ΑΠΟΦΑΣΗ
Κεφάλας κ.α. κατά Ελλάδας της 05.05.2026 (προσφ. αριθ. 8759/14)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Οι επτά προσφεύγοντες υπήρξαν μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας «Αθηναϊκή Χαρτοποιΐα», η οποία υπήχθη με υπουργική απόφαση στις διατάξεις του ν. 1386/1983 και τέθηκε υπό τη διαχείριση του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ). Αποφασίστηκαν διαδοχικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς απόφαση Γενικής Συνέλευσης, οδήγησαν στη ριζική μεταβολή της μετοχικής σύνθεσης σε βάρος των πρώην μετόχων. Με το άρθρο 28 του ν. 2685/1999 ο Έλληνας νομοθέτης επικύρωσε αναδρομικά την εγκυρότητα των μετοχών που είχαν προκύψει από τις αυξήσεις αυτές, αποκλείοντας το δικαίωμα ακύρωσης ή κήρυξης ακυρότητας και διατηρώντας μόνον αξίωση αποζημίωσης. Η σύγκρουση νομολογίας μεταξύ Αρείου Πάγου και Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς τη συνταγματικότητα του άρθρου 28 παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), το οποίο με την υπ’ αριθ. 14/2013 απόφασή του έκρινε τη διάταξη συνταγματική. Το ΕΔΔΑ ομόφωνα διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ως προς το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, δεχόμενο ότι η νομοθετική παρέμβαση δικαιολογήθηκε από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (προστασία της εθνικής οικονομίας) και τήρησε την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που διατηρήθηκε η δυνατότητα αξίωσης πλήρους αποζημίωσης. Διαπίστωσε όμως παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ λόγω υπερβολικής διάρκειας (26 έτη περίπου) της διαδικασίας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΑΕΔ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι επτά προσφεύγοντες ήταν μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας «Αθηναϊκή Χαρτοποιΐα» («η εταιρεία»), χαρτοβιομηχανίας με έδρα την Αθήνα. Κατόπιν αιτήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, υπό την ιδιότητά της ως πιστώτριας, με την υπ’ αριθ. 2544/1984 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (30 Μαρτίου 1984), η εταιρεία υπήχθη στις διατάξεις του ν. 1386/1983 και τέθηκε υπό τη διαχείριση του ΟΑΕ, λόγω υπερχρέωσης και αδυναμίας λειτουργίας.
Με την υπ’ αριθ. 153/1986 απόφαση του Υφυπουργού Βιομηχανίας (10 Ιουνίου 1986) εγκρίθηκε πρώτη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με βάση τον ν. 1386/1983, με δικαίωμα προτίμησης των πρώην μετόχων εντός μηνός από τη δημοσίευση. Οι προσφεύγοντες δεν άσκησαν το δικαίωμα προτίμησης. Ο ΟΑΕ απέκτησε τις νέες μετοχές, καταλαμβάνοντας το 66,76% του μετοχικού κεφαλαίου. Με την υπ’ αριθ. 360/1987 απόφαση (9 Ιουνίου 1987) εγκρίθηκε δεύτερη αύξηση χωρίς δικαίωμα προτίμησης, με ταυτόχρονη απόκτηση των νέων μετοχών από τον ΟΑΕ. Το 1998 η Εθνική Τράπεζα μεταβίβασε στον ΟΑΕ το ποσοστό 33,9% που κατείχε, ενώ το 1999 πολυεθνική επιχείρηση κατέστη κάτοχος του συνόλου σχεδόν των μετοχών.
Στις 18 Φεβρουαρίου 1999 ψηφίστηκε ο ν. 2685/1999, του οποίου το άρθρο 28 επικύρωσε τις μετοχές που εκδόθηκαν από αυξήσεις κεφαλαίου εταιρειών υπαγόμενων στον ν. 1386/1983 και προέβλεψε ότι οι πρώην μέτοχοι «διατηρούν μόνον αξίωση πλήρους αποζημίωσης». Η διάταξη αυτή ψηφίστηκε σε εποχή κατά την οποία τα ελληνικά δικαστήρια και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είχαν κρίνει τον ν. 1386/1983 αντίθετο προς το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ, που απαιτούσε απόφαση γενικής συνέλευσης για την αύξηση κεφαλαίου.
Οι προσφεύγοντες κίνησαν διαδοχικά πληθώρα διαδικασιών:
- Αίτηση ακύρωσης κατά της υπ’ αριθ. 2544/1984 ΥΑ (1984): απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1093/1987 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. • Αίτηση ακύρωσης κατά της υπ’ αριθ. 153/1986 ΥΑ (1986, πρώτη αύξηση): απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1398/1987 απόφαση του ΣτΕ. • Αγωγή ενώπιον πολιτικών δικαστηρίων προς αναγνώριση ακυρότητας πρώτης αύξησης (1987): απορρίφθηκε τελεσιδίκως με τις υπ’ αριθ. 13/2001 (Ολομέλεια ΑΠ) και 31/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που έκριναν το άρθρο 28 ν. 2685/1999 σύμφωνο με το Σύνταγμα, τη Σύμβαση και τις αρχές του κοινοτικού δικαίου. • Αίτηση ακύρωσης / προσφυγή κατά της υπ’ αριθ. 360/1987 ΥΑ (1987, δεύτερη αύξηση): απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 3533/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Επί της αναίρεσης, η Ολομέλεια ΣτΕ με την υπ’ αριθ. 161/2010 απόφασή της έκρινε ότι το άρθρο 28 ν. 2685/1999 αντέκειτο στα άρθρα 20, 94 και 95 του Συντάγματος. • Παραπομπή στο ΑΕΔ: λόγω αντίθετης κρίσης μεταξύ ΣτΕ (161/2010) και Αρείου Πάγου (13/2001) επί της συνταγματικότητας, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ κατά το άρθρο 100 Συντ. • Απόφαση 14/2013 του ΑΕΔ (3 Ιουνίου 2013): η Ολομέλεια του ΑΕΔ κατά πλειοψηφία έκρινε το άρθρο 28 ν. 2685/1999 σύμφωνο με το Σύνταγμα, δεχόμενη ότι: (α) η διάταξη υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (προστασία εθνικής οικονομίας), (β) διασφαλίζει δίκαιη ισορροπία μέσω του δικαιώματος πλήρους αποζημίωσης και (γ) δεν θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.
Παράλληλα κινήθηκαν δύο σειρές αγωγών αποζημίωσης ενώπιον πολιτικών (1991, 2000) και διοικητικών δικαστηρίων (2000, 2004), οι οποίες απορρίφθηκαν ή είναι ακόμη εκκρεμείς κατά τα ειδικότερα στάδια που παρατίθενται στην απόφαση. Σημαντική εξέλιξη αποτελεί η υπ’ αριθ. 791/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχθηκε την αναίρεση επί της αγωγής αποζημίωσης του 1991, ως προς τον προσφεύγοντα αρ. 1 και τους ειδικούς διαδόχους του προσφεύγοντος αρ. 7, διευκρινίζοντας ότι η νομιμότητα της υπαγωγής στον ν. 1386/1983 δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού ή του νόμω βάσιμου της αγωγής, η οποία μπορεί να στηρίζεται αυτοτελώς στο παράνομο της αύξησης κεφαλαίου. Η υπόθεση αυτή, κατά τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του ΕΔΔΑ, εκκρεμούσε ενώπιον του Αρείου Πάγου προς κατ’ ουσίαν εξέταση, με συζήτηση που είχε προσδιορισθεί αρχικά για τις 20.01.2025 και είχε αναβληθεί για τις 09.03.2026.
Οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στο Στρασβούργο επικαλούμενοι: (α) στέρηση πρόσβασης σε δικαστήριο, (β) υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας, (γ) προσβολή του δικαιώματος σε «δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως». Το ΕΔΔΑ ομόφωνα διαπίστωσε μη παραβίαση ως προς την πρόσβαση και παραβίαση ως προς τη διάρκεια.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Μη παραβίαση
Παραδεκτό: Το Δικαστήριο, ως «κύριος της νομικής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών» (Radomilja κ.α. κατά Κροατίας [GC] της 20.03.2018, § 126, και Vavřička κ.α. κατά Τσεχίας [GC] της 08.04.2021, § 169), υπήγαγε τις αιτιάσεις των προσφευγόντων υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1, κρίνοντας ότι ο πυρήνας τους αφορά την πρόσβαση σε δικαστήριο. Δέχθηκε εν μέρει τις προδικαστικές ενστάσεις της Κυβέρνησης. Έκρινε ότι οι αιτιάσεις κατά των αποφάσεων 13/2001 και 31/2002 του Αρείου Πάγου, οι οποίες αφορούσαν την πρώτη αύξηση κεφαλαίου, ήταν εκπρόθεσμες και ουσιωδώς ίδιες, κατά την έννοια του άρθρου 35 § 2 β΄ ΕΣΔΑ, με τις απορριφθείσες ως απαράδεκτες στην προηγούμενη υπόθεση Κεφάλας κ.α. κατά Ελλάδας (déc.) της 17.03.2005, αρ. 40051/02. Επίσης, η αιτίαση κατά της υπ’ αριθ. 16/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σε υπόθεση τρίτου (G.K.) που δεν είχε αμφισβητήσει δικαστικά τις αυξήσεις, κρίθηκε ratione personae απαράδεκτη ως μη επηρεάζουσα τη νομική κατάσταση των προσφευγόντων. Παραδεκτή κρίθηκε αποκλειστικά η αιτίαση κατά της υπ’ αριθ. 14/2013 απόφασης του ΑΕΔ.
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές περί πρόσβασης σε δικαστήριο όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν στην Naït-Liman κατά Ελβετίας [GC] της 15.03.2018, §§ 112-116. Οι περιορισμοί του δικαιώματος πρόσβασης συμβιβάζονται με το άρθρο 6 § 1 μόνον εφόσον επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ μέσων και σκοπού. Στην ειδική περίπτωση της νομοθετικής παρέμβασης σε εκκρεμείς δίκες, η νομολογία Vegotex International S.A. κατά Βελγίου [GC] της 03.11.2022, §§ 92-93, ορίζει ότι η αρχή της προεξάρχουσας θέσης του δικαίου και η έννοια της δίκαιης δίκης απαγορεύουν, παρά μόνον για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, την παρέμβαση του νομοθέτη στην απονομή της δικαιοσύνης με σκοπό τον επηρεασμό του δικαιοδοτικού αποτελέσματος.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το άρθρο 28 ν. 2685/1999, όπως ερμηνεύθηκε από το ΑΕΔ, στέρησε από τους προσφεύγοντες τη δυνατότητα ακύρωσης των διοικητικών πράξεων που ενέκριναν τις αυξήσεις, και επομένως κάθε δυνατότητα επαναφοράς στο statu quo ante. Στη συνέχεια εξέτασε αν ο περιορισμός εξυπηρετούσε θεμιτό σκοπό και ήταν αναλογικός.
Ως προς τον σκοπό: το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην εισηγητική έκθεση του νόμου και στην κρίση του ΑΕΔ, δέχθηκε ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου αποτελούσαν απαραίτητο μέσο διάσωσης εταιρειών κεντρικής σημασίας για την εθνική οικονομία, η ακύρωση των οποίων θα οδηγούσε στην κατάρρευσή τους και θα προκαλούσε δυσανάλογη βλάβη σε εργαζόμενους, προμηθευτές, νέους μετόχους και λοιπούς εμπορικούς εταίρους. Η ακύρωση αυτή θα έθιγε, κατά την εισηγητική έκθεση και την κρίση που υιοθέτησε το Δικαστήριο, και τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας. Συνακόλουθα, οι λόγοι αυτοί χαρακτηρίστηκαν ως επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια της Vegotex International (παρ. 82 απόφασης).
Ως προς την αναλογικότητα: το Δικαστήριο επισήμανε ότι το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ δεν εγγυάται απαραιτήτως ένα συγκεκριμένο είδος ένδικου βοηθήματος, εφόσον το εθνικό σύστημα συνολικά παρέχει αποτελεσματική δικαστική προστασία (παρ. 84). Το ΑΕΔ αποφάνθηκε επί της συνταγματικότητας του άρθρου 28 ν. 2685/1999, χωρίς να αποκλείσει το δικαίωμα αποζημίωσης, δικαίωμα που, κατά το ΕΔΔΑ, παρέμενε ανοικτό ιδίως μέσω της εκκρεμούς αγωγής αποζημίωσης του 1991, στο μέτρο που αυτή εξακολουθούσε να αφορά τον προσφεύγοντα αρ. 1 και τους ειδικούς διαδόχους του προσφεύγοντος αρ. 7. Η υπ’ αριθ. 791/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε ότι η νομιμότητα της υπαγωγής στον ν. 1386/1983 δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, εφόσον η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αυτοτελώς στις παράνομες αυξήσεις κεφαλαίου.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι «η υπερβολική βραδύτητα ένδικου βοηθήματος αποζημίωσης είναι ικανή να επηρεάσει τον πρόσφορο χαρακτήρα του» (mutatis mutandis Scordino κατά Ιταλίας (αρ. 1) [GC] της 29.03.2006, § 195), αλλά διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν προβάλει αυτοτελή αιτίαση για τη διάρκεια της αγωγής αποζημίωσης ως κριτήριο πρόσφορου χαρακτήρα του ένδικου μέσου. Σημείωσε επίσης ότι το άρθρο 28 ν. 2685/1999, όπως ερμηνεύθηκε από το ΑΕΔ, δεν είχε άμεση επίπτωση επί της τύχης της εκκρεμούς αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
Απόφαση: Δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ως προς το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (ομόφωνα).
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Εύλογη διάρκεια διαδικασίας. Παραβίαση
Παραδεκτό: Το Δικαστήριο διέκρινε την υπό κρίση περίοδο από προηγούμενες, ήδη εξετασθείσες, διαδικασίες. Συγκεκριμένα, η διάρκεια της πολιτικής δίκης για την πρώτη αύξηση κεφαλαίου, που έληξε με τις αποφάσεις 13/2001 και 31/2002 ΑΠ, είχε ήδη εξετασθεί στην Κεφάλας κ.α. κατά Ελλάδας (déc.) της 17.03.2005. Έτσι, αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα υπόθεση ήταν αποκλειστικά η διαδικασία που εκκίνησε στις 16 Ιουνίου 1987 με την προσφυγή ακύρωσης κατά της υπ’ αριθ. 360/1987 ΥΑ και ολοκληρώθηκε με την υπ’ αριθ. 14/2013 απόφαση του ΑΕΔ της 3ης Ιουνίου 2013 (κοινοποίηση 10 Ιουλίου 2013).
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας εκτιμάται με βάση την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τη συμπεριφορά των προσφευγόντων και των αρμόδιων αρχών, καθώς και τη σημασία του διακυβεύματος για τους ενδιαφερόμενους (Βασίλειος Αθανασίου κ.α. κατά Ελλάδας της 21.12.2010, § 26).
Η συνολική περίοδος ανήλθε σε σχεδόν 26 έτη. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η υπόθεση παρουσίαζε ορισμένο βαθμό πολυπλοκότητας, καθόσον εντασσόταν σε ευρύτερο δικαιοδοτικό πλαίσιο με παράλληλες διαδικασίες, και ότι οι προσφεύγοντες είχαν επανειλημμένα ζητήσει αναβολή των συζητήσεων ενώπιον των εμπλεκόμενων δικαστηρίων, ιδίως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Παρά ταύτα, διαπίστωσε ότι, ακόμη και αν αφαιρεθούν οι καθυστερήσεις που οφείλονται σε συμπεριφορά των προσφευγόντων, η εναπομένουσα περίοδος παραμένει υπερβολική και δεν μπορεί να αποδοθεί σε επαρκώς αιτιολογημένους θεσμικούς λόγους.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στις παρατεταμένες περιόδους αδράνειας: μεταξύ 1987 και 2000 το Διοικητικό Εφετείο δεν είχε εκδικάσει την υπόθεση. Η αναίρεση εκκρεμούσε ενώπιον του ΣτΕ από το 2001 έως το 2010, ενώπιον δε του ΑΕΔ μεσολάβησε διάστημα 17 μηνών μεταξύ της δημόσιας συζήτησης και των διασκέψεων, και 1,5 επιπλέον έτος μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης.
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ως προς την εύλογη διάρκεια της διαδικασίας (ομόφωνα).
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως. Απαράδεκτο
Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η δημοσίευση της υπ’ αριθ. 14/2013 απόφασης του ΑΕΔ από Πρόεδρο και Γραμματέα διαφορετικούς από εκείνους που είχαν μετάσχει στις διασκέψεις παραβίαζε την αρχή του «δικαστηρίου που έχει συσταθεί νομίμως». Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της χρονικής απόστασης μεταξύ διάσκεψης και δημοσίευσης είχε ήδη εξετασθεί στο πλαίσιο της αιτίασης για τη διάρκεια. Κατά τα λοιπά, η υπογραφή και δημοσίευση της απόφασης από Πρόεδρο και Γραμματέα διαφορετικούς από εκείνους που είχαν μετάσχει στις διασκέψεις συνιστά τυπική δικονομική διαδικασία προβλεπόμενη από τον νόμο, χωρίς προφανή παραβίαση της Σύμβασης. Η αιτίαση απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη κατά το άρθρο 35 §§ 3 α΄ και 4 ΕΣΔΑ.
Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41 ΕΣΔΑ)
Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αποκατάστασης της υλικής ζημίας λόγω έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου με τη διαπιστωθείσα παραβίαση (διάρκεια). Επιδίκασε 10.000 ευρώ στον προσφεύγοντα αρ. 1, 10.000 ευρώ από κοινού στους προσφεύγοντες αρ. 2 έως 5, συμπεριλαμβανομένης της συνέχισης της διαδικασίας εκ μέρους τους για την προσφεύγουσα αρ. 6, και 10.000 ευρώ από κοινού στα πρόσωπα που συνέχισαν τη διαδικασία στο όνομα του προσφεύγοντος αρ. 7, ως ηθική βλάβη. Για έξοδα επιδίκασε 2.000 ευρώ στον προσφεύγοντα αρ. 1, απορρίπτοντας τα έξοδα των εθνικών διαδικασιών ως μη συνδεόμενα με την παραβίαση που διαπιστώθηκε (κατ’ αναλογία Vegotex International S.A., § 167).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
«Όταν το ΑΕΔ έκρινε, με την υπ’ αριθ. 14/2013 απόφασή του, ότι το άρθρο 28 του ν. 2685/1999 ήταν σύμφωνο με το Σύνταγμα καθόσον, ενώ απέκλειε για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος τη δυνατότητα των προσφευγόντων να επανέλθουν στο statu quo ante, διαφύλασσε το δικαίωμα των πρώην μετόχων να αξιώσουν αποζημίωση για τη ζημία την οποία είχαν ενδεχομένως υποστεί, δεν επέφερε δυσανάλογη προσβολή στο δικαίωμα πρόσβασης των προσφευγόντων σε δικαστήριο» (παρ. 87).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Επιβεβαίωση και εξειδίκευση της νομολογίας Vegotex για τη νομοθετική παρέμβαση σε εκκρεμείς δίκες. Η απόφαση επιβεβαιώνει το διττό κριτήριο που έχει αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία του Στρασβούργου από τις Stran Greek Refineries και Stratis Andreadis κατά Ελλάδας της 09.12.1994 και Zielinski και Pradal & Gonzalez κ.α. κατά Γαλλίας [GC] της 28.10.1999 έως την πρόσφατη Vegotex International S.A. κατά Βελγίου [GC] της 03.11.2022: η νομοθετική επέμβαση επιτρέπεται μόνον αν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και τηρεί την αναλογικότητα. Η ιδιαίτερη σημασία της Kefalas έγκειται στην εφαρμογή του κριτηρίου σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πεδίο: εκείνο της εταιρικής εξυγίανσης μέσω αναγκαστικής αύξησης κεφαλαίου, με συγκρούσεις τριών εννόμων αγαθών (εθνική οικονομία, προστασία τρίτων, μετοχικά δικαιώματα).
Η αναγνώριση της προστασίας της εθνικής οικονομίας ως επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος. Η απόφαση καταγράφει σαφέστερα από προγενέστερες ότι η οικονομική σταθερότητα και η συνέχιση της λειτουργίας μεγάλων επιχειρήσεων με κρίσιμη σημασία για την εθνική οικονομία μπορούν να συνιστούν επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος δικαιολογητικό αναδρομικής νομοθετικής επικύρωσης πράξεων. Η θέση αυτή πρέπει όμως να αναγιγνώσκεται με συστολή: ισχύει μόνον υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, όπου η εναλλακτική (κατάρρευση εταιρείας με σωρεία τρίτων εμπλεκομένων) θα ήταν δυσανάλογα επιζήμια. Η γενίκευση της λογικής αυτής σε άλλες περιπτώσεις θα απαιτούσε ανάλογο αυστηρό έλεγχο.
Η αξία του ένδικου βοηθήματος αποζημίωσης ως αντιστάθμισμα. Το Δικαστήριο εμμένει στην αρχή ότι η Σύμβαση δεν εγγυάται μία ορισμένη μορφή ένδικης προστασίας, εφόσον το σύστημα συνολικά προσφέρει αποτελεσματική προστασία. Στην προκειμένη περίπτωση, η αξίωση αποζημίωσης, όπως ερμηνεύθηκε ιδίως υπό το φως της υπ’ αριθ. 791/2023 απόφασης ΑΠ, θεωρήθηκε από το ΕΔΔΑ ως μη αποκλεισμένη και κατ’ αρχήν διαθέσιμη οδός δικαστικής προστασίας, χωρίς όμως το Δικαστήριο να εξετάσει in concreto την αποτελεσματικότητά της ως προς τη διάρκειά της. Η ρητή προειδοποίηση του Δικαστηρίου, με αναφορά στη Scordino, ότι η υπερβολική βραδύτητα ενός αποζημιωτικού μηχανισμού μπορεί να επηρεάσει τον πρόσφορο χαρακτήρα του, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης του ζητήματος αν η εκκρεμής αγωγή του 1991 παραταθεί επί περαιτέρω χρόνο χωρίς αποτελεσματική απόληξη.
Διάρκεια διαδικασίας. Συνέχιση του δομικού προβλήματος της Ελλάδας. Η διαπίστωση παραβίασης λόγω σχεδόν 26 ετών προδικασίας εντάσσεται στο μακροχρόνιο σύνδρομο των ελληνικών διοικητικών διαδικασιών, που έχει αποτελέσει αντικείμενο της πιλοτικής απόφασης Vassilios Athanasiou κ.α. κατά Ελλάδας της 21.12.2010, η οποία οδήγησε στη θέσπιση του ν. 4055/2012 περί αξίωσης δίκαιης ικανοποίησης για υπερβολική διάρκεια των διοικητικών διαδικασιών. Η απόφαση Κεφάλας δείχνει ότι, παρά τη νομοθετική παρέμβαση του 2012, εξακολουθούν να εκδίδονται αποφάσεις που διαπιστώνουν παραβίαση του εύλογου χρόνου σε υποθέσεις που εκκρεμούν από προγενέστερη περίοδο, ιδίως όταν εμπλέκεται το ΑΕΔ.
Ο ρόλος του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Η απόφαση Κεφάλας αναδεικνύει εμμέσως τη λειτουργική δυσχέρεια του ΑΕΔ ως μηχανισμού άρσης αντίθετης νομολογίας στη συγκεκριμένη υπόθεση. Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του ΑΕΔ (άνω των τριών ετών μεταξύ παραπομπής και δημοσίευσης) σε συνδυασμό με το αυξημένο διάστημα μεταξύ της δημόσιας συζήτησης, των διασκέψεων και της δημοσίευσης, αποτυπώνει σοβαρή καθυστέρηση στην προκειμένη υπόθεση, χωρίς όμως το ΕΔΔΑ να διατυπώνει ρητή γενική κρίση περί διαρθρωτικού προβλήματος του ΑΕΔ.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η απόφαση Κεφάλας κ.α. κατά Ελλάδας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς το ΕΔΔΑ διαχειρίζεται τη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικών δικαιωμάτων και κρατικού δημοσίου συμφέροντος σε ευρύτερες συστημικές οικονομικές παρεμβάσεις. Η κρίση μη παραβίασης ως προς την πρόσβαση σε δικαστήριο εντάσσεται στη γραμμή νομολογιακής αυτοσυγκράτησης που ακολουθεί το Δικαστήριο όταν κρίνεται η συμβατότητα οικονομικών νομοθετικών παρεμβάσεων με το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, ιδίως όταν προβάλλονται λόγοι ασφάλειας δικαίου, προστασίας τρίτων και συνέχισης της λειτουργίας επιχειρήσεων με ιδιαίτερη κοινωνικοοικονομική σημασία. Παράλληλα, η διαπίστωση παραβίασης για την υπερβολική διάρκεια εξακολουθεί να αποτελεί μία από τα πλέον επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις κατά της Ελλάδας στο Στρασβούργο.
Η σχέση Κεφάλας – Stran Greek Refineries – Vegotex. Στις Stran Greek Refineries (1994), το ΕΔΔΑ είχε διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 6 § 1 από νομοθετική παρέμβαση που ακύρωνε αναδρομικά διαιτητική απόφαση επ’ ωφελεία ιδιωτικής εταιρείας έναντι του ελληνικού δημοσίου, καθόσον η παρέμβαση αυτή προοριζόταν να επηρεάσει το αποτέλεσμα συγκεκριμένης δίκης. Η Κεφάλας διαφοροποιείται κατ’ ουσίαν. Εδώ, η νομοθετική παρέμβαση αφορούσε όχι αποκλειστικά μία συγκεκριμένη δικαστική διένεξη αλλά ένα γενικό και αφηρημένο σύνολο εταιρειών υπαγόμενων στον ν. 1386/1983, και ο νομοθέτης ενεργούσε προς αποτροπή κατάρρευσης πραγματικά εκτεταμένου οικονομικού οικοσυστήματος, όχι για να εξασφαλίσει τη νίκη του Δημοσίου σε δικαστικό αγώνα. Η απόσταση αυτή αξιολογείται από το ΑΕΔ και υιοθετείται από το ΕΔΔΑ. Πηγή: ΕΔΔΑ, Kefalas και λοιποί κατά Ελλάδας, παρ. 81-87· Stran Greek Refineries και Stratis Andreadis κατά Ελλάδας, 09.12.1994, παρ. 49· HUDOC.
Το δημόσιο συμφέρον και ο κίνδυνος υπερβολικής διεύρυνσης. Η αποδοχή της επίκλησης της εθνικής οικονομίας ως επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος ενδέχεται να εγείρει κριτική, καθόσον σε εποχές μακροχρόνιας δημοσιονομικής πίεσης ο όρος «προστασία της οικονομίας» κινδυνεύει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Ο κίνδυνος αυτός είχε εντοπισθεί ήδη από τη νομολογία Maurice κατά Γαλλίας [GC] της 06.10.2005, όπου το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το «δημοσιονομικό» συμφέρον δεν ταυτίζεται αυτόματα με το «επιτακτικό» γενικό συμφέρον. Στην Κεφάλας, ο κίνδυνος μετριάζεται από το γεγονός ότι η νομοθετική παρέμβαση δεν ήταν δημοσιονομικού αλλά διαρθρωτικού χαρακτήρα: στόχευε στη διάσωση συγκεκριμένων επιχειρήσεων με χαρακτήρα κοινωνικοοικονομικό. Πηγή: ΕΔΔΑ, Maurice κατά Γαλλίας [GC], 06.10.2005, αρ. προσφ. 11810/03, Kefalas, παρ. 81, HUDOC.
Η αλληλεπίδραση εθνικής συνταγματικής αντιπαράθεσης και ΕΣΔΑ. Η υπόθεση Κεφάλας αποκαλύπτει με πληρότητα τον τρόπο με τον οποίο το ΕΔΔΑ σέβεται τη λειτουργία των μηχανισμών άρσης αντίθετης νομολογίας στα κράτη-μέλη. Το ΑΕΔ αποτελεί ιδιαίτερη ελληνική ιδιοτυπία (άρθρο 100 Συντ.) που επιλύει την έλλειψη ενιαίου συνταγματικού δικαστηρίου. Το Στρασβούργο δεν υποκαθιστά τον εθνικό συνταγματικό έλεγχο, αλλά ελέγχει αν το αποτέλεσμα του εθνικού ελέγχου συνάδει με τη Σύμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η Ολομέλεια ΣτΕ είχε κρίνει το άρθρο 28 ν. 2685/1999 αντισυνταγματικό, και αν και αρκετοί δικαστές του ΑΕΔ μειοψήφησαν, η τελική κρίση του ΑΕΔ έγινε σεβαστή από το ΕΔΔΑ. Πηγή: ΕΔΔΑ, Kefalas, παρ. 22-27, Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 100, Ευγενία Πρεβεδούρου, Συνταγματικότητα νομοθετικών ρυθμίσεων που καταλαμβάνουν εκκρεμείς δίκες (ΣτΕ Ολ 167/2016), 29.12.2016.
Το πραγματικό βάρος του δικαιώματος αποζημίωσης. Το πιο ευάλωτο σημείο της απόφασης συνίσταται στην εμπιστοσύνη του Δικαστηρίου επί ενός ένδικου βοηθήματος αποζημίωσης που, κατά τα στοιχεία της απόφασης, παραμένει εκκρεμές για εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (αγωγή 1991). Η αναφορά στη Scordino λειτουργεί ως υπόμνηση ότι η αργοπορία στη χορήγηση αποζημίωσης μπορεί να ακυρώσει την επάρκεια του ένδικου βοηθήματος, αλλά το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εξετάσει το ζήτημα εφόσον προβληθεί ως αυτοτελής αιτίαση σε μελλοντική προσφυγή. Πρόκειται για μια λεπτή ισορροπία: το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει την αξία του ένδικου βοηθήματος κατ’ αρχήν, χωρίς να αξιολογήσει πλήρως και αυτοτελώς την αποτελεσματικότητά του in concreto. Πηγή: ΕΔΔΑ, Κεφάλας, παρ. 86, Scordino κατά Ιταλίας (αρ. 1) [GC], 29.03.2006, παρ. 195, HUDOC.
Η δομική διάσταση της εύλογης διάρκειας και η αξία του ν. 4055/2012. Η σχεδόν 26 ετής διαδικασία επιβεβαιώνει ότι, παρά τα μέτρα που λήφθηκαν μετά την Vassilios Athanasiou, σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα επιβίωσης παρατεταμένων διοικητικών δικών παραμένουν, ιδίως όταν εμπλέκονται διαδοχικές αναιρέσεις, ολομέλειες, και παραπομπές στο ΑΕΔ. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αναβολές που είχαν ζητήσει οι ίδιοι οι προσφεύγοντες, αλλά κατέληξε ότι οι θεσμικές καθυστερήσεις παραμένουν υπερβολικές ακόμη και αν αυτές αφαιρεθούν. Πρόκειται για μια συνηθισμένη άσκηση «αφαιρετικού ελέγχου» (subtraction test) στη νομολογία περί εύλογης διάρκειας. Πηγή: ΕΔΔΑ, Kefalas, παρ. 95, Vassilios Athanasiou κ.α. κατά Ελλάδας, 21.12.2010, Ν. 4055/2012.
Η σύνδεση της Κεφάλας με τη συστημική αναπροσαρμογή του ελληνικού εμπορικού δικαίου. Το ζήτημα της αναγκαστικής αύξησης κεφαλαίου σε εταιρείες υπαγόμενες σε καθεστώς εξυγίανσης έχει υποστεί σειρά νομοθετικών μεταβολών στην Ελλάδα από τον ν. 1386/1983 έως τον σύγχρονο ν. 4738/2020 για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας. Η μετάβαση από καθεστώς αναγκαστικής διοικητικής διαχείρισης (ΟΑΕ) σε σύγχρονα εργαλεία προληπτικής αναδιάρθρωσης ευθυγραμμισμένα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1023 μεταβάλλει ουσιωδώς το θεσμικό περιβάλλον και μειώνει, χωρίς να αποκλείει απολύτως, την πιθανότητα επανάληψης προβλημάτων τύπου Κεφάλας. Πηγή: Οδηγία (ΕΕ) 2019/1023 της 20.06.2019· ν. 4738/2020· Λ. Κοτσίρης / Ρ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, Δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των προβληματικών επιχειρήσεων, εκδ. Σάκκουλα.
Η πιθανή επίδραση επί εκκρεμών εθνικών διαδικασιών. Η απόφαση Κεφάλας, παρότι δεν διαπίστωσε παραβίαση επί της ουσίας, αφήνει σημαντικά ανοιχτά μέτωπα για την εκκρεμή αγωγή του 1991. Η υπ’ αριθ. 791/2023 απόφαση ΑΠ έχει ήδη διευκολύνει την κατ’ ουσίαν εξέταση της αγωγής ως προς όσους συνέχισαν την εν λόγω δικονομική διαδρομή. Συνδυάζοντας το κανονιστικό κριτήριο της Κεφάλας (κατ’ αρχήν αποτελεσματικότητα του αποζημιωτικού μηχανισμού) με το χρονικό κριτήριο της Vassilios Athanasiou, δημιουργείται ένα ισχυρό επιχειρηματολογικό υπόβαθρο για την έγκαιρη και ουσιαστική εκδίκαση της αγωγής αποζημίωσης από τον Άρειο Πάγο.
Συμπέρασμα. Η απόφαση Kefalas κ.α. κατά Ελλάδας αποτελεί παράδειγμα ισορροπημένης αλλά αμφίσημης νομολογιακής τοποθέτησης: αναγνωρίζει τα όρια του εθνικού νομοθέτη να επεμβαίνει σε εκκρεμείς δίκες στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος, εφόσον προβλέπεται αντισταθμιστικός μηχανισμός, αλλά εξακολουθεί να καταδεικνύει ότι η ελληνική διοικητική δικαιοσύνη υστερεί δομικά στην απόδοση δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Η ορθή ανάγνωση της απόφασης δεν είναι ούτε ως «νίκη» του ελληνικού δημοσίου ούτε ως «ήττα» των προσφευγόντων, αλλά ως υπενθύμιση ότι η Σύμβαση εγγυάται πραγματικά και όχι θεωρητικά δικαιώματα – και ότι, στην παρούσα φάση, η συνέχιση της εκκρεμούς αγωγής αποζημίωσης ενώπιον του Αρείου Πάγου παραμένει το κρίσιμο διακύβευμα.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Naït-Liman κατά Ελβετίας [GC]: Η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης συγκέντρωσε και αποσαφήνισε τις γενικές αρχές του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, δεχόμενη ότι το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο και επιδέχεται περιορισμών εφόσον επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και είναι αναλογικοί. Στο πεδίο εξωεδαφικής δικαιοδοσίας, το ΕΔΔΑ τήρησε ευρύ περιθώριο εκτίμησης. Η αξία της Naït-Liman για την Κεφάλας έγκειται στη διατύπωση των γενικών αρχών που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στους περιορισμούς δικαιώματος πρόσβασης από νομοθετική παρέμβαση. Πηγή: HUDOC, Naït-Liman κατά Ελβετίας [GC], αρ. 51357/07, 15.03.2018, παρ. 112-116.
Β) Vegotex International S.A. κατά Βελγίου [GC]: Η απόφαση καθιερώνει το σύγχρονο πλαίσιο εκτίμησης της νομοθετικής παρέμβασης σε εκκρεμείς δίκες. Το Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ θεμιτής νομοθετικής διαμόρφωσης γενικών κανόνων και αθέμιτης παρέμβασης στην απονομή δικαιοσύνης, εξειδικεύοντας ότι μόνο επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος μπορούν να δικαιολογήσουν την τελευταία. Στη βιβλιογραφική κριτική, ο Tobias Mortier έχει επισημάνει ότι η Vegotex θέτει το ερώτημα πόσο ευρύ περιθώριο αναγνωρίζει το ΕΔΔΑ στον νομοθέτη σε περιπτώσεις αναδρομικότητας και «νομοθετικής επικύρωσης». Πηγή: HUDOC, Vegotex International S.A. κατά Βελγίου [GC], αρ. 49812/09, 03.11.2022, παρ. 92-93, 123, 167-168, Tobias Mortier, «How far is the ECtHR willing to go to accommodate the legislature regarding retrospectivity? The case of Vegotex International S.A. v. Belgium», Strasbourg Observers, 13.01.2023.
Γ) Stran Greek Refineries και Stratis Andreadis κατά Ελλάδας: Η ιστορική απόφαση κατά της Ελλάδας θεμελίωσε τη νομολογιακή γραμμή περί απαγόρευσης νομοθετικής παρέμβασης που επηρεάζει το αποτέλεσμα συγκεκριμένης εκκρεμούς δίκης υπέρ του Δημοσίου. Συγκριτικά με την Κεφάλας, η Stran Greek Refineries διαφέρει διότι ο επίδικος νόμος εκεί στόχευε στην ακύρωση συγκεκριμένης διαιτητικής απόφασης, ενώ στην Κεφάλας η νομοθετική ρύθμιση θεωρήθηκε γενική και αφηρημένη. Στην ιδιαίτερη γνώμη του στην Stran Greek Refineries, ο M.P. Pellonpää έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην περιουσιακή διάσταση της επέμβασης, χαρακτηρίζοντάς την ως στέρηση περιουσίας και όχι απλώς ως επέμβαση. Πηγή: HUDOC, Stran Greek Refineries και Stratis Andreadis κατά Ελλάδας, αρ. 13427/87, 09.12.1994, M.P. Pellonpää, concurring opinion.
Δ) Zielinski και Pradal & Gonzalez κατά Γαλλίας [GC]: Η νομολογία του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης διεύρυνε την προστασία κατά της νομοθετικής αναδρομικότητας, υπογραμμίζοντας ότι η αρχή της προεξάρχουσας θέσης του δικαίου απαιτεί ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα στην επικύρωση πράξεων με αναδρομική ισχύ. Πηγή: HUDOC, Zielinski και Pradal & Gonzalez κ.α. κατά Γαλλίας [GC], αρ. 24846/94 και 6 άλλες, 28.10.1999, παρ. 57-59.
Ε) Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, υπ’ αριθ. 14/2013: Η απόφαση της Ολομέλειας του ΑΕΔ έκρινε κατά πλειοψηφία το άρθρο 28 ν. 2685/1999 σύμφωνο με τα άρθρα 4 § 1, 20, 94 και 95 του Συντάγματος, βασιζόμενη στους επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (προστασία εθνικής οικονομίας) και στη διατήρηση της αξίωσης πλήρους αποζημίωσης. Η απόφαση αποτέλεσε καθοριστικό σημείο αναφοράς για όλες τις μεταγενέστερες κρίσεις των ελληνικών δικαστηρίων επί του ν. 2685/1999. Πηγή: Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, υπ’ αριθ. 14/2013 της 03.06.2013, ΝΟΜΟΣ.
ΣΤ) Συμβούλιο της Επικρατείας, υπ’ αριθ. 161/2010: Η Ολομέλεια του ΣτΕ είχε κρίνει το άρθρο 28 ν. 2685/1999 αντισυνταγματικό, καθόσον στερούσε από τα διοικητικά δικαστήρια την αρμοδιότητα ακύρωσης διοικητικών πράξεων που είχαν προσβληθεί ενώπιόν τους. Η αντίθεση αυτή με την υπ’ αριθ. 13/2001 απόφαση ΑΠ προκάλεσε την παραπομπή στο ΑΕΔ. Πηγή: Συμβούλιο της Επικρατείας (Ολομέλεια), υπ’ αριθ. 161/2010 της 15.01.2010, ΝΟΜΟΣ, Ευγενία Πρεβεδούρου, Συνταγματικότητα νομοθετικών ρυθμίσεων που καταλαμβάνουν εκκρεμείς δίκες (ΣτΕ Ολ 167/2016), 29.12.2016.
Ζ) Άρειος Πάγος, υπ’ αριθ. 791/2023: Η απόφαση δέχθηκε την αναίρεση επί της αγωγής αποζημίωσης του 1991, στο μέτρο που αυτή είχε συνεχισθεί από τον προσφεύγοντα αρ. 1 και τους ειδικούς διαδόχους του προσφεύγοντος αρ. 7, διευκρινίζοντας ότι η νομιμότητα της υπαγωγής της εταιρείας στον ν. 1386/1983 δεν αποτελεί προϋπόθεση για το νόμω βάσιμο της αγωγής αποζημίωσης, η οποία μπορεί να στηρίζεται αυτοτελώς στο παράνομο της αύξησης κεφαλαίου χωρίς απόφαση γενικής συνέλευσης. Η απόφαση αυτή ενίσχυσε σημαντικά τα ένδικα μέσα των διαδίκων που συνέχισαν τη συγκεκριμένη αγωγή. Πηγή: Άρειος Πάγος, υπ’ αριθ. 791/2023 της 30.05.2023, ΝΟΜΟΣ, ΕΔΔΑ, Kefalas, παρ. 37-38 και 83.
Η) Vassilios Athanasiou κ.α. κατά Ελλάδας: Η πιλοτική απόφαση του ΕΔΔΑ που διαπίστωσε δομικό πρόβλημα στην ελληνική διοικητική δικαιοσύνη ως προς την υπερβολική διάρκεια διαδικασιών, οδήγησε στην έκδοση του ν. 4055/2012. Η Κεφάλας αποτελεί παράδειγμα ότι το πρόβλημα δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως, ιδίως σε υποθέσεις προηγούμενης περιόδου. Πηγή: HUDOC, Vassilios Athanasiou κ.α. κατά Ελλάδας, αρ. 50973/08, 21.12.2010, παρ. 26 και 50-58.
Θ) Scordino κατά Ιταλίας (αρ. 1) [GC]: Η απόφαση καθιέρωσε το κριτήριο ότι η υπερβολική βραδύτητα ένδικου βοηθήματος αποζημίωσης μπορεί να επηρεάσει την επάρκειά του ως αποτελεσματικού μηχανισμού δικαστικής προστασίας. Η αναφορά στη Scordino στην παρ. 86 της Κεφάλας αποτελεί μια έμμεση προειδοποίηση προς τις ελληνικές αρχές. Πηγή: HUDOC, Scordino κατά Ιταλίας (αρ. 1) [GC], αρ. 36813/97, 29.03.2006, παρ. 195.
Ι) Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπόθεση Karella και Karellas: Σε προδικαστική παραπομπή ελληνικών δικαστηρίων, το ΔΕΕ έκρινε το 1991 ότι ο ελληνικός ν. 1386/1983 αντίκειτο στο άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ, καθόσον επέτρεπε αύξηση κεφαλαίου με υπουργική απόφαση και όχι με απόφαση Γενικής Συνέλευσης. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε το ευρωπαϊκό υπόβαθρο της κρίσης του Έλληνα νομοθέτη να επικυρώσει αναδρομικά τις άκυρες αυξήσεις. Πηγή: ΔΕΚ, Karella και Karellas κατά Υπουργού Βιομηχανίας, συνεκδ. υποθ. C-19/90 και C-20/90, 30.05.1991.
ΙΑ) Δεύτερη οδηγία 77/91/ΕΟΚ: Η οδηγία περί συντονισμού εγγυήσεων για τις ανώνυμες εταιρείες, και ιδίως το άρθρο 25 (νυν άρθρο 68 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132), προβλέπει αναγκαστική απόφαση γενικής συνέλευσης για κάθε αύξηση κεφαλαίου. Η μη συμμόρφωση του ν. 1386/1983 αποτέλεσε την αιτία της σύγκρουσης. Πηγή: Οδηγία 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13.12.1976, Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14.06.2017.
ΙΒ) Provenzano κατά Ιταλίας: Η απόφαση του Δικαστηρίου επιβεβαίωσε ότι, σε περίπτωση θανάτου προσφεύγοντα μετά την κατάθεση της προσφυγής, οι κληρονόμοι ή στενοί συγγενείς μπορούν να συνεχίσουν τη διαδικασία εφόσον αποδεικνύουν έννομο συμφέρον. Στην Κεφάλας, η νομολογία αυτή εφαρμόσθηκε ευέλικτα για τους ειδικούς διαδόχους του προσφεύγοντος αρ. 7. Πηγή: HUDOC, Provenzano κατά Ιταλίας, αρ. 55080/13, 25.10.2018, παρ. 96.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ: • Stran Greek Refineries και Stratis Andreadis κατά Ελλάδας, 09.12.1994, αρ. 13427/87 • Kefalas κ.α. κατά Ελλάδας (exception préliminaire), 08.06.1995, αρ. 14726/89 • National & Provincial Building Society, Leeds Permanent Building Society και Yorkshire Building Society κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 23.10.1997, αρ. προσφ. 21319/93 και 2 άλλες • Zielinski και Pradal & Gonzalez και λοιποί κατά Γαλλίας [GC], 28.10.1999, αρ. προσφ. 24846/94 και 6 άλλες • Forrer-Niedenthal κατά Γερμανίας, 20.02.2003, αρ. 47316/99 • Maurice κατά Γαλλίας [GC], 06.10.2005, αρ. 11810/03 • Kefalas κ.α. κατά Ελλάδας (déc.), 17.03.2005, αρ. 40051/02 • Scordino κατά Ιταλίας (αρ. 1) [GC], 29.03.2006, αρ. 36813/97 • Vassilios Athanasiou κ.α. κατά Ελλάδας, 21.12.2010, αρ. 50973/08 • Glykantzi κατά Ελλάδας, 30.10.2012, αρ. 40150/09 • Naït-Liman κατά Ελβετίας [GC], 15.03.2018, αρ. 51357/07 • Radomilja κ.α. κατά Κροατίας [GC], 20.03.2018, αρ. προσφ. 37685/10 και 22768/12 • Provenzano κατά Ιταλίας, 25.10.2018, αρ. 55080/13 • Vavřička κ.α. κατά Τσεχίας [GC], 08.04.2021, αρ. προσφ. 47621/13 και 5 άλλες • Vegotex International S.A. κατά Βελγίου [GC], 03.11.2022, αρ. 49812/09
Πηγή / Source: HUDOC, echrcaselaw, Council of Europe, ΝΟΜΟΣ, Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ.
