Αριθμός 595/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. Α. Μ. του Ν. , κατοίκου … και 2. Α. Κ. του Γ. , κατοίκου … , που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Καραΐσκου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 231/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Ξ. του Κ. , κάτοικο … , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις υπ’ αριθμ. …2025 και …2025, αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2026.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση α) η με αρ. έκθ. κατ. …2025 αίτηση του Α. Μ. του Ν. και, β) η με αρ. έκθ. κατ. …2025 αίτηση του Α. Κ. του Γ. , για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 231/21.10.2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο, κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. , ειδικό βιβλίο στις 10/12/2025, και αυτές κατατέθηκαν με δήλωση των αναιρεσειόντων στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 29/12/2025, περιέχουν δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Π.Δ.
Επομένως, οι υπό κρίση αναιρέσεις είναι παραδεκτές (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 εδ. α’, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 α’ Κ.Π.Δ.) και πρέπει, ως συναφείς, να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτές λόγων. Ι. Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου Π.Κ.). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου Π.Κ. ορίζεται ότι “Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο “όλον” και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός μεν ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφετέρου δε άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για τον χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 513/2025, ΑΠ 1359/2022, ΑΠ 543/2022, ΑΠ 640/2020).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 224 του προϊσχύσαντος (μέχρι 30/6/2019) Π.Κ. (ψευδορκία), που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο τέλεσης (17/5/2018) της ένδικης πράξης της ψευδούς κατάθεσης, “1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια”.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1/7/2019 Π.Κ., που τιτλοφορείται “ψευδής κατάθεση”, “1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή”. Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νέου Π.Κ., στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του προηγούμενου Π.Κ. , είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του ισχύσαντος μέχρι 30/6/2019 Π.Κ. , αφού για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο, και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 του πΠ.Κ. προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο ένα έτος και ανώτερο πέντε έτη (ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 513/2025, ΑΠ 423/2025, ΑΠ 1113/2024, ΑΠ 519/2024).
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του νέου Π.Κ. , προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα απαιτείται: α) κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και, γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (ΑΠ 423/2025, ΑΠ 1134/2024, ΑΠ 211/2024, ΑΠ 267/2023, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 100/2023, ΑΠ 918/2022, ΑΠ 481/2022). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για ψευδή κατάθεση πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ’ αυτή τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα, κατ’ αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη υπόθεση. Το ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής (της κατάθεσης, δηλαδή, γεγονότος σχέση έχοντος προς τη δικαζόμενη υπόθεση και δυναμένου να χρησιμεύσει προς απόδειξη στα πλαίσια αυτής), συνάγεται και από το ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 Π.Κ. κατατάσσεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του εν λόγω Κώδικα, που αναφέρεται στα εγκλήματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, η οποία, αναγκασμένη να προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και στο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, κινδυνεύει, όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματική αλήθεια, να παραπλανηθεί, με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή απονομή της, ενώ, όταν τα κατατεθέντα γεγονότα είναι εντελώς άσχετα με τη δικαζόμενη υπόθεση, για την οποία δόθηκε η περιέχουσα εκείνα ένορκη κατάθεση και αλυσιτελή προς απόδειξη στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 948/2022). Από τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρος (ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 1044/2021). Θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό κατά διάταξη νόμου να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων είναι οι συμβολαιογράφοι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε’ του ν. 2830/2000, όπως επίσης και ο Ειρηνοδίκης, κατ’ άρθρο 1 του ν. 1540/1944, και μέχρι την 15/3/2024, ημερομηνία έναρξης ισχύος των άρθρων 14 και 17 του ν. 5095/2024, με τα οποία, κατά τροποποίηση του άρθρου 421 του ΚΠολΔ, αφενός μεν αφαιρέθηκε η αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων και αφετέρου ανατέθηκε τέτοια σχετική αρμοδιότητα στους δικηγόρους της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρος.
Συνεπώς, αν τα πραγματικά περιστατικά που κατατίθενται από τον μάρτυρα στις ένορκες βεβαιώσεις είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, πράγμα το οποίο συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια. Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο σε πολιτικές δίκες, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 421 και 422 του ΚΠολΔ, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της βεβαίωσης. Η έλλειψη της κλήτευσης καλύπτεται με την παράσταση του αντιδίκου κατά τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης, διότι διαφορετικά οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρος για όσα περιστατικά περιέχονται σε αυτές, εκτός εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου δεν απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που επιμελείται για τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης, διότι στη διαδικασία αυτή ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, τη συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζήτησης της αίτησης (ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 513/2025, ΑΠ 1157/2024, ΑΠ 842/2023, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1177/2022).
Επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας απόφασης, με την οποία καταδικάσθηκε κάποιος για ψευδή κατάθεση, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη ενώπιον συμβολαιογράφου, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση, εκτός άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί ύστερα από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, ο οποίος επιμελήθηκε να ληφθεί η ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 1157/2024, ΑΠ 842/2023, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1177/2022, ΑΠ 454/2019).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α’ του προϊσχύσαντος Π.Κ. (που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο άρθρο 46 παρ. 1 του ισχύοντος Π.Κ.), “Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε”. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς, α) η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτής. Η πρόκληση και παραγωγή της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ, φορτικότητα ή προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με τον φυσικό αυτουργό και, β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, την οποία αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 373/2025, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1112/2023, ΑΠ 267/2023). Τέτοιος άμεσος δόλος απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, για την υποκειμενική θεμελίωση της ψευδούς κατάθεσης, οπότε άμεσος δόλος απαιτείται και για την υποκειμενική θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση (ΑΠ 103/2025, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 210/2022).
ΙΙ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. , όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ’ άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. , για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Ειδικώς, ως προς τον δόλο, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επέλευσης ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική απόφαση. Έτσι, για το αξιόποινο της πράξης της ψευδούς κατάθεσης, για την υποκειμενική υπόσταση της οποίας απαιτείται άμεσος δόλος και δη η γνώση ορισμένου περιστατικού, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που την δικαιολογούν, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η γνώση ότι τα κατατεθέντα είναι ψευδή θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του ίδιου του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με αυτή, περιστατικών (ΑΠ 1031/2025, ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 862/2020). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ. , για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 25/2020). Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε ,καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε ,χωρίς ,όμως, να είναι αναγκαίος ο καθορισμός τους μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας από άποψη τόπου τρόπου και χρόνου τέλεσης (ΑΠ 1177/2022, ΑΠ 425/2020 , ΑΠ 1285/2020 , ΑΠ 746/2019, ΑΠ 523/2019). Ακόμη πρέπει να περιγράφεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η άδικη πράξη την οποία με τις προτροπές κ.λ.π. του ηθικού αυτουργού τέλεσε ο αυτουργός ,αφού προϋπόθεση για την παραδοχή της ηθικής αυτουργίας είναι η τέλεση από τον αυτουργό της άδικης πράξης στην οποία παρακινήθηκε (ΑΠ 1177/2022, ΑΠ 166/2021). Ειδικώς για το δόλο ,εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος η ύπαρξη τέτοιου δόλου ο οποίος προσαπαιτείται να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (διπλός δόλος) πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 1177/2022, ΑΠ 166/2021).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 423/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 231/21.10.2025 απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν, σε δεύτερο βαθμό, Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί κατάθεση υποστηρίζοντος την κατηγορία, πρακτικά πρωτοβάθμιας απόφασης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογίες κατηγορουμένων) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: “Στις 17/5/2018, ο πρώτος κατηγορούμενος, Α. Μ. του Ν. , εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώπιον της Συμβολαιογράφου … , Θ. Ζ. Π. , παρείχε την υπ’ αρ. …2018 Ένορκη Βεβαίωση, με την οποία κατέθεσε, εν γνώσει του ψευδώς ότι : “Το συγκεκριμένο σημείο στο οποίο είναι και η εγκατάσταση του ενάγοντος Α. Ξ. είναι το χαμηλότερο σημείο του χωριού και λόγω αυτής της κλίσης του εδάφους όλα τα νερά από το χωριό μετά από έντονη βροχόπτωση μαζεύονται σε αυτό το σημείο. Ρέμα δεν υπήρχε ποτέ εκεί. Το ξέρω από μικρό παιδί. Και εγώ έχω υποστεί ζημιές στην καλλιέργειά μου στην περιοχή αυτή. Όλοι στον Σταυρό ξέρουν ότι σ’ αυτό το σημείο όταν βρέχει μαζεύονται όλα τα νερά” Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Κ. του Γ. , στη Λαμία, στις 17/5/2018, προκάλεσε με πρόθεση, στον πρώτο κατηγορούμενο, την απόφαση να τελέσει το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης, ως περιγράφεται ανωτέρω, ενώ γνώριζε και ο ίδιος την αναλήθεια της κατάθεσης εκείνης, προέβη δε σε αυτήν την πράξη του, προκειμένου, ακολούθως, να χρησιμοποιήσει την ως άνω υπ’ αρ. …2018 Ένορκη Βεβαίωση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά τη συζήτηση της με αρ. καταθ. …2018 Αγωγής του εγκαλούντος, εναντίον των ιδίων. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν χωρίς να καταληφθεί αμφιβολία στο παρόν δικαστήριο περί της ενοχής των, ιδία από την κατάθεση του μάρτυρα του κατηγορητηρίου. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί του ότι δεν γνώριζαν την ύπαρξη ρέματος εκεί δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και δεν έγινε πιστευτός από το δικαστήριο, καθόσον μπορεί να μην αποτυπώνεται στα τοπογραφικά διαγράμματα των τίτλων ιδιοκτησίας εκάστου των κατηγορουμένων, ωστόσο η ύπαρξή του δεν μπορεί αντικρουστεί με αυτό το επιχείρημα και είναι ένα πραγματικό γεγονός αντιληπτό στις αισθήσεις, ιδία για τους κατηγορούμενους οι οποίοι καθημερινά βρίσκονται εκεί για την φροντίδα των καλλιέργειών τους, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος ήταν αυτός που είχε συμφέρον από την ψευδή κατάθεση του πρώτου εξ αυτών και με πρόθεση και με πειθώ προκάλεσε την απόφαση στον πρώτο να τελέσει την άδικη πράξη που αποδείχτηκε ότι τέλεσε. Επομένως, οι ως άνω κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις αυτές, οι οποίες στοιχειοθετούνται πλήρως τόσο κατά την υποκειμενική, όσο και κατά την αντικειμενική υπόστασή τους”.
Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο έκρινε τους αναιρεσείοντες ενόχους, με την αναγνώριση σε αμφοτέρους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α’ Π.Κ., της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης τον πρώτο και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση τον δεύτερο αυτών και επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών σε έκαστο, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό :
“ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον πρώτο κατηγορούμενο, Α. Μ. του Ν. , του ότι : Εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώπιον της Συμβολαιογράφου … , Θ. Ζ. Π. , παρείχε την υπ’ αρ. …2018 Ένορκη Βεβαίωση, με την οποία κατέθεσε, εν γνώσει του ψευδώς ότι: “Το συγκεκριμένο σημείο στο οποίο είναι και η εγκατάσταση του ενάγοντος Α. Ξ. είναι το χαμηλότερο σημείο του χωριού και λόγω αυτής της κλίσης του εδάφους όλα τα νερά από το χωριό μετά από έντονη βροχόπτωση μαζεύονται σε αυτό το σημείο. Ρέμα δεν υπήρχε ποτέ εκεί. Το ξέρω από μικρό παιδί. Και εγώ έχω υποστεί ζημιές στην καλλιέργειά μου στην περιοχή αυτή. Όλοι στον Σταυρό ξέρουν ότι σ’ αυτό το σημείο όταν βρέχει μαζεύονται όλα τα νερά”.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον δεύτερο κατηγορούμενο, Α. Κ. του Γ. του ότι : Στη Λαμία, στις 17/5/2018, προκάλεσε με πρόθεση, στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης, ως περιγράφεται ανωτέρω, ενώ γνώριζε και ο ίδιος την αναλήθεια των καταθέσεων εκείνων, προέβη δε σε αυτήν την πράξη του, προκειμένου, ακολούθως, να χρησιμοποιήσει την ως άνω υπ’ αρ. …2018 Ένορκη Βεβαίωση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά τη συζήτηση της με αρ. καταθ. …2018 αγωγής του εγκαλούντος, εναντίον των ιδίων”.
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρούμενα αποτελούν ενιαίο σύνολο, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων. Τούτο δε, διότι δεν εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, Α. Μ. του Ν. , με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού. Ειδικότερα, ως προς το ανωτέρω έγκλημα, που φέρεται ότι τελέστηκε από τον ανωτέρω κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα στις 17/5/2018, με την υπ’ αριθμό …2018 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Θ. Ζ. Π. , δεν εκτίθεται ούτε στο αιτιολογικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με τίνος την επιμέλεια λήφθηκε η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, ενώ ουδεμία μνεία γίνεται αν αυτή λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, ο οποίος επιμελήθηκε για την λήψη της, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, έτσι ώστε σε καταφατική περίπτωση να αποτελεί αυτή (ένορκη βεβαίωση) υποστατό και νόμιμο αποδεικτικό μέσο και, συνακόλουθα, να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Εξαιτίας των πιο πάνω ελλείψεων στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της ένδικης αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν, το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός πρώτος (κοινός) αναιρετικός λόγος των κρινόμενων αναιρέσεων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. , έστω και με διαφορετικές αιτιάσεις, είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω κοινού λόγου των υπό κρίση αναιρέσεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ.), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών τους λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατ’ άρθρο 519 και 522 του Κ.Π.Δ. , στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 231/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
