ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 21ης Μαΐου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ – Αμοιβαία αναγνώριση ποινικών αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας – Λόγοι μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως – Άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ – Μη αυτοπρόσωπη παράσταση ενδιαφερομένου στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως – Εξαιρέσεις – Εντολή του ενδιαφερομένου σε δικηγόρο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη δίκη του και να παραλαμβάνει τα προς επίδοση έγγραφα – Ενημέρωση σχετικά με την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης – Οικειοθελής και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση παραίτηση του ενδιαφερομένου από το δικαίωμά του να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη – Περιθώριο εκτιμήσεως της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους εκτελέσεως – Υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας »
Στην υπόθεση C‑447/24 [Höldermann] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Kammergericht (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Βερολίνου, Γερμανία) με απόφαση της 21ης Ιουνίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιουνίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης που κίνησε η
Staatsanwaltschaft Berlin,
παρισταμένου του:
SO,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, E. Regan (εισηγητή), Δ. Γρατσία, B. Smulders και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: M. Siekierzyńska, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Μαΐου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο SO, εκπροσωπούμενος από τον K. Bobisch, Rechtsanwalt,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και τη J. Sawicka,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον H. Leupold, τη F. Tomat και τη J. Vondung,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2008, L 327, σ. 27), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2008/909).
2 Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση στη Γερμανία αποφάσεως εκδοθείσας από πολωνικό δικαστήριο, δυνάμει της οποίας Γερμανός υπήκοος καταδικάσθηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας κατά το πέρας δίκης στην οποία δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584
3 Το άρθρο 4α της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299 (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584), φέρει τον τίτλο «Αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως» και προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, εάν το πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης:
α) εν ευθέτω χρόνω:
i) είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης·
και
ii) είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη·
ή
β) το πρόσωπο τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει δε εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη, και εκπροσωπήθηκε όντως από αυτόν τον δικηγόρο στη δίκη·
ή
γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπου το πρόσωπο δικαιούται να παρίσταται, η δε ουσία της υπόθεσης περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξεταστεί, και η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης:
i) έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση·
ή
ii) δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή δεν έχει ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ισχύουσας προθεσμίας·
ή
δ) η απόφαση δεν του επιδόθηκε αυτοπροσώπως αλλά:
i) θα του επιδοθεί αυτοπροσώπως και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπου το πρόσωπο δικαιούται να παρίσταται, η δε ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξετασθεί, και η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης·
και
ii) θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.»
Η απόφαση-πλαίσιο 2008/909
4 Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, νοούνται ως:
α) “καταδικαστική απόφαση”: η αμετάκλητη απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου του κράτους έκδοσης, με την οποία επιβάλλεται ποινή κατά φυσικού προσώπου·
β) “ποινή”: οποιαδήποτε στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο που επισύρει στέρηση της ελευθερίας, τα οποία επεβλήθησαν από δικαστήριο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας επί ποινικού αδικήματος για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα·
γ) “κράτος έκδοσης”: το κράτος μέλος στο οποίο εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση·
δ) “κράτος εκτέλεσης”: το κράτος μέλος στο οποίο διαβιβάζεται η καταδικαστική απόφαση, προκειμένου να αναγνωρισθεί και να εκτελεσθεί.»
5 Το άρθρο 3 της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός και πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Σκοπός της παρούσας απόφασης-πλαίσιο είναι η θέσπιση των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου, αναγνωρίζει καταδικαστική απόφαση και εκτελεί την ποινή.»
6 Το άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, τον οποίο φέρει τον τίτλο «Κριτήρια για τη διαβίβαση καταδικαστικής απόφασης και πιστοποιητικού σε άλλο κράτος μέλος», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Εφόσον ο κατάδικος ευρίσκεται στο κράτος έκδοσης ή στο κράτος εκτέλεσης και εφόσον έχει δώσει τη συναίνεσή του όπου απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο [6], μια καταδικαστική απόφαση, συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό, τυποποιημένο έντυπο του οποίου περιέχεται στο παράρτημα Ι, […] μπορεί να διαβιβασθεί σε ένα από τα εξής κράτη μέλη:
α) στο κράτος μέλος της εθνικότητας του καταδίκου στο οποίο ζει· ή
[…]».
7 Το άρθρο 8 της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναγνώριση της καταδικαστικής απόφασης και εκτέλεση της ποινής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης αναγνωρίζει την καταδικαστική απόφαση η οποία διαβιβάζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και κατά τη διαδικασία του άρθρου 5 και λαμβάνει πάραυτα κάθε απαραίτητο μέτρο για την εκτέλεση της ποινής, εκτός εάν η αρμόδια αρχή αποφασίσει να προβάλει κάποιο από τους λόγους μη αναγνώρισης και εκτέλεσης που προβλέπει το άρθρο 9.»
8 Το άρθρο 9 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το οποίο φέρει το τίτλο «Λόγοι μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή, εάν:
[…]
θ) σύμφωνα με το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4, το πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει περαιτέρω δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης:
i) εν ευθέτω χρόνω:
– είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης·
και
– είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη·
ή
ii) το πρόσωπο τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει δε εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε το κράτος, να τον/την εκπροσωπήσει στη δίκη, και εκπροσωπήθηκε όντως από αυτόν τον δικηγόρο στη δίκη,
ή
iii) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπου το πρόσωπο δικαιούται να παρίσταται, η δε ουσία της υπόθεσης περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξεταστεί, και η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης:
– έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση·
ή
– δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή δεν έχει ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ισχύουσας προθεσμίας·
[…]».
Η απόφαση-πλαίσιο 2009/299
9 Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 4, 6, 8 και 15 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299 έχουν ως εξής:
«(1) Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη περιλαμβάνεται στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που προβλέπεται από το άρθρο 6 της [Ευρωπαϊκής] Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, [που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950], όπως ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το εν λόγω δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη δεν είναι απόλυτο και ότι, υπό ορισμένους όρους, ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς αλλά κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση.
[…]
(4) Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να παρασχεθούν σαφείς και κοινές βάσεις για τη μη αναγνώριση των αποφάσεων, που εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Στόχος της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι να επανοριστούν οι εν λόγω κοινές βάσεις που θα επιτρέπουν στην εκτελούσα αρχή να εκτελέσει την απόφαση παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη, τηρουμένου πλήρως του δικαιώματος υπεράσπισης του ενδιαφερομένου. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν έχει εκπονηθεί για να ρυθμίζει τις μορφές και μεθόδους, περιλαμβανομένων και των δικονομικών απαιτήσεων, που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των αποτελεσμάτων που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο και που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαίων των κρατών μελών.
[…]
(6) Οι διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου για την τροποποίηση άλλων αποφάσεων-πλαισίων θέτουν προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν χωρεί άρνηση της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Πρόκειται για εναλλακτικές προϋποθέσεις: σε περίπτωση που πληρούται μία από τις προϋποθέσεις, η εκδούσα αρχή, συμπληρώνοντας το αντίστοιχο τμήμα του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή του σχετικού πιστοποιητικού δυνάμει των άλλων αποφάσεων-πλαισίων, παρέχει τη διασφάλιση ότι πληρούνται ή πρόκειται να πληρωθούν οι απαιτήσεις που επαρκούν για τον σκοπό της εκτέλεσης της απόφασης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.
[…]
(8) Το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη κατοχυρώνεται από τη[ν Ευρωπαϊκή] Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου προσώπου να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στη δίκη. Προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα αυτό, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο χρειάζεται να τελεί εν γνώσει της προγραμματιζόμενης δίκης. Βάσει της παρούσας απόφασης-πλαισίου, η επίγνωση του προσώπου όσον αφορά τη δίκη θα πρέπει να εξασφαλίζεται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, ενώ εξυπακούεται ότι αυτό πρέπει να συνάδει προς τις απαιτήσεις της εν λόγω σύμβασης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όταν εξετάζεται κατά πόσον ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται η πληροφορία επαρκεί ώστε να εξασφαλίζεται η επίγνωση του προσώπου όσον αφορά τη δίκη, ιδιαίτερη προσοχή μπορεί, κατά περίπτωση, να προσδίδεται και στη δέουσα προσπάθεια που καταβάλλει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προκειμένου να λάβει πληροφορίες που απευθύνονται σε αυτόν.
[…]
(15) Οι λόγοι άρνησης είναι προαιρετικοί. Πάντως, η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να μεταφέρουν αυτούς τους λόγους στο εθνικό δίκαιο διέπεται ιδίως από το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη το συνολικό στόχο της παρούσας απόφασης-πλαισίου που είναι η κατοχύρωση των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων και η διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.»
10 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2009/299, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχοι και πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:
«1. Οι στόχοι της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι η κατοχύρωση των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες, η διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και, ιδίως, η βελτίωση της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών.
2. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν συνεπάγεται τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υπεράσπισης των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες, και δεν θίγονται οι υποχρεώσεις που τυχόν βαρύνουν τις δικαστικές αρχές ως προς το θέμα αυτό.
3. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο καθορίζει κοινούς κανόνες για την αναγνώριση ή/και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε ένα κράτος μέλος (κράτος μέλος εκτέλεσης), οι οποίες εκδίδονται από άλλο κράτος μέλος (κράτος μέλος έκδοσης) έπειτα από διαδικασία στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 της [αποφάσεως-πλαισίου 2002/584], […] του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θ, της [αποφάσεως-πλαισίου 2008/909] […].»
11 Με το άρθρο 2 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τροποποίηση της [αποφάσεως-πλαισίου 2002/584]», προστέθηκε, σύμφωνα με το σημείο 1 του εν λόγω άρθρου, άρθρο 4α στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584. Με το άρθρο 5 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τροποποιήσεις της [αποφάσεως-πλαισίου 2008/909]», προστέθηκε, σύμφωνα με το σημείο 1 του εν λόγω άρθρου, άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, στην απόφαση-πλαίσιο 2008/909.
Η οδηγία (ΕΕ) 2016/343
12 Η αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (ΕΕ 2016, L 65, σ. 1), έχει ως εξής:
«Υπό ορισμένες συνθήκες η απόφαση για την ενοχή ή την αθωότητα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου θα πρέπει να μπορεί να εκδοθεί παρά την απουσία του. Αυτό ενδέχεται να ισχύει όταν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παράστασης, αλλά εντούτοις δεν εμφανίζεται. Η ενημέρωση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου σχετικά με τη δίκη θα πρέπει να σημαίνει ότι το εν λόγω πρόσωπο κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή ότι με άλλα μέσα του παρασχέθηκαν επισήμως πληροφορίες για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει για τη δίκη. Η πληροφόρηση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου σχετικά με τις συνέπειες της μη παράστασης θα πρέπει ιδίως να σημαίνει πως το πρόσωπο έχει ενημερωθεί ότι η απόφαση μπορεί να εκδοθεί ακόμη και αν δεν εμφανιστεί στη δίκη.»
13 Το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι μια δίκη που μπορεί να οδηγήσει σε απόφαση για την ενοχή ή την αθωότητα του υπόπτου ή κατηγορουμένου μπορεί να διεξαχθεί ερήμην αυτού, υπό τον όρο ότι:
α) ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παράστασης· ή
β) ο ύποπτος ή κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για τη δίκη, εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο ο οποίος διορίστηκε είτε από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο είτε από το κράτος.»
Το γερμανικό δίκαιο
14 Το άρθρο 84b του Gesetz über internationale Rechtshilfe in Strafsachen (νόμου περί διεθνούς δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις), της 27ης Ιουνίου 1994 (BGBl. 1994 I, σ. 1537), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 19ης Δεκεμβρίου 2022 (BGBl. 2022 I, σ. 2632) (στο εξής: IRG), φέρει τον τίτλο «Πρόσθετες προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση» και ορίζει τα εξής:
«(1) Η εκτέλεση δεν επιτρέπεται όταν:
[…]
2. ο καταδικασθείς δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως,
[…]
(3) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, σημείο 2, η εκτέλεση επιτρέπεται επίσης όταν:
1. ο καταδικασθείς εν ευθέτω χρόνω:
α) είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, ή
β) είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι ο καταδικασθείς τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, και
γ) είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση ακόμη και ερήμην του,
[…]
3. ο καταδικασθείς, ο οποίος τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, έδωσε εντολή σε συνήγορο να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και πράγματι εκπροσωπήθηκε από αυτόν στη δίκη.
(4) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, σημείο 2, η εκτέλεση επιτρέπεται επίσης όταν, μετά την επίδοση της δικαστικής αποφάσεως, ο καταδικασθείς:
1. έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν θα προσβάλει την εκδοθείσα απόφαση ή
2. δεν έχει ζητήσει επανάληψη της διαδικασίας ή δεν έχει ασκήσει έφεση εντός των ισχυουσών προθεσμιών.
Ο καταδικασθείς πρέπει προηγουμένως να έχει ενημερωθεί ρητά ότι έχει δικαίωμα σε επανάληψη της δίκης ή στην άσκηση εφέσεως και ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις έχει δικαίωμα παράστασης στη δίκη, η δε ουσία της υποθέσεως, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξετασθεί και η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής αποφάσεως.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Με απόφαση που εξέδωσε στις 5 Αυγούστου 2019, το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο Ζελόνα Γκούρα, Πολωνία) καταδίκασε τον SO σε στερητική της ελευθερίας ποινή ενός έτους για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
16 Με απόφαση της 24ης Μαρτίου 2022, το Sąd Apelacyjny w Poznaniu (εφετείο Πόζναν, Πολωνία) απέρριψε την έφεση που άσκησε κατά της ως άνω αποφάσεως ο SO διά του συνηγόρου του.
17 Με διάταξη της 30ής Ιανουαρίου 2023, το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο Ζελόνα Γκούρα) δέχθηκε το αίτημα του SO για την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής στη Γερμανία, με το σκεπτικό ότι είναι Γερμανός υπήκοος, ότι το κέντρο των συμφερόντων του βρίσκεται στο Βερολίνο (Γερμανία) και ότι η οικογένειά του ζει επίσης στο εν λόγω κράτος μέλος.
18 Με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 2023, στο οποίο επισυνάπτονταν ως παραρτήματα η ανωτέρω διάταξη, το πιστοποιητικό που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, η πρωτοδίκως εκδοθείσα απόφαση της 5ης Ιουνίου 2019 και η εκδοθείσα κατ’ έφεση απόφαση της 24ης Μαρτίου 2022, καθώς και η κοινοποίηση της αιτήσεως του SO στην πολωνική και στη γερμανική γλώσσα, το εν λόγω δικαστήριο ζήτησε από τη Staatsanwaltschaft Berlin (εισαγγελία Βερολίνου, Γερμανία), ως αρμόδια γερμανική αρχή, να αναλάβει την εκτέλεση της ποινής που είχε επιβληθεί κατά του SO.
19 Κατόπιν τούτου, η εισαγγελία Βερολίνου ζήτησε από το τμήμα εκτελέσεως ποινών του Landgericht Berlin (περιφερειακού δικαστηρίου Βερολίνου, Γερμανία) να επιτρέψει την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής που είχε επιβληθεί με την απόφαση της 5ης Αυγούστου 2019.
20 Ενώπιον του εν λόγω τμήματος εκτελέσεως των ποινών, ο SO αντιτάχθηκε στο αίτημα της εισαγγελίας Βερολίνου, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι είχε παραστεί αυτοπροσώπως μόνο σε δύο από τις συνολικά 28 δικασίμους που είχαν ορισθεί για τη διεξαγωγή της δίκης του στην Πολωνία, η οποία διήρκεσε πρωτοδίκως, κατά τους ισχυρισμούς του, περισσότερα από τέσσερα και ήμισυ έτη, και ότι δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως ούτε στην κατ’ έφεση δίκη. Ο SO ισχυρίσθηκε ότι δεν γνωρίζει αν εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά τις λοιπές 26 δικασίμους που είχαν ορισθεί για την ακροαματική διαδικασία σε πρώτο βαθμό και κατά τη διεξαγωγή της κατ’ έφεση δίκης.
21 Το ως άνω τμήμα εκτελέσεως των ποινών ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο Ζελόνα Γκούρα), το οποίο γνωστοποίησε, με έγγραφο της 31ης Ιουλίου 2023, ότι ο SO είχε παραστεί αυτοπροσώπως σε τρεις δικασίμους της δίκης κατά τα έτη 2012 και 2014, είχε αναπτύξει τους ισχυρισμούς του επί της ουσίας της υποθέσεως και είχε ζητήσει να διεξαχθούν οι λοιπές συνεδριάσεις της δίκης ερήμην του σε περίπτωση απουσίας του. Ο SO είχε ενημερωθεί για το δικαίωμά του να παραστεί στη δίκη και για την υποχρέωσή του να γνωστοποιεί τυχόν μεταβολή της διευθύνσεως στην οποία θα μπορούσε να κλητευθεί και να δηλώσει προς τούτο διεύθυνση επικοινωνίας στην Πολωνία. Ο SO, αντιθέτως, δεν παρέστη αυτοπροσώπως στην κατ’ έφεση δίκη, αλλά είχε τη συνδρομή συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος παρέστη τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην κατ’ έφεση δίκη. Η παρουσία του κατηγορουμένου στην κατ’ έφεση δίκη, όπως και εκείνη του συνηγόρου υπερασπίσεως, δεν είναι υποχρεωτική κατά το πολωνικό δίκαιο. Η κλήση στο ακροατήριο για την κατ’ έφεση δίκη επιδόθηκε στην πολωνική διεύθυνση επιδόσεων την οποία είχε δηλώσει ο SO, ήτοι στο δικηγορικό γραφείο του συνηγόρου υπερασπίσεώς του.
22 Με έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο Ζελόνα Γκούρα), κατόπιν νέου αιτήματος του τμήματος εκτελέσεως ποινών του Landgericht Berlin (περιφερειακού δικαστηρίου Βερολίνου), παρέσχε συμπληρωματικές πληροφορίας όσον αφορά τη δίκη σε πρώτο βαθμό.
23 Με διάταξη της 24ης Νοεμβρίου 2023, το τμήμα εκτελέσεως ποινών του Landgericht Berlin (περιφερειακού δικαστηρίου Βερολίνου) απέρριψε το αίτημα της εισαγγελίας Βερολίνου να επιτραπεί η εκτέλεση της επιβληθείσας εις βάρος του SO ποινής στη Γερμανία, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο Ζελόνα Γκούρα), ο SO δεν είχε κλητευθεί να παραστεί σε ορισμένες δικασίμους της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, διευκρινιζομένου ότι δεν προκύπτει ότι κατά τις δικασίμους αυτές διενεργήθηκαν δικονομικές πράξεις που αφορούσαν αποκλειστικώς τους συγκατηγορουμένους του και όχι τον SO ούτε ότι ο SO είχε λάβει γνώση των στοιχείων αυτών κατ’ άλλον τρόπο. Επίσης, δεν είχε παραστεί συνήγορος προς υπεράσπισή του κατά τις εν λόγω δικασίμους.
24 Η εισαγγελία Βερολίνου προσέφυγε κατά της ως άνω διατάξεως ενώπιον του Kammergericht (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Βερολίνου, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Προς στήριξη της προσφυγής της, η εισαγγελία Βερολίνου υποστηρίζει ότι η παρουσία του SO σε ορισμένες δικασίμους, κατά τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του επί της ουσίας της υποθέσεως και ζήτησε τη διεξαγωγή της δίκης ακόμη και ερήμην του, θεωρείται επαρκής, δεδομένου ότι η απουσία του από τις λοιπές δικασίμους αποτελούσε απόρροια δικής του αποφάσεως περί μη παραστάσεως, την οποία είχε λάβει αυτοβούλως. Επιπλέον, ο ίδιος ο SO, διά του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, ζήτησε από το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο Ζελόνα Γκούρα) την εκτέλεση της ποινής του στη Γερμανία και, ως εκ τούτου, παραιτήθηκε από την προστασία η οποία του παρέχεται βάσει του άρθρου 84b, παράγραφος 1, σημείο 2, του IRG.
25 Κατά τη δήλωση του δικηγόρου του, ο SO δεν τελούσε εν γνώσει της κατ’ έφεση δίκης. Δεν είχε αποσταλεί σχετική κλήτευση στη διεύθυνσή του στη Γερμανία. Συνεπώς, δεν ήταν σε θέση να δώσει εντολή σε συνήγορο υπεράσπισης προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στην κύρια δίκη έχοντας λάβει γνώση της προγραμματισμένης δικασίμου για τη διεξαγωγή της δίκης.
26 Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, ο δικηγόρος που εκπροσώπησε τον SO ενώπιον των πολωνικών δικαστηρίων επισήμανε, με δήλωσή του της 28ης Φεβρουαρίου 2024, ότι η πληρεξουσιότητά του αφορούσε τόσο τη δίκη σε πρώτο βαθμό όσο και την κατ’ έφεση δίκη, ότι ο SO είχε δηλώσει ως διεύθυνση επιδόσεων στην Πολωνία τη διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου του εν λόγω συνηγόρου, στην οποία μπορούσαν, σύμφωνα με το πολωνικό δίκαιο, να επιδίδονται προσηκόντως έγγραφα, και ότι, κατά την κατ’ έφεση δίκη, ο SO εκπροσωπήθηκε από μια συνάδελφο του προμνημονευθέντος δικηγόρου. Είναι πιθανόν ο δικηγόρος να μην είχε ενημερώσει τον SO για την ημερομηνία της δικασίμου, δεδομένου ότι η παρουσία του καταδικασθέντος στη δίκη δεν ήταν υποχρεωτική και καθόσον αυτός εκπροσωπήθηκε από τη συνάδελφο του δικηγόρου του.
27 Κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν η κλήση στο ακροατήριο που έχει επιδοθεί στον συνήγορο υπεράσπισης με την ιδιότητα του αντικλήτου τον οποίο έχει ορίσει ο καταδικασθείς, χωρίς να παραστεί ο ίδιος, για την παραλαβή επιδόσεων πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο i, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, οπότε αυτό υποχρεούται να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την απόφαση με την οποία επιβλήθηκε ποινή εις βάρος του καταδικασθέντος.
28 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η έννοια της «δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως», κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, πρέπει να ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο με την πανομοιότυπη έννοια η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 4α της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και την οποία έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas (C‑270/17 PPU, EU:C:2017:628), και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη) (C‑397/22, EU:C:2023:1030), δεδομένου ότι οι εν λόγω δύο διατάξεις έχουν πανομοιότυπη διατύπωση και τροποποιήθηκαν με την ίδια απόφαση-πλαίσιο, ενώ δεν συντρέχει κανένας λόγος να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο οι περιπτώσεις παραδόσεως προς εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως από τις περιπτώσεις στις οποίες αναλαμβάνεται η εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως. Επομένως, η συγκεκριμένη έννοια, σε περίπτωση δίκης με πλείονες βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να αφορά μόνον τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση με την οποία, κατόπιν νέας εξετάσεως των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, κρίθηκε τελεσιδίκως η ενοχή του ενδιαφερομένου και του επιβλήθηκε ποινή. Εν προκειμένω, αυτή είναι η κατ’ έφεση δίκη της 24ης Μαρτίου 2022 ενώπιον του Sąd Apelacyjny w Poznaniu (εφετείου Πόζναν) και όχι η διεξαχθείσα σε πρώτο βαθμό δίκη την οποία έλαβε υπόψη το τμήμα εκτελέσεως ποινών του Landgericht Berlin (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Βερολίνου).
29 Το αιτούν δικαστήριο τείνει προς την εκτίμηση ότι η αρνητική απάντηση στο προμνημονευθέν ερώτημα προκύπτει από τις αποφάσεις της 24ης Μαΐου 2016, Dworzecki (C‑108/16 PPU, EU:C:2016:346), και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη) (C‑397/22, EU:C:2023:1030), σχετικά με την έχουσα πανομοιότυπη διατύπωση διάταξη του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι έγγραφο κλητεύσεως που παραδίδεται σε ενήλικο μέλος της οικογένειας του ενδιαφερομένου, το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το έγγραφο στον ενδιαφερόμενο, πληροί τις προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως μόνον εφόσον από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως προκύπτει αν και, ενδεχομένως, πότε το ως άνω πρόσωπο παρέδωσε πράγματι το έγγραφο στον ενδιαφερόμενο. Επομένως, η δικαστική αρχή εκδόσεως υποχρεούται να μνημονεύσει στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως τα στοιχεία βάσει των οποίων διαπίστωσε ότι ο ενδιαφερόμενος είχε λάβει πράγματι επισήμως τις πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του. Η προμνημονευθείσα νομολογία μπορεί να τύχει εφαρμογής και στην περίπτωση του πιστοποιητικού το οποίο μνημονεύεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 και το οποίο, εν προκειμένω, δεν περιέχει τέτοιες πληροφορίες.
30 Τούτου λεχθέντος, τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης διαφέρουν από εκείνα που είχαν εξετασθεί στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προμνημονευθείσες αποφάσεις, καθόσον, εν προκειμένω, το πρόσωπο που παρέλαβε την οικεία επίδοση είχε ορισθεί ρητώς από τον SO, ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών, ως αντίκλητος εξουσιοδοτημένος για την παραλαβή επιδόσεων, δεδομένου ότι είχε δηλωθεί η διεύθυνση του εν λόγω προσώπου ως διεύθυνση στην οποία μπορούσαν να γίνονται οι επιδόσεις. Εξ αυτού μπορεί να συναχθεί ότι βούληση του SO ήταν οι επιδόσεις προς τον εξουσιοδοτημένο αντίκλητό του να θεωρούνται ότι πραγματοποιήθηκαν προς τον ίδιον.
31 Κατά δεύτερον, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να εξετασθεί αν το πρόσωπο που καταδικάσθηκε χωρίς να παραστεί αυτοπροσώπως εκπροσωπήθηκε κατ’ έφεση κατά τρόπο που να εξαλείφει τον λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε ποινή στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, σε περίπτωση που ο καταδικασθείς, κατά τον χρόνο που αναθέτει στον συνήγορό του την εντολή να τον εκπροσωπήσει, δεν τελούσε εν γνώσει της ημερομηνίας της δίκης, αλλά γνώριζε μόνον ότι επρόκειτο να διεξαχθεί δίκη.
32 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το γράμμα της προμνημονευθείσας διατάξεως, ο ορισμός της δικασίμου πρέπει να προηγείται χρονικώς της αναθέσεως εντολής προς τον συνήγορο. Τούτο, ωστόσο, δεν ισχύει κατ’ ανάγκην για την κατ’ έφεση δίκη. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά κανόνα, ο καταδικασθείς σε πρώτο βαθμό κατηγορούμενος, μαζί με την εντολή για άσκηση εφέσεως, αναθέτει επίσης στον συνήγορο υπεράσπισής του και την εντολή να τον εκπροσωπήσει στην κατ’ έφεση δίκη, ακόμη και ερήμην του, στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο και εφόσον η παρουσία του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της εφέσεως δεν είναι υποχρεωτική. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι ο πρωτοδίκως καταδικασθείς γνωρίζει με βεβαιότητα ότι θα διεξαχθεί κατ’ έφεση δίκη, δεδομένου ότι ασκεί έφεση, πλην όμως δεν τελεί ακόμη εν γνώσει της ακριβούς ημερομηνίας που θα ορισθεί από το εφετείο για τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης.
33 Κατά το αιτούν δικαστήριο, το γεγονός και μόνον ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι θα διεξαχθεί κατ’ έφεση δίκη αρκεί, δεδομένου ότι, κατά την περαιτέρω εξέλιξη της δίκης, απόκειται αποκλειστικώς στον κατηγορούμενο που καταδικάσθηκε χωρίς να παραστεί ο ίδιος στη διεξαχθείσα σε πρώτο βαθμό δίκη να επικοινωνήσει ή όχι με το δικαστήριο και με τον συνήγορο υπεράσπισεώς του προκειμένου να ενημερωθεί για την ημερομηνία που ορίσθηκε για τη διεξαγωγή της κατ’ έφεση δίκης.
34 Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο συνήγορος υπερασπίσεως ασκεί έφεση εν αγνοία του εντολέα του, όταν δεν έχει καμία επαφή με αυτόν και επιθυμεί, ενεργώντας προληπτικά, να τηρήσει την προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου, η κατ’ έφεση δίκη δεν θα συνεχιζόταν χωρίς αυτός να απευθυνθεί στον εντολέα και χωρίς να λάβει επιβεβαίωση εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο συνάγει από την εμφάνιση του συνηγόρου υπερασπίσεως της επιλογής του SO, καθώς και της συναδέλφου του δικηγόρου η οποία παρέστη αντ’ αυτού ενώπιον του Sąd Apelacyjny w Poznaniu (εφετείου Πόζναν), ότι υπήρξε συνεννόηση με τον SO και ότι ο SO είχε οπωσδήποτε λάβει γνώση της επικείμενης κατ’ έφεση δίκης, έστω και αν η ημερομηνία διεξαγωγής της δεν είχε ακόμη ορισθεί κατά τον χρόνο της εν λόγω συνεννοήσεως.
35 Κατά τρίτον, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και εάν η απάντηση στο δεύτερο συνίσταται στο ότι πρέπει να έχει ήδη ορισθεί η ημερομηνία διεξαγωγής της δίκης, ο δε ενδιαφερόμενος να τελεί εν γνώσει της κατά τον χρόνο αναθέσεως της εντολής στον συνήγορό του, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε τέτοια περίπτωση, δεν επιτρέπεται η ανάληψη της εκτελέσεως βάσει του άρθρου 84b, παράγραφος 1, σημείο 2, του IRG, δεδομένου ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 84b, παράγραφος 3, σημείο 3, του IRG, με το οποίο μεταφέρεται στη γερμανική έννομη τάξη το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.
36 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, ενώ το άρθρο 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτελέσεως διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως, με το άρθρο 84b, παράγραφος 1, σημείο 2, του IRG προβλέπεται απόλυτος λόγος μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι δεν δύναται να προβεί σε ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως contra legem, ήτοι υπό την έννοια ότι, κατά την εξέταση του λόγου μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως, θα διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως βαίνουσα πέραν του πεδίου εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 84b, παράγραφοι 3 και 4, του IRG.
37 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, εάν διέθετε τέτοια εξουσία εκτιμήσεως, θα έκρινε ότι επιτρέπεται η ανάληψη της εκτελέσεως της ποινής. Συγκεκριμένα, παρά την έφεση που άσκησε, o SO δεν διατήρησε σε επαρκή βαθμό επαφή με τις πολωνικές δικαστικές αρχές και με τον συνήγορο υπερασπίσεώς του, τη διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου του οποίου είχε δηλώσει ως διεύθυνση κλητεύσεώς του. Είναι, επομένως, προφανές ότι δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να παραστεί ο ίδιος στην κατ’ έφεση δίκη. Επιπλέον, ο ίδιος ο SO ήταν αυτός που είχε ζητήσει την ανάληψη της εκτελέσεως της ποινής του στη Γερμανία. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι ο SO δεν έχει κανένα θεμιτό συμφέρον να ζητήσει να μην εκτελεσθεί η επιβληθείσα εις βάρος του ποινή στο εν λόγω κράτος μέλος.
38 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το αν η γερμανική νομοθεσία συμβιβάζεται με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν αρνητική απάντηση επ’ αυτού μπορεί να συναχθεί από την απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη) (C‑396/22, EU:C:2023:1029), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το γερμανικό δίκαιο δεν ήταν σύμφωνο με το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, του οποίου το γράμμα είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 9, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.
39 Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν ο καταδικασθείς που δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη του δύναται να παραιτηθεί από την προστασία που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εάν το αίτημα του καταδικασθέντος προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως για την εκτέλεση της ποινής στο κράτος μέλος καταγωγής του συνιστά τέτοια παραίτηση.
40 Η συμπεριφορά του SO ενέχει, εν προκειμένω, αντιφάσεις, δεδομένου ότι, αφενός μεν, είχε ζητήσει στην Πολωνία, χωρίς να διατυπώσει επιφυλάξεις ή να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, την εκτέλεση της ποινής στη Γερμανία, αφετέρου δε, στη Γερμανία είχε προβάλλει αντιρρήσεις, κατά το στάδιο της εν λόγω εκτελέσεως, ως προς το επιτρεπτό της εκτελέσεως. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως την οποία θα έπρεπε να διαθέτει προκειμένου να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει καταδικαστική απόφαση εκδοθείσα εις βάρος προσώπου που δεν είχε παραστεί στη σχετική δίκη. Εντούτοις, το εθνικό δίκαιο δεν του παρέχει τέτοια εξουσία εκτιμήσεως.
41 Μολονότι η απόφαση-πλαίσιο 2008/909 δεν περιέχει καμία νομική βάση από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι το πρόσωπο που καταδικάσθηκε χωρίς να έχει παραστεί αυτοπροσώπως στη δίκη έχει τη δυνατότητα να παραιτηθεί από την προστασία που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η συγκεκριμένη διάταξη καταλαμβάνει επίσης περιπτώσεις στις οποίες ο καταδικασθείς μπορεί, με τη δική του δικονομική συμπεριφορά, να αποφασίσει εάν επιθυμεί να τύχει προστασίας από το ενδεχόμενο αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του. Συγκεκριμένα, στο σημείο iii της προμνημονευθείσας διατάξεως προβλέπεται η δυνατότητα του καταδικασθέντος να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής της εν λόγω αποφάσεως. Εάν, κατά τούτο, η εκτελεστότητα της ως άνω αποφάσεως είναι δυνατόν να εξαρτάται από τη βούληση του προσώπου που καταδικάσθηκε χωρίς να έχει παραστεί το ίδιο στη δίκη, μπορεί επίσης να γίνει δεκτό ότι, και για την περαιτέρω εξέλιξη της εκτελέσεως, υφίσταται τέτοια βούληση, την οποία εξέφρασε εν προκειμένω ο SO ζητώντας από το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο Ζελόνα Γκούρα) την εκτέλεση της ποινής του στη Γερμανία.
42 Υπό τις ως άνω συνθήκες, το Kammergericht (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Βερολίνου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πληροί η κλήση στο ακροατήριο που έχει επιδοθεί σε ημεδαπό αντίκλητο, τον οποίο διόρισε ο καταδικασθείς, τις απαιτήσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο i, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως-πλαισίου [2008/909];
2) Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου [2008/909] την έννοια ότι, κατά τον χρόνο ανάθεσης της εντολής, πρέπει η ημερομηνία διεξαγωγής της δίκης να έχει ήδη ορισθεί και ο ενδιαφερόμενος να τελεί εν γνώσει της ορισθείσας δικασίμου ή μήπως αρκεί ο ενδιαφερόμενος να αναθέσει ή να επιβεβαιώσει την εντολή γνωρίζοντας με βεβαιότητα ότι πρόκειται να διεξαχθεί δίκη;
3) Συνάδει με την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης το γεγονός ότι ο Γερμανός νομοθέτης προέβλεψε στο άρθρο 84, παράγραφος 1, σημείο 2, [του IRG] την περίπτωση της ερήμην καταδίκης ως απόλυτο λόγο απαγόρευσης [της εκτέλεσης], μολονότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου [2008/909] προβλέπει συναφώς απλώς και μόνο λόγο προαιρετικής άρνησης εκτέλεσης;
4) Μπορεί ο ενδιαφερόμενος να παραιτηθεί από την προστασία που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου [2008/909], καθιστώντας δυνατή κατά τον τρόπο αυτό την εκτέλεση ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως ακόμη και όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημεία i έως iii, της αποφάσεως-πλαισίου; Συνιστά τέτοια παραίτηση η εκ μέρους του ενδιαφερομένου υποβολή αιτήσεως προς την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για εκτέλεση στη χώρα καταγωγής;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
43 Υπενθυμίζεται ότι, όπως και η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, η απόφαση-πλαίσιο 2008/909 συγκεκριμενοποιεί, στον ποινικό τομέα, τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Η δεύτερη προμνημονευθείσα απόφαση-πλαίσιο ενισχύει τη δικαστική συνεργασία σε θέματα αναγνωρίσεως και εκτελέσεως ποινικών αποφάσεων, στις περιπτώσεις προσώπων που έχουν καταδικασθεί σε ποινές στερητικές της ελευθερίας ή σε μέτρα στερητικά της ελευθερίας σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η κοινωνική επανένταξή τους [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
44 Κατά το άρθρο της 3, παράγραφος 1, η απόφαση-πλαίσιο 2008/909 έχει ως σκοπό τη θέσπιση των κανόνων βάσει των οποίων ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδικασθέντος, μπορεί να αναγνωρίσει καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή την οποία επέβαλε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους.
45 Προς τούτο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προβλέπει τη δυνατότητα διαβιβάσεως αποφάσεως, συνοδευόμενης από το πιστοποιητικό, τυποποιημένο έντυπο του οποίου περιέχεται στο παράρτημα Ι της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο καταδικασθείς και εντός του οποίου ζει.
46 Στο ως άνω πλαίσιο, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να δεχθεί την αίτηση για την αναγνώριση καταδικαστικής απόφασης και για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί εντός άλλου κράτους μέλους, η οποία της έχει διαβιβαστεί σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Δεν μπορεί κατ’ αρχήν να απορρίψει τέτοια αίτηση παρά μόνον για τους λόγους μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 9 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Staatsanwaltschaft Aachen, C‑819/21, EU:C:2023:841, σκέψη 20).
47 Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το οποίο αφορά η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει απόφαση και να εκτελέσει ποινή εάν, σύμφωνα με το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της σχετικής αποφάσεως.
48 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, στην περίπτωση του άρθρου 4α της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ότι η έννοια της «δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως», κατά την εν λόγω διάταξη, πρέπει να νοείται ως αφορώσα τη δίκη η οποία κατέληξε στην έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής αποφάσεως σε βάρος του προσώπου του οποίου ζητείται η παράδοση στο πλαίσιο της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑398/22, EU:C:2023:1031, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
49 Όσον αφορά, ειδικότερα, περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, όπου η υπόθεση εκδικάσθηκε ενώπιον δικαστηρίων δύο διαδοχικών βαθμών δικαιοδοσίας, ήτοι σε περίπτωση κατά την οποία η πρωτοβάθμια δίκη ακολουθήθηκε από κατ’ έφεση δίκη, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μόνον η δίκη που κατέληξε στην έκδοση κατ’ έφεση απόφασης λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, υπό την προϋπόθεση ότι η δίκη αυτή κατέληξε στην έκδοση αποφάσεως η οποία δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο και με την οποία, ως εκ τούτου, κρίνεται τελεσιδίκως η υπόθεση επί της ουσίας [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑398/22, EU:C:2023:1031, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
50 Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 45 των προτάσεών του, η ως άνω ερμηνεία της έννοιας της «δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως», κατά το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, καθόσον οι δύο προμνημονευθείσες διατάξεις, οι οποίες προστέθηκαν στις δύο επίμαχες αποφάσεις-πλαίσια με το ίδιο νομοθέτημα της Ένωσης, ήτοι την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, ειδικότερα δε, αντιστοίχως, με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, και με το άρθρο της 5, παράγραφος 1, έχουν παρόμοια, ενδεχομένως δε και πανομοιότυπη διατύπωση και επιδιώκουν ανάλογους σκοπούς σχετικά, ιδίως, με το δικαίωμα του ενδιαφερομένου προσώπου να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη του και με τον σεβασμό του δικαιωμάτων του άμυνας σε περίπτωση κατά την οποία δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1, 4, 6 και 8 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299.
51 Τούτο ισχύει, για τους ίδιους λόγους, και όσον αφορά την ερμηνεία των λοιπών εννοιών που μνημονεύονται στο άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως αυτή έχει δοθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της σχετικής με τη συγκεκριμένη διάταξη νομολογίας του, ιδίως όσον αφορά τις έννοιες και φράσεις των στοιχείων αʹ έως γʹ της εν λόγω διατάξεως, των οποίων η διατύπωση αντιστοιχεί επακριβώς σε εκείνη των σημείων i έως iii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, τα οποία αποτελούν αντικείμενο των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων.
52 Στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί απάντηση υπό το πρίσμα των ανωτέρω προκαταρκτικών παρατηρήσεων.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
53 Κατά πάγια νομολογία του, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβάλλονται. Συναφώς, σε αυτό εναπόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων τα οποία του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης τα οποία απαιτούν ερμηνεία λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2025, Nuratau, C‑349/24, EU:C:2025:397, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Εν προκειμένω, από τη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος συνάγεται ότι αυτό αφορά τυπικώς την περίπτωση που διαλαμβάνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο i, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909. Πρόκειται για περίπτωση στην οποία, σύμφωνα με το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4 της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως, πλην όμως, εν ευθέτω χρόνω, σύμφωνα με την πρώτη περίπτωση της διατάξεως, είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης και, σύμφωνα με τη δεύτερη περίπτωση της διατάξεως, είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν παραστεί στη δίκη.
55 Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επί της περιπτώσεως στην οποία ο ενδιαφερόμενος ενημερώθηκε ότι μπορούσε να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση μη παραστάσεως, αλλά επί εκείνης στην οποία ο ενδιαφερόμενος είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο και όντως εκπροσωπήθηκε από αυτόν στη δίκη και η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
56 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν η τελευταία αυτή διάταξη έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση περί γνώσεως της προγραμματισμένης δίκης, την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη, πληρούται όταν η κλήση στο ακροατήριο δεν επιδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά σε δικηγόρο στον οποίο ο ενδιαφερόμενος είχε δώσει εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και τον οποίο είχε διορίσει ως αντίκλητο στο κράτος μέλος εκδόσεως για την παραλαβή των προς επίδοση εγγράφων.
57 Βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει απόφαση και να εκτελέσει την ποινή εάν, κατά το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εκτός αν στο συγκεκριμένο πιστοποιητικό μνημονεύεται ότι ο ενδιαφερόμενος, βάσει περαιτέρω δικονομικών απαιτήσεων τις οποίες ορίζει το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως, τελεί σε κάποια από τις περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii του ως άνω άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ.
58 Επομένως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίσει και να εκτελέσει καταδικαστική απόφαση, παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής μίας εκ των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Μαΐου 2016, Dworzecki, C‑108/16 PPU, EU:C:2016:346, σκέψη 35).
59 Πράγματι, σε καθεμία από τις διαλαμβανόμενες στα ως άνω σημεία περιπτώσεις, η αναγνώριση και η εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως δεν θίγουν τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου ούτε το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 47 και στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], καθόσον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση του δικαιώματος να παρίσταται στη δίκη του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Melloni, C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 52).
60 Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υπέχει την υποχρέωση να αναγνωρίσει και να εκτελέσει καταδικαστική απόφαση, παρότι ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, σε περίπτωση κατά την οποία, εν ευθέτω χρόνω, ο εν λόγω ενδιαφερόμενος, τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, διορισθέντα είτε από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε από το κράτος μέλος, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και εκπροσωπήθηκε όντως από τον δικηγόρο αυτόν στην εν λόγω δίκη.
61 Βεβαίως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο i, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το οποίο αφορά κατ’ ουσίαν, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 54 της παρούσας αποφάσεως, την περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, πλην όμως είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ή είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης, προκύπτει ότι, λαμβανομένου υπόψη, ιδίως, του γράμματος της πρώτης περιπτώσεως της εν λόγω διατάξεως, κατά το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται σαφώς ότι ο ενδιαφερόμενος «τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», το γεγονός ότι ένα έγγραφο κλητεύσεως παραδόθηκε σε τρίτο πρόσωπο το οποίο ανέλαβε να παραδώσει το εν λόγω έγγραφο στον ενδιαφερόμενο δεν παρέχει τη δυνατότητα να αποδειχθούν αδιαμφισβήτητα ούτε το ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε «πράγματι» τις πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του ούτε, ενδεχομένως, το ακριβές χρονικό σημείο της λήψεως των εν λόγω πληροφοριών [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 24ης Μαΐου 2016, Dworzecki, C‑108/16 PPU, EU:C:2016:346, σκέψη 47, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑397/22, EU:C:2023:1030, σκέψη 31].
62 Τούτο δεν ισχύει, όμως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 53 των προτάσεών του, στην περίπτωση κατά την οποία κλήση στο ακροατήριο επιδίδεται σε δικηγόρο στον οποίο ο ενδιαφερόμενος έδωσε εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και τον οποίο διόρισε ως αντίκλητο στο κράτος μέλος εκδόσεως για την παραλαβή των προς επίδοση εγγράφων.
63 Πράγματι, η εκ μέρους της αρμόδιας του κράτους μέλους εκδόσεως κοινοποίηση της εν λόγω κλητεύσεως στη διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου του συνηγόρου του ενδιαφερομένου επέχει θέση ενημερώσεως του ίδιου του ενδιαφερομένου, καθόσον, σε τέτοια περίπτωση, αυτός θεωρείται ότι έλαβε τη συγκεκριμένη κλήση στο ακροατήριο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, Kachev, C‑135/25 PPU, EU:C:2025:366, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση περί γνώσεως της προγραμματισμένης δίκης, την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη, πληρούται όταν η κλήση στο ακροατήριο δεν επιδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά σε δικηγόρο στον οποίο ο ενδιαφερόμενος είχε δώσει εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και τον οποίο είχε διορίσει ως αντίκλητο στο κράτος μέλος εκδόσεως για την παραλαβή των προς επίδοση εγγράφων.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
65 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως εξαρτάται από το αν ο ενδιαφερόμενος τελούσε εν γνώσει της ορισθείσας για τη δίκη του δικασίμου κατά τον χρόνο αναθέσεως εντολής σε δικηγόρο με σκοπό την εκπροσώπηση του ενδιαφερόμενου στη δίκη.
66 Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, κατά την προμνημονευθείσα διάταξη, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 57 έως 59 της παρούσας αποφάσεως, υπέχει την υποχρέωση να αναγνωρίσει και να εκτελέσει καταδικαστική απόφαση σε περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως εφόσον ο συγκεκριμένος ενδιαφερόμενος, βάσει της απαιτήσεως με την οποία εισάγεται η συγκεκριμένη διάταξη, τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, διορισθέντα είτε από τον ίδιο είτε από το κράτος, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και εκπροσωπήθηκε όντως από τον δικηγόρο αυτόν στην εν λόγω δίκη.
67 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, επομένως, να καθορισθεί το περιεχόμενο της απαιτήσεως με την οποία εισάγεται το σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όσον αφορά την εκ μέρους του ενδιαφερομένου γνώση της προγραμματισμένης δίκης, η οποία αποτελεί, ελλείψει παραπομπής στο εθνικό δίκαιο, αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Μαΐου 2016, Dworzecki, C‑108/16 PPU, EU:C:2016:346, σκέψεις 28 έως 31).
68 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Casa Judeţeană de Asigurări de Sănătate Mureș κ.λπ., C‑489/23, EU:C:2025:651, σκέψη 31).
69 Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, επισημαίνεται ότι η διατύπωση της διατάξεως, στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις, δεν καθιστά δυνατό να καθορισθεί άνευ αμφισημίας εάν η εν λόγω διάταξη απαιτεί, για την εφαρμογή της, να τελούσε ο ενδιαφερόμενος εν γνώσει της ακριβούς ημερομηνίας διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας που είχε ορισθεί για τη δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως.
70 Ειδικότερα, ενώ η απόδοση στην ιταλική γλώσσα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου μνημονεύει ρητώς τη συγκεκριμένη απαίτηση, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, όπως σε αυτές στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα, απαιτείται απλώς να τελεί ο ενδιαφερόμενος «εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», ενώ σε άλλες, όπως είναι εκείνες στη γερμανική και στην ουγγρική γλώσσα, απαιτείται γνώση της «ορισθείσας δικασίμου» ή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αποδόσεως στην τσεχική, στην πολωνική και στη σουηδική γλώσσα, απαιτείται να τελεί «εν γνώσει της προγραμματισμένης δικασίμου».
71 Μολονότι, βεβαίως, οι διάφορες ανωτέρω διατυπώσεις θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει, όπως ρητώς προβλέπει η απόδοση στην ιταλική γλώσσα, να τελούσε εν γνώσει της ακριβούς ημερομηνίας διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας που είχε ορισθεί για τη δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διατάξεως ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερέχει έναντι των λοιπών γλωσσικών αποδόσεων. Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει πράγματι να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται ομοιόμορφα, υπό το πρίσμα των αποδόσεών τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Σε περίπτωση αποκλίσεως μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων ενός νομοθετήματος της Ένωσης, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο [πρβλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2025, Naturvårdsverket (Διάθεση των αποβλήτων μετά την παραλαβή κατόπιν επιστροφής), C‑221/24 και C‑222/24, EU:C:2025:818, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
72 Συναφώς, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, διαπιστώνεται ότι, βάσει του σημείου i της εν λόγω διατάξεως, απαιτείται είτε ο ενδιαφερόμενος να είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και, ως εκ τούτου, να είχε ενημερωθεί σχετικά με «την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης» η οποία οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως είτε να είχε ενημερωθεί με άλλα μέσα πραγματικά και επισήμως για «την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής», ούτως ώστε να αποδεικνύεται σαφώς «ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης».
73 Διαπιστώνεται, επομένως, ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο i, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προκύπτει ότι με τη φράση «εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», η οποία μνημονεύεται στη συγκεκριμένη διάταξη, απαιτείται να είχε ενημερωθεί ο ενδιαφερόμενος για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως.
74 Όσον αφορά την ερμηνεία βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση, φαίνεται ότι μπορεί να συναχθεί από αυτήν ότι στην αντίστοιχη απαίτηση, με την οποία εισάγεται το σημείο ii του προμνημονευθέντος άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, είναι δυνατόν, για λόγους συνέπειας, να αποδοθεί το ίδιο περιεχόμενο, οπότε η συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται ως έχουσα την έννοια ότι απαιτείται να είχε ενημερωθεί ο ενδιαφερόμενος για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως.
75 Η ως άνω ερμηνεία επιρρωννύεται από τις διατάξεις της οδηγίας 2016/343, με την οποία θεσπίζονται κανόνες περί ελάχιστων απαιτήσεων όσον αφορά ορισμένα στοιχεία των ποινικών διαδικασιών, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το «δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του», ιδίως δε από το άρθρο της 8, παράγραφος 2, το οποίο αποτελεί στοιχείο του σχετικού πλαισίου που είναι κρίσιμο για την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου λόγω της λειτουργικής συνδέσεως που υφίσταται μεταξύ των εν λόγω δύο διατάξεων [πρβλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, VB II (Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα σε νέα δίκη), C‑400/23, EU:C:2025:14, σκέψη 48].
76 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι μια δίκη η οποία είναι δυνατόν να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως για την ενοχή ή την αθωότητα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου μπορεί να διεξαχθεί ερήμην του, υπό τον όρο είτε, κατά το στοιχείο αʹ της διατάξεως, ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παραστάσεως είτε, κατά το στοιχείο βʹ της διατάξεως, ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για τη διεξαγωγή της δίκης, εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο ο οποίος είτε ορίστηκε από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο είτε διορίστηκε από το κράτος.
77 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343 αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ενημέρωση του ενδιαφερομένου, καθόσον εξαρτά ρητώς κάθε δυνατότητα διεξαγωγής ερήμην δίκης από την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό έχει ενημερωθεί για τη διεξαγωγή της δίκης. Στηριζόμενο, ιδίως, στην αιτιολογική σκέψη 36 της προμνημονευθείσας οδηγίας, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η προϋπόθεση, η οποία επιβάλλεται τόσο βάσει του στοιχείου αʹ όσο και του στοιχείου βʹ του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 2, και κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είχε ενημερωθεί για τη διεξαγωγή της δίκης του, επιτάσσει να είχε ενημερωθεί το πρόσωπο αυτό για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης, ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει για τη δίκη [πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, HN (Δίκη κατηγορουμένου που απομακρύνθηκε από την επικράτεια), C‑420/20, EU:C:2022:679, σκέψεις 51 και 52].
78 Η τελολογική ερμηνεία του σημείου ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 συνηγορεί επίσης υπέρ της ερμηνείας κατά την οποία η απαίτηση με την οποία εισάγεται το προμνημονευθέν σημείο ii επιτάσσει να είχε ενημερωθεί ο ενδιαφερόμενος για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως.
79 Πράγματι, όπως ρητώς προκύπτει από το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αιτιολογικών της σκέψεων 1 και 15, το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, αποσκοπεί, διευκρινίζοντας τον ορισμό των κοινών λόγων εκτελέσεως καταδικαστικής αποφάσεως παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη του, στην προστασία του δικαιώματος του εν λόγω προσώπου να παρίσταται αυτοπροσώπως στην ποινική δίκη που έχει κινηθεί εναντίον του, δικαίωμα το οποίο συνιστά ουσιώδες στοιχείο των δικαιωμάτων άμυνας και, γενικότερα, έχει κεφαλαιώδη σημασία για τον σεβασμό του δικαιώματος σε δίκαιη ποινική δίκη, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, καθώς και στο άρθρο 48 του Χάρτη, και, συγχρόνως, στη βελτίωση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψεις 50 και 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
80 Η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είχε ενημερωθεί για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του, ευνοεί την επίτευξη των προμνημονευθέντων σκοπών, δεδομένου ότι παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να παρίσταται αυτοπροσώπως εφόσον το επιθυμεί, τούτο δε έως το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα διεξαχθεί πράγματι η δίκη, ή, κατά περίπτωση, διασφαλίζει ότι ο εν λόγω ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση από το δικαίωμα να παραστεί στην εν λόγω δίκη.
81 Στο ως άνω πλαίσιο, διευκρινίζεται επίσης ότι, αντιθέτως προς όσα θα μπορούσε να υποδηλώνει το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως έχουσα την έννοια ότι επιτάσσει η ενημέρωση ως προς την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του ενδιαφερομένου να προηγείται της εκ μέρους του αναθέσεως εντολής σε δικηγόρο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη δίκη του, άλλως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 106 των προτάσεών του, θα επέβαλλε υπέρμετρες τυπικές προϋποθέσεις, όπως είναι η ανάγκη επιβεβαιώσεως ή ανανεώσεως της εν λόγω εντολής ενόψει της κατ’ έφεση δίκης, ενώ η συγκεκριμένη εντολή είχε αρχικώς ανατεθεί για το σύνολο της διαδικασίας.
82 Πράγματι, στο μέτρο που μια τέτοια ενημέρωση έχει ως σκοπό να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να παραστεί αυτοπροσώπως στη δίκης του, στερείται σημασίας το ζήτημα αν ελήφθη από αυτόν πριν αναθέσει εντολή σε δικηγόρο ή κατόπιν της αναθέσεως της εντολής αυτής. Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος δίδει εντολή σε δικηγόρο προκειμένου να ασκήσει έφεση και να τον εκπροσωπήσει στη σχετική δίκη, η εν λόγω εντολή προηγείται κατ’ ανάγκην της ενημερώσεως σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο για τη διεξαγωγή της κατ’ έφεση δίκης, στοιχεία τα οποία, εξ ορισμού, δεν είναι ακόμη γνωστά στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο.
83 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, επομένως, ότι, βάσει της απαιτήσεως με την οποία εισάγεται το σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είχε ενημερωθεί, εν ευθέτω χρόνω, για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης, χωρίς να έχει σημασία αν έλαβε τη συγκεκριμένη πληροφορία πριν να δώσει εντολή σε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στη δίκη του ή κατόπιν της αναθέσεως της εν λόγω εντολής.
84 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως εξαρτάται από το αν ο ενδιαφερόμενος είχε, εν ευθέτω χρόνω, ενημερωθεί σχετικά με την ορισθείσα για τη δίκη του δικάσιμο, όχι όμως από το αν ο ενδιαφερόμενος είχε ενημερωθεί σχετικώς πριν να δώσει εντολή σε δικηγόρο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη δίκη.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
85 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως να αρνηθεί την αναγνώριση και την εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας στο κράτος μέλος εκδόσεως όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii της εν λόγω διατάξεως.
86 Το ως άνω προδικαστικό ερώτημα είναι λυσιτελές στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης μόνον εφόσον το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει, υπό το πρίσμα της απαντήσεως στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της περιπτώσεως που διαλαμβάνεται στο σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου δεν πληρούνται υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης.
87 Από το ίδιο το γράμμα του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, ειδικότερα δε από τη μνεία περί του ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως «δύναται» να αρνηθεί να αναγνωρίσει την απόφαση και να εκτελέσει την ποινή, προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως έχει την ευχέρεια να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως εάν ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εκτός εάν στο πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4 της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου επισημαίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων οι οποίες διαλαμβάνονται, αντιστοίχως, στα σημεία i, ii και iii της εν λόγω διατάξεως [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑396/22, EU:C:2023:1029, σκέψεις 38 και 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
88 Το προμνημονευθέν άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, περιορίζει, επομένως, τη δυνατότητα αρνήσεως αναγνωρίσεως και εκτελέσεως καταδικαστικής αποφάσεως, απαριθμώντας, με συγκεκριμένο και ομοιόμορφο τρόπο, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν χωρεί άρνηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεως εκδοθείσας κατόπιν δίκης στην οποία ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
89 Επομένως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 58 της παρούσας αποφάσεως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υποχρεούται να αναγνωρίσει και να εκτελέσει καταδικαστική απόφαση, παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής μίας εκ των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii του ως άνω άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ.
90 Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προβλέπει προαιρετικό λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως καταδικαστικής αποφάσεως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται, εν πάση περιπτώσει, έχοντας διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii της προμνημονευθείσας διατάξεως δεν πληρούνται ως προς το πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υποθέσεως, ιδίως δε τη συμπεριφορά του εν λόγω προσώπου, βάσει των οποίων μπορεί να βεβαιωθεί ότι η αναγνώριση και η εκτέλεση της αποφάσεως δεν συνεπάγονται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του προσώπου αυτού [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψεις 76 και 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
91 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση υποχρεώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως να αρνείται την αναγνώριση και την εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας στο κράτος μέλος εκδόσεως όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909. Επομένως, η ως άνω ρύθμιση στερεί από την αρχή την εξουσία εκτιμήσεως να διακριβώνει, βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, αν μπορεί, πάντως, να γίνει δεκτό ότι έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερόμενου και, ως εκ τούτου, να αποφασίζει να αναγνωρίσει και να εκτελέσει τη σχετική καταδικαστική απόφαση.
92 Υπό τις ως άνω συνθήκες, προκύπτει ότι μια τέτοια εθνική ρύθμιση είναι αντίθετη προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.
93 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε εθνικό δικαστήριο να αφήσει ανεφάρμοστη διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία αντιβαίνει στις διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, δεδομένου ότι αυτές στερούνται άμεσου αποτελέσματος. Εντούτοις, οι αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων των δικαστηρίων, οφείλουν να προβαίνουν, κατά το μέτρο του δυνατού, σε σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας τους η οποία να καθιστά δυνατή την επίτευξη ενός αποτελέσματος συμβατού με τον σκοπό που επιδιώκει η συγκεκριμένη απόφαση-πλαίσιο [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑398/22, EU:C:2023:1031, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
94 Πράγματι, μολονότι οι αποφάσεις-πλαίσια δεν μπορούν να παράγουν άμεσο αποτέλεσμα, ο δεσμευτικός χαρακτήρας τους συνεπάγεται, πάντως, ότι οι εθνικές αρχές των κρατών μελών υπέχουν υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού τους δικαίου από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά των εν λόγω αποφάσεων-πλαισίων στην εσωτερική έννομη τάξη. Επομένως, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, οι εν λόγω αρχές οφείλουν να το ερμηνεύουν, κατά το μέτρο του δυνατού, με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της οικείας αποφάσεως-πλαισίου, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτήν, αποκλειομένης πάντως της contra legem ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Συνεπώς, η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και να εφαρμόζονται οι αναγνωρισμένες από αυτό μέθοδοι ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα της οικείας αποφάσεως-πλαισίου και να επιτυγχάνεται λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει [απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑398/22, EU:C:2023:1031, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
95 Κατά συνέπεια, αν το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, ιδίως δε στο σημείο ii της διατάξεως, σε αυτό απόκειται, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, να ερμηνεύσει την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, ως έχουσα την έννοια ότι το εν λόγω δικαστήριο δύναται να εκτιμήσει, βάσει του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, αν μπορεί, πάντως, να θεωρηθεί ότι έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου, με συνέπεια να πρέπει να αναγνωρισθεί και να εκτελεσθεί η σχετική καταδικαστική απόφαση.
96 Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως να αρνηθεί την αναγνώριση και την εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας στο κράτος μέλος εκδόσεως όταν δεν πληρούται καμία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii της εν λόγω διατάξεως.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
97 Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται, όταν διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii της εν λόγω διατάξεως, να λάβει υπόψη το ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως την εκτέλεση της ποινής του στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια και εντός του οποίου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του, προκειμένου να κρίνει ότι η συγκεκριμένη εκτέλεση δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου.
98 Διευκρινίζεται εκ προοιμίου ότι η απάντηση στο συγκεκριμένο προδικαστικό ερώτημα, όπως και εκείνη στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, είναι χρήσιμη στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης μόνον εφόσον το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει, υπό το πρίσμα της απαντήσεως στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της περιπτώσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου δεν πληρούνται υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης.
99 Όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 57 έως 59 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου καθορίζει, στα σημεία του i έως iii, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση από το δικαίωμά του παραστάσεως στη δίκη, οπότε η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υποχρεούται να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την καταδικαστική απόφαση που εκδόθηκε κατά το πέρας της δίκης.
100 Όπως επισημαίνει στην απόφασή του το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια παραίτηση μπορεί να συνάγεται από τη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου όταν, σύμφωνα με την περίπτωση που διαλαμβάνεται στο σημείο iii του προμνημονευθέντος άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, αυτός δήλωσε ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση που εκδόθηκε κατά το πέρας δίκης στην οποία δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως ή δεν ζήτησε να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
101 Ωστόσο, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 129 και 130 των προτάσεών του, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε, όπως εν προκειμένω, από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως να εκτελεσθεί η ποινή που εκδόθηκε εις βάρος του κατά το πέρας δίκης στην οποία δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια και εντός του οποίου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του δεν πληροί, αυτό καθεαυτό, όπως ορθώς υπονοεί το αιτούν δικαστήριο με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην προμνημονευθείσα διάταξη, δεδομένου ότι κάλλιστα μπορεί να υποβάλει τέτοιο αίτημα ο ενδιαφερόμενος, επιφυλασσόμενος παράλληλα του δικαιώματος να προσβάλει την καταδικαστική απόφαση με την οποία επιβλήθηκε η συγκεκριμένη ποινή και να ζητήσει τη διεξαγωγή νέας δίκης.
102 Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 90 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται, έχοντας διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, να λάβει υπόψη άλλες περιστάσεις βάσει των οποίων μπορεί να βεβαιωθεί ότι η αναγνώριση και η εκτέλεση της οικείας καταδικαστικής αποφάσεως δεν συνεπάγονται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου, ιδίως δε τη συμπεριφορά του.
103 Υπό τις ανωτέρω συνθήκες είναι, συνεπώς, θεμιτό για την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως να λάβει υπόψη αίτημα, όπως το υποβληθέν στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, να εκτελεσθεί η ποινή στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο ενδιαφερόμενος και εντός του οποίου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του, προκειμένου να κρίνει ότι η συγκεκριμένη εκτέλεση δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου, με συνέπεια να μην τυγχάνει εφαρμογής ο λόγος μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, μολονότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii της προμνημονευθείσας διατάξεως.
104 Κατά συνέπεια, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται, όταν διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii της εν λόγω διατάξεως, να λάβει υπόψη το ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως την εκτέλεση της ποινής του στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια και εντός του οποίου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του. προκειμένου να κρίνει ότι η συγκεκριμένη εκτέλεση δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου.
Επί των δικαστικών εξόδων
105 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009,
έχει την έννοια ότι:
η προϋπόθεση περί γνώσεως της προγραμματισμένης δίκης, την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη, πληρούται όταν η κλήση στο ακροατήριο δεν επιδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά σε δικηγόρο στον οποίο ο ενδιαφερόμενος είχε δώσει εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και τον οποίο είχε διορίσει ως αντίκλητο στο κράτος μέλος εκδόσεως για την παραλαβή των προς επίδοση εγγράφων.
2) Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299,
έχει την έννοια ότι:
η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως εξαρτάται από το αν ο ενδιαφερόμενος είχε, εν ευθέτω χρόνω, ενημερωθεί σχετικά με την ορισθείσα για τη δίκη του δικάσιμο, όχι όμως από το αν ο ενδιαφερόμενος είχε ενημερωθεί σχετικώς πριν να δώσει εντολή σε δικηγόρο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη δίκη.
3) Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299,
έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως να αρνηθεί την αναγνώριση και την εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας στο κράτος μέλος εκδόσεως όταν δεν πληρούται καμία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii της εν λόγω διατάξεως.
4) Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299,
έχει την έννοια ότι:
η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται, όταν διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii της εν λόγω διατάξεως, να λάβει υπόψη το ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως την εκτέλεση της ποινής του στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια και εντός του οποίου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του. προκειμένου να κρίνει ότι η συγκεκριμένη εκτέλεση δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου.
(υπογραφές)
