ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Αγωγή αποζημίωσης λόγω αυτοκτονίας υπηρετούντος τη στρατιωτική του θητεία σε στρατόπεδο.
– Οι περί στρατολογίας διατάξεις του ν. 3421/2005 και του π.δ. 133/2002 επιβάλλουν την υγειονομική εξέταση της σωματικής και ψυχικής υγείας των οπλιτών, προκειμένου να εξασφαλιστεί αφενός ότι αυτοί ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις της αποστολής για την οποία προορίζονται και αφετέρου η διατήρηση της υγείας τους (σωματικής και ψυχικής) καθ’ όλη τη διάρκεια εκπλήρωσης της στρατιωτικής τους θητείας, σε περίπτωση δε διαταραχών ψυχικής υγείας, απαιτείται η εξέταση του οπλίτη από αρμόδιο ψυχίατρο.
– Στοιχειοθέτηση ευθύνης του Δημοσίου, διότι μη νομίμως δεν εκτιμήθηκε, ιατρικώς, από τα αρμόδια στρατιωτικά όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, με τη δέουσα επιμέλεια και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3421/2005 και του π.δ. 133/2022, η επιβαρυμένη (προβληματική) κατάσταση της ψυχικής υγείας του στρατιώτη, ενώ, επιπλέον, παραδόθηκε σε αυτόν ατομικό τυφέκιο, χωρίς προηγουμένως να ενημερωθεί και να ζητηθεί προς τούτο η γνώμη του ιατρού στρατιώτη του Στρατοπέδου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι του είχαν ανατεθεί καθήκοντα θαλαμοφύλακα και ως εκ τούτου, αυτός είχε άμεση πρόσβαση στον οπλισμό που χρησιμοποιήθηκε για την αυτοκτονία του.
– Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος. Δύναται να προβληθεί παραδεκτώς και με το υπόμνημα, αρκεί αυτό να έχει κατατεθεί πριν από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η εμφανής προβληματική κατάσταση της ψυχικής υγείας του εν λόγω στρατιώτη, ήδη από την έναρξη της στρατιωτικής του θητείας, σε συνδυασμό με την χορήγηση σε αυτόν ατομικού τυφεκίου, χωρίς την ενημέρωση και την προηγούμενη λήψη σύμφωνης γνώμης του ιατρού της Μονάδας, άγει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου είναι πλήρης και αποκλειστική.
– Δεύτερη Αγωγή. Υφίσταται ταυτότητα εναγόντων, ακόμα και αν κατά την άσκηση της δεύτερης αγωγής έχει αποβιώσει ο ένας εξ αυτών και στη θέση του υπεισήλθαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, οι άλλοι δύο ενάγοντες. Συνυπολογισμός της διακοπής της παραγραφής από την άσκηση της πρώτης αγωγής.
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Α΄ ΤΜΗΜΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20-10-2023 με την εξής σύνθεση: Χριστίνα Ιωσηφίδου, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Αναστάσιο Τσιλιμιγκάκη και Ιωάννη Σοβαντζόγλου (Εισηγητή), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα τη Δουκένη Θεοδωρίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει:
την έφεση με αριθμό κατάθεσης {……} και αριθμό καταχώρησης στο Διοικητικό Εφετείο Κομοτηνής {……},
του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε διά της δικαστικής πληρεξουσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), Παναγιώτας Φραντζή,
κατά
της {……}, κατοίκου {……}, ατομικά και ως νόμιμης κληρονόμου του {……} και της {……}, η οποία παραστάθηκε διά των πληρεξουσίων της δικηγόρων, Γεωργίου Μυταλούδη και Νικολάου Παπαϊωάννου (του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών),
και κατά
της {……}/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι διάδικοι που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.
Σκέφθηκε κατά τον νόμο.
1.Επειδή, με την κρινόμενη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση, άλλως η μεταρρύθμιση, της {……}/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της εφεσίβλητης και της μητέρας της, {……}, ατομικά και ως κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 29-5-2011 {……} (πατέρα της πρώτης και συζύγου εν ζωή της δεύτερης), η δεύτερη από τις οποίες ({……}) επίσης απεβίωσε στις 26-10-2019 και τη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνέχισε, κατ΄ άρθρα 140 επόμ. Κ.Δ.Δ., η μοναδική κληρονόμος και θυγατέρα των ανωτέρω θανόντων, πρώτη εφεσίβλητη ({……}). Με την προαναφερόμενη απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εκκαλούντος Δημοσίου να καταβάλει στην τελευταία το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ και ειδικότερα, ατομικά (70.000 ευρώ) και ως κληρονόμος των προαναφερόμενων δύο γονέων της (από 20.000 ευρώ για λογαριασμό εκάστου εξ αυτών), νομιμοτόκως, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση από την ψυχική οδύνη που αυτοί υπέστησαν από τον θάνατο, δι΄ αυτοκτονίας, του {……}, υιού της πρώτης εφεσίβλητης και εγγονού των άλλων δύο, κατά τον χρόνο που αυτός υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία σε στρατόπεδο του Έβρου.
2. Επειδή, στην εκκαλούμενη απόφαση, προφανώς εκ παραδρομής αναφέρεται ότι η ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αχθείσα αγωγή είχε «χρονολογία κατάθεσης 16-9-2010», αντί του ορθού «14-12-2016» (με αρ. κατ. 237), καθότι, η εσφαλμένως αναγραφείσα ως άνω ημερομηνία (16-9-2010) αφορούσε την προγενεστέρως ασκηθείσα, με το αυτό περιεχόμενο, αγωγή (με αρ. κατ. 250) των τριών (3) προαναφερόμενων εφεσίβλητων κατά του Δημοσίου, η οποία εκδικάστηκε στις {……} ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και απορρίφθηκε με την υπ΄ αριθμό {……}/18-3-2014 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, λόγω μη νομιμοποίησης της δικηγόρου που είχε παρασταθεί στο ακροατήριο και των δικηγόρων που είχαν υπογράψει το δικόγραφο της αγωγής. Η ανωτέρω απόφαση κοινοποιήθηκε στις ενάγουσες στις 14-9-2016, μετά δε την τελεσιδικία αυτής στις 14-11-2016 (παρέλευση 60 ημερών από την επομένη της επίδοσης), η {……} και η {……} άσκησαν εμπρόθεσμα, στις 14-12-2016, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 76 (παρ. 2) Κ.Δ.Δ., δεύτερη αγωγή, τόσο για τον εαυτό τους ατομικά όσο και ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 29-5-2011 συγγενή τους και τρίτου ενάγοντος στην πρώτη αγωγή, με το ίδιο περιεχόμενο (ιστορική και νομική βάση και αίτημα) με αυτήν που είχαν ασκήσει στις 16-9-2010 και απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, με την {……}/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επί της δεύτερης δε αυτής αγωγής εκδόθηκε η ήδη εκκαλούμενη απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η κρινόμενη έφεση.
3. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών (ΣτΕ 1210/2019, 325/2017 κ.ά.). Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνων του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 120/2019, 15, 484/2018, 3292/2017, 1608/2016, 1906, 2669, 3098/2015, 523, 2429, 3793/2014, 1810/2013 κ.ά.). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας αρκεί, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 15, 484/2018, 325/2017, 2187, 4097/2015, 167, 523, 2429/2014 κ.ά.). Για τη θεμελίωση της ευθύνης απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 156/2022, 252, 1774/2020, 15, 717, 1581, 2433/2018, 596, 1140, 1320/2017, 710, 1047, 1608/2016, 2669, 4097/2015, 877/2013 7μ., 572/2013 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διάταξης, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, στα οποία περιλαμβάνονται και οι στρατιώτες και τα λοιπά όργανα του στρατεύματος, όταν οι πράξεις ή οι παραλείψεις αυτές τελούνται κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί και συνιστούν παράβαση των διαταγών και των κανόνων πειθαρχίας που διέπουν το στράτευμα και τελούν σε αιτιώδη συνάφεια προς την εκτέλεση της υπηρεσίας, λαμβάνουν δε χώρα είτε εντός του χώρου ευθύνης της στρατιωτικής μονάδας είτε και εκτός αυτού (βλ. ΣτΕ 2700/2009, ΣτΕ 3380, 2172/2007, ΔΕΑθ. 158/2017). Εξάλλου, τόσο η ύπαρξη ή μη όσο και η διακοπή της αιτιώδους συνάφειας κρίνεται με βάση τους αντικειμενικούς για κάθε περίπτωση κανόνες, που απορρέουν από την κοινή πείρα και γνώση (ΑΠ 1617/1987, ΝοΒ 1988, σελ. 1627, ΑΠ 23/1988, ΕλλΔνη 1989, σελ. 1150, ΑΠ 638/1996, ΕλλΔνη 1998, σελ. 536, κ.ά.), δηλαδή της συσσωρευμένης κοινωνικά εμπειρίας, τους οποίους (κανόνες) κάθε έλλογο και υπεύθυνο άτομο κατέχει και με βάση τους οποίους είναι σε θέση να σταθμίσει με επάρκεια τη σχέση μεταξύ πραγματικών αιτιών και πραγματικών καταστάσεων. Τέλος, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, απαιτείται οι ανωτέρω προϋποθέσεις να συντρέχουν σωρευτικά (ΣτΕ 4422/2015, 1024/2005).
4. Επειδή, επιπλέον, ο Αστικός Κώδικας στο άρθρο 932, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση της ευθύνης του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (ΣτΕ 156/2022, 1774/2020, 1715/2016, 2727/2003, 1222,1223/2002, 740/2001, 2463/1998 7μελούς, ΔΕΑθ. 627/2021), ορίζει ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια του τελευταίου εδαφίου του ανωτέρω άρθρου του Α.Κ., το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανόντος, η οποία αποσκοπεί στην ηθική παρηγορία και την ψυχική ανακούφιση των μελών της οικογένειάς του, όσο αυτό είναι δυνατό, από τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν κατά τον χρόνο του θανάτου του (ΣτΕ 579/2020, 842/2019, 1581/2018, 2210/2017, 2669/2015, 3329/2014, 3552/2014, 2986/2009 κ.α.). Κατά τη σαφή έννοια της ίδιας διάταξης, στην οικογένεια περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανόντος οι οποίοι δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του (ΣτΕ 2210/2017, 3329/2014, 1405/2013, 2986/2009, βλ. και Α.Π. 207/2012). Για τον υπολογισμό δε του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιον του, τέτοια δε πραγματικά περιστατικά είναι ιδίως η βαρύτητα του πταίσματος του ζημιώσαντος και το συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος (άρθρο 300 Α.Κ.), οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος, το είδος, η ένταση και οι συνέπειες της προσβολής, η κοινωνική και η οικονομική κατάσταση του ζημιωθέντος ή οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο στοιχείο, που προβάλλει ο ενάγων ή προκύπτει από τις αποδείξεις και ασκεί επιρροή – αυξητικά ή μειωτικά – στο ύψος του ποσού στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 579/2020), ο βαθμός της ψυχικής συγκίνησης που αυτός προκάλεσε στο συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας του θανόντος, αναλόγως της ηλικίας του τελευταίου, της προσωπικότητάς του, της κατάστασης της υγείας του κ.λπ. (ΣτΕ 3329/2014, 1405/2013, 2986/2009, 2100/2006 7μελ., βλ. και Α.Π. 1638/2017, 71/2011) και, επομένως, αποτελεί νόμιμο προσδιοριστικό παράγοντα του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία διαλαμβάνεται καθ΄ ερμηνείαν της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (ΣτΕ 579/2020). Τέλος, κατά τη θέσπιση της ως άνω διατάξεως, ο νομοθέτης έλαβε υπόψη τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως (ΣτΕ 596/2017, 2664/2015, 572/2013, 988/2012, 1243/2010). Έτσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης, επιδικάζοντας υπερβολικά χαμηλό ποσό, ούτε να καταλήγει, με ακραίες εκτιμήσεις, στον υπέρμετρο πλουτισμό του ενός μέρους, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό του νομοθέτη, που απέβλεψε στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης που διαταράχθηκε από την παράνομη πράξη ή παράλειψη (βλ. ΣτΕ 3256/2006 Ολομ. Α.Π. 43/2005).
5. Επειδή, ακόμη, στο άρθρο 300 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει …». Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού συνάγεται ότι, αν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος, απόκειται στην εξουσία του δικαστηρίου, αφού εκτιμήσει ελεύθερα τις περιστάσεις, μεταξύ των οποίων είναι και ο βαθμός του πταίσματος του ζημιωθέντος, να επιδικάσει ολόκληρη την αποζημίωση ή να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει απλώς το ποσό αυτής (ΣτΕ 596/2017, 1408/2006). Πρέπει όμως η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας (ΣτΕ 46/2025, 12020/2022, 1950/2020, 1819, 484/2018, 110/2017, 2547/2013, 877/2013, 3395/2012).
6. Επειδή, εξάλλου, ο ν. 3421/2005 «Στρατολογία των Ελλήνων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 302), στο άρθρο 32 ορίζει ότι: «1. Όσοι κατατάσσονται στις Ένοπλες Δυνάμεις υποβάλλονται αμέσως σε υγειονομική εξέταση και εφόσον δεν επιβάλλεται η προσωρινή απόλυση εξαιτίας χορήγησης αναβολής εκπλήρωσης της στρατεύσιμης υποχρέωσής τους για λόγους υγείας, εντάσσονται στις παρακάτω κατηγορίες σωματικής ικανότητας : α. Ικανοί κατηγορίας πρώτης (Ι1). β. Ικανοί κατηγορίας δεύτερης (Ι2) γ. Ικανοί κατηγορίας τρίτης (Ι3). δ. Ικανοί κατηγορίας τέταρτης (Ι4). ε. Ακατάλληλοι για στράτευση (Ι5). 2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για την επανεξέταση της σωματικής ικανότητας των οπλιτών … κατά τη διάρκεια της εκπλήρωσης των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων … 3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, καθορίζονται οι προϋποθέσεις, τα νοσήματα, οι παθήσεις και οι βλάβες της υγείας που πρέπει να έχουν οι στρατεύσιμοι, οι οπλίτες και οι έφεδροι οπλίτες για να κριθούν ακατάλληλοι για στράτευση (Ι/5) ή να τύχουν αναβολής κατάταξης ή να ενταχθούν σε κατηγορία σωματικής ικανότητας της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. 4. Η υγειονομική εξέταση, επανεξέταση, κρίση και η ένταξη σε κατηγορία σωματικής ικανότητας των αναφερόμενων στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού γίνεται από τις Υγειονομικές Επιτροπές των Ενόπλων Δυνάμεων και από τα Ειδικά Στρατολογικά Συμβούλια σύμφωνα με τις προσβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 33 και 34 του νόμου αυτού», στο άρθρο 34 ότι: «1. Στην αρμοδιότητα των υγειονομικών επιτροπών των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες συγκροτούνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ανήκει η κρίση της σωματικής ικανότητας, η ένταξη σε κατηγορίες σωματικής ικανότητας και η χορήγηση αναβολών υγείας στους παρακάτω: α. Στρατευσίμους. β. Οπλίτες οποιασδήποτε κατηγορίας. … 2. … 4. Οι Υγειονομικές Επιτροπές των Ενόπλων Δυνάμεων μπορούν να κρίνουν ως ακατάλληλους τους παρουσιαζόμενους σε αυτές, έστω και αν δεν τους είχε χορηγηθεί προηγουμένως αναβολή υγείας. Μετά τη χορήγηση διετούς ή δεύτερης ετήσιας ή τέταρτης εξάμηνης αναβολής υγείας, οι επιτροπές αυτές αποφαίνονται οριστικά και εντάσσουν τους παραπεμπόμενους σε κατηγορία σωματικής ικανότητας ή τους κρίνουν ακατάλληλους για στράτευση (Ι/5). 5. Εφόσον πρόκειται για ψυχικά νοσήματα, οι υγειονομικές επιτροπές κρίνουν τους παρουσιαζόμενους, μόνο εφόσον υπάρχει σχετική ένδειξη του αρμόδιου ψυχιάτρου του πλησιέστερου στρατιωτικού νοσοκομείου ή σταθμών επανακτησίμων». Ακόμη, στο άρθρο 1 του π.δ. 133/2002 «Για την κρίση Σωματικής Ικανότητας των στρατευσίμων, αυτών που κατατάσσονται τις Ένοπλες Δυνάμεις καθώς και του στρατιωτικού προσωπικού» (Α΄ 109), το οποίο αν και είχε εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 11 του προϊσχύοντος ν. 1763/1988 «Στρατολογία των Ελλήνων» ( Α΄ 57) εντούτοις εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο (1/2008), εφόσον από τις διατάξεις του ν. 3421/2005 δεν απαγγέλλεται ρητώς η κατάργησή του, ορίζεται ότι: « 1.Ολοι οι κατατασσόμενοι, με οποιαδήποτε ιδιότητα, στις Ένοπλες Δυνάμεις (Ε.Δ.) πρέπει να έχουν σωματική ικανότητα (σωματική και ψυχική υγεία, αρτιμέλεια και σωματική διάπλαση) που να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της αποστολής για την οποία προορίζονται. Η ικανότητα αυτή κρίνεται μετά από υγειονομική εξέταση. …», στο άρθρο 2 ότι: «1. Το προσωπικό του άρθρου 1, παράγραφος 1, εντάσσεται στις παρακάτω Κατηγορίες Σωματικής Ικανότητας: α. Οι στρατεύσιμοι, οι ανυπότακτοι, οι οπλίτες οποιασδήποτε κατηγορίας…. κρίνονται: (1) Ικανοί πρώτης κατηγορίας (l/1). (2) Ικανοί δευτέρας κατηγορίας (l/2). (3) Ικανοί τρίτης κατηγορίας (l/3). (4) Ικανοί τετάρτης κατηγορίας (l/4). (5) Ακατάλληλοι για στράτευση (Ι/5)» και στο άρθρο 3 ότι: «1. Καθορίζονται οι παρακάτω προσαρτημένοι στο παρόν πίνακες και παραρτήματα νοσημάτων, παθήσεων και βλαβών με την αντίστοιχη ένδειξη για τη σωματική ικανότητα του προσωπικού. α. Γενικός Πίνακας. β. Ειδικός Πίνακας. γ. … 3. Οι Υγειονομικές Επιτροπές και τα Ειδικά Στρατολογικά Συμβούλια γνωματεύουν και κρίνουν για τη σωματική ικανότητα όπως καθορίζεται αυτή στους παραπάνω πίνακες και παραρτήματα. …». Τέλος, στο Γενικό Πίνακα αναφέρεται ότι όσοι πάσχουν από ψυχικές διαταραχές και συγκεκριμένα από Βαριές διαταραχές της προσωπικότητας (Σχιζοειδική, Σχιζοτυπική, Αντικοινωνική, Μεθοριακή, Ιδεοψυχαναγκαστική, Αποφευκτική, Εξαρτητική, Μικτή) που καθιστούν αδύνατη την προσαρμογή του ατόμου στο στρατιωτικό περιβάλλον απαλλάσσονται από την υποχρέωση για στράτευση (Ι/5), ενώ όταν οι ως άνω διαταραχές επιτρέπουν την προσαρμογή στο στρατιωτικό περιβάλλον κρίνονται σωματικής ικανότητας Ι/3-Ι/4 και προβλέπεται διετής άδεια. Ομοίως όσοι πάσχουν από χρόνιες βαριές νευρωσικές διαταραχές (Αγχώδης, Καταθλιπτική, Δυσθυμική, Σωματόμορφη, Διασχιστική, Φοβική, Ιδεοψυχαναγκαστική κ.α.) απαλλάσσονται από την υποχρέωση στράτευσης (Ι/5) ενώ όταν οι παραπάνω νευρωσικές διαταραχές ελαττώνουν μέτρια την ικανότητα ή βελτιώνονται με την θεραπεία κρίνονται ικανότητας Ι/1-Ι/3-Ι/4, προβλέπεται, επίσης, διετής άδεια, ενώ, τέλος, απαλλάσσονται της υποχρέωσης στράτευσης (Ι/5) όσοι πάσχουν από σοβαρές διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων (κλεπτομανία, πυρομανία, διαλείπουσα εκρηκτική διαταραχή, κ.α.) καθώς και διαταραχές από χρήση ουσιών (χρήση, κατάχρηση ή εξάρτηση από παράνομες ουσίες καθώς και κατάχρηση ή εξάρτηση από οινόπνευμα).
7. Επειδή, τέλος, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, κατ΄ άρθρο 177 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) – δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α΄ 143), εφόσον η ένδικη αξίωση γεννήθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ του εν λόγω ν. 4270/2014, δηλαδή πριν από την 1-1-2015 (βλ. άρθρο 183 του νόμου τούτου, που προβλέπει, άλλωστε, στα άρθρα 140 παρ. 1, 141, 143 και 144 ανάλογη ρύθμιση), ορίζει στο άρθρο 90 ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής …», στο άρθρο 91 ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. …» και στο άρθρο 94 ότι: «… Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι η αξίωση αποζημίωσης του ζημιωθέντος από παράνομη πράξη, παράλειψη κ.λπ. οργάνων του Δημοσίου, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης για θετική ζημία ή για διαφυγόν κέρδος, είτε έχει ως αντικείμενο την ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης/ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 2412/2009), υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, αρχίζει δε τούτη από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
8. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων: α) το από 8-1-2010 Πόρισμα Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (Ε.Δ.Ε.) του Ταγματάρχη Πυροβολικού (ΠΒ) {……}, β) η {……}/2009 πράξη θέσης δικογραφίας στο αρχείο του Εισαγγελέα Στρατοδικείου Ξάνθης, τα οποία εκδόθηκαν για τη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του υιού της εφεσίβλητης, Στρατιώτη ΜΧ {……}, της δύναμης του {……}ΛΜΧ, που έλαβε χώρα την {……} και περί ώρα 04:15΄ π.μ. στις τουαλέτες του θαλάμου οπλιτών του στρατοπέδου «{……}» του {……}ΛΜΧ (στο {……}) και σε χρόνο που εκτελούσε καθήκοντα θαλαμοφύλακα, καθώς και γ) οι μαρτυρικές καταθέσεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο της διερεύνησης αυτής, προκύπτουν τα εξής: Ο {……} (υιός της εφεσίβλητης και εγγονός των λοιπών δύο δικαιοπαρόχων της), γεννηθείς το έτος 1984, κατετάγη στις 6-8-2007 στο Κέντρο Εκπαίδευσης Ειδικών Δυνάμεων ({……}), προκειμένου να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Εκεί πέρασε από συνέντευξη από τον Διοικητή του Λόχου Λοχαγό {……}, ο οποίος διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά του ήταν ιδιόρρυθμη, ίσως λόγω προσωπικών του προβλημάτων, χωρίς όμως να προκύπτουν ιδιαίτερα προβλήματα με τους συναδέρφους του (σχετ. η έκθεση εξέτασης μάρτυρα του {……}), ενημερώθηκε δε σχετικώς ο ψυχολόγος της ανωτέρω Μονάδας, ο οποίος αφού του πήρε συνέντευξη τον παρέπεμψε για περαιτέρω εξετάσεις. Ωστόσο, επειδή διεγνώσθη ότι πάσχει από σκαφοειδή θώρακα [σχετ. οι ιατρικές γνωματεύσεις των ειδικών ιατρών, {……} (καρδιολόγου), {……} (θωρακοχειρουργού) και {……} (πνευμονολόγου)], η Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών έκρινε τον ανωτέρω στρατιώτη, με την {……}/5-9-2007 γνωμάτευση σωματικής ικανότητας, ως ικανό δεύτερης κατηγορίας (Ι2, ένοπλη θητεία), κατά τα προβλεπόμενα στο π.δ. 133/2002 (Α΄ 109, άρθρο 2 σε συνδυασμό με την περίπτωση 480 του προσαρτημένου γενικού πίνακα νοσημάτων παθήσεων και βλαβών), λόγο για τον οποίο μετατάχθηκε από τις Ειδικές Δυνάμεις στο Μηχανικό. Εν συνεχεία, στις 21-9-2007, παρουσιάστηκε και εγγράφηκε στις δυνάμεις οπλιτών του {……} Λόχου Μηχανικού (ΛΜΧ) του στρατοπέδου «{……}» (σχετ. το έγγραφο στρατιωτικών μεταβολών του οπλίτη), όπου πέρασε από συνέντευξη τόσο από το Διοικητική του Λόχου, {……}, όσο και από τον Διμοιρίτη της Διμοιρίας, {……}, από τους οποίους το μόνο πρόβλημα που διαπιστώθηκε, ήταν ότι ο {……}, οποίος ζούσε με τη μητέρα του (διαζευγμένοι γονείς), έπασχε από πλατυποδία και βουβωνοκήλη (σχετ. το έντυπο συνέντευξης Διοικητή και ο πίνακας με τα στοιχεία οπλίτη). Ομοίως, πέρασε από συνέντευξη και από τον ιατρό της {……} ΕΜΑ (Μονάδα που κάλυπτε υγειονομικά και τους στρατιώτες του στρατοπέδου «{……}»), οπλίτη {……}, ο οποίος, εκτός των προαναφερόμενων ανατομοφυσιολογικών παθήσεων του ανωτέρω στρατιώτη, επεσήμανε στο ιατρικό φύλλο συνέντευξης οπλίτη ότι η ψυχολογική κατάσταση αυτού ήταν «χάλια». Σύμφωνα με την μαρτυρική κατάθεση του εν λόγω οπλίτη – ιατρού, λόγω κάποιων στοιχείων του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του εν λόγω στρατιώτη, του δημιουργήθηκε αρνητική εντύπωση ώστε θεώρησε σκόπιμο, μετά την ολοκλήρωση της εβδομάδας προσαρμογής, να επαναληφθεί η ιατρική συνέντευξη ώστε εάν κριθεί απαραίτητο να παραπεμφθεί στην αρμόδια υγειονομική επιτροπή, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τον τότε Διοικητή, ο ίδιος δε ερμήνευσε τον χαρακτηρισμό «χάλια» ως «προβλήματα περιπτώσεων άγχους ή μη προσαρμογής του στρατιώτη στη νέα του μονάδα ή οικογενειακά προβλήματα». Ωστόσο, η επανάληψη της συνέντευξης παρέμεινε σε εκκρεμότητα λόγω μετάθεσης τόσο του Διοικητή του {……} ΛΜΧ, {……}, όσο και του προαναφερόμενου ιατρού της {……} ΕΜΑ, και τη λήψη υπηρεσίας, αντίστοιχα, από τον Ταγματάρχη (Τχη) Μηχανικού (ΜΧ) {……} και τον ιατρό οπλίτη {……}. Ο νέος, δε Διοικητής, Τχης {……} ουδέποτε φέρεται να ενημερώθηκε από τον απερχόμενο Διοικητή για την εκκρεμότητα αναφορικά με τον {……} και την αρνητική εκτίμηση της ψυχολογικής του κατάστασης, ενώ, κατόπιν προσωπικής του συνέντευξης με τον τελευταίο, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, δεν διαπίστωσε προβλήματα στη συμπεριφορά του εν λόγω στρατιώτη, ούτε, άλλωστε, του ανάφερε κάτι σχετικό η μητέρα του τελευταίου, με την οποία είχε επικοινωνήσει με αφορμή τη χορήγηση σε αυτόν τιμητικής άδειας (σχετ. η έκθεση εξέτασης μάρτυρα του Τχη {……}). Εξάλλου, το οικείο φύλλο-συνέντευξη οπλίτη, με την ως άνω εκτίμηση, παρέμεινε στον φάκελο του {……} και δεν μελετήθηκε από τους νέους ιατρούς του στρατοπέδου, {……} και {……}, λόγω διαδοχικών αδειών του στρατιώτη (σχετ. η έκθεση εξέτασης μάρτυρα του {……}). Ακολούθως, ο {……}, μετά τη λήξη της από 23-10-2007 20ήμερης τιμητικής άδειας Ολυμπιακών Αγώνων, εισήχθη στις 13-11-2007 στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών (Γ.Σ.Ν.Α.) για χειρουργική πλαστική αποκατάσταση βουβωνοκήλης με πλέγμα, από όπου εξήλθε στις 16-11-2007, με την επισημείωση αποφυγής άρσης βάρους για δύο μήνες (σχετ. το από 16-11-2007 εξιτήριο της Α΄ χειρουργικής κλινικής του 401 Γ.Σ.Ν.Α., σε συνδυασμό με το από 16-11-2007 ιατρικό πληροφοριακό σημείωμα). Για το λόγο αυτό χορηγήθηκε σε αυτόν 20ήμερη αναρρωτική άδεια, αρχόμενη από 17-11-2007 (σχετ. το απόσπασμα ημερήσιας διαταγής της 17ης-11-2007 του {……} ΛΜΧ), ενώ, με την επιστροφή του στο στρατόπεδο στις 6-12-2007, καταχωρίσθηκε ως ελεύθερος άρσης βάρους για δύο μήνες (μέχρι 6-2-2008) και ελεύθερος αρβυλών για τέσσερις ημέρες, από 6-12-2007 έως 9-12-2007 (σχετ. το τηρούμενο βιβλίο ασθενών οπλιτών, υπογεγραμμένο από το ιατρό του στρατοπέδου, {……}, και τον διοικητή του ΛΜΧ, {……}). Ως εκ τούτου, ο {……} από την ημερομηνία που παρουσιάστηκε στον 31ο ΛΜΧ, στις 21-9-2007 και μέχρι τις 29-1-2008, δεν είχε συμμετάσχει σε καμία δραστηριότητα/εκπαίδευση εκτέλεσης βολής (σχετ. η έκθεση εξέτασης μάρτυρα του Τχη {……}), ενώ από τις 6-12-2007, που επέστρεψε στο στρατόπεδο «{……}» μετά τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας, είχε κριθεί ελεύθερος άρσης βάρους, λόγω της επέμβασης βουβωνοκήλης, λόγο για τον οποίο δεν του χορηγήθηκε όπλο. Κατά τη διάρκεια παραμονής του στο στρατόπεδο «{……}», ο {……}ως χαρακτήρας ήταν ήρεμος, συνεργάσιμος, πρόθυμος να εξυπηρετήσει συναδέλφους στρατιώτες (σχετ. η έκθεση εξέτασης μάρτυρα του πρώην στρατιώτη {……}), ανέμενε με χαρά την επικείμενη μετάθεσή του πλησίον του τόπου κατοικίας του, ωστόσο, είχε εκδηλώσει δυσαρέσκεια ως προς τον τρόπο ζωής εντός και εκτός του στρατοπέδου (εκθέσεις εξέτασης των μαρτύρων πρώην στρατιωτών {……} και {……}), ενώ παρουσίαζε περίεργες συμπεριφορές, καθώς κυκλοφορούσε σε συνθήκες ψύχους με κοντομάνικη μπλούζα (σχετ. οι μαρτυρικές καταθέσεις των τότε στρατιωτών {……} και {……}), έκανε χρήση ινδικής κάνναβης (χασίς) εντός του στρατοπέδου (σχετ. οι μαρτυρικές καταθέσεις των τότε στρατιωτών {……} και {……}), έφερε κρυφά φυσίγγιο (σχετ. η μαρτυρική κατάθεση του τότε στρατιώτη {……}) και άκουγε «gothic» μουσική με αναφορές στο θάνατο, οι οποίες ήταν «ανεβαστικές» για τον θανόντα (σχετ. η μαρτυρική κατάθεση του τότε στρατιώτη {……}). Εξάλλου, όπως προέκυπτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις, που ελήφθησαν τόσο στο πλαίσιο της διενεργηθείσας Ε.Δ.Ε. όσο και στο πλαίσιο της προανάκρισης, ο ανωτέρω στρατιώτης είχε επανειλημμένα προβεί σε πράξεις αυτοτραυματισμού και συγκεκριμένα, είχε γίνει σε διάφορους χρόνους αντιληπτός να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο κατά τη διάρκεια της σκοπιάς και εντός του χώρου των λουτρών (σχετ. οι μαρτυρικές καταθέσεις των τότε στρατιωτών {……}, {……} και {……}), ενώ ήταν γνωστό στο στρατόπεδο το περιστατικό του εγκαύματος που προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του κολλώντας στο χέρι του την πυρακτωμένη μεταλλική στρατιωτική του ταυτότητα, κατά το χρόνο που ο υπόλοιπος Λόχος έλειπε σε άσκηση, για το οποίο άλλωστε ήταν ενήμερο και το ιατρικό προσωπικό του {……} Γ.Σ.Ν. {……}, στο οποίο αυτός μετέβη προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες (σχετ. οι μαρτυρικές καταθέσεις του τότε Διοικητή, Ταγματάρχη {……} και των τότε στρατιωτών {……}). Στη συνέχεια, το πρωί της 29ης-1-2008, ο {……}, ο οποίος είχε ορισθεί να τελέσει υπηρεσία θαλαμοφύλακα στο κτίριο του {……} ΛΜΧ τις ώρες 18:00΄ μ.μ. – 21:00΄ μ.μ. της ημέρας αυτής, 03:00΄ π.μ. – 06:00΄ π.μ. της επομένης και 12:00΄ μ.μ. – 15:00΄ μ.μ. (βλ. την από 29-1-2008 κατάσταση υπηρεσιών του {……}ΛΜΧ), ζήτησε από τον ιατρό του στρατοπέδου, {……}, να γνωμοδοτήσει προκειμένου να εκτελεί ένοπλες υπηρεσίες, για τον λόγο ότι είχε αναρρώσει από την εγχείρηση στην οποία είχε υποβληθεί το Νοέμβριο. Ο στρατιώτης ιατρός, ως μη ειδικός χειρουργός ιατρός παρέπεμψε τον {……} για εξέταση στο {……} Γ.Σ.Ν. {……}, προκειμένου να εκτιμηθεί η πορεία της αποθεραπείας του και να εξεταστεί η αντοχή του σε ένοπλες δραστηριότητες, με ημερομηνία εξέτασης την 30η-1-2008 (σχετ. το από 30-1-2008 παραπεμπτικό σημείωμα ιατρού μονάδας, σε συνδυασμό με την έκθεση εξέτασης μάρτυρα – ιατρού του {……}). Ωστόσο, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (29-1-2008), ο {……} επανέλαβε το αίτημά του στον Ανθυπολοχαγό {……}, ο οποίος του χρέωσε, τελικά, έχοντας την έγκριση του Διοικητή {……}, το με αριθμό {……} ατομικό τυφέκιο G3A3 (σχετ. ο από 29-1-2008 ονομαστικός πίνακας οπλισμού G3A3 του {……} ΛΜΧ), αφού πρώτα έλεγξε τα ατομικά έγγραφα του στρατιώτη και εκτίμησε ότι η χρησιμοποίηση όπλου ήταν ανεξάρτητη από την υποχρέωσή του να έχει όπλο ως ικανός ικανότητας Ι2 (βλ. την έκθεση εξέτασης μάρτυρα του Διοικητή {……}). Το ίδιο απόγευμα ο {……} ασχολήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο και για περισσότερο από τον συνήθη χρόνο, όντας ευδιάθετος, με την συντήρηση του ατομικού του τυφεκίου, ενώ περί τις 02:50΄ π.μ. τη νύχτα, ο στρατιώτης {……}, ο οποίος τελούσε χρέη θαλαμοφύλακα του {……} ΛΜΧ από 24:00΄ π.μ. έως 03:00΄ π.μ. (σχετ. η από 29-1-2008 κατάσταση υπηρεσιών του {……} ΛΜΧ), τον ξύπνησε προκειμένου να αναλάβει την υπηρεσία του θαλαμοφύλακα, έκαναν μαζί την καταμέτρηση του οπλισμού και υπέγραψαν το βιβλίο του θαλαμοφύλακα, τηρώντας τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Περί ώρα 04:15΄ π.μ., ο ΕΠΟΠ Δεκανέας {……}, οποίος είχε επιστρέψει στο θάλαμο του {……} ΛΜΧ από την υπηρεσία του περιπολάρχη, μετέβη στον χώρο των λουτρών του θαλάμου, από όπου είχε ακουστεί ένας δυνατός θόρυβος, και βρήκε τον θαλαμοφύλακα {……} πεσμένο μπρούμυτα, μέσα στο χώρο των λουτρών, με αίμα γύρω από το κεφάλι του. Στη συνέχεια, κατέφθασαν, ειδοποιηθέντες, στον χώρο του συμβάντος ο ιατρός – στρατιώτης {……}, ο οποίος πιστοποίησε τον θάνατο του {……}, και ο Διοικητής του Λόχου Ταγματάρχης {……}, ενώ σύμφωνα με τη διενεργηθείσα αυτοψία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων ότι «… ο θανών … έφερε διαμπερές τραύμα στο κεφάλι με πιθανό σημείο εισόδου το στόμα και εξόδου το άνω τριχωτό μέρος της κεφαλής. Κάτω από το σώμα υπήρχε κηλίδα αίματος σε σχήμα κύκλου διαστάσεων 1,20 περίπου. Σε μικρή απόσταση από τη λεκάνη του σώματος βρέθηκε τυφέκιο G3A3 υπ’ αριθμόν {……}και αριστερά του θανόντα υπήρχε κάλυκας 7,62 χιλ. … Από την όλη έρευνα τόσο του χώρου, όπου βρέθηκε ο νεκρός, όσο και του σώματός του εξωτερικά (φερόμενος ρουχισμός) και γυμνά μέρη δεν εντοπίσθηκαν σημεία – ίχνη προηγηθείσης πάλης με άτομο ή άτομα». Τον ως άνω τρόπο θανάτου πιστοποίησε η νεκροψία – νεκροτομή, που διενήργησε η Ειδική Ιατροδικαστής, Επίκουρη Επιμελήτρια του ΠΓΝΑ και Επιστημονική Συνεργάτης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικών Επιστημών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, {……}, η οποία αφού συνεκτίμησε την τοξικολογική εξέταση αίματος και ούρων του θανόντος περί μη παρουσίας φαρμάκου ή δηλητηρίου εκ των ανηκόντων στις ερευνηθείσες ομάδες, καθώς και οινοπνεύματος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο από 30-1-2008 θάνατος του {……} οφείλεται σε βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση προκληθείσα από πυροβόλο όπλο (πύλη εισόδου του βλήματος εντός της στοματικής κοιλότητας και πύλη εξόδου βρεγματικά). Ακολούθησε εργαστηριακή εξέταση του ανευρεθέντος δίπλα στον θανόντα όπλου, με αριθμό {……}τυφεκίου G3A3, χωρίς γεμιστήρα, μαζί με έναν κάλυκα και μία βολίδα, από το Τμήμα Εργαστηρίων Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων/2ο Τμήμα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, από την οποία διαπιστώθηκε ότι ο ευρεθείς πειστήριος κάλυκας είχε πυροδοτηθεί από το προαναφερόμενο τυφέκιο, καθώς επίσης και ότι η πειστήρια βολίδα είχε βληθεί από την κάννη του ανωτέρω εξετασθέντος τυφεκίου (σχετ. η από 3-3-2008 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Τέλος, σύμφωνα με την από 28-4-2009 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών ανιχνεύθηκε μόλυβδος (Pb) στο δέρμα του αριστερού χεριού του θανόντος, που υποδείκνυε κατάλοιπα πυροβολισμού, ενώ στους δειγματολήπτες που χρησιμοποιήθηκαν για τη λήψη των υπαρχόντων συστατικών από το αριστερό χέρι, βρέθηκαν σωματίδια χαρακτηριστικά και αποκλειστικώς προερχόμενα από τα κατάλοιπα του πυροβολισμού. Τέλος, για τη διακρίβωση των συνθηκών, των αιτίων και των τυχόν υπευθύνων για το θανάσιμο τραυματισμό του {……} ανατέθηκε στον Ταγματάρχη (ΠΒ) {……}, δυνάμει της {……} διαταγής, η διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας: «Ο Στρτης (ΜΧ) {……} … τραυματίσθηκε θανάσιμα ευρισκόμενος εν υπηρεσία, διότι υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία στο {……} ΛΜΧ, σε διατεταγμένη υπηρεσία, διότι κατά το χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού του, εκτελούσε υπηρεσία θαλαμοφύλακα στο κτίριο του {……} ΛΜΧ και όχι εξαιτίας της υπηρεσίας, διότι ο θανάσιμος τραυματισμός του προκλήθηκε από λόγους ξένους προς την υπηρεσία». Επιπλέον, για τον θανάσιμο τραυματισμό του {……} είχε ξεκινήσει αυτεπαγγέλτως προανάκριση για τη διερεύνηση ύπαρξης τυχόν ποινικών ευθυνών, η οποία ολοκληρώθηκε με την έκδοση της {……}/2009 πράξης του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης, με την οποία ο φάκελος της δικογραφίας της προανάκρισης και της προκαταρκτικής εξέτασης τέθηκε στο αρχείο της Εισαγγελίας του Στρατοδικείου Ξάνθης (σχετ. και η με αριθμό πρωτ. {……}/7-12-2009 έγκριση του Εισαγγελέα Αναθεωρητικού Δικαστηρίου), για τον λόγο ότι κρίθηκε ότι ο θάνατος του {……} προήλθε από δική του ηθελημένη ενέργεια και όχι ατύχημα ή από παράνομη πράξη κάποιου άλλου στρατιωτικού.
9. Επειδή, κατόπιν τούτων, η μητέρα του θανόντος στρατιώτη και οι δύο γονείς της (προγονοί του ανωτέρω – παππούς και γιαγιά), άσκησαν, κατά τα προαναφερθέντα, την από 16-9-2010 αρχική αγωγή τους, η οποία απορρίφθηκε, ως ανομιμοποίητη, με την {……}/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ακολούθησε η εμπρόθεσμη άσκηση της εν θέματι δεύτερης αγωγής, με την ίδια ιστορική και νομική βάση και αίτημα, η οποία αναπτύχθηκε με υπόμνημα, από την μητέρα και την μάμμη (γιαγιά) του ανωτέρω, ατομικά και ως κληρονόμων του προαποβιώσαντος στις 29-5-2011 παππού του, ο οποίος ήταν μεταξύ των ασκησάντων την αρχική αγωγή. Με την εν λόγω αγωγή, οι ενάγουσες υποστήριξαν ότι ο θανάσιμος τραυματισμός (αυτοκτονία) του συγγενή τους, {……}, ο οποίος συνέβη ενώ τελούσε σε διατεταγμένη υπηρεσία, οφειλόταν σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων (στρατιωτικών υπαλλήλων) του Δημοσίου, ισχυριζόμενες ότι αυτά δεν κατέβαλαν την επιβαλλόμενη προσοχή και τα απαραίτητα μέτρα επιμέλειας, που προσιδίαζαν στο πλέγμα των καθηκόντων και των στρατιωτικών κανονισμών, που ήταν η μέριμνα για την περαιτέρω διάγνωση και αντιμετώπιση της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του συγγενή τους. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι, αφ΄ ης στιγμής ο ιατρός της {……} ΕΜΑ, {……}, διαπίστωσε την κακή ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο εν λόγω στρατιώτης, χαρακτηρίζοντάς την ως «χάλια» στο οικείο φύλλο συνέντευξης οπλίτη, έπρεπε, συνεκτιμώντας και τυχόν δυσκολία στην προσαρμογή του λόγω ακούσιας μετάθεσής του, να παραπέμψει αυτόν στο αρμόδιο στρατιωτικό νοσοκομείο για τη διενέργεια ειδικότερων εξετάσεων αλλά και να ενημερώσει σχετικά τόσο την οικογένεια του στρατιώτη όσο και τον αντικαταστάτη ιατρό, ώστε αυτός να προβεί σε επανάληψη της συνέντευξης. Ομοίως, δε, παράνομη ήταν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η παράλειψη του προαναφερόμενου ιατρού αλλά και του απερχόμενου Διοικητή της {……} ΕΜΑ, {……}, να ενημερώσουν το νέο Διοικητή (Τγχη) {……} για το ψυχολογικό πρόβλημα υγείας που είχε διαγνωστεί, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην δώσει εντολή για ιατρική παρακολούθηση, άδεια, αναβολή στράτευσης, ή οτιδήποτε κρινόταν αναγκαίο για τη διασφάλιση της ψυχικής και σωματικής ακεραιότητας του {……}. Περαιτέρω, οι ενάγουσες προέβαλαν ότι οι ανώτεροι βαθμοφόροι όφειλαν να μην αναθέσουν στον συγγενή τους στρατιώτη υπηρεσία, που θα δυσχέραινε την προσαρμογή του, ούτε όμως και ένοπλη υπηρεσία, τη στιγμή, μάλιστα, που όλοι γνώριζαν (στρατιώτες και στελέχη) ότι αυτός είχε προβεί επανειλημμένα σε πράξεις αυτοτραυματισμού (κάψιμο χεριού με μεταλλική ταυτότητα, χτύπημα κεφαλιού στον τοίχο) και είχε επιδείξει αποκλίνουσα συμπεριφορά (έφερε κρυφά φυσίγγιο, έκανε χρήση ινδικής κάνναβης, φορούσε σε συνθήκες ψύχους κοντομάνικο μπλουζάκι), που αγνοήθηκε από παράνομη και βαρύτατη αμέλεια. Επιπροσθέτως, υποστήριξαν ότι η ήδη κλονισμένη ψυχολογική κατάσταση του συγγενή τους επιβαρύνθηκε λόγω της υποτίμησης και του άγχους που του είχε δημιουργήσει η αδυναμία του να συμμετέχει ενεργά στις εκπαιδεύσεις του στρατεύματος και στην ένοπλη υπηρεσία λόγω της επέμβασης βουβωνοκήλης στην οποία είχε υποβληθεί. Εξάλλου, ισχυρίστηκαν στην αγωγή ότι ο θανών, λόγω της ειδικής εξουσιαστικής σχέσης που βρισκόταν στο πλαίσιο του στρατού, δεν είχε, εν προκειμένω, τη δυνατότητα να ζητήσει ψυχολογική στήριξη και βοήθεια από ειδικούς και ιατρούς του στρατεύματος. Τέλος, οι ενάγουσες προέβαλαν ότι οι ως άνω παράνομες παραλείψεις, σε συνδυασμό με την παράνομη χρέωση του συγγενή τους με όπλο, στις 29-1-2008, οδήγησαν τελικά στην αυτοκτονία του, η οποία θα είχε αποφευχθεί εάν είχε εκτιμηθεί με επιμέλεια η κατάσταση της ψυχικής του υγείας και είχε αντιμετωπιστεί προσηκόντως. Για τους λόγους αυτούς, ζήτησαν, κατόπιν τροπής με το υπόμνημα του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου, να καταβάλει σε αυτές, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής: α) στη μεν Μοσχάνθη Δεπάστα, ατομικά το ποσό των 300.000 ευρώ και ως νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, {……} (παππού του {……}), το ποσό των 150.000 ευρώ (κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδας, ήτοι 3/4εξ αδιαιρέτου του ποσού των 200.000 ευρώ, που ο πατέρας της είχε ζητήσει με την αρχική αγωγή) και συνολικά το ποσό των 450.000 ευρώ (300.000 + 150.000), και β) στη δε {……}, ατομικά το ποσό των 200.000 ευρώ και ως νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ανωτέρω εν ζωή συζύγου της (παππού του {……}), το ποσό των 50.000 ευρώ (κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδας, ήτοι 1/4 εξ αδιαιρέτου του ποσού των 200.000 ευρώ, που ο εν ζωή σύζυγός της είχε ζητήσει με την αρχική αγωγή) και συνολικά το ποσό των 250.000 ευρώ, ήτοι συνολικά οι δύο ενάγουσες ζήτησαν το ποσό των 700.000 (450.000 + 250.000) ευρώ, κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και 932 Α.Κ., ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που οι ίδιες υπέστησαν από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενή τους {……}. Προς επίρρωση των ανωτέρω ισχυρισμών τους, οι πιο πάνω ενάγουσες προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) τις εκθέσεις εξέτασης των στρατιωτών {……}, οι οποίοι δήλωσαν ότι ο {……} ήταν χρήστης ινδική κάνναβης, ακόμη και εντός του χώρου του στρατοπέδου και ότι ο ίδιος έβλεπε συνέχεια (στις εξόδους τους) σατανικά βίντεο και άκουγε μουσική ίδιου είδους, β) την έκθεση εξέτασης μάρτυρα, επί ένορκης προανακρίσεως, του Επιλοχία {……}, από το περιεχόμενο της οποίας προέκυπτε ότι, σύμφωνα με Σχέδιο Ασφαλείας του Στρατοπέδου «{……}», «Οι θαλαμοφύλακες … δεν παραδίδουν οπλισμό σε άτομα τα οποία τελούν υπό κατάσταση μέθης ή παρουσιάζουν κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα ασχέτως αν είναι ορισμένα υπηρεσία» (παρ. 5 ιζ΄ της Προσθήκης «8» στο Παράρτημα «Α» του Σχεδίου), γ) την από 24-3-2009 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού {……}, Αναπλ. Καθηγητή στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τεχνικού συμβούλου των εναγουσών, σύμφωνα με το συμπέρασμα της οποίας, ο θάνατος του {……} επήλθε από μαζική αιμορραγία μετά από τα θανατηφόρα συντριπτικά κατάγματα κρανίου, με ολική έξοδο εγκεφαλικής ουσίας, τα οποία προκλήθηκαν από πυροβόλο όπλο και δ) την από 9-11-2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εγκληματολόγου {……}, σύμφωνα με την οποία, μόνος τρόπος να γνώριζαν την ψυχολογική κατάσταση του αυτόχειρα θα ήταν η εξαρχής σοβαρή και ενδελεχής ψυχολογική ή ψυχιατρική γνωμάτευση κατόπιν συνεντεύξεων/συνεδριών.
10. Επειδή, αντιθέτως, το εναγόμενο Δημόσιο, με τα δύο υπομνήματα που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής στις 22-3-2021, κατά την οποία είχε, εν τω μεταξύ (26-10-2019), αποβιώσει η δεύτερη ενάγουσα, {……}, προέβαλε, καταρχάς, ότι η ασκηθείσα αγωγή έπρεπε να απορριφθεί λόγω παραγραφής της ένδικης αξίωσης, καθότι, η επίδοση του δικογράφου της αγωγής σε αυτό (στο Δημόσιο) με επιμέλεια των εναγουσών έλαβε χώρα στις 20-12-2016, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή της αξίωσής τους (κατ’ άρθρο 90 παρ. 1 του ν.2362/1995), η οποία άρχισε από το τέλος του έτους εντός του οποίου σημειώθηκε ο θανατηφόρος τραυματισμός (2008) του συγγενή τους, και συμπληρώθηκε στο τέλος του έτους 2013. Περαιτέρω, το Δημόσιο ζήτησε την απόρριψη της ασκηθείσας αγωγής και ως αόριστης, υποστηρίζοντας ότι οι ενάγουσες δεν απέδειξαν τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς τους, συνιστούσαν τη ζημία τους. Εξάλλου, προέβαλε ότι ο θάνατος του {……} ναι μεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια τη υπηρεσίας του (θαλαμοφύλακας), αλλά όχι εξαιτίας αυτής και επομένως, ουδεμία ευθύνη έφερε για την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, καθόσον επρόκειτο για πράξη αυτοχειρίας, για την οποία ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπαίτιος. Ειδικότερα, προέβαλε ότι δεν υφίστατο πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας εκ μέρους των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, διότι τα τελευταία έπραξαν όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη διακρίβωση των συνθηκών τέλεσης του συμβάντος, ενώ ουδέποτε προέκυψε ότι ο θανών στρατιώτης ήταν άτομο που έχρηζε ιδιαίτερης φροντίδας ή ότι έπρεπε να εξαιρεθεί από την υποχρέωση να φέρει όπλο λόγω ψυχολογικών διαταραχών, ούτε υφίστατο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τυχόν παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των στρατιωτικών οργάνων και της επελθούσας ζημίας. Τέλος, το Δημόσιο προέβαλε την ένσταση συνυπαιτιότητας, κατ΄ άρθρο 300 Α.Κ., του Απόστολου Κούστα σε ποσοστό 90%, για τον λόγο ότι ο ίδιος είχε προκαλέσει, εξ ιδίου πταίσματος, τον θάνατό του.
11. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καταρχάς, απέρριψε την ένσταση της πενταετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των εναγουσών, αφού έλαβε υπόψη του ότι αυτή διακόπηκε με την κατάθεση της αρχικής αγωγής στις 16-9-2010, ημερομηνία κατά την οποία δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από το τέλος του έτους εντός του οποίου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (θάνατος του στρατιώτη) και κατέστη η αξίωση δικαστικά επιδιώξιμη, ενώ, εξάλλου, μετά την έκδοση της {……}/2014 απορριπτικής απόφασης εκείνου του Δικαστηρίου και την τελεσιδικία αυτής, η οποία συντελέστηκε με την άπρακτη πάροδο της εξηκονθήμερης προθεσμίας άσκησης ένδικων μέσων από την κοινοποίησή της στις ενάγουσες στις 14-9-2016, ξεκίνησε νέα πενταετής παραγραφή, η οποία, μετά και την ισχύ του ν. 3900/2010, διακόπηκε με την επίδοση αυτής στο Δημόσιο με επιμέλεια των εναγουσών, στις 20-12-2016. Περαιτέρω, απέρριψε και τον ισχυρισμό του Δημοσίου περί αοριστίας της αγωγής, κρίνοντας ότι αυτή ήταν επαρκώς ορισμένη, καθότι περιελάμβανε όλα τα απαραίτητα, κατά τα άρθρα 45 και 73 Κ.Δ.Δ., στοιχεία, ήτοι τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, την αποδιδόμενη στα (στρατιωτικά) όργανα του Δημοσίου παράνομη συμπεριφορά, που θεμελίωνε τις προβληθείσες αξιώσεις, καθώς και ορισμένο κατά ποσό αίτημα. Ακόμη, απορριπτέο, ως απαραδέκτως προβαλλόμενο το πρώτον με το υπόμνημα, έκρινε και τον ισχυρισμό του Δημοσίου περί συντρέχοντος πταίσματος και συνυπαιτιότητας του θανόντος στρατιώτη. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με την πρωτοβάθμια κρίση, από τις διατάξεις των άρθρων 129 και 138 Κ.Δ.Δ. συνάγεται ότι, επί αγωγής αποζημίωσης, αυτοτελείς ισχυρισμοί του εναγόμενου Δημοσίου, όπως ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, κατά το άρθρο 300 Α.Κ., μπορούν να προβληθούν μόνο με την έκθεση απόψεων στην προθεσμία που ορίζεται στις εν λόγω διατάξεις και όχι με το υπόμνημα, αφού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 138 Κ.Δ.Δ., με το υπόμνημα μπορεί να γίνει μόνο ανάπτυξη των ήδη προβληθέντων ισχυρισμών.
12. Επειδή, κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε, καταρχάς, υπόψη, ότι οι περί στρατολογίας διατάξεις του ν. 3421/2005 και π.δ. 133/2002 επιβάλλουν την υγειονομική εξέταση της σωματικής και ψυχικής υγείας των οπλιτών, προκειμένου όχι μόνο να εξασφαλιστεί ότι αυτοί ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις της αποστολής για την οποία προορίζονται, αλλά και προς διασφάλιση της διατήρησης της υγείας τους (σωματικής και ψυχικής) καθόλη τη διάρκεια εκπλήρωσης της στρατιωτικής τους θητείας, σε περίπτωση δε διαταραχών ψυχικής υγείας, απαιτείται η εξέταση του οπλίτη από αρμόδιο Ψυχίατρο. Ακόμη, έλαβε υπόψη ότι, στην προκείμενη περίπτωση, κατόπιν συνέντευξης του στρατιώτη {……} στον τότε οπλίτη ιατρό της {……} ΕΠΑ {……}, λόγω της από 21-9-2007 εγγραφής του ανωτέρω στρατιώτη στη δύναμη των οπλιτών του {……}ΛΜΧ και λόγω μετάταξής του από τις Ειδικές Δυνάμεις στο Μηχανικό, η ψυχολογική του κατάσταση επισημάνθηκε ως «χάλια» λόγω άγχους ή μη προσαρμογής στη νέα του Μονάδα ή για προσωπικά προβλήματα χωρίς, όμως, περαιτέρω εξέταση της κατάστασης της ψυχικής του υγείας, δεδομένου ότι ο προαναφερόμενος ιατρός δεν ενημέρωσε, ως όφειλε, με κανέναν τρόπο για την ψυχολογική κατάσταση του στρατιώτη, είτε προφορικά είτε γραπτά, τον διάδοχό του ιατρό στρατιώτη {……}, προκειμένου ο τελευταίος να επαναλάβει την ιατρική συνέντευξη και να παραπέμψει αυτόν για εξειδικευμένες εξετάσεις της συναισθηματικής του κατάστασης, ενώ το οικείο φύλλο – συνέντευξη οπλίτη παρέμεινε κλειστό στο αρχείο, ακόμη δε, ότι κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στο στρατόπεδο «{……}» ο {……} αυτοτραυματίστηκε στις 17-10-2007 («έκαιγε το χέρι του με την μεταλλική του ταυτότητα για να αφήσει τα στοιχεία του επάνω στο κορμί του» σελ. 3 της προαναφερόμενης πράξης του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης και τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις) μπροστά σε άλλους στρατιώτες και διακομίστηκε στο {……} ΓΣΝΕ, όπου εξετάστηκε στα Επείγοντα Περιστατικά, ευρεθείς να έχει υποστεί έγκαυμα 2ου βαθμού στο αριστερό αντιβράχιο και του έγινε τοπική περιποίηση, ενώ (σύμφωνα με την ίδια ως άνω πράξη και τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις) ο ίδιος ο στρατιώτης είχε στην κατοχή του σφαίρα/φυσίγγιο που επεδείκνυε στον στρατιώτη {……}, χωρίς όμως να εξακριβωθεί ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος που το είχε προμηθευτεί. Επιπλέον, έλαβε υπόψη ότι από την ημερομηνία παρουσίασης του {……} στον {……} ΛΜΧ μέχρι τις 29-1-2008, δεν του είχε χορηγηθεί όπλο και δεν είχε συμμετάσχει σε καμία ένοπλη δραστηριότητα, ότι στις 29-1-2008, ανατέθηκε σε αυτόν η υπηρεσία εκτέλεσης καθηκόντων θαλαμοφύλακα, μεταξύ άλλων και κατά τις ώρες 03:00΄ π.μ. έως 06:00΄ π.μ. της 30ης-1-2008, παράλληλα δε, την προηγούμενη ημέρα (29-1-2008) και μετά την υποβολή σχετικού αιτήματός του είχε παραλάβει, τις μεσημβρινές ώρες, ατομικό τυφέκιο G3A3, το οποίο χρεώθηκε από τον Αξιωματικό Οπλισμού του Λόχου, Ανθυπολοχαγό (ΜΧ) {……}, πράξη που εγκρίθηκε από τον Διοικητή του 31ΛΜΧ, Τχη {……}, παρότι προηγουμένως, ο ιατρός του Στρατοπέδου Στρατιώτης (ΥΓ) {……} είχε παραπέμψει τον στρατιώτη {……} στο Χειρουργικό Τμήμα του {……}ΓΣΝ {……} για την επανεξέταση της ικανότητάς του να φέρει όπλο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι, τόσο κατά την έκθεση της από 31-1-2008 νεκροψίας – νεκροτομής, που είχε διενεργηθεί από την ειδική ιατροδικαστή {……}, την από 20-3-2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του {……}, καθώς και την από 31-1-2008 «πιστοποίηση θανάτου» (βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση από πυροβόλο όπλο), την από 24-3-2009 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, {……}, και την 307/2009 πράξη του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης, ο θάνατος του {……}, που έλαβε χώρα στις 30-1-2008 και περί ώρα 04:15΄ π.μ., επήλθε από μαζική αιμορραγία μετά από θανατηφόρα συντριπτικά κατάγματα κρανίου («Το πτώμα του {……} φέρει θανατηφόρα συντριπτικά κατάγματα κρανίου με ολική έξοδο εγκεφαλικής ουσίας τα οποία προκλήθηκαν από πυροβόλο όπλο») και οφείλεται σε δική του ενέργεια [«ανοίγει τον οπλοβαστό με τα κλειδιά που τηρεί ο ίδιος ως θαλαμοφύλακας, αναλαμβάνει το ατομικό του τυφέκιο (αφού το ξεκλείδωσε με το ατομικό του κλειδί) μεταβαίνει στις τουαλέτες του θαλάμου οπλιτών, τοποθετεί εντός του τυφεκίου το φυσίγγιο το οποίο είχε στην κατοχή του από παλαιότερο χρόνο και φέρνοντας την κάνη του όπλου του εντός της στοματικής του κοιλότητας αυτοπυροβολείται» σύμφωνα με την ως άνω πράξη του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης], έκρινε ότι, μη νομίμως, αφενός μεν από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου δεν εκτιμήθηκε περαιτέρω, ιατρικώς, η επιβαρυμένη κατάσταση της ψυχικής υγείας του θανόντος στρατιώτη και αφετέρου, παραδόθηκε σε αυτόν, στις 29-1-2008, ατομικό τυφέκιο, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι είχαν ανατεθεί σε αυτόν, την ίδια και την επόμενη ημέρα, καθήκοντα θαλαμοφύλακα και ως εκ τούτου, αυτός είχε άμεση πρόσβαση σε οπλισμό που χρησιμοποιήθηκε για την αυτοκτονία του. Επιπλέον, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι παρανομίες αυτές των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου βρίσκονταν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την αυτοκτονία του στρατιώτη, δεδομένου μάλιστα ότι η παράδοση οπλισμού σε αυτόν – η ψυχική κατάσταση του οποίου εμφανιζόταν ως ιδιαιτέρως επιβαρυμένη καθόλη της διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στον εν λόγω Λόχο – ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά η συνήθη πορεία των πραγμάτων, να οδηγήσει στο ζημιογόνο αποτέλεσμα της αυτοκτονίας. Συνεπώς, σύμφωνα με την πρωτόδικη κρίση, συνέτρεχαν, εν προκειμένω, σωρρευτικώς οι προϋποθέσεις αποζημιωτικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, κατ΄ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.
13. Επειδή, μετά από αυτά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του τις, κατά τα ανωτέρω, περιστάσεις υπό τις οποίες είχε συμβεί ο θανάσιμος τραυματισμός του στρατιώτη {……} (αυτοκτονία, κατά την τέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας εντός στρατοπέδου με το ατομικό του τυφέκιο), την ηλικία του (24 ετών), το γεγονός ότι αυτός ήταν ένα πρόσωπο που απολάμβανε της αγάπης και της στοργής των οικείων του και ήταν ιδιαίτερα συμπαθής τόσο στους φίλους του όσο και στους λοιπούς οπλίτες και τα στελέχη της Μονάδας του (σχετ. η {……}/2009 πράξη του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης), τον στενό βαθμό συγγένειας που τον συνέδεε με κάθε έναν από τους αρχικούς ενάγοντες (υιός της πρώτης και εγγονός των λοιπών δύο), με τους οποίους αποτελούσε ενιαία και δεμένη οικογένεια, όπως τούτο προέκυπτε από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων και την ανωτέρω πράξη του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης, ώστε, κατά κοινή πείρα, επήλθε στους ενάγοντες βαριά ψυχική οδύνη από την αυτοκτονία του ανωτέρω στρατιώτη, συνιστάμενη στην έντονη οδύνη και στα εξαιρετικά δυσάρεστα συναισθήματα που δημιουργήθηκαν σε αυτούς από την ανεπανόρθωτη απώλεια του εν λόγω προσφιλούς τους προσώπου, έκρινε με την {……}/2021 απόφαση ότι, προς ανακούφιση αυτών έπρεπε να επιδικαστεί, στη μεν μητέρα του, {……}, το ποσό των 70.000 ευρώ και σε κάθε έναν από τους λοιπούς αρχικούς ενάγοντες (παππού και γιαγιά του θανόντος) το ποσό των 20.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 εδ. γ΄ Α.Κ., κατά μερική αποδοχή των αρχικών αγωγικών αιτημάτων τους. Δεδομένου δε, ότι η {……} ενεργούσε τόσο ατομικά όσο και ως κληρονόμος του αρχικού ενάγοντος πατέρα της και συνέχισε τη δίκη ως νόμιμη κληρονόμος της έτερης αρχικής ενάγουσας μητέρας της – η οποία, άλλωστε, κατά την άσκηση της δεύτερης αγωγής ενεργούσε και αυτή, τόσο ατομικά όσο και ως κληρονόμος του προαναφερόμενου αρχικού ενάγοντος συζύγου της – κρίθηκε ότι δικαιούται το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ (= 70.000 + 20.000 + 20.000) και ως εκ τούτου, έπρεπε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει το ποσό αυτό, νομιμοτόκως από 20-12-2016, χρόνο επίδοσης του δικογράφου της δεύτερης αγωγής στο Δημόσιο, κατά τα αιτηθέντα με το εισαγωγικό της δίκης αυτής δικόγραφο, με επιτόκιο το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου επιτόκιο 6% για το χρονικό διάστημα από 20-12-2016 έως 30-4-2019 και το προβλεπόμενο στο άρθρο 45 του ν. 4607/2019 (Α΄ 65) επιτόκιο για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, κατά μερική αποδοχή της αγωγής ως βάσιμης.
14. Επειδή, κατά της προαναφερόμενης απόφασης ({……}/2021) του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στρέφεται ήδη το Ελληνικό Δημόσιο με την κρινόμενη έφεση. Με αυτήν, προβάλλει ότι: α) κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής ισχυουσών διατάξεων (άρθρα 90, 91 και 94 του ν. 2362/1995 και άρθρα 140 παρ. 1 και 141 του ν. 4270/2014, που ισχύουν από 1.1.2015) απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι οι ένδικες αξιώσεις των αντιδίκων του είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των ανωτέρω διατάξεων, καθότι κρίθηκε, επίσης εσφαλμένως, ότι η αγωγή που ασκήθηκε στις 14-12-2016, ήταν δεύτερη, κατ΄ άρθρο 76 (παρ. 2) Κ.Δ.Δ., σε σχέση με την προγενεστέρως ασκηθείσα αγωγή (16-9-2010) και συνεπώς, σύμφωνα με την εκκαλουμένη, είχε διακοπεί η αρξάμενη στις 31-12-2008, παραγραφή, αφού, σύμφωνα με το εκκαλούν, δεν υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου, ήτοι ταυτότητα της ιστορικής και νομικής βάσης και του αιτήματος των δύο αγωγών και επομένως, έπρεπε οι ένδικες αξιώσεις να απορριφθούν ως παραγεγραμμένες. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθότι, από την επισκόπηση του περιεχομένου των δύο αγωγών (της από 16-9-2010 και της από 14-12-2016) προκύπτει ότι, τόσο η ιστορική και νομική βάση τους όσο και το αίτημα τους ταυτίζονται, με μοναδική διαφοροποίηση ότι ενάγοντες στην πρώτη αγωγή ήταν οι τρεις (3) συγγενείς του θανόντος στρατιώτη (μητέρα και δύο προγονοί), ενώ στη δεύτερη αγωγή, λόγω του εν τω μεταξύ θανάτου του ενός εκ των ανωτέρω (παππού), στη θέση του υπεισήλθαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, οι άλλες δύο ενάγουσες, έχουσες, άλλωστε, η κάθε μία από αυτές, κατά τα προαναφερθέντα, και ατομική προς τούτο αξίωση. Συνεπώς, η αρξάμενη από το τέλος του έτους, εντός του οποίου συνέβη το εν θέματι ζημιογόνο γεγονός, πενταετής παραγραφή (ήτοι, από 31-12-2008), που έληγε στις 31-12-2013, διακόπηκε με την άσκηση της από 16-9-2010 πρώτης αγωγής και, δεδομένου ότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε για τυπικό λόγο (ως ανομιμοποίητη) με την 72/18-3-2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ξεκίνησε η κατ΄ άρθρο 76 (παρ. 2) Κ.Δ.Δ., εξηκονθήμερη προθεσμία προς άσκηση δεύτερης αγωγής, αρχομένης από την τελεσιδικία της απόφασης αυτής, ήτοι από την άπρακτη πάροδο 60 ημερών από την επίδοσή της στις εφεσίβλητες (14-9-2016) για την άσκηση ενδίκων μέσων, ήτοι από 14-11-2016, ενέργεια στην οποία αυτές προέβησαν με την άσκηση και επίδοση της εν θέματι δεύτερης αγωγής στις 20-12-2016, β) κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 32 και 34 του ν. 3421/2005, του άρθρου 1 του π.δ. 133/2002 και του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. έγινε εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα αγωγή των εφεσίβλητων, κατόπιν εσφαλμένης και αναιτιολόγητης παραδοχής ότι τελέστηκαν παραλείψεις από τα εμπλακέντα σχετικώς στρατιωτικά όργανα, ήτοι από τον οπλίτη ιατρό της 1ης ΕΜΑ, {……}, τον Αξιωματικό Οπλισμού του {……} ΛΜΧ, Ανθυπολοχαγό (ΜΧ) {……} και τον Διοικητή του ανωτέρω ΛΜΧ, Ταγματάρχη (ΜΧ) {……}, καθώς και ότι υπήρξε πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των εν λόγω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των ανωτέρω οργάνων του επίμαχου θανάσιμου τραυματισμού του {……}. Ειδικότερα, σύμφωνα με το εκκαλούν Δημόσιο, εσφαλμένως κρίθηκε με την εκκαλουμένη ότι από τα προαναφερόμενα στρατιωτικά όργανα «δεν εκτιμήθηκε περαιτέρω, ιατρικώς, η επιβαρυμένη κατάσταση της ψυχικής υγείας του θανόντος στρατιώτη και αφετέρου, παραδόθηκε σε αυτόν, στις 29-1-2008, ατομικό τυφέκιο, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι είχαν ανατεθεί σε αυτόν, την ίδια και την επόμενη ημέρα, καθήκοντα θαλαμοφύλακα και ως εκ τούτου, αυτός είχε άμεση πρόσβαση σε οπλισμό που χρησιμοποιήθηκε για την αυτοκτονία του». Και τούτο, διότι, σύμφωνα με το εκκαλούν, το εξεταζόμενο περιστατικό (αυτοκτονία) οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του στρατιώτη και ουδεμία ευθύνη για παραλείψεις ή εσφαλμένες ενέργειες δύναται να αποδοθεί σε κάποιο από τα όργανα του Δημοσίου για τον θανατηφόρο τραυματισμό του ανωτέρω στρατιώτη, καθότι η αυτοκτονία του δεν μπορούσε λογικά να προβλεφθεί και να αποτραπεί από αυτά, μη υφισταμένης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των γενόμενων δεκτών περιστατικών και του αποτελέσματος της αυτοκτονίας, αλλά και αυτοτελώς, μεταξύ της ενέργειας των στρατιωτικών οργάνων να παραδώσουν οπλισμό στον στρατιώτη και της αυτοκτονίας αυτού, γ) κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 129 και 138 Κ.Δ.Δ. απορρίφθηκε ο προβληθείς το πρώτον με το υπόμνημα ισχυρισμός του περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στρατιώτη, κατ΄ άρθρο 300 Α.Κ., με την αιτιολογία ότι αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως ο προδιαληφθείς, μπορούν να προβληθούν μόνο με την έκθεση απόψεων εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις και όχι με το υπόμνημα, με το οποίο μόνο ανάπτυξη των ήδη προβληθέντων ισχυρισμών μπορεί να γίνει. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθότι, όπως έχει γίνει νομολογιακά δεκτό (ΣτΕ 538/2025, 1080, 1181/2023, 1202/2022, 228, 2240/2021, 1950, 291/2020), η ένσταση του άρθρου 300 Α.Κ. δύναται να προβληθεί παραδεκτώς με το υπόμνημα, το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εν προκειμένω δε, η εν λόγω ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος και συνυπαιτιότητας του {……}, κατά ποσοστό 90%, προβλήθηκε το πρώτον με το από 22-1-2021 υπόμνημα του Δημοσίου πριν τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό στις 22-3-2021, δ) κατά πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και εσφαλμένη αιτιολογία έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη ότι υπήρχε στενός οικογενειακός δεσμός μεταξύ του θανόντος στρατιώτη και των εναγόντων – συγγενών του, με τους οποίους κρίθηκε ότι αυτός «αποτελούσε ενιαία και δεμένη οικογένεια, όπως προκύπτει από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων και την ανωτέρω πράξη του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης», ως απόδειξη του ψυχικού δεσμού και των αισθημάτων αγάπης και στοργής ανάμεσά τους, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων θα μπορούσε να οδηγήσει στον αποκλεισμό κάποιου από τα πρόσωπα αυτά από την επιδίκαση της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον, άλλωστε, αυτό δεν αποδείχθηκε από τα στοιχεία της δικογραφίας, μη ούσας αρκετής μόνο της επίκλησης αυτών αλλά και αυτής καθ΄ εαυτής της ύπαρξης συγγένειας ανάμεσά τους, καθότι, μόνη η ιδιότητα του μέλους οικογενείας δεν συνεπάγεται αναγκαία την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης και τέλος, ε) κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 932 Α.Κ., εσφαλμένη αιτιολογία, παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθείσας αποζημίωσης για την ψυχική οδύνη των εφεσίβλητων, επιδικάστηκαν σε αυτές τα συγκεκριμένα ποσά, καθ΄ υπέρβαση των άκρων ορίων της διαγραφόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις εξουσίας του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η εφεσίβλητη, με το από 20-10-2023 υπόμνημα ζητεί την απόρριψη της έφεσης ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμης.
15. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι: α) οι περί στρατολογίας προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 3421/2005 και του π.δ. 133/2002 επιβάλλουν την υγειονομική εξέταση της σωματικής και ψυχικής υγείας των οπλιτών, προκειμένου να εξασφαλιστεί αφενός μεν ότι αυτοί ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις της αποστολής για την οποία προορίζονται και αφετέρου, η διατήρηση της υγείας τους (σωματικής και ψυχικής) καθ΄ όλη τη διάρκεια εκπλήρωσης της στρατιωτικής τους θητείας, σε περίπτωση δε διαταραχών ψυχικής υγείας, απαιτείται η εξέταση του οπλίτη από αρμόδιο Ψυχίατρο, β) εν προκειμένω, ο στρατιώτης {……}, κατά τις πρώτες ημέρες της κατάταξής του (6-8-2007) στον Ελληνικό Στρατό και συγκεκριμένα, στο Κέντρο Εκπαίδευσης Ειδικών Δυνάμεων (ΚΕΕΔ/ΕΟΔ), πέρασε από συνέντευξη από τον Διοικητή του εκεί Λόχου, ο οποίος διαπίστωσε την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του νεοσύλλεκτου στρατιώτη «ίσως λόγω προσωπικών προβλημάτων», χωρίς αναφορά για ιδιαίτερα προβλήματα με τους άλλους στρατιώτες, ενημερώνοντας σχετικώς τον ψυχολόγο της Μονάδας, ο οποίος, μετά από νέα συνέντευξη, παρέπεμψε τον στρατιώτη για περαιτέρω εξετάσεις, γ) ωστόσο, η Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, κατόπιν διάγνωσης ότι ο τελευταίος έπασχε από «σκαφοειδή θώρακα», τον έκρινε με την {……}/5-9-2007 γνωμάτευση σωματικής ικανότητας, ως ικανό δεύτερης κατηγορίας (Ι2, ένοπλη θητεία), χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην ψυχική υγεία του, με αποτέλεσμα να μεταταγεί από τις Ειδικές Δυνάμεις στο Μηχανικό, χωρίς να προκύπτει από κάποιο στοιχείο τι απέγινε η παραπομπή του από τον ψυχολόγο της Μονάδας του ΚΕΕΔ/ΕΟΔ για «περαιτέρω εξετάσεις», δ) την παρουσίαση και εγγραφή του ανωτέρω στρατιώτη, στις 21-9-2007, στη δύναμη του {……} Λόχου Μηχανικού στο στρατόπεδο «{……}» στον {……}, ακολούθησε η συνέντευξή του από τον τότε Διοικητή του Λόχου και τον Διμοιρίτη της Διμοιρίας, από τους οποίους διαπιστώθηκε ότι το μόνο πρόβλημα του στρατιώτη, ο οποίος ζούσε με τη μητέρα του (διαζευγμένοι γονείς), ήταν ότι έπασχε από «πλατυποδία και βουβωνοκήλη». Στη συνέχεια, πέρασε από συνέντευξη και από τον ιατρό της {……} ΕΜΑ (Μονάδα, που κάλυπτε υγειονομικά και τους στρατιώτες του προαναφερόμενου στρατοπέδου), ο οποίος, εκτός των πιο πάνω ανατομοφυσιολογικών παθήσεων του στρατιώτη, χαρακτήρισε την ψυχολογική κατάσταση του τελευταίου ως «χάλια» λόγω άγχους ή μη προσαρμογής στη νέα του Μονάδα ή για προσωπικά προβλήματα, χωρίς, όμως, περαιτέρω εξέταση της κατάστασης της ψυχικής του υγείας, καθότι ο προαναφερόμενος ιατρός δεν ενημέρωσε, ως όφειλε, με κάποιον τρόπο, είτε προφορικά είτε γραπτά, για την ψυχολογική κατάσταση του ανωτέρω στρατιώτη τον διάδοχό του ιατρό στη Μονάδα, προκειμένου ο τελευταίος να επαναλάβει την ιατρική συνέντευξη και να παραπέμψει τον στρατιώτη για εξειδικευμένες εξετάσεις της συναισθηματικής του κατάστασης, ενώ το σχετικό φύλλο – συνέντευξη οπλίτη παρέμεινε κλειστό στο αρχείο, ε) ότι κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στο στρατόπεδο «{……}» ο εν λόγω στρατιώτης αυτοτραυματίστηκε (17-10-2007) μπροστά σε άλλους στρατιώτες, σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης (σελ. 3) και τις σχετικές μαρτυρικές καταθέσεις, διακομισθείς στο {……} Γ.Σ.Ν.Ε., όπου βρέθηκε να έχει υποστεί έγκαυμα 2ου βαθμού στο αριστερό αντιβράχιο και του έγινε τοπική περιποίηση, στ) ότι από την ημέρα παρουσίασής του στον {……} ΛΜΧ (21-9-2007) μέχρι τις 29-1-2008 δεν του είχε χορηγηθεί όπλο ούτε ο ίδιος είχε συμμετάσχει σε κάποια ένοπλη δραστηριότητα, αν και είχε στην κατοχή του σφαίρα/φυσίγγιο, όπως ανέφερε αργότερα ο συστρατιώτης του {……}, χωρίς όμως να εξακριβωθεί ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος που το είχε προμηθευτεί, ζ) ότι την ανωτέρω ημερομηνία (29-1-2008) ανατέθηκε σε αυτόν υπηρεσία θαλαμοφύλακα κατά τις ώρες, μεταξύ άλλων, 03:00΄ π.μ. έως 06:00΄ π.μ. της 30ης-1-2008, ενώ, παράλληλα, την προηγούμενη ημέρα (29-1-2008) και μετά την υποβολή σχετικού αιτήματός του είχε παραλάβει, τις μεσημβρινές ώρες, ατομικό τυφέκιο G3A3, το οποίο χρεώθηκε από τον Αξιωματικό Οπλισμού του Λόχου με την έγκριση του Διοικητή του 31 ΛΜΧ, παρόλο που, προηγουμένως, ο ιατρός στρατιώτης του Στρατοπέδου είχε παραπέμψει τον στρατιώτη {……} στο Χειρουργικό Τμήμα του {……} Γ.Σ.Ν.Α. για την επανεξέταση της ικανότητάς του να φέρει όπλο.
16. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι, σύμφωνα με: α) την έκθεση της από 31-1-2008 νεκροψίας – νεκροτομής, που συνετάγη από την ειδική ιατροδικαστή {……}, β) την από 20-3-2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του {……} και την από 31-1-2008 «πιστοποίηση θανάτου» (βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση από πυροβόλο όπλο), γ) την από 24-3-2009 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, {……} και δ) και την 307/2009 πράξη του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης, ο θάνατος του {……} επήλθε από μαζική αιμορραγία μετά από θανατηφόρα συντριπτικά κατάγματα κρανίου, οφειλόμενα σε δική του ενέργεια, κρίνει, ότι μη νομίμως δεν εκτιμήθηκε περαιτέρω, ιατρικώς, από τα αρμόδια (στρατιωτικά) όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, με τη δέουσα επιμέλεια και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3421/2005 και του π.δ. 133/2022, η επιβαρυμένη (προβληματική) κατάσταση της ψυχικής υγείας του μετέπειτα θανόντος ως άνω στρατιώτη, ενώ, επιπλέον, παραδόθηκε σε αυτόν, στις 29-1-2008, ατομικό τυφέκιο, χωρίς προηγουμένως να ενημερωθεί και να ζητηθεί προς τούτο η γνώμη του ιατρού στρατιώτη του Στρατοπέδου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αμέσως πριν τον είχε ήδη παραπέμψει στο {……} Γ.Σ.Ν.Α. για την επανεξέταση της ικανότητάς του να φέρει όπλο, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι είχαν ανατεθεί στον {……}, την ίδια και την επόμενη ημέρα, καθήκοντα θαλαμοφύλακα και ως εκ τούτου, αυτός είχε άμεση πρόσβαση στον οπλισμό που χρησιμοποιήθηκε για την αυτοκτονία του. Οι παρανομίες αυτές των (στρατιωτικών) οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου βρίσκονταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την αυτοκτονία του στρατιώτη {……}, δεδομένου μάλιστα ότι η παράδοση οπλισμού σε αυτόν – η ψυχική κατάσταση του οποίου εμφανιζόταν ως ιδιαιτέρως επιβαρυμένη καθ΄ όλη της διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στον εν λόγω Λόχο – ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά η συνήθη πορεία των πραγμάτων, να οδηγήσει στο ζημιογόνο αποτέλεσμα της αυτοκτονίας. Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω σωρευτικώς οι προϋποθέσεις αποζημιωτικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, κατ΄ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., όπως ορθά και νόμιμα απεφάνθη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα αυτό, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης. Εξάλλου, όπως εκτέθηκε στην 15η σκέψη, έγινε δεκτός ο λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης απόρριψης, με την εκκαλουμένη, του πρωτοδίκως προβληθέντος το πρώτον με το υπόμνημα ισχυρισμού του εναγόμενου (ήδη εκκαλούντος) Δημοσίου περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στρατιώτη {……}. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η εμφανής προβληματική κατάσταση της ψυχικής υγείας του εν λόγω στρατιώτη, ήδη από την έναρξη της στρατιωτικής του θητείας και κατά τη διάρκειά της στον {……} ΛΜΧ στον Έβρο, σε συνδυασμό με την χορήγηση (χρέωση) σε αυτόν ατομικού τυφεκίου, στις 29-1-2008, χωρίς την ενημέρωση και την προηγούμενη λήψη σύμφωνης γνώμης του ιατρού της Μονάδας, με άμεσο αποτέλεσμα ο ανωτέρω να προβεί στο προπεριγραφέν διάβημά του κατά τη διάρκεια της αμέσως επόμενης νύχτας, άγει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου είναι πλήρης και αποκλειστική, απορριπτομένου του πιο πάνω προβληθέντος ισχυρισμού του εκκαλούντος περί συντρέχοντος πταίσματος του ανωτέρω στρατιώτη.
17. Επειδή, περαιτέρω, ο στενός οικογενειακός δεσμός μεταξύ του θανόντος στρατιώτη και των διάδικων συγγενών του, με τους οποίους κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση ότι «αποτελούσε ενιαία και δεμένη οικογένεια», προέκυπτε, όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων και την προαναφερόμενη πράξη του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης, ως απόδειξη του ψυχικού δεσμού και των αισθημάτων αγάπης και στοργής ανάμεσά τους, χωρίς να υπάρχει οιαδήποτε αναφορά ή μνεία στις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις για κάποια περί του αντιθέτου αναφορά. Συνεπώς, ο σχετικός αντίθετος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως, για τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθείσας αποζημίωσης για την ψυχική οδύνη καθενός από τους αρχικούς ενάγοντες (μητέρα, παππούς και γιαγιά του θανόντος), το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που έλαβε υπόψη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συγκεκριμένα, τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνέβη ο θανάσιμος τραυματισμός του στρατιώτη [αυτοκτονία, κατά την τέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας (θαλαμοφύλακας) εντός στρατοπέδου με το ατομικό του τυφέκιο, που του είχε χορηγηθεί την προηγούμενη ημέρα], την ηλικία του (24 ετών), την αποκλειστική υπαιτιότητα του Ελληνικού Δημοσίου, το γεγονός ότι αυτός ήταν ένα πρόσωπο που απολάμβανε της αγάπης και της στοργής των οικείων του και ήταν ιδιαίτερα συμπαθής τόσο στους φίλους του όσο και στους λοιπούς οπλίτες και τα στελέχη της Μονάδας του, τον στενό βαθμό συγγένειας που τον συνέδεε με κάθε έναν από τους αρχικούς ενάγοντες (μητέρα και προγονοί – παππούς και γιαγιά), με τους οποίους αποτελούσε ενιαία και δεμένη οικογένεια, ώστε, κατά την κοινή πείρα, να επέλθει σε αυτούς βαριά ψυχική οδύνη από την αυτοκτονία του ανωτέρω συγγενή τους, συνιστάμενη στην έντονη οδύνη και στα εξαιρετικά δυσάρεστα συναισθήματα που δημιουργήθηκαν σε αυτούς από την ανεπανόρθωτη απώλεια του προσφιλούς τους αυτού προσώπου, κρίνει ότι τα επιδικασθέντα με την εκκαλούμενη απόφαση ποσά των 70.000 ευρώ για τη μητέρα του θανόντος (εφεσίβλητη) και των 20.000 ευρώ για καθένα από τους λοιπούς αρχικούς ενάγοντες (παππού και γιαγιά του θανόντος) για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, κατά τα ανωτέρω, από την απώλεια αυτού, είναι εύλογα και προσήκοντα. Εξάλλου, ενόψει των ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των άκρων ορίων της διαγραφόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 932 του ΑΚ, διακριτικής εξουσίας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τον προσδιορισμό των πιο πάνω ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στα προαναφερόμενα πρόσωπα, καθότι τα εν λόγω ποσά, υπό τα πραγματικά περιστατικά της εξεταζόμενης υπόθεσης, δεν παρίστανται εμφανώς δυσανάλογα, ώστε να αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας (βλ. ΣτΕ 1648/2024, 1008/2023, 1968, 2125/2022, 1774/2020, 483/2018 κ.ά., πρβλ. και Α.Π. 9/2015 Ολομ., 2125, 747, 1863/2017 κ.ά.), απορριπτομένου του σχετικού λόγου της έφεσης ως αβασίμου. Με τα δεδομένα αυτά η εφεσίβλητη, η οποία ενεργεί ατομικά και ως νόμιμη κληρονόμος του πατέρα της {……} και της μητέρας της {……}, δικαιούται του συνολικού ποσού των 110.000 ευρώ (=70.000 + 20.000 + 20.000 ευρώ) και ορθά με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει το ποσό αυτό (110.000 ευρώ).
18. Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να καταλογιστούν, σε βάρος του ηττηθέντος Δημοσίου, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.), συνολικού ύψους 341 (256 + 85) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την έφεση.
Καταλογίζει σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, ύψους τριακοσίων σαράντα ενός (341) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε με τηλεδιάσκεψη στις 20-11-2025 και 22-01-2026 με τη σύνθεση που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και υπογράφεται από τον αρχαιότερο Δικαστή αυτής της σύνθεσης, Αναστάσιο Τσιλιμιγκάκη (Εφέτη Δ.Δ.), λόγω μετάθεσης της Χριστίνας Ιωσηφίδου (Προέδρου Εφετών Δ.Δ.) στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Ο ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
Δημοσιεύθηκε στην Κομοτηνή, στις 27-2-2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, με πρόεδρο την Αθηνά Παπαζησίμου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., λόγω μετάθεσης της Χριστίνας Ιωσηφίδου, Προέδρου Εφετών Δ.Δ., στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
