”.
Απορρίπτει την από 27.12.2018 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία “J. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ” για αναίρεση της υπ’ αριθ. 657/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, καθώς και τον από 7.6.2019 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
