Εισηγητής: Χρήστος Μακρής
Συνεκδίκαση: α) προσφυγής εργοδότη κατά απόφασης Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του e-ΕΦΚΑ, κατά το μέρος αυτής με το οποίο απορρίφθηκε ένσταση του εργοδότη κατά: α1) Πράξης Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ήδη e-ΕΦΚΑ, με την οποία είχαν επιβληθεί σε βάρος του ως κυρίου οικοδομοτεχνικού έργου ασφαλιστικές εισφορές, που αντιστοιχούσαν σε υπολειπόμενα, κατά το αντικειμενικό σύστημα, ημερομίσθια για την αποπεράτωση οικοδομοτεχνικού έργου, και α2) Πράξης Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών (ΠΕΠΕΕ) του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ήδη e-ΕΦΚΑ, με την οποία είχε επιβληθεί σε βάρος του πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών σε ποσοστό 30% επί των ως άνω εισφορών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 του ν. 2972/2001 (Α’ 291), καθώς και β) αντίθετης προσφυγής του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ήδη e-ΕΦΚΑ κατά της ίδιας απόφασης της ΤΔΕ, κατά το μέρος αυτής με το οποίο ακυρώθηκε η ως άνω ΠΕΠΕΕ, κατά μερική αποδοχή της ένστασης του εργοδότη.
Στη μείζονα σκέψη της απόφασης έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα εξής: Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 και 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179) συνάγεται ότι, προκειμένου για οικοδομικά έργα, ως εργοδότης, υπόχρεος για την καταβολή των κατά νόμο εισφορών για την ασφαλιστική τακτοποίηση των με σχέση εξαρτημένης εργασίας απασχολουμένων προσώπων, έστω και αν προσλαμβάνει αυτά ο εργολάβος, θεωρείται ο κύριος του κατασκευαζόμενου ή επισκευαζόμενου κ.λπ. κτίσματος. Τούτο δε ανεξαρτήτως των τυχόν υφισταμένων μεταξύ αυτού και του εργολάβου σχετικών συμφωνιών ή της τυχόν από τον τελευταίο παράβασης των εκ του άρθρου 26 παρ. 9 του α.ν. 1846/1951 υποχρεώσεών του, για τις οποίες προβλέπεται ίδια αυτού ευθύνη. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 38 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ καθιερώνεται ειδικό σύστημα αυτεπάγγελτου ελέγχου των κατ’ ελάχιστον καταβλητέων εισφορών για την κατασκευή ιδιωτικών οικοδομικών έργων, σε περίπτωση που οι κατ’ ελάχιστον απαιτούμενες ημέρες εργασίας καθορίζονται βάσει των συντελεστών που αναγράφονται στον πίνακα 1. Περαιτέρω, η υποχρέωση κλήσης του διοικουμένου προς ακρόαση ισχύει και στην περίπτωση κατασκευής οικοδομοτεχνικών έργων, προκειμένου, πριν από την τυχόν έκδοση καταλογιστικής πράξης, να δοθεί στον εργοδότη η δυνατότητα να ανταποδείξει ότι συντρέχουν λόγοι ολικής ή μερικής μείωσης των ημερών εργασίας, όπως λ.χ. λόγω διενέργειας των σχετικών εργασιών σε χρόνο που έχει παραγραφεί το δικαίωμα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να αναζητήσει τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές ή λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων κατασκευής ή λόγω του ότι ο εργοδότης, σε κάθε περίπτωση, απασχόλησε σε δεδομένο χρόνο συγκεκριμένους εργαζομένους για την εκτέλεση συγκεκριμένων οικοδομοτεχνικών εργασιών για συγκεκριμένες ημέρες εργασίας που υπολείπονται των ελάχιστων ημερών εργασίας που προκύπτουν από την εφαρμογή του ανωτέρω αντικειμενικού συστήματος του άρθρου 38 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ ή ότι υπέβαλε προσηκόντως ΑΠΔ για το οικοδομοτεχνικό του έργο και εξόφλησε τις κατ’ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Συναφώς, για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του κυρίου οικοδομοτεχνικού έργου απαιτείται να επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο, πριν από την κλήση του σε ακρόαση, σημείωμα με τις διαπιστώσεις του ελέγχου της αρμόδιας διοικητικής αρχής, ήτοι εν προκειμένω η οικεία έκθεση οικοδομοτεχνικού ελέγχου των αρμόδιων ασφαλιστικών οργάνων από την οποία προκύπτουν η πραγματοποίηση συγκεκριμένων κατ’ ελάχιστον ημερών εργασίας και οι αντιστοιχούσες σε αυτές ασφαλιστικές εισφορές. Προς τούτο δεν αρκεί η προγενέστερη προς τον κύριο του έργου επίδοση έκθεσης αυτοψίας αρμόδιων οργάνων, διότι από την έκθεση αυτή προκύπτει απλώς η αποπεράτωση συγκεκριμένων οικοδομοτεχνικών εργασιών κατά τον χρόνο διενέργειας της αυτοψίας. Επίσης, δεν αρκεί η απλή πρόσκληση προς τον κύριο του έργου να προσκομίσει στοιχεία προς απόδειξη αίτησής του περί μείωσης των τεκμαρτώς υπολογισθέντων ημερομισθίων λόγω εκτέλεσης εργασιών από εστεγασμένες επιχειρήσεις ή εν γένει για τον έλεγχο της εξέλιξης του οικοδομοτεχνικού έργου, διότι με την εν λόγω πρόσκληση δεν παρέχεται δυνατότητα στον κύριο του έργου να αμφισβητήσει -αφού μάλιστα του έχουν ήδη γνωστοποιηθεί από την καθ’ ης Διοίκηση οι συγκεκριμένες διαπιστωθείσες ως αποπερατωθείσες οικοδομικές εργασίες, ο ελάχιστος απαιτούμενος για αυτές αριθμός ημερών εργασίας και οι αντιστοιχούσες ασφαλιστικές εισφορές- με την προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών ή μη, τον χρόνο αποπεράτωσης αυτών και συνακόλουθα την πραγματική απασχόληση προσωπικού κατά τις υπολογιζόμενες κατά το αντικειμενικό ως άνω σύστημα ημέρες εργασίας προβάλλοντας διάφορους λυσιτελείς προς τούτο λόγους, όπως λ.χ. την παραγραφή του δικαιώματος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ήδη e-ΕΦΚΑ για τον καταλογισμό των οικείων ασφαλιστικών εισφορών ή την εκτέλεση ορισμένων οικοδομοτεχνικών εργασιών από εστεγασμένες επιχειρήσεις κλπ. Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951 συνάγεται ότι το δικαίωμα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ για βεβαίωση σε ευρεία έννοια όλων των χρηματικών απαιτήσεων του υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία. Συναφώς, για τη διακοπή της ως άνω δεκαετούς παραγραφής δεν αρκεί μόνη η έκδοση της οικείας καταλογιστικής πράξης, με την οποία καταλογίζονται ασφαλιστικές εισφορές ή επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών ή πρόστιμο ή πρόσθετα τέλη, αλλά απαιτείται και κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης στον υπόχρεο ή πλήρης γνώση της εκ μέρους του. Επιπλέον, σύμφωνα με τα κριθέντα με την 1833/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, με την οποία θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση περί εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ φορέων, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, ενώ κατά το μέρος που η ρύθμιση ισχύει αναδρομικώς, αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, το δε νομοθετικό κενό που ανακύπτει πρέπει να πληρωθεί με την εφαρμογή του κανόνα της δεκαετούς παραγραφής, που ίσχυε για τις οφειλές στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ήτοι το άρθρο 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε τελικώς με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2972/2001), και ο οποίος τελεί σε αρμονία προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Τέλος, από τις παραπάνω διατάξεις του ν. 2972/2001 συνάγεται ότι η πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια επιβολή εισφορών για την ασφαλιστική τακτοποίηση του εργαζόμενου, καθότι υπολογίζεται επί των οφειλόμενων νόμιμων εισφορών και αποτελεί ποσοστό αυτής, ήτοι επιβάλλεται εφόσον οφείλονται οι ασφαλιστικές εισφορές.
Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ούτε ο φέρων το σχετικό βάρος απόδειξης e-ΕΦΚΑ επικαλείται ότι πριν από την έκδοση των ένδικων καταλογιστικών πράξεων επιδόθηκε στον εργοδότη οιαδήποτε κλήση προς ακρόαση, στην οποία μάλιστα να προσδιοριζόταν κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο το ζήτημα της χρέωσης του λογαριασμού εισφορών του ίδιου ως κυρίου του ένδικου έργου με τις συγκεκριμένες ημέρες εργασίες και του επικείμενου καταλογισμού του με τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, ούτε ότι ο εργοδότης εξέθεσε τις απόψεις του για το παραπάνω ζήτημα και αυτές λήφθηκαν υπόψη από το αρμόδιο όργανο του e-ΕΦΚΑ πριν από την έκδοση των ένδικων καταλογιστικών πράξεων. Ακόμα, κρίθηκε ότι η αποσταλείσα προς τον εργοδότη πρόσκληση δεν πληροί τις ως άνω απαιτήσεις περί προσδιορισμού στην πρόσκληση προς ακρόαση κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο του ζητήματος επί του οποίου κλήθηκε ο εργοδότης να δώσει εξηγήσεις και γενικότερα να εκθέσει τις απόψεις του, διότι με την ως άνω πρόσκληση ο εργοδότης κλήθηκε απλώς να προσκομίσει ορισμένα ρητώς αναγραφόμενα σε αυτήν στοιχεία (άδεια οικοδομής του ακινήτου, τυχόν αναθεωρήσεις αυτής, τους τίτλους ιδιοκτησίας του, καθώς και τυχόν νομιμοποιήσεις αυθαίρετων κατασκευών), δίχως στο έγγραφο αυτό να υπάρχει συγκεκριμένη ενημέρωσή του ή έστω προϊδεασμός του ως προς τον επικείμενο καταλογισμό του με συγκεκριμένου ύψους ασφαλιστικές εισφορές για συγκεκριμένες οικοδομικές εργασίες. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο σχετικός λόγος της προσφυγής του εργοδότη περί παράβασης του ανωτέρω ουσιώδους διαδικαστικού τύπου λυσιτελώς προβλήθηκε με την κρινόμενη προσφυγή του, με παράλληλη αναφορά των ισχυρισμών που θα προέβαλε ενώπιον των αρμόδιων οργάνων του e-ΕΦΚΑ, εάν είχε κληθεί σε ακρόαση, όπως ιδίως του ισχυρισμού ότι το δικαίωμα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να προβεί στον καταλογισμό των ένδικων ασφαλιστικών εισφορών είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1971 δεκαετή παραγραφή πριν από την έκδοση των ένδικων καταλογιστγικών πράξεων ή του ισχυρισμού περί εκ μέρους του εξόφλησης των ένδικων ασφαλιστικών εισφορών. Κατόπιν των παραπάνω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη ΠΕΕ και η παρακολουθηματική αυτής ΠΕΠΕΕ του ΙΚΑ–ΕΤΑΜ και ήδη e-ΕΦΚΑ παρίστανται νομικώς πλημμελείς ως εκδοθείσες κατά παράβαση του ουσιώδους τύπου της προηγούμενης ακρόασης. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση της ΤΔΕ του του ΕΦΚΑ έσφαλε κατά το μέρος αυτής με το οποίο απορρίφθηκε η ένσταση του εργοδότη, ενώ, αντιθέτως, με την ίδια απόφαση ορθώς, κατ’ αποτέλεσμα, ακυρώθηκε η ένδικη ΠΕΠΕΕ. Επομένως, έγινε δεκτή η προσφυγή του εργοδότη, ενώ, αντιθέτως, η προσφυγή του e-ΕΦΚΑ απορρίφθηκε ως αβάσιμη.
