Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-147/24 | [Safi] i
Η μητέρα ανήλικου τέκνου, πολίτη της Ένωσης, μπορεί να αποκτήσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος εντός του οποίου διαμένει με τον γιο της και του οποίου την ιθαγένεια έχει αυτός, ακόμη και αν η ίδια έχει ήδη δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος
Μητέρα μαροκινής ιθαγένειας διαμένει στις Κάτω Χώρες με τον σύζυγό της, ολλανδικής και μαροκινής ιθαγένειας, και τον ανήλικο γιο τους, ολλανδικής ιθαγένειας. Η μητέρα επιθυμεί να αποκτήσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες, προκειμένου να συνεχίσει να ζει μαζί με το τέκνο της, που είναι πολίτης της Ένωσης. Η αίτησή της απορρίπτεται με την αιτιολογία ότι η ίδια έχει ήδη δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία και ότι το ανήλικο τέκνο της μπορεί να τη συνοδεύσει στο εν λόγω κράτος μέλος. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει εντούτοις τη σημασία του σεβασμού της οικογενειακής ζωής την οποία διάγει επί του παρόντος το τέκνο στις Κάτω Χώρες με τους δύο γονείς του, από τους οποίους εξαρτάται. Υφίσταται, πράγματι, συγκεκριμένος κίνδυνος το τέκνο να αποχωριστεί τον πατέρα του εάν ο πατέρας δεν αποκτήσει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να αναγνωριστεί στη μητέρα παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες. Επιπλέον, το δικαίωμα αυτό πρέπει να της αναγνωριστεί και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η μετακίνηση προς την Ισπανία είναι αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου.
Η V, μαροκινής ιθαγένειας, διέμεινε και εργάστηκε νομίμως στην Ισπανία από το 1999 έως το 2014. Μετά τον γάμο της το 2014, διαμένει στις Κάτω Χώρες με τον σύζυγό της, ο οποίος έχει γεννηθεί εκεί και έχει την ολλανδική και τη μαροκινή ιθαγένεια. Ο γάμος τους έχει καταχωρισθεί στο ληξιαρχείο του ολλανδικού Δήμου στον οποίο διαμένουν. Πλην όμως, η V δεν έχει άδεια διαμονής στην ολλανδική επικράτεια. Το 2015 γεννήθηκε ο γιος τους, ο οποίος έχει την ολλανδική ιθαγένεια και τον οποίο φροντίζουν από κοινού οι σύζυγοι. Λόγω της κατάστασης της υγείας του, ο σύζυγος της V δεν έχει κανένα εισόδημα από επαγγελματική δραστηριότητα και απαλλάσσεται εν μέρει από την υποχρέωση προς εργασία. Λαμβάνει όμως παροχές κοινωνικής πρόνοιας.
Το 2020 η V υπέβαλε αίτηση για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής στις Κάτω Χώρες. Το 2021 οι ολλανδικές αρχές απέρριψαν την αίτησή της κρίνοντας ότι έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Επιπλέον, οι εν λόγω αρχές τη διέταξαν να μεταβεί αμέσως στην Ισπανία και, συνεπώς, να εγκαταλείψει την ολλανδική επικράτεια. Κατόπιν τούτου, η V προσέφυγε ενώπιον του πρωτοδικείου της Χάγης (Κάτω Χώρες), το οποίο διαπίστωσε ότι υφίσταται σχέση εξάρτησης μεταξύ της V και του ανήλικου τέκνου της, που είναι πολίτης της Ένωσης, και αποφάσισε να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
Με την απόφασή του, το Δικαστήριο υπενθυμίζει κατ’ αρχάς ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η V δεν έχει πλέον δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία, οι ολλανδικές αρχές θα πρέπει να της αναγνωρίσουν παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες, λόγω της ανωτέρω σχέσης εξάρτησης. Συγκεκριμένα, αν δεν αναγνωριστεί στη V τέτοιο δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία, το γεγονός αυτό, αφ’ εαυτού, δεν αποκλείει την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής της V στις Κάτω Χώρες. Πράγματι, εάν δεν αναγνωριστεί στη V τέτοιο δικαίωμα διαμονής, το τέκνο της θα αναγκαστεί να συνοδεύσει τη μητέρα του στην Ισπανία και, ως εκ τούτου, να εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες, δηλαδή το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει και του οποίου είναι υπήκοος, με αποτέλεσμα να θιγούν ορισμένα από τα θεμελιώδη δικαιώματά του.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο τονίζει τη σημασία του σεβασμού της οικογενειακής ζωής που διάγει επί του παρόντος το τέκνο στις Κάτω Χώρες με τους δύο γονείς του, από τους οποίους εξαρτάται. Υφίσταται, πράγματι, συγκεκριμένος κίνδυνος η οικογενειακή αυτή ζωή να μην μπορεί να συνεχιστεί στην Ισπανία και το τέκνο να αποχωριστεί τον πατέρα του αν αυτός δεν αποκτήσει δικαίωμα μακροχρόνιας διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος. Υπό τις συνθήκες αυτές, και υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης στην οποία οφείλει να προβεί το ολλανδικό δικαστήριο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί στη V παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες, δεδομένου ότι η μη αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος θα έθιγε την οικογενειακή ενότητα και θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα την οποία είχε, από τη γέννησή του, να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και επαφές με τους δύο γονείς του.
Το ολλανδικό δικαστήριο πρέπει επίσης να εξακριβώσει αν η αναγκαστική μετακίνηση του παιδιού προς την Ισπανία θα ήταν αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του. Εν προκειμένω, το παιδί δεν ομιλεί ισπανικά, αλλά ολλανδικά. Επιπλέον, μίλησε για πρώτη φορά σε ηλικία πέντε ετών και αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ομιλία και στην έκφραση λόγω των οποίων παρακολουθεί ειδική σχολική αγωγή στις Κάτω Χώρες, προοριζόμενη για τους μαθητές που χρήζουν ειδικής υποστήριξης. Εάν το ολλανδικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η μετακίνηση προς την Ισπανία είναι αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, θα πρέπει να αναγνωριστεί στη V παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες και για τον λόγο αυτόν.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 4ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 20 ΣΛΕΕ – Ιθαγένεια της Ένωσης – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Άρθρο 5, στοιχεία αʹ και βʹ – Υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η οικογενειακή ζωή – Άρθρο 6, παράγραφος 2 – Απόφαση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, η οποία δεν αναγνωρίζει παράγωγο δικαίωμα διαμονής εντός του εδάφους του εν λόγω κράτους σε υπήκοο τρίτης χώρας, γονέα ανήλικου τέκνου το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης, και τον διατάσσει να μεταβεί αμέσως σε άλλο κράτος μέλος – Παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών – Παιδί το οποίο ουδέποτε έχει διαμείνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου είναι υπήκοος – Παράγωγο δικαίωμα διαμονής του γονέα υπηκόου τρίτης χώρας στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το τέκνο και στο οποίο διαμένει το τέκνο – Δικαίωμα διαμονής του γονέα αυτού σε άλλο κράτος μέλος – Άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής – Άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Υπέρτατο συμφέρον του παιδιού »
Στην υπόθεση C‑147/24 [Safi] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
V
κατά
Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, I. Jarukaitis, I. Ziemele, J. Passer, O. Spineanu-Matei και F. Schalin, προέδρους τμήματος, E. Regan (εισηγητή), N. Piçarra, A. Kumin, N. Jääskinen, B. Smulders και S. Gervasoni, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: T. Ćapeta
γραμματέας: A. Lamote, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Μαρτίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η V, εκπροσωπούμενη από τις P. Krämer‑Ograjensek και A. C. M. Nederveen, advocaten,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. K. Bulterman και τον J. M. Hoogveld,
– η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. P. Brøchner Jespersen και τις D. Elkan, C. A.‑S. Maertens και J. Sandvik Loft,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον N. Cambien και τις Α. Κατσιμέρου και E. Montaguti,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 20 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 5, στοιχεία αʹ και βʹ, και του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της V, υπηκόου τρίτης χώρας, και του Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Υφυπουργού Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες, στο εξής: Υφυπουργός) σχετικά με την άρνηση του Υφυπουργού να αναγνωρίσει στη V παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες, όπου η V διαμένει με το ανήλικο τέκνο της το οποίο έχει την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη ΛΕΕ
3 Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ προβλέπει τα εξής:
«1. Θεσπίζεται ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια.
2. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες. Έχουν μεταξύ άλλων:
α) το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών,
[…]
Τα δικαιώματα αυτά ασκούνται υπό τους όρους και εντός των ορίων που ορίζονται από τις Συνθήκες και από τα μέτρα που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.»
Ο Χάρτης
4 Το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο επιγράφεται «Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής», έχει ως εξής:
«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.»
5 Το άρθρο 24 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαιώματα του παιδιού», ορίζει στις παραγράφους 2 και 3 τα ακόλουθα:
«2. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.
3. Κάθε παιδί έχει δικαίωμα να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απ’ ευθείας επαφές με τους δύο γονείς του, εκτός εάν τούτο είναι αντίθετο προς το συμφέρον του.»
Η οδηγία 2004/38/ΕΚ
6 Το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77, και διορθωτικό EE 2004, L 229, σ. 35), το οποίο φέρει τον τίτλο, «Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον:
α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής, ή
β) διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής, ή
γ) έχουν εγγραφεί σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα, εγκεκριμένο ή χρηματοδοτούμενο από το κράτος μέλος υποδοχής βάσει της νομοθεσίας ή της διοικητικής πρακτικής του, για να παρακολουθήσουν κατά κύριο λόγο σπουδές, συμπεριλαμβανομένων μαθημάτων επαγγελματικής κατάρτισης, και
διαθέτουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής και βεβαιώνουν την αρμόδια εθνική αρχή, με δήλωση ή με ισοδύναμο μέσο της επιλογής τους, ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, ή
δ) είναι μέλη της οικογένειας τα οποία συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν πολίτη της Ένωσης που πληροί τους όρους που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ).»
Η οδηγία 2008/115
7 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μη επαναπροώθηση, βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, οικογενειακή ζωή και κατάσταση της υγείας», ορίζει τα ακόλουθα:
«Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη:
α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού,
β) την οικογενειακή ζωή,
[…]»
8 Το άρθρο 6 της ως άνω οδηγίας επιγράφεται «Απόφαση επιστροφής» και ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν απόφαση επιστροφής για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5.
2. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους και διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής και έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, υποχρεούνται να μεταβαίνουν αμέσως στο έδαφος αυτού του άλλου κράτους μέλους. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του υπηκόου τρίτης χώρας με την παρούσα απαίτηση ή όταν η άμεση αναχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας απαιτείται από λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται η παράγραφος 1.»
Το ολλανδικό δίκαιο
9 Το άρθρο 8 του Vreemdelingenwet 2000 (νόμου του 2000 περί αλλοδαπών), της 23ης Νοεμβρίου 2000 (Stb. 2000, αριθ. 495), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προβλέπει ότι ο αλλοδαπός διαμένει νόμιμα στις Κάτω Χώρες μόνον:
«[…]
e. ως υπήκοος [της Ένωσης], για όσο διάστημα διαμένει στις Κάτω Χώρες δυνάμει ρύθμισης θεσπισθείσας βάσει της Συνθήκης [ΛΕΕ] ή της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο·
[…]»
10 Η παράγραφος Β10/2.2 της Vreemdelingencirculaire 2000 (εγκυκλίου του 2000 περί αλλοδαπών), της 2ας Μαρτίου 2001 (Stcrt. 2001, αριθ. 64), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«[…]
Ο αλλοδαπός διαμένει νόμιμα κατά την έννοια του άρθρου 8, initio και στοιχείο e, του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών όταν πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
a. ο αλλοδαπός πρέπει να αποδεικνύει την ταυτότητά του και την ιθαγένειά του προσκομίζοντας έγκυρο έγγραφο διέλευσης των συνόρων ή ισχύον δελτίο ταυτότητας. Εάν ο αλλοδαπός δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να αποδεικνύει με βεβαιότητα την ταυτότητα και την ιθαγένειά του με άλλα μέσα·
b. ο αλλοδαπός έχει ανήλικο τέκνο (ήτοι κάτω των δεκαοκτώ ετών) το οποίο έχει την ολλανδική ιθαγένεια·
c. ο αλλοδαπός ασκεί, είτε από κοινού με τον έτερο γονέα είτε όχι, την πραγματική φροντίδα του ανήλικου τέκνου· και
d. μεταξύ του αλλοδαπού και του τέκνου υφίσταται σχέση εξάρτησης τέτοιας φύσεως, ώστε το τέκνο να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωριστεί δικαίωμα διαμονής στον αλλοδαπό.
[…]
Η [Immigratie- en Naturalisatiedienst (Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης, Κάτω Χώρες)] χορηγεί στον αλλοδαπό που προτίθεται να διαμείνει ως γονέας που φροντίζει ανήλικο τέκνο με ολλανδική ιθαγένεια, αμέσως μετά την υποβολή του αιτήματος εξέτασης βάσει του δικαίου της Ένωσης, το αυτοκόλλητο σήμα άδειας παραμονής για υπηκόους [της Ένωσης] (παράρτημα 7h [της Voorschrift Vreemdelingen (κανονιστικής πράξης του 2000 περί αλλοδαπών), της 18ης Δεκεμβρίου 2000 (Stcrt. 2001, αριθ. 10, στο εξής: VV)]) με τη μνεία ότι το μέλος της οικογένειας έχει άδεια εργασίας.
Στις ακόλουθες περιπτώσεις δεν εκδίδεται αυτοκόλλητο σήμα άδειας παραμονής για υπηκόους [της Ένωσης] (παράρτημα 7h [της VV]), αλλά εκδίδεται αντ’ αυτής αυτοκόλλητο σήμα γενικής άδειας παραμονής (παράρτημα 7g [της VV]):
[…]
ο αλλοδαπός έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος της [Ένωσης]·
[…]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Η V, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, γεννήθηκε στο Μαρόκο το 1979 και έχει τη μαροκινή ιθαγένεια. Από το 1999 έως το 2014 διέμενε στην Ισπανία βάσει δικαιώματος διαμονής που της είχε αναγνωριστεί, κατά το ισπανικό δίκαιο, λόγω της οικονομικής δραστηριότητάς της στο εν λόγω κράτος μέλος. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2014 τέλεσε γάμο στο Μαρόκο. Μετά τον γάμο της διαμένει με τον σύζυγό της –ο οποίος γεννήθηκε το 1975 στις Κάτω Χώρες και έχει τη μαροκινή και την ολλανδική ιθαγένεια– στις Κάτω Χώρες, με εξαίρεση ορισμένα σύντομα διαστήματα διακοπών στο Μαρόκο και στην Ισπανία. Ο γάμος τους έχει καταχωρισθεί στο ληξιαρχείο του ολλανδικού Δήμου στον οποίο διαμένουν. Πλην όμως, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν έχει άδεια διαμονής στην ολλανδική επικράτεια.
12 Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε στις Κάτω Χώρες, στις 6 Ιανουαρίου 2015, ο υιός τους, ο οποίος έχει μόνον την ολλανδική ιθαγένεια και τον οποίο φροντίζουν από κοινού οι σύζυγοι.
13 Το παιδί αυτό αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ομιλία και στην έκφραση και δεν είχε μιλήσει μέχρι την ηλικία των πέντε ετών. Λόγω της καθυστέρησης αυτής, έχει εγγραφεί σε εκπαιδευτικό ίδρυμα που παρέχει αγωγή για μαθητές που χρήζουν ειδικής υποστήριξης την οποία η γενική εκπαίδευση δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει. Επιπλέον, του παρέχεται ειδική υπηρεσία μεταφοράς για τις μετακινήσεις του μεταξύ της κατοικίας του και του ιδρύματος αυτού. Μέχρι σήμερα, ουδέποτε έχει διαμείνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου είναι υπήκοος.
14 Λόγω της κατάστασης της υγείας του, ο σύζυγος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης δεν έχει κανένα εισόδημα από επαγγελματική δραστηριότητα και απαλλάσσεται εν μέρει από την υποχρέωση προς εργασία. Λαμβάνει όμως παροχές κοινωνικής πρόνοιας.
15 Στις 13 Νοεμβρίου 2020 η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε στις Κάτω Χώρες αίτηση για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ προκειμένου να διαμένει μαζί με τον ανήλικο υιό της. Προς στήριξη της αιτήσεώς της, προσκόμισε έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται ότι έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία.
16 Στις 11 Νοεμβρίου 2021 ο Υφυπουργός απέρριψε την ως άνω αίτηση, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν μπορούσε να αντλήσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του, ο Υφυπουργός εξέτασε αυτεπαγγέλτως αν έπρεπε να χορηγηθεί στην ως άνω προσφεύγουσα άδεια διαμονής βάσει του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950. Ο Υφυπουργός διαπίστωσε μεν την ύπαρξη οικογενειακής ζωής μεταξύ της εν λόγω προσφεύγουσας, του συζύγου της και του υιού τους, καθώς και την ύπαρξη ιδιωτικής ζωής της προσφεύγουσας στις Κάτω Χώρες. Πλην όμως, εκτίμησε, κατ’ ουσίαν, ότι το επιδιωκόμενο από τις ολλανδικές αρχές γενικό συμφέρον κατισχύει του προσωπικού συμφέροντος της εν λόγω προσφεύγουσας, του Ολλανδού συζύγου της και του υιού τους. Συνακόλουθα, ο Υφυπουργός έκρινε, αφενός, ότι η στάθμιση των συμφερόντων δεν αποβαίνει υπέρ της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και, αφετέρου, ότι η ως άνω προσφεύγουσα, συνεπεία της απόρριψης της αιτήσεώς της για την αναγνώριση δικαιώματος διαμονής στις Κάτω Χώρες, δεν διαμένει νομίμως στο εν λόγω κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, ο Υφυπουργός εξέδωσε διαταγή για την άμεση μετάβαση της ως άνω προσφεύγουσας στην Ισπανία, επισημαίνοντας ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τη διαταγή αυτή, θα εκδοθεί εις βάρος της απόφαση επιστροφής.
17 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, μετά την απόρριψη της αιτήσεώς της για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής στις Κάτω Χώρες δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, ζήτησε από τις ισπανικές αρχές να βεβαιώσουν την παραίτησή της από το δικαίωμα διαμονής της στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Κατόπιν σχετικής διερεύνησης, ο Υφυπουργός έκρινε ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εξακολουθεί να έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία, το οποίο θεμελιώνει δικαίωμα μόνιμης διαμονής δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας και στηρίζεται στην άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας.
18 Με απόφαση της 20ής Ιουνίου 2022, ο Υφυπουργός κήρυξε τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης κατά της ανωτέρω απόρριψης ως προδήλως αβάσιμη.
19 Κατά της ως άνω αποφάσεως του Υφυπουργού η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή ενώπιον του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
20 Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι έχει παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι ο ανήλικος υιός της εξαρτάται από αυτήν. Ο Υφυπουργός αμφισβητεί την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης έχει ήδη δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Κατά την άποψή του, στο μέτρο που το ανήλικο τέκνο θα μπορούσε να συνοδεύσει τη μητέρα του στο εν λόγω κράτος μέλος, η μη αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής της στις Κάτω Χώρες βάσει του ως άνω άρθρου 20 δεν αναγκάζει το τέκνο αυτό να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του.
21 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν η αίτηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής στις Κάτω Χώρες δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ μπορεί να απορριφθεί για τον λόγο και μόνον της ύπαρξης δικαιώματος διαμονής της σε άλλο κράτος μέλος. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η ύπαρξη δικαιώματος διαμονής στην Ισπανία συνεπάγεται μεν ότι, σε περίπτωση μη αναγνώρισης παράγωγου δικαιώματος διαμονής στις Κάτω Χώρες, ούτε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ούτε το ανήλικο τέκνο της θα υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της σχέσης εξάρτησης που υφίσταται μεταξύ του τέκνου αυτού και της μητέρας του, το τέκνο θα αναγκαστεί να ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών προκειμένου να συνοδεύσει τη μητέρα του στην Ισπανία. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, κατά την εκτίμηση της ύπαρξης παράγωγου δικαιώματος διαμονής της μητέρας δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, πρέπει να εξετασθεί ενδελεχώς το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο Υφυπουργός δεν εκτίμησε την ύπαρξη σχέσης εξάρτησης μεταξύ της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και του ανήλικου τέκνου της ούτε εξέτασε αν η οικογενειακή ζωή τους μπορεί να συνεχιστεί στην Ισπανία.
22 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες αν η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2008/115, κατά την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, κατά την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και την οικογενειακή ζωή, έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια έκταση όταν ένα κράτος μέλος διατάσσει υπήκοο τρίτης χώρας που διαμένει παρανόμως στο έδαφός του να μεταβεί αμέσως στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, όπως και όταν ένα κράτος μέλος εκδίδει απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας. Σε αυτήν την περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ανάλογη υποχρέωση υπέχουν τα κράτη μέλη όταν εξετάζουν αίτηση για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, λαμβανομένων επίσης υπόψη του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, και των δικαιωμάτων του παιδιού, τα οποία διασφαλίζονται στο άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ την έννοια ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να πρέπει να αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το ανήλικο τέκνο του και στο οποίο διαμένει το τέκνο του, χωρίς να έχει ασκήσει τα δικαιώματά του ως πολίτης της Ένωσης, ενώ ο εν λόγω γονέας υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος;
Εάν δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να πρέπει να αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το ανήλικο τέκνο του και στο οποίο διαμένει το τέκνο του, χωρίς να έχει ασκήσει τα δικαιώματά του ως πολίτης της Ένωσης, ενώ ο εν λόγω γονέας υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος:
2. Απορρέει από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2008/115, και του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας [αυτής], σε περίπτωση σχέσεως εξαρτήσεως που δικαιολογεί την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, [η] υποχρέωση της αποφαινόμενης αρχής να εξακριβώσει κατά πόσο η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και εάν η οικογενειακή ζωή μπορεί να συνεχιστεί, προτού υποχρεωθεί ο γονέας υπήκοος τρίτης χώρας να μεταβεί αμέσως στο κράτος μέλος στο οποίο κατέχει τίτλο διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα διαμονής, και πρέπει οι εν λόγω παράγοντες να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της αιτήσεως για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
24 Αρχικώς υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο Δικαστήριο εναπόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα που του υποβάλλονται. Συναφώς, σε αυτό εναπόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης τα οποία χρήζουν ερμηνείας λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, Redmond, 83/78, EU:C:1978:214, σκέψη 26, και της 2ας Δεκεμβρίου 2025, Russmedia Digital και Inform Media Press, C‑492/23, EU:C:2025:935, σκέψη 44).
25 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία τόσο του άρθρου 20 ΣΛΕΕ όσο και του άρθρου 5, στοιχεία αʹ και βʹ, και του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115. Τα σχετικά με την οδηγία αυτή προδικαστικά ερωτήματα υποβάλλονται για τον λόγο ότι ο Υφυπουργός, αφού απέρριψε την αίτηση που υπέβαλε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ προκειμένου η εν λόγω προσφεύγουσα να διαμένει στις Κάτω Χώρες μαζί με τον ανήλικο υιό της, ο οποίος έχει την ολλανδική ιθαγένεια, διαπίστωσε τον παράνομο χαρακτήρα της διαμονής της προσφεύγουσας της κύριας δίκης στην ολλανδική επικράτεια και τη διέταξε, δυνάμει του ως άνω άρθρου 6, παράγραφος 2, να μεταβεί αμέσως στην Ισπανία.
26 Από το ως άνω άρθρο 6, παράγραφος 2, προκύπτει ότι πρέπει να επιτρέπεται στον υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος διαμένει μεν παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους, αλλά έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, να μεταβεί στο άλλο αυτό κράτος μέλος και να μην εκδίδεται άνευ ετέρου απόφαση επιστροφής εις βάρος του, εκτός αν τούτο επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης ή εθνικής ασφάλειας [πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίου 2018, E, C‑240/17, EU:C:2018:8, σκέψη 46, και της 24ης Φεβρουαρίου 2021, M κ.λπ. (Απομάκρυνση προς κράτος μέλος), C‑673/19, EU:C:2021:127, σκέψη 35].
27 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι κρίσιμο το άρθρο 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2008/115, κατά το οποίο, κατά την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και την οικογενειακή ζωή.
28 Τούτου δοθέντος, από τη συνολική εξέταση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, καίτοι το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει ρητώς την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2008/115, ζητεί, εν τέλει, διευκρινίσεις ως προς το αν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στερείται, στις Κάτω Χώρες, παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ για τον λόγο και μόνον ότι έχει ήδη δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, κατά την εκτίμηση της αιτήσεως της ως άνω προσφεύγουσας για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής, ο Υφυπουργός υποχρεούται, αφενός, να εξακριβώσει αν η οικογενειακή ζωή που διάγει το ανήλικο τέκνο, που είναι πολίτης της Ένωσης, με τους δύο γονείς του μπορεί να συνεχιστεί στην Ισπανία και, αφετέρου, να λάβει υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου.
29 Κατά πάγια νομολογία, οι κοινοί κανόνες και διαδικασίες που θεσπίζει η ανωτέρω οδηγία αφορούν μόνον την έκδοση αποφάσεων επιστροφής και την εκτέλεσή τους, χωρίς ωστόσο να ρυθμίζουν το ζήτημα της παροχής δικαιώματος διαμονής στους υπηκόους τρίτων χωρών [πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
30 Εντούτοις, όπως επίσης επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Χάρτη, που αφορά τα δικαιώματα του παιδιού. Ειδικότερα, το ως άνω άρθρο 24 προβλέπει στις παραγράφους 2 και 3, αντιστοίχως, την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα κάθε παιδιού να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απευθείας επαφές με τους δύο γονείς του, εκτός εάν τούτο είναι αντίθετο προς το συμφέρον του.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην έκδοση, από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αποφάσεως μη αναγνωρίζουσας παράγωγο δικαίωμα διαμονής εντός του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους σε υπήκοο τρίτης χώρας, γονέα ανήλικου τέκνου, το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης που ουδέποτε έχει διαμείνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου είναι υπήκοος, με την αιτιολογία ότι ο ως άνω υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να έχει εξακριβωθεί προηγουμένως από την ως άνω αρχή αν η οικογενειακή ζωή που διάγει το τέκνο με τους δύο γονείς του, από τους οποίους εξαρτάται, μπορεί να συνεχιστεί στο άλλο αυτό κράτος μέλος και αν η μετακίνηση του τέκνου προς το άλλο αυτό κράτος μέλος είναι αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του.
32 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ αναγνωρίζει σε κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, η οποία συνιστά τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών [πρβλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Grzelczyk, C‑184/99, EU:C:2001:458, σκέψη 31, της 29ης Απριλίου 2025, Επιτροπή κατά Μάλτας (Χορήγηση ιθαγένειας σε επενδυτές), C‑181/23, EU:C:2025:283, σκέψη 92, και της 25ης Νοεμβρίου 2025, Wojewoda Mazowiecki, C‑713/23, EU:C:2025:917, σκέψη 40].
33 Η ιθαγένεια της Ένωσης παρέχει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το θεμελιώδες και ατομικό δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και των όρων που επιβάλλονται από τη Συνθήκη ΛΕΕ και των μέτρων που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους [αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2010, Lassal, C‑162/09, EU:C:2010:592, σκέψη 29, της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín, C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 70, και της 22ας Ιουνίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Ταϊλανδή μητέρα ανήλικου τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας), C‑459/20, EU:C:2023:499, σκέψη 21].
34 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ απαγορεύει εθνικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζονται οι πολίτες της Ένωσης να απολαύουν πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που συναρτώνται με την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης (αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2011, Ruiz Zambrano, C‑34/09, EU:C:2011:124, σκέψη 42, της 6ης Δεκεμβρίου 2012, O. κ.λπ., C‑356/11 και C‑357/11, EU:C:2012:776, σκέψη 45, και της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 61).
35 Αντιθέτως, οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ιθαγένεια της Ένωσης δεν παρέχουν αυτοτελές δικαίωμα στους υπηκόους τρίτων χωρών. Πράγματι, τα δικαιώματα που ενδεχομένως αναγνωρίζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών δεν αποτελούν ίδια δικαιώματα των υπηκόων αυτών, αλλά παράγωγα δικαιώματα εκπορευόμενα από τα δικαιώματα του πολίτη της Ένωσης. Ο σκοπός και η δικαιολόγηση των εν λόγω παράγωγων δικαιωμάτων ερείδονται στη διαπίστωση ότι η άρνηση αναγνώρισής τους δύναται να θίξει την ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής του πολίτη της Ένωσης [πρβλ. αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2012, Iida, C‑40/11, EU:C:2012:691, σκέψεις 66 έως 68, της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 62, και της 27ης Φεβρουαρίου 2020, Subdelegación del Gobierno en Ciudad Real (Σύζυγος πολίτη της Ένωσης), C‑836/18, EU:C:2020:119, σκέψη 38].
36 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το ανήλικο τέκνο της προσφεύγουσας της κύριας δίκης μπορεί, ως υπήκοος κράτους μέλους, να επικαλεστεί, ακόμη και έναντι του κράτους μέλους του οποίου έχει την ιθαγένεια, τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, η οποία του αναγνωρίζεται από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Επιπλέον, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και ο σύζυγός της, ο οποίος έχει, όπως και το τέκνο τους, την ολλανδική ιθαγένεια, φροντίζουν αμφότεροι το τέκνο αυτό και διάγουν κοινή οικογενειακή ζωή στις Κάτω Χώρες. Ως εκ τούτου, το παιδί αυτό διατηρεί, αδιαλείπτως από τη γέννησή του, προσωπικές σχέσεις και απευθείας επαφές με τους δύο γονείς του.
38 Από την ως άνω διάταξη προκύπτει επίσης ότι ο Υφυπουργός αρνήθηκε να αναγνωρίσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής εντός των Κάτω Χωρών στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης, μητέρα του εν λόγω τέκνου, με την αιτιολογία ότι η ως άνω προσφεύγουσα έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία δυνάμει της νομοθεσίας του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Συνακόλουθα, ο Υφυπουργός διέταξε την προσφεύγουσα της κύριας δίκης να μεταβεί στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Επιπλέον, έκρινε ότι, δεδομένου ότι το ανήλικο τέκνο, το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης που ουδέποτε έχει διαμείνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου έχει την ιθαγένεια, είναι σε θέση να συνοδεύσει τη μητέρα του στην Ισπανία, η μη αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής της στις Κάτω Χώρες δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ δεν έχει ως αποτέλεσμα να αναγκαστεί το τέκνο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του.
39 Πλην όμως, καίτοι το αιτούν δικαστήριο, κατά την υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων, στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης έχει πράγματι δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία, η ως άνω προσφεύγουσα προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο με τις γραπτές παρατηρήσεις της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι εν τω μεταξύ έχει παραιτηθεί από το ως άνω δικαίωμα διαμονής και ότι, ως εκ τούτου, δεν διαθέτει πλέον δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος.
40 Εναπόκειται, εν τέλει, στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εξακολουθεί να έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Εντούτοις, προκειμένου να δοθεί απάντηση η οποία θα είναι, σε κάθε περίπτωση, χρήσιμη στο αιτούν δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και την περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται τέτοιο δικαίωμα διαμονής.
Επί της περίπτωσης κατά την οποία η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν έχει πλέον δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία
41 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι υφίστανται όλως ειδικές περιπτώσεις στις οποίες, μολονότι το σχετικό με το δικαίωμα διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών παράγωγο δίκαιο της Ένωσης δεν τυγχάνει εφαρμογής και ο ενδιαφερόμενος πολίτης της Ένωσης δεν έχει κάνει χρήση της ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής, επιβάλλεται η αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ σε υπήκοο τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας του πολίτη αυτού, καθώς η πρακτική αποτελεσματικότητα της ιθαγένειας της Ένωσης θα καταλυόταν αν, συνεπεία της μη αναγνώρισης ενός τέτοιου δικαιώματος, ο εν λόγω πολίτης αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, στερούμενος, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να απολαύει πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που του παρέχει η ιδιότητα αυτή [πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2017 κ.λπ., Chavez-Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 63, της 8ης Μαΐου 2018, K. A. κ.λπ. (Οικογενειακή επανένωση στο Βέλγιο), C‑82/16, EU:C:2018:308, σκέψη 51, και της 27ης Φεβρουαρίου 2020, Subdelegación del Gobierno en Ciudad Real (Σύζυγος πολίτη της Ένωσης), C‑836/18, EU:C:2020:119, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
42 Γνώρισμα των καταστάσεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη αποτελεί το γεγονός ότι, μολονότι αυτές διέπονται από κανονιστικές ρυθμίσεις που εμπίπτουν κατ’ αρχήν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ήτοι από τις ρυθμίσεις που αφορούν το δικαίωμα εισόδου και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών εκτός του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του παράγωγου δικαίου της Ένωσης και οι οποίες προβλέπουν, υπό προϋποθέσεις, την αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος, οι καταστάσεις αυτές είναι, πάντως, στενά συνυφασμένες με την ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής πολίτη της Ένωσης, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η άρνηση αναγνώρισης του εν λόγω δικαιώματος εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών εντός του κράτους μέλους όπου διαμένει ο πολίτης της Ένωσης, ώστε να μη θίγεται η εν λόγω ελευθερία [πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 22ας Ιουνίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Ταϊλανδή μητέρα ανήλικου τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας), C‑459/20, EU:C:2023:499, σκέψη 25].
43 Εντούτοις, η άρνηση αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας είναι ικανή να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα της ιθαγένειας της Ένωσης μόνον σε περίπτωση κατά την οποία μεταξύ του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας και του πολίτη της Ένωσης που είναι μέλος της οικογένειάς του υφίσταται τέτοια σχέση εξάρτησης ώστε ο πολίτης της Ένωσης να αναγκάζεται να συνοδεύσει τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας και να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του [αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2011, Ruiz Zambrano, C‑34/09, EU:C:2011:124, σκέψεις 43 έως 45, της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 69, καθώς και της 22ας Ιουνίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Ταϊλανδή μητέρα ανήλικου τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας), C‑459/20, EU:C:2023:499, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
44 Συναφώς, επισημαίνεται ότι κατά την εκτίμηση της ύπαρξης σχέσης εξάρτησης μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας και του ανήλικου τέκνου του, πολίτη της Ένωσης, προκειμένου να αναγνωριστεί ενδεχομένως παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και, ιδίως, το ζήτημα της επιμέλειας του τέκνου και το κατά πόσον ο γονέας υπήκοος τρίτης χώρας φέρει το νομικό, οικονομικό ή συναισθηματικό βάρος για το τέκνο αυτό. Έχουν επίσης θεωρηθεί ως κρίσιμες περιστάσεις η ηλικία του τέκνου, η σωματική και συναισθηματική του ανάπτυξη, η ένταση του συναισθηματικού του δεσμού με τον γονέα που είναι πολίτης της Ένωσης και με τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας, καθώς και ο κίνδυνος που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του τέκνου ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας [πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 70 και 71, της 5ης Μαΐου 2022, Subdelegación del Gobierno en Toledo (Διαμονή μέλους της οικογένειας – Ανεπαρκείς πόροι), C‑451/19 και C‑532/19, EU:C:2022:354, σκέψη 67, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Φύση του δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ), C‑624/20, EU:C:2022:639, σκέψεις 38 και 39].
45 Κατά την εκτίμηση αυτή, το γεγονός ότι ο έτερος γονέας, πολίτης της Ένωσης, είναι πράγματι ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει κατ’ αποκλειστικότητα την καθημερινή πραγματική φροντίδα του τέκνου είναι μεν κρίσιμο στοιχείο, πλην όμως δεν επαρκεί αφ’ εαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του τέκνου σχέση εξάρτησης τέτοιας φύσεως ώστε το τέκνο να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωριστεί δικαίωμα διαμονής στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας [πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 71, και της 5ης Μαΐου 2022, Subdelegación del Gobierno en Toledo (Διαμονή μέλους της οικογένειας – Ανεπαρκείς πόροι), C‑451/19 και C‑532/19, EU:C:2022:354, σκέψη 67].
46 Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, ως πρωταρχικό μέλημα σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, το οποίο αναγνωρίζεται από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, και το δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απευθείας επαφές με τους δύο γονείς του, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 24, παράγραφος 3, του Χάρτη [πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ., C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 70, και της 5ης Μαΐου 2022, Subdelegación del Gobierno en Toledo (Διαμονή μέλους της οικογένειας – Ανεπαρκείς πόροι), C‑451/19 και C‑532/19, EU:C:2022:354, σκέψη 66].
47 Συναφώς, όταν ο ανήλικος πολίτης της Ένωσης συμβιώνει σταθερά με τους δύο γονείς του και, ως εκ τούτου, η επιμέλεια του τέκνου αυτού, καθώς και το νομικό, συναισθηματικό και οικονομικό βάρος για το τέκνο μοιράζεται καθημερινώς μεταξύ των δύο γονέων, τεκμαίρεται μαχητώς ότι υφίσταται σχέση εξάρτησης μεταξύ αυτού του ανήλικου πολίτη της Ένωσης και του γονέα του ο οποίος είναι υπήκοος τρίτης χώρας, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο έτερος γονέας του εν λόγω τέκνου, ως υπήκοος του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου είναι εγκατεστημένη η οικογένεια, διαθέτει ανεπιφύλακτο δικαίωμα διαμονής στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού [απόφαση της 5ης Μαΐου 2022, Subdelegación del Gobierno en Toledo (Διαμονή μέλους της οικογένειας – Ανεπαρκείς πόροι), C‑451/19 και C‑532/19, EU:C:2022:354, σκέψη 69].
48 Εν προκειμένω, κατά το αιτούν δικαστήριο, μεταξύ της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και του ανήλικου υιού της, ο οποίος είναι πολίτης της Ένωσης, υφίσταται σχέση εξάρτησης, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 43 έως 47 της παρούσας αποφάσεως.
49 Ως εκ τούτου, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν έχει πλέον δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, λαμβανομένης υπόψη της ως άνω σχέσης εξάρτησης μεταξύ της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και του ανήλικου τέκνου της, το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης, το τέκνο αυτό θα αναγκαστεί να συνοδεύσει τη μητέρα του και, ως εκ τούτου, να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, εάν δεν της αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ. Όπως, όμως, προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, η ως άνω αναχώρηση από το έδαφος της Ένωσης θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει από το τέκνο αυτό τη δυνατότητα να απολαύει πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που του παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης και θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα της ιδιότητας αυτής. Ως εκ τούτου, σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να αναγνωριστεί στη μητέρα του τέκνου αυτού παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
Επί της περίπτωσης κατά την οποία η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εξακολουθεί να έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία
50 Το γεγονός, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εξακολουθεί να έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία δεν αποκλείει, αφ’ εαυτού, τη δυνατότητα της ως άνω προσφεύγουσας να αποκτήσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
51 Πράγματι, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της σχέσης εξάρτησης μεταξύ της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και του ανήλικου τέκνου της, το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης, το τέκνο αυτό θα αναγκαζόταν, εκ των πραγμάτων, να συνοδεύσει τη μητέρα του στην Ισπανία και, ως εκ τούτου, να εγκαταλείψει το έδαφος των Κάτω Χωρών των οποίων είναι υπήκοος, στην περίπτωση κατά την οποία δεν της αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
52 Όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια αναγκαστική μετακίνηση του ανήλικου παιδιού, το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης, προς την Ισπανία είναι ικανή να θίξει ορισμένα από τα θεμελιώδη δικαιώματά του, ιδίως το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής και τα δικαιώματα του παιδιού, τα οποία διασφαλίζονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 7 και στο άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη.
53 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο του 51, παράγραφος 1, στα κράτη μέλη μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.
54 Τούτο ισχύει σε περίπτωση όπως η εκτιθέμενη στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως. Πράγματι, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των προϋποθέσεων και των ορίων που θέτει συναφώς το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης, τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης και αναγνωρίζονται σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους περιλαμβάνουν, κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών. Σε περίπτωση κατά την οποία πολίτης της Ένωσης αναγκάζεται, εκ των πραγμάτων, να εγκαταλείψει το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει και του οποίου είναι υπήκοος, προκειμένου να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος, υπάρχει κατ’ ανάγκην επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος αυτού.
55 Επομένως, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ σε περίπτωση όπως η αναφερόμενη στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι δε αρμόδιες εθνικές αρχές, όταν εκδίδουν τέτοια απόφαση, δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση να ελέγχουν αν τηρούνται τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτά διασφαλίζονται στον Χάρτη.
56 Όσον αφορά, κατά πρώτον, το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, το δικαίωμα αυτό πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 24, παράγραφος 3, του Χάρτη, κατά το οποίο κάθε παιδί έχει δικαίωμα να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απευθείας επαφές με τους δύο γονείς του, εκτός εάν τούτο είναι αντίθετο προς το συμφέρον του.
57 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, το ανήλικο τέκνο το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης εξαρτάται τόσο από τον γονέα του που είναι υπήκοος τρίτης χώρας όσο και από τον γονέα του που είναι πολίτης της Ένωσης. Πλην όμως, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, ο Υφυπουργός απέρριψε την αίτηση για αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής που υπέβαλε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, χωρίς να εξακριβώσει προηγουμένως αν η οικογενειακή ζωή την οποία διάγει το τέκνο με τους δύο γονείς του στις Κάτω Χώρες μπορεί να συνεχιστεί στην Ισπανία.
58 Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο Υφυπουργός δεν εξακρίβωσε τη φύση του δικαιώματος διαμονής που διαθέτει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στην Ισπανία ούτε τους ενδεχόμενους όρους που επέβαλαν οι ισπανικές αρχές στον σύζυγό της και στο ανήλικο τέκνο τους, το οποίος είναι πολίτης της Ένωσης, προκειμένου να μπορέσουν να διαμείνουν, ενδεχομένως, από κοινού και επί μακρόν στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ανέφερε ότι η ίδια δεν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα και ότι ο σύζυγός της δεν είναι σε θέση να προσποριστεί εισόδημα, με αποτέλεσμα να μην διασφαλίζεται ότι ο σύζυγός της πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να αποκτήσει δικαίωμα μακροχρόνιας διαμονής στην Ισπανία δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38.
59 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι το ανήλικο τέκνο θα αναγκαστεί, λόγω της έντασης της σχέσης εξάρτησης με τη μητέρα του, να τη συνοδεύσει στην Ισπανία σε περίπτωση που δεν αναγνωριστεί στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος το τέκνο αυτό να αποχωριστεί τον πατέρα του, στο μέτρο που ο πατέρας ενδεχομένως αδυνατεί να αποκτήσει δικαίωμα μακροχρόνιας διαμονής στην ισπανική επικράτεια και να συνεχίσει, επομένως, στην επικράτεια αυτή την οικογενειακή ζωή που διάγει επί του παρόντος στις Κάτω Χώρες.
60 Υπό τις συνθήκες αυτές και με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης στην οποία οφείλει, εν τέλει, να προβεί το αιτούν δικαστήριο, διαπιστώνεται ότι η απόφαση να μην αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής στη μητέρα ανήλικου τέκνου, το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης, θα έθιγε την οικογενειακή ενότητα στον βαθμό που θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα την οποία είχε, από τη γέννησή του, να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και επαφές με τους δύο γονείς του, κατά παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη, σε συνδυασμό με το άρθρο του 24, παράγραφος 3. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί τέτοια παράβαση, θα πρέπει, συνεπώς, να αναγνωριστεί στη μητέρα του εν λόγω τέκνου παράγωγο δικαίωμα διαμονής εντός των Κάτω Χωρών δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
61 Κατά δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, κατά το οποίο, σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η αναγκαστική μετακίνηση του τέκνου της προς την Ισπανία είναι αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.
62 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, εν προκειμένω, το ενδιαφερόμενο παιδί, ηλικίας δέκα ετών κατά τον χρόνο υποβολής της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν ομιλεί ισπανικά, αλλά ολλανδικά. Επιπλέον, το παιδί αυτό δεν μίλησε μέχρι την ηλικία των πέντε ετών και αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ομιλία και στην έκφραση λόγω των οποίων παρακολουθεί ειδική σχολική αγωγή στις Κάτω Χώρες, η οποία προορίζεται για τους μαθητές που χρήζουν ειδικής υποστήριξης μη δυνάμενης να εξασφαλισθεί από τη γενική εκπαίδευση.
63 Υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης στην οποία οφείλει, εν τέλει, να προβεί το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι τέτοιου είδους περιστάσεις είναι, τουλάχιστον, ικανές να αποδείξουν ότι είναι προς το υπέρτατο συμφέρον του ενδιαφερόμενου ανήλικου παιδιού να συνεχίσει να διαμένει στις Κάτω Χώρες και ότι, ως εκ τούτου, η εκ των πραγμάτων αναγκαστική μετακίνησή του προς την Ισπανία θα ήταν αντίθετη προς το συμφέρον αυτό.
64 Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί ότι τούτο όντως συμβαίνει, θα πρέπει να αναγνωριστεί στη μητέρα του παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, του Χάρτη.
65 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι:
– αντιτίθεται στην έκδοση, από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αποφάσεως μη αναγνωρίζουσας παράγωγο δικαίωμα διαμονής εντός του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους σε υπήκοο τρίτης χώρας, γονέα ανήλικου τέκνου, το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης που ουδέποτε έχει διαμείνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου είναι υπήκοος, με την αιτιολογία ότι ο ως άνω υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να έχει εξακριβωθεί προηγουμένως από την ως άνω αρχή αν η οικογενειακή ζωή που διάγει το τέκνο με τους δύο γονείς του, από τους οποίους εξαρτάται, μπορεί να συνεχιστεί στο άλλο αυτό κράτος μέλος και αν η μετακίνηση του τέκνου προς το άλλο αυτό κράτος μέλος είναι αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του·
– επιτάσσει να αναγνωρίζεται στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας παράγωγο δικαίωμα διαμονής εντός του εδάφους του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος το τέκνο και στο οποίο διαμένει το τέκνο με τους δύο γονείς του, εφόσον η οικογενειακή ζωή που διάγει το τέκνο με τους δύο γονείς του, από τους οποίους εξαρτάται, δεν μπορεί να συνεχιστεί στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος και/ή η μετακίνηση του τέκνου προς το άλλο αυτό κράτος μέλος είναι αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του.
Επί των δικαστικών εξόδων
66 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
– αντιτίθεται στην έκδοση, από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αποφάσεως μη αναγνωρίζουσας παράγωγο δικαίωμα διαμονής εντός του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους σε υπήκοο τρίτης χώρας, γονέα ανήλικου τέκνου, το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης που ουδέποτε έχει διαμείνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου είναι υπήκοος, με την αιτιολογία ότι ο ως άνω υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να έχει εξακριβωθεί προηγουμένως από την ως άνω αρχή αν η οικογενειακή ζωή που διάγει το τέκνο με τους δύο γονείς του, από τους οποίους εξαρτάται, μπορεί να συνεχιστεί στο άλλο αυτό κράτος μέλος και αν η μετακίνηση του τέκνου προς το άλλο αυτό κράτος μέλος είναι αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του·
– επιτάσσει να αναγνωρίζεται στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας παράγωγο δικαίωμα διαμονής εντός του εδάφους του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος το τέκνο και στο οποίο διαμένει το τέκνο με τους δύο γονείς του, εφόσον η οικογενειακή ζωή που διάγει το τέκνο με τους δύο γονείς του, από τους οποίους εξαρτάται, δεν μπορεί να συνεχιστεί στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος και/ή η μετακίνηση του τέκνου προς το άλλο αυτό κράτος μέλος είναι αντίθετη προς το υπέρτατο συμφέρον του.
(υπογραφές)
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
