ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Κρατική Φορολογία – Φορολογία δωρεών-γονικών παροχών – Μη υποβολή δήλω-σης φόρου γονικής παροχής-άτυπης δωρεάς – Η απόδειξη της παραχώρησης χωρίς α-ντάλλαγμα, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει την φορολογική αρχή – Ανεκτή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς μεταξύ προσώπων, τα οποία συνδέονται με ιδιαίτερο, και μάλιστα συγγενικό ή συζυγικό, δεσμό, αρκεί να αποκλεισθεί αιτιολογη-μένως από τη φορολογική αρχή και, στη συνέχεια, από τα διοικητικά δικαστήρια, κάθε άλλη, αιτία παροχής του χρηματικού ποσού, κατά το οποίο αυξήθηκε η περιουσία του λαβόντος και να διαπιστωθεί ότι η οικονομική κατάσταση του παρόχου επιτρέπει σ’ αυτόν την πραγματοποίηση γονικής παροχής χρημάτων κατά το ίδιο ποσό – Συνεκτί-μηση τελεσίδικης απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι πρόκειται για γονική παροχή χωρίς αντάλλαγμα και ότι το εν λόγω ποσό δεν συνι-στούσε ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε ο λαβών στην εταιρεία που διατη-ρούσε ο δωρητής- πατέρας του – Εφαρμοστέα η δεκαπενταετής παραγραφή του άρθρ. 102 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2961/2001, η οποία άρχισε από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η εξάμηνη προθεσμία προς υποβολή της οικείας δηλώσεως, με αφετηρία την παράδοση του παρεχόμενου άνευ ανταλλάγματος χρηματικού ποσού – Ο καταλο-γισμός προσθέτου φόρου δεν αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης – Νόμιμη κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων – Απορρίπτει την προσφυγή.
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΙΓ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2025 με δικαστή την Βαρβάρα Τσιτλακίδου, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Ευθυμία Παναγιωτίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την προσφυγή με αριθμό και χρονολογία κατάθεσης ΠΡ…/20.06.2024 και Εθνικό Αριθμό Υπόθεσης (Ε.Α.Υ.): …,
του … του …, κατοίκου Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης (οδός … αρ. …), ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κυριάκου Τριανταφυλλίδη, που κατέθεσε στις 26.11.2025 δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Διοικητή της και, εν προκειμένω, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.), ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής καταβλήθηκε παράβολο ποσού 330,19 ευρώ (βλ. το με κωδικό πληρωμής 683865034954 1209 0096 δεσμευμένο ηλεκτρονικό e-Παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων).
2. Επειδή, με την προσφυγή αυτή ζητείται η ακύρωση, άλλως η τροποποίηση της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης και ήδη της …/16.09.2024 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ., με την οποία απορρίφθηκε η …/18.04.2024 ενδικοφανής προσφυγή που άσκησε ο προσφεύγων κατά της …/03.04.2024 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 του Προϊσταμένου του 1ου Ελεγκτικού Κέντρου (ΕΛ.ΚΕ.) Θεσσαλονίκης, φορολογικού έτους 2013. Με την τελευταία πράξη είχε καταλογισθεί σε βάρος του προσφεύγοντος κύριος φόρος γονικής παροχής, ποσού 15.008,70 ευρώ, και πρόσθετος φόρος, λόγω μη υποβολής δηλώσεως, ποσού 18.010,44 ευρώ, και συνολικά 33.019,14 ευρώ. Περαιτέρω, ζητείται να επιστραφεί στον προσφεύγοντα το ανωτέρω ποσό που καταβλήθηκε, κατ΄ αυτόν, αχρεωστήτως στις 18.04.2024.
3. Επειδή, νομίμως, κατ’ άρθρα 34 και 135 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97), εχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, παρά την απουσία του καθ΄ ου Ελληνικού Δημοσίου, που κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ. το από 03.07.2025 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων …).
4. Επειδή, το ανωτέρω ποσό αναλογικού παραβόλου που έχει καταβληθεί για την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής (330,19 ευρώ) υπερβαίνει το κατά νόμο οφειλόμενο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 277 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., αντιστοιχεί σε ποσοστό 1% επί του αντικειμένου της διαφοράς, το δε αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το καταλογισθέν με την προσβαλλόμενη πράξη ποσό κυρίου φόρου, χωρίς σε αυτό να περιλαμβάνεται το ποσό του πρόσθετου φόρου, καθώς ο τελευταίος αποτελεί χρηματική κύρωση (βλ. ΣτΕ 1389/2019 7μ.). Κατά συνέπεια, το ποσό του οφειλόμενου, εν προκειμένω, παραβόλου ανέρχεται σε (15.008,70 ευρώ Χ 1% =) 150,08 ευρώ και, ως εκ τούτου, το καθ’ υπέρβαση αυτού καταβληθέν ποσό των (330,19 –150,08 =) 180,11 ευρώ πρέπει να επιστραφεί στον προσφεύγοντα, ανεξαρτήτως από την έκβαση της παρούσας δίκης, κατ’ άρθρο 277 παρ. 11 του Κ.Δ.Δ.. Επομένως, η προσφυγή αυτή, που έχει ασκηθεί εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, στην ουσία.
5. Επειδή, στον Αστικό Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται στο άρθρο 496 ότι: «Η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα» και στο άρθρο 1034 ότι: «Για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ΄ αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα». Περαιτέρω, στον ν. 2961/2001 («Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία», Α΄ 266) ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: «1. Επιβάλλεται φόρος στις περιουσίες που αποκτήθηκαν αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας και στα κέρδη από λαχεία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο. 2. Στο φόρο υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποκτά περιουσία από κάποια αιτία από αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο», στο άρθρο 34 ότι: «Α. Κτήση αιτία δωρεάς 1. Κτήση περιουσίας αιτία δωρεάς, για την επιβολή του φόρου είναι: α) αυτή που προέρχεται από δωρεά η οποία συνιστάται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, β) αυτή που προέρχεται από κάθε παροχή, παραχώρηση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, έστω και αν δεν καταρτίσθηκε έγγραφο. 2. …», στο άρθρο 38 παρ. 1 ότι: «Υπόχρεος στο φόρο είναι ο δωρεοδόχος ή το τέκνο», στο άρθρο 39 παρ. 1 ότι: «Η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο της σύνταξης του εγγράφου της δωρεάς ή της γονικής παροχής. Προκειμένου για μεταβίβαση κινητών, αν η παράδοση του αντικειμένου της δωρεάς ή της γονικής παροχής έγινε χωρίς να συνταχθεί συμβόλαιο ή αν το συμβόλαιο συντάχθηκε μετά την παράδοση του αντικειμένου της δωρεάς ή της γονικής παροχής, η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο της παράδοσης», στο άρθρο 44 παρ. 1 και 2 ότι: «1. Το υπόλοιπο της περιουσίας, πλην των χρηματικών ποσών, που αποκτάται αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων και απαλλαγών που προβλέπονται στα άρθρα 41 και 43, υποβάλλεται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29, οι οποίες εφαρμόζονται ανάλογα. Από το φόρο που προκύπτει εκπίπτει: α) ο φόρος που αναλογεί στις προγενέστερες δωρεές, γονικές παροχές ή προίκες, που συνυπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 36, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 και β) ο φόρος που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε ή οριστικά και τελεσίδικα βεβαιώθηκε στην αλλοδαπή για τις δωρεές και γονικές παροχές κινητών που έγιναν εκεί, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32. 2. Η αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής κτήση χρηματικών ποσών υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στην Α΄ κατηγορία, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Β` κατηγορία και με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Γ΄ κατηγορία», στο άρθρο 45 ότι: «Όπου στις διατάξεις του παρόντος για τη φορολογία των κτήσεων αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής ορίζεται ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για τις κτήσεις αιτία θανάτου, νοείται αντί του κληρονομουμένου ο δωρητής ή ο γονέας, αντί χρόνου θανάτου κληρονομουμένου ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης ή, προκειμένου για άτυπες δωρεές ή γονικές παροχές, ο χρόνος παράδοσης των αντικειμένων των δωρεών ή γονικών παροχών, προκειμένου για δωρεές αιτία θανάτου, ο χρόνος θανάτου του δωρητή, αντί κτήσης αιτία θανάτου η κτήση αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής και αντί δικαιούχου αιτία θανάτου ο δωρεοδόχος ή το τέκνο», στο άρθρο 85 παρ. 2 ότι: «Σε δωρεές και γονικές παροχές για τις οποίες δεν καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση, υπόχρεος για την υποβολή της δήλωσης είναι ο δωρεοδόχος ή το τέκνο ή οι κληρονόμοι του», στο άρθρο 86 παρ. 3 ότι: «Αν δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη σύσταση της δωρεάς ή γονικής παροχής ή αυτό συντάχθηκε στην αλλοδαπή αλλά όχι ενώπιον Ελληνικής Προξενικής Αρχής, η δήλωση γι΄ αυτήν υποβάλλεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την παράδοση στο δωρεοδόχο του αντικειμένου της δωρεάς ή γονικής παροχής».
6. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 34 παρ. 1 του ν. 2961/2001, ως δωρεά φορολογείται κάθε παροχή περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, εφόσον γίνεται οικειοθελώς και όχι σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρεώσεως έναντι του δεχομένου την παροχή. Εξάλλου, η απόδειξη της παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει την φορολογική αρχή [πρβλ. ΣτΕ 1666-7/2017, 696/2009, 3351/2002 επί των ταυτόσημου περιεχομένου διατάξεων της προγενέστερης κωδικοποίησης του ν.δ. 118/1973 «Περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» (Α΄ 202)]. Πλην, όμως, λόγω του ότι η απόδειξη αυτή είναι ιδιαιτέρως δυσχερής, είναι ανεκτή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς μεταξύ προσώπων, τα οποία συνδέονται με ιδιαίτερο, και μάλιστα συγγενικό ή συζυγικό, δεσμό, αλλά μόνον εφόσον, αφενός μεν αποκλεισθεί αιτιολογημένως κάθε άλλη πηγή προελεύσεως ή αιτία παροχής των χρημάτων, κατά το ποσό, κατά το οποίο λογίζεται ότι αυξήθηκε η περιουσία αυτού που φέρεται ως δωρεοδόχος, ή και μόνο οι κατά τους ισχυρισμούς του τέτοιες πηγές, αφετέρου δε διαπιστωθεί αιτιολογημένως ότι η οικονομική κατάσταση εκείνου που φέρεται ως δωρητής, επιτρέπει σ’ αυτόν την πραγματοποίηση δωρεάς κατά το ίδιο ποσό (πρβλ. ΣτΕ 43/2006 7μ. επί των ταυτόσημου περιεχομένου διατάξεων του ν.δ. 118/1973). Τούτο δε δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων (πρβλ. ΣτΕ 884/2016 7μ., 2365/2013 7μ., 2780/2012 7μ.).
7. Επειδή, εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 του προαναφερόμενου Κ.Δ.Δ., στην οποία ορίζεται ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων…», οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν ισχύουν έναντι όλων δεν δεσμεύουν τα διοικητικά δικαστήρια, τα οποία μπορούν να κρίνουν αντιθέτως, υποχρεούνται, όμως, αν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου είναι τελεσίδικη, να αιτιολογήσουν ειδικώς την απόφασή τους, παραθέτοντας τους λόγους που οδήγησαν στο σχηματισμό αντίθετης κρίσης επί του ίδιου ζητήματος σε σχέση με την κρίση που περιέχεται στην τελεσίδικη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 2634-2648/2021, 571-572/2020, 1608/2016, 3795/2014, 2924/2013, 1500/2010, 3530/2007).
8. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 102 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 2961/2001 ορίζεται ότι: «1. Το Δημόσιο εκπίπτει του δικαιώματός του για την κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου και προστίμου προκειμένου: α) για ανακριβή δήλωση, μετά την πάροδο δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο υποβλήθηκε η δήλωση, β) για παράλειψη δήλωσης ολόκληρης ή μέρους της περιουσίας που αποκτήθηκε ή εικονικότητας του συμβολαίου, μετά δεκαπενταετία από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία για υποβολή της δήλωσης ή έχει συνταχθεί το προσβαλλόμενο για εικονικότητα συμβόλαιο, γ) για επιβολή προστίμου, μετά δεκαετία από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έχει συντελεσθεί η παράβαση». Εξάλλου, με τον ν. 4174/2013 (Α΄ 170/26.07.2013) θεσπίσθηκε Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), που άρχισε να ισχύει από 01.01.2014, σύμφωνα με το άρθρο 67 του εν λόγω νόμου, το οποίο αναριθμήθηκε στη συνέχεια σε άρθρο 73 με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (Α΄ 129). Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του Κ.Φ.Δ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287/31.12.2013), οι διατάξεις του Κ.Φ.Δ. εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, για τον φόρο δωρεών. Άλλωστε, στο άρθρο 36 του Κ.Φ.Δ. περιελήφθησαν ρυθμίσεις σχετικά με την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης να κοινοποιεί πράξεις καταλογισμού φόρου. Σύμφωνα, όμως, με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ. (όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 50 του ν. 4223/2013 και αναριθμήθηκε σε άρθρο 72 με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015), «Διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών, προστίμων, προϊσχύουσες του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή για τις χρήσεις, τις περιόδους, τις υποθέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν. … [όπως η παρ. 11 συμπληρώθηκε με την περίπτωση 18.β της υποπαραγράφου Δ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85/7.4.2014)· σύμφωνα με την περ. 24 της αυτής υποπαραγράφου Δ.2 «Οι διατάξεις των περιπτώσεων της παρούσας υποπαραγράφου, εφαρμόζονται και ισχύουν από την 1.1.2014, εκτός εάν διαφορετικά ορίζεται σε αυτές»]». Ταυτόσημου περιεχομένου διατάξεις περιελήφθησαν και στις διατάξεις των άρθρων 2, 70 παρ. 10 και 36 του επόμενου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 4987/04.11.2022, Α΄ 206), με έναρξη ισχύος την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεων και, επομένως, ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης και κοινοποίησης της επίμαχης πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής. Ειδικότερα, στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 70 παρ. 10 του εν λόγω Κώδικα ορίστηκε ότι: «10. Διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών, προστίμων, προϊσχύουσες του άρθρου 36 του Κώδικα, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή για τις χρήσεις, τις περιόδους, τις υποθέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν. …». Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 22 του ίδιου Κώδικα ορίστηκε ότι: «Για τα έσοδα που εμπίπτουν στο άρθρο 2 και το Παράρτημα του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) ο Κώδικας εφαρμόζεται από την 1η.1.2014, εκτός εάν διαφορετικά ορίζεται. Ειδικά, για τις υποθέσεις του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από τυχερά παίγνια, ο Κώδικας εφαρμόζεται από την 1η.1.2015. Κατ΄ εξαίρεση για τις υποθέσεις του δευτέρου εδαφίου εφαρμόζονται από την 1η.1.2014 η παρ. 1 του άρθρου 30 και το Τμήμα IX του Κώδικα», ενώ στο άρθρο 30 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται η διαδικασία έκδοσης πράξης προσδιορισμού φόρου.
9. Επειδή, βάσει της προαναφερθείσας μεταβατικής διάταξης του άρθρου 66 (ήδη 72) παρ. 11 εδ. α΄ του ν. 4174/2013 (πρώτου Κ.Φ.Δ.), με έναρξη ισχύος από 01.01.2014, όπως και της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 70 παρ. 10 του ν. 4987/2022 (επόμενου Κ.Φ.Δ.), σε συνδυασμό και με την ως άνω διάταξη του άρθρου 70 παρ. 22 του τελευταίου νόμου, σύμφωνα με την οποία ο Κ.Φ.Δ. και, επομένως, και το άρθρο 36 αυτού εφαρμόζεται στις υποθέσεις του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών για χρήσεις μετά την 01η.01.2015, εφαρμόζεται δε από 01.01.2014 μόνο ως προς τη διαδικασία έκδοσης πράξης προσδιορισμού του φόρου, εφαρμοστέες στο πλαίσιο της φορολογίας κληρονομιών, δωρεών κ.λπ. ως προς την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιήσει τις οικείες καταλογιστικές πράξεις στην επίδικη χρήση 2013 τυγχάνουν οι προεκτεθείσες διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 102 του ν. 2961/2001. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές [βλ. και τις αντίστοιχες, ομοίου περιεχομένου, διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 102 του ν.δ. 118/1973, όπως η παρ. 1 του εν λόγω άρθρου είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 45 του ν. 820/1978 (Α΄ 174) και, στη συνέχεια, η περ. α΄ της παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 1249/1982 (Α΄ 43)], το Δημόσιο εκπίπτει του δικαιώματός του για την κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου, προκειμένου για ανακριβή δήλωση, μετά την πάροδο δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο υποβλήθηκε η δήλωση (περ. α΄), σε περίπτωση δε παράλειψης υποβολής δήλωσης για ολόκληρη ή μέρος της κτηθείσας περιουσίας, μετά την πάροδο δεκαπενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προς υποβολή της δήλωσης προθεσμία (περ. β΄). Κατά τη ρητή διατύπωση των ως άνω περί παραγραφής διατάξεων, ο νομοθέτης σαφώς διαχωρίζει την περίπτωση υποβολής ανακριβούς δήλωσης από την περίπτωση μη υποβολής δήλωσης, προβλέποντας μεγαλύτερη – δεκαπενταετή – προθεσμία παραγραφής μόνο για τη δεύτερη περίπτωση. Τούτο δε ευλόγως, καθόσον στην περίπτωση που ο φορολογούμενος παραλείπει εντελώς να συμμορφωθεί προς τη βασική υποχρέωσή του να δηλώσει τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε, κατά τα προβλεπόμενα στον ν. 2961/2001, δυσχεραίνει με τον τρόπο αυτόν ουσιωδώς το έργο της φορολογικής αρχής προς ανεύρεση και φορολόγηση της κατά τον νόμο φορολογητέας ύλης, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η θέσπιση μεγαλύτερης προθεσμίας παραγραφής υπέρ του Δημοσίου, προκειμένου η φορολογική αρχή να έχει στη διάθεσή της επαρκές χρονικό διάστημα για τη διενέργεια σχετικών ελέγχων. Αντιθέτως, στην περίπτωση υποβολής δήλωσης, με την οποία προσδιορίζονται τα κτηθέντα περιουσιακά στοιχεία (βλ. το άρθρο 88 του ν. 2961/2001 ως προς το περιεχόμενο της δήλωσης), έστω και αν η δήλωση αυτή αποδειχθεί ανακριβής, ο φορολογούμενος συμμορφώνεται, έστω πλημμελώς, στην κατά τον νόμο υποχρέωσή του να θέσει υπόψη της φορολογικής αρχής τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε, εναπόκειται δε πλέον στην αρχή αυτή να ασκήσει την ευρεία ελεγκτική εξουσία, με την οποία την έχει εξοπλίσει ο νόμος (βλ. τις διατάξεις του άρθρου 73 του ν. 2961/2001, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως στη φορολογία δωρεών, δυνάμει του άρθρου 90 του εν λόγω νόμου), προκειμένου να ελέγξει την ακρίβεια των δηλωθέντων και να προβεί σε ορθή κατά τον νόμο φορολόγησή τους. Εξάλλου, αυστηρότερη αντιμετώπιση της παράλειψης υποβολής δηλώσεως σε σχέση με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης επιφυλάσσεται από τον νομοθέτη και στο πλαίσιο επιβολής κυρώσεων (βλ. τα άρθρα 75 του 2961/2001 και 1 του ν. 2523/1997, Α΄ 179) [βλ. ΣτΕ 1452/2024, σκ. 9, 1697/2022, σκ. 8, πρβλ. ΣτΕ2042/2024, σκ. 5, 281/2022 7μ., σκ. 12, 732/2019 7μ., σκ. 10, σχετικά με την προβλεπόμενη στον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (Α΄ 151) Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος δεκαπενταετή προθεσμία παραγραφής σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης]. Με αυτά τα δεδομένα, η διάταξη του άρθρου 102 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2961/2001, με την οποία προβλέπεται δεκαπενταετής παραγραφή της αξίωσης του Δημοσίου προς επιβολή φόρου, σε περίπτωση παράλειψης υποβολής της απαιτούμενης δήλωσης της κτηθείσας περιουσίας, δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (βλ. ΣτΕ 1736/2025 σκ. 7).
10. Επειδή, επίσης, το άρθρο 75 του ν. 2961/2001 παραπέμπει ως προς τους πρόσθετους φόρους στις σχετικές διατάξεις του ν. 2523/1997 (Α΄ 179/11.09.1997), στο άρθρο 1 του οποίου, όπως ίσχυε κατά την επίδικη χρήση 2013, οριζόταν ότι: «Αν ο κατά τη φορολογική νομοθεσία υπόχρεος να υποβάλει δήλωση και ανεξάρτητα από την πρόθεσή του να αποφύγει ή όχι την πληρωμή φόρου: α) …, β) … και γ) δεν υποβάλει δήλωση, υπόκειται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό δυόμισι τοις εκατό (2,50%) επί του φόρου την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε λόγω μη υποβολής δήλωσης, για κάθε μήνα καθυστέρησης» και στο άρθρο 2 παρ. 4 ότι: «Τα ποσοστά πρόσθετων φόρων δεν μπορούν να υπερβούν: α) (…) και β) το εκατόν είκοσι τοις εκατό για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολή δήλωσης, του φόρου την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε ο υπόχρεος. …». Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2523/1997 δεν αντίκεινται στην προβλεπόμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας, διότι (α) με την πρόβλεψη επιβολής σταθερού ποσοστού πρόσθετου φόρου και συνάρτησης του ποσού του φόρου αυτού με το ύψος του οφειλόμενου κύριου φόρου και τη διάρκεια της καθυστέρησης στην καταβολή του, οι εφαρμοζόμενες διατάξεις ενέχουν αυτές οι ίδιες στοιχεία αναλογικότητας, δεν θεσπίζουν δε μέτρο προδήλως ακατάλληλο και απρόσφορο ούτε υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος του κολασμού του παραβάτη και της αποτροπής παρόμοιων παραβάσεων, (β) η φορολογική αρχή θεμιτώς κατά το Σύνταγμα δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια να προσδιορίζει το ποσοστό του πρόσθετου φόρου και συνεπώς να προσδιορίζει το ύψος αυτού, αναλόγως των ειδικότερων συνθηκών της παράβασης, αφού ήδη το ποσοστό τούτο κλιμακώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, από τον ίδιο τον τυπικό νομοθέτη, ανάλογα με την (ευλόγως συνδεόμενη προς το ύψος του διαφυγόντος φόρου και προς το χρόνο καθυστέρησης της καταβολής του) βαρύτητα κάθε παράβασης (πρβλ. ΣτΕ 1601/2022 σκ. 12, 3260/2017 σκ. 13, με εκεί παραπομπές σε ΣτΕ 2904/2015, 3130/2014, 3474/2011 Ολομ., 2402/2010 7μ.) και (γ) ο νόμος προβλέπει εύλογο ανώτατο όριο (120% του διαφυγόντος φόρου) στο οποίο μπορεί να ανέλθει το ποσοστό του πρόσθετου φόρου (πρβλ. ΣτΕ 1389/2019 σκ. 23, 3260/2017 σκ. 13).
11. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 18 παρ. 1 περ. δ΄ και ε΄ του ανωτέρω ισχύοντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο διενέργειας του επίμαχου φορολογικού ελέγχου, ν. 4987/2022 (Κ.Φ.Δ.) προβλέπεται η εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση, που δύναται να υποβληθεί μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 και μέχρι την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου και εφόσον προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή, επιβάλλεται επί του ποσού αυτού, αντί του προστίμου του άρθρου 54, πρόστιμο που ισούται με το ποσό του προστίμου της παρ. 2 του άρθρου 58, της παρ. 2 του άρθρου 58Α ή της παρ. 1 του άρθρου 59, κατά περίπτωση, ενώ, περαιτέρω, εξαιρουμένων των δηλώσεων παρακρατούμενων φόρων από μισθωτή εργασία και συντάξεις, εφόσον η προκύπτουσα οφειλή εξοφληθεί μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τον προσδιορισμό του φόρου, το επιβληθέν σύμφωνα με την περ. δ΄ πρόστιμο περιορίζεται στο εξήντα τοις εκατό (60%) του αρχικώς προσδιορισθέντος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 παρ. 2 περ. α΄ του ίδιου ν. 4987/2022, καθιερώνεται ως τρόπος κοινοποίησης, μεταξύ άλλων, των εγγράφων και των πράξεων που εκδίδει η φορολογική διοίκηση κατά τον νόμο αυτόν, η διενέργεια ηλεκτρονικής κοινοποίησης στο λογαριασμό του προσώπου στο πληροφοριακό σύστημα της φορολογικής διοίκησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, σε συνδυασμό με την, κατ΄ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 5 του προϊσχύσαντος Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013) που είχε ταυτόσημο περιεχόμενο, εκδοθείσα ΠΟΛ.1125/2014 του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 1171), η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 71 παρ. 2 του ισχύοντος, εν προκειμένω, ν. 4987/2022, η ηλεκτρονική κοινοποίηση εγγράφων στο λογαριασμό του προσώπου που αφορά αυτή στο πληροφοριακό σύστημα της φορολογικής διοίκησης, στο οποίο ο φορολογούμενος οφείλει προηγουμένως να έχει αποκτήσει κωδικό πρόσβασης και να έχει δηλώσει στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας, συντελείται: i) με την ανάρτηση του εγγράφου ή της καταλογιστικής πράξεως κ.λπ, και των συγκοινοποιούμενων με αυτήν εγγράφων στο Λογαριασμό του φορολογούμενου στο σύστημα TAXISnet και ii) την, εν συνεχεία, αποστολή ηλεκτρονικής ειδοποίησης στη δηλωθείσα από το φορολογούμενο διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου. Μετά την πάροδο δε δέκα (10) ημερών από τις ως άνω ενέργειες η πράξη ή το έγγραφο θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί, εφόσον δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος παραλαβής της, κατ΄ άρθρο 5 παρ. 6 του ίδιου νόμου. Όπως δε έχει κριθεί, με τα ανωτέρω ρυθμίζεται κατά τρόπο εξαντλητικό η διαδικασία της ηλεκτρονικής κοινοποίησης των πράξεων της φορολογικής διοίκησης, η οποία καθιερώνεται προς το δημοσίου συμφέροντος σκοπό της επίσπευσης των σχετικών διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης των φορολογικών εσόδων [πρβλ. ΣτΕ 157/2023 7μ. αναφορικά με την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 2 περ. α΄ και παρ. 6 του προγενέστερου Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013) – οι οποίες είχαν ταυτόσημη διατύπωση με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 περ. α΄ και παρ. 6 του ισχύοντος, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, Κ.Φ.Δ. (ν. 4987/2022)].
12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνεται η από 03.04.2024 έκθεση μερικού ελέγχου φορολογίας κεφαλαίου-δήλωσης φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 ελεγκτών του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης και η …/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Β΄ Τμήματος), προκύπτουν τα εξής: Στον προσφεύγοντα διενεργήθηκε, δυνάμει της …/…/…/07.02.2024 εντολής του Προϊσταμένου του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης, μερικός έλεγχος φορολογίας κεφαλαίου-δήλωσης φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 για το φορολογικό έτος 2013. Αιτία του ελέγχου αποτέλεσε το διαβιβασθέν στο ανωτέρω ΕΛ.ΚΕ. …/02.11.2023 …/02.11.2023 πληροφοριακό δελτίο του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π.) – Γ΄ Υποδιεύθυνσης Θεσσαλονίκης – Τμήματος Κεφαλαίου. Σύμφωνα με το εν λόγω πληροφοριακό δελτίο, κατόπιν ελέγχου που είχε διενεργήσει η ανωτέρω Υπηρεσία στο πλαίσιο της …/…/…/25.04.2023 εντολής μερικού ελέγχου φορολογίας κληρονομιών, με κληρονομούμενο τον πατέρα του ήδη προσφεύγοντος … του …, διαπιστώθηκε ότι αυτός, όσο ήταν εν ζωή, είχε προβεί, μεταξύ άλλων, σε άτυπη δωρεά-γονική παροχή προς τον υιό του … του … – ήδη προσφεύγοντα – χρηματικού ποσού 150.087,00 ευρώ, με το οποίο ο τελευταίος απέκτησε 5.105 μετοχές κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», κατά τα κριθέντα στην …/2017 τελεσίδικη επί αγωγής περί κλήρου απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Β΄ Τμήματος), χωρίς, όμως, να έχει υποβληθεί δήλωση για την εν λόγω δωρεά-γονική παροχή. Με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, εξάλλου, απορρίφθηκε ως αντίθετος στα διδάγματα της κοινής πείρας και, ως εκ τούτου, ως ουσία αβάσιμος προβαλλόμενος ισχυρισμός του ήδη προσφεύγοντος περί χορήγησης του ως άνω χρηματικού ποσού σε αυτόν, γεγονός, πάντως, που δεν αμφισβητείται, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που είχε παράσχει στην επιχείρηση του πατέρα του, ιδιαίτερα, κατά τα τέσσερα τελευταία προ του θανάτου του έτη, οπότε ο τελευταίος είχε εν τοις πράγμασι αποσυρθεί από τη διοίκηση της επιχείρησης για λόγους υγείας. Και τούτο, διότι, κατά το σκεπτικό της ως άνω απόφασης, ο ήδη προσφεύγων, ο οποίος απασχολείτο, καθ΄ ομολογία του, επαγγελματικά στην επιχείρηση του πατέρα του μετά την ενηλικίωσή του, αν και δεν ανέφερε τις λεπτομέρειες της εργασιακής του σχέσης, προφανώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ελάμβανε ανάλογη αμοιβή σε χρήμα, προκειμένου να συντηρείται ο ίδιος, το ύψος της οποίας ουδόλως απέδειξε, ενώ, περαιτέρω, ναι μεν ανέλαβε τη διεκπεραίωση των εργασιών, στις οποίες ο πατέρας του από τον Μάιο του έτους 2009 δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει λόγω προβλημάτων υγείας, πλην, όμως, οι υπηρεσίες που είχε προσφέρει, για την αποτίμηση της αξίας τους, πάντως, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε, ακόμη κι αν γινόταν δεκτό ότι υπερέβαινε σε αξία την οποιαδήποτε αμοιβή του καταβαλλόταν για την εργασία του, που, επίσης, (το ύψος της αμοιβής) δεν αποδείχθηκε, δεν ήταν δυνατό να αποτιμηθεί στο υπέρογκο ποσό των 150.087,00 ευρώ. Η προαναφερόμενη …/…/…/07.02.2024 εντολή ελέγχου, καθώς και το από 14.02.2024 έγγραφο γνωστοποίησης περί της δυνατότητας του προσφεύγοντος να υποβάλει εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση για την περιλαμβανόμενη στην εν λόγω εντολή ελέγχου υπόθεση μέχρι την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού, κατ΄ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 του ν. 4987/2022, καθώς και περί της δυνατότητας για περιορισμό του προστίμου ή του πρόσθετου φόρου στο 60% σε περίπτωση που η προκύπτουσα οφειλή ήθελε εξοφληθεί εντός 30 ημερών από τον προσδιορισμό του φόρου, αναρτήθηκαν ηλεκτρονικά στον λογαριασμό του προσφεύγοντος στο taxisnet στις 14.02.2024 και ώρα 11:08:58, ενώ αυθημερόν και ώρα 11:15:20 απεστάλη και ηλεκτρονική ειδοποίηση στο δηλωθέν ως email 1 του προσφεύγοντος «…», αναγνώστηκαν δε από αυτόν στις 26.03.2024 και ώρα 10:47:47 (βλ. στοιχεία ανάρτησης με αρ. καταχώρισης: …), πλην, όμως, αυτός δεν προέβη σε υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης. Κατά τον διενεργηθέντα από τους ελεγκτές του 1ου ΕΛ.ΚΕ. έλεγχο διαπιστώθηκε ότι καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) η από 30.06.2013 απόφαση της Γενικής Τακτικής Συνέλευσης των μετόχων της ανωτέρω εταιρείας περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών 300.174,00 ευρώ – 150.087,00 ευρώ από τον προσφεύγοντα και ισόποσο από την αδερφή του – (σχ. …/24.09.2013 ανακοίνωση καταχώρησης τροποποίησης καταστατικού της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας). Με βάση τα δεδομένα αυτά και, ενόψει του ότι ο πατέρας του προσφεύγοντος, που είχε ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ευρωστία και ήταν κάτοχος σημαντικής κινητής και ακίνητης περιουσίας, είχε χρηματικά διαθέσιμα ποσά στην κατοχή του και στους τραπεζικούς του λογαριασμούς, ότι το ανωτέρω ποσό των 150.087,00 ευρώ, με το οποίο ο προσφεύγων συμμετείχε στην προαναφερόμενη από 30.06.2013 αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανωτέρω εταιρείας, προήλθε από τον πατέρα του, όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος, κατά τα αναφερόμενα στην …/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Β΄ Τμήματος), και ότι ο τελευταίος συνδεόταν με τον πατέρα του με ιδιαίτερο, οικογενειακό δεσμό, με την παροχή δε περιουσίας προς αυτόν ο πατέρας του ήθελε να βοηθήσει στη δημιουργία και τη διατήρηση της οικονομικής του αυτοτέλειας, κρίθηκε από τους ελεγκτές του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης ότι είχε συσταθεί, εν προκειμένω, γονική παροχή-άτυπη δωρεά του ανωτέρω χρηματικού ποσού προς τον προσφεύγοντα, η οποία έπρεπε να υπαχθεί σε φόρο γονικής παροχής, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 10% επί της αξίας του δωρηθέντος χρηματικού ποσού, ως εκ του ότι ο δικαιούχος ενέπιπτε στην Α΄ κατηγορία, και ανερχόμενο σε 15.008,70 ευρώ. Εξάλλου, για την ως άνω από 30.06.2013 γονική παροχή-άτυπη δωρεά ο προσφεύγων υπείχε υποχρέωση υποβολής της οικείας δήλωσης φόρου γονικής παροχής-άτυπης δωρεάς εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την παράδοση σε αυτόν του αντικειμένου της γονικής παροχής-άτυπης δωρεάς, ήτοι έως 30.12.2013, ελλείψει σύνταξης συμβολαιογραφικού εγγράφου για τη σύστασή της, κατ΄ άρθρο 86 παρ. 3 του ν. 2960/2001, η οποία (δήλωση), όμως, ουδέποτε υποβλήθηκε. Κατόπιν τούτων, συντάχθηκε το …/06.03.2024 σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου και η ταυτάριθμη προσωρινή πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης, που αναρτήθηκαν στον λογαριασμό του προσφεύγοντος στο taxisnet στις 06.03.2024 και ώρα 14:13:40, ενώ αυθημερόν και ώρα 14:15:17 απεστάλη και ηλεκτρονική ειδοποίηση στο δηλωθέν ως email 1 του προσφεύγοντος «…», αναγνώστηκαν δε από αυτόν στις 26.03.2024 και ώρα 10:46:07 (βλ. στοιχεία ανάρτησης με αρ. καταχώρισης: …). Στη συνέχεια και, αφού ο προσφεύγων κατέθεσε στις 28.03.2024 έγγραφο υπόμνημα με τις αντιρρήσεις του, που δεν κρίθηκαν βάσιμες, εκδόθηκε σε βάρος του η …/03.04.2024 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 του Προϊσταμένου του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης, φορολογικού έτους 2013, με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος του κύριος φόρος γονικής παροχής, ποσού 15.008,70 ευρώ, και πρόσθετος φόρος (σε ποσοστό 120%), κατ΄ άρθρο 75 του ν. 2961/2001 και 1 του ν. 2523/1997, ποσού 18.010,44 ευρώ, ως επιεικέστερης ρύθμισης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 4509/2017. Η πράξη αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα ηλεκτρονικά στις 04.04.2024 και αναγνώστηκε από αυτόν στις 05.04.2024 (βλ. στοιχεία ανάρτησης με αρ. καταχώρισης: …). Κατά της καταλογιστικής αυτής πράξης ο προσφεύγων άσκησε την …/18.04.2024 ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε ήδη ως αβάσιμη με την …/16.09.2024 απόφαση του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ..
13. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν στις 26.11.2025 υπόμνημα, ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση, άλλως την τροποποίηση της ήδη προσβαλλόμενης …/16.09.2024 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ., στην οποία ενσωματώθηκε η …/03.04.2024 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 του Προϊσταμένου του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης, φορολογικού έτους 2013, καθώς και την επιστροφή του συνολικού ποσού των 33.019,14 ευρώ, που κατέβαλε στις 18.04.2024 σε συμμόρφωση της δεύτερης ως άνω ακυρωτέας πράξης καθισταμένης της καταβολής αυτής αχρεώστητης για τους κατωτέρω λόγους που είχε προβάλει και με την ενδικοφανή προσφυγή του. Αντίθετα, το καθ΄ ου Ελληνικό Δημόσιο, με την Δ.Ε.Δ. ΥΠΕΠΝΥ (ΘΕΣΣ) … ΕΞ 2025 ΕΜΠ/25.11.2025 έκθεση απόψεων της Προϊσταμένης του Τμήματος Β4-Νομικής Υποστήριξης, υπεραμύνεται της νομιμότητας της …/16.09.2024 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ. και ζητεί την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης.
14. Επειδή, καταρχάς, ο προσφεύγων προβάλλει ότι μη νομίμως η φορολογική αρχή στηρίχτηκε στις …/2015 και …/2017 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, που, αν και δέχθηκαν τις σημαντικές υπηρεσίες που ο ήδη προσφεύγων είχε παράσχει στην εταιρεία που διαχειριζόταν ο πατέρας του, έκριναν ότι το χρηματικό ποσό 150.087,00 ευρώ έπρεπε να προστεθεί στις εν ζωή γονικές παροχές στις οποίες είχε προβεί ο κληρονομούμενος πατέρας του ήδη προσφεύγοντος προς αυτόν, μόνο και μόνο επειδή ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων δεν μπόρεσαν να αποτιμηθούν σε χρήμα οι υπηρεσίες αυτές, ενώ όφειλε η ως άνω φορολογική αρχή να αποτιμήσει τις εν λόγω υπηρεσίες με βάση συγκριτικά στοιχεία που διαθέτει από φορολογικά στοιχεία που αφορούν παρόμοιες ανώνυμες εταιρείες. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι ποσό 73.500,00 ευρώ συνιστούσε ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που παρέσχε στην εταιρεία που διηύθυνε ο πατέρας του από τον Μάιο του έτους 2009 έως 30.06.2013, κατά το οποίο ο τελευταίος είχε αποσυρθεί από την ενεργό ανάμειξη στα της διοικήσεως της εν λόγω εταιρείας λόγω προβλημάτων υγείας, οι οποίες (υπηρεσίες) αποτιμώνται, κατά αυτόν, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, στο ποσό των 1.500,00 μηνιαίως, και, επομένως, πρέπει αυτό να αφαιρεθεί από το ποσό των 150.087,00 ευρώ, ώστε να φορολογηθεί μόνο για το υπόλοιπο ποσό των 76.587,00 ευρώ και να καταβάλει φόρο γονικής παροχής ποσού 7.658,70 ευρώ, χωρίς, όμως, να του επιβληθούν επιπλέον πρόσθετοι φόροι, πρόστιμα, τόκοι κλπ. λόγω εύλογης αμφιβολίας.
15. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην έκτη σκέψη, τεκμαίρεται ότι συστάθηκε γονική παροχή χρηματικού ποσού από γονέα προς τέκνο, ελλείψει σχετικού εγγράφου, αρκεί να αποκλεισθεί αιτιολογημένως από τη φορολογική αρχή και, στη συνέχεια, από τα διοικητικά δικαστήρια, κάθε άλλη, ή η κατά τους ισχυρισμούς του φερόμενου ως λαβόντος την παροχή, αιτία παροχής του χρηματικού ποσού, κατά το οποίο αυξήθηκε η περιουσία του τελευταίου και να διαπιστωθεί ότι η οικονομική κατάσταση του παρόχου επιτρέπει σ’ αυτόν την πραγματοποίηση γονικής παροχής χρημάτων κατά το ίδιο ποσό, χωρίς η συναγωγή του εν λόγω τεκμηρίου να συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων. Εν προκειμένω, με την …/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε τελεσιδίκως ότι ο ήδη προσφεύγων έλαβε από τον πατέρα του το χρηματικό ποσό των 150.087,00 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, ότι η ανωτέρω παροχή συνιστούσε γονική παροχή χωρίς αντάλλαγμα και ότι το εν λόγω ποσό δεν συνιστούσε ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που παρέσχε ο λαβών στην εταιρεία που διατηρούσε ο πατέρας του από τον Μάιο του έτους 2009 έως 30.06.2013, κατά το οποίο ο τελευταίος είχε αποσυρθεί από την ενεργό ανάμειξη στα της διοικήσεως της εν λόγω εταιρείας λόγω προβλημάτων υγείας, καθώς ο λαβών εργαζόταν προ καιρού στην εταιρεία αυτή και ελάμβανε σχετικώς αμοιβή, το ύψος δε του παρεχόμενου ποσού (150.087,00 ευρώ) δεν συνήδε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, με ανταμοιβή υπηρεσιών κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Με βάση, επομένως, την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που νομίμως ελήφθη υπόψη από τη φορολογική αρχή και συνεκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην έβδομη σκέψη, συστάθηκε γονική παροχή χρηματικού ποσού 150.087,00 ευρώ άνευ ανταλλάγματος προς τον προσφεύγοντα αποκλεισθείσας της επικαλούμενης ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διαφορετικής αιτίας παροχής του και, συγκεκριμένα, της ανταμοιβής επιπρόσθετων υπηρεσιών που παρέσχε προς την εταιρεία που διηύθυνε ο πατέρας του. Εξάλλου, ο προσφεύγων, ο οποίος έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης και όχι η φορολογική αρχή, που, κατ΄ αυτόν όφειλε να αποτιμήσει τις υπηρεσίες του με βάση συγκριτικά στοιχεία έτερων ανωνύμων εταιρειών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, δεν απέδειξε ενώπιον είτε της φορολογικής αρχής είτε της Δ.Ε.Δ. είτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε, ότι το επίμαχο χρηματικό ποσό (150.087,00 ευρώ) ή έστω μέρος αυτού (76.587,00 ευρώ) που έλαβε από τον πατέρα του αφορούσε σε ανταμοιβή επιπρόσθετων της κύριας θέσης του υπηρεσιών στην εταιρεία που διηύθυνε ο πατέρας του κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του έτους 2009 έως 30.06.2013, που, επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι παρασχέθηκαν. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον αποδεδειγμένα υπήρξε παροχή χρηματικού ποσού 150.087,00 ευρώ από τον πατέρα προς τον υιό του- προσφεύγοντα, αποκλείσθηκε τόσο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προαναφερόμενη τελεσίδικη …/2017 απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που συνεκτιμάται κατά τα ανωτέρω, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η επικαλούμενη από τον προσφεύγοντα διαφορετική αιτία παροχής του επίμαχου χρηματικού ποσού των 150.087,00 ευρώ και διαπιστώθηκε από τη φορολογική αρχή ότι ο πατέρας του προσφεύγοντος είχε οικονομική ευρωστία που τον καθιστούσε ικανό να προβεί σε γονική παροχή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού προς τον υιό του-προσφεύγοντα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο, αποδείχθηκε ότι ο προσφεύγων έλαβε από τον πατέρα του το χρηματικό ποσό των 150.087,00 ευρώ ως γονική παροχή και ορθώς και νομίμως υπήχθη σε φόρο γονικής παροχής γι΄ αυτό, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων ως αβασίμων.
16. Επειδή, περαιτέρω, ο προσφεύγων, κατ’ επίκληση του άρθρου 36 παρ. 1 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4987/2022), το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, εφαρμόζεται, εν προκειμένω, κατά το άρθρο 2 και τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 70 παρ. 22 εδ. β΄ του ίδιου Κώδικα, προβάλλει ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει φόρο και πρόστιμο κατά τον χρόνο κοινοποίησης σε αυτόν, ήτοι στις 04.04.2024, της …/03.04.2024 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή, καθώς είχε παρέλθει χρόνος πλέον της πενταετίας από το έτος 2013, που θεωρείται από τη φορολογική αρχή ως χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης του προσφεύγοντος, αλλά και από την έκδοση τόσο της …/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης όσο και της …/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επικουρικά προς τον προηγούμενο λόγο, ο προσφεύγων, επικαλούμενος την περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 102 του ν. 2960/2001, προβάλλει ότι η …/03.04.2024 οριστική πράξη, κατά το μέρος που επέβαλε σε βάρος του πρόστιμο, ποσού 18.010,44 ευρώ, βάσει των διατάξεων του ν. 2523/1997, είναι ακυρωτέα, διότι έχει υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή από την πάροδο του έτους, κατά το οποίο συντελέστηκε η αποδιδόμενη παράβαση, ήτοι από το έτος 2013. Με το υπόμνημά του δε προσκόμισε, μετ΄ επικλήσεως, την 7408/2025 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Μονομελούς Συνθέσεως), με την οποία κρίθηκε αντισυνταγματική η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 102 παρ. 1 περ. α΄ του ν.δ. 118/1973 περί πρόβλεψης δεκαετούς παραγραφής σε περίπτωσης υποβολής ανακριβούς δήλωσης φόρου γονικής παροχής.
17. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, που ο χρόνος γέννησης της φορολογικής υποχρέωσης του προσφεύγοντος ήταν η 30η.06.2013, κατά τον οποίο συστάθηκε η γονική παροχή, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 2961/2001, και ελλείψει συμβολαιογραφικού εγγράφου η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φόρου γονικής παροχής έληγε, κατ΄ άρθρο 86 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου, μετά την πάροδο εξαμήνου από την παράδοση του παρεχόμενου χρηματικού ποσού, ήτοι στις 30.12.2013, εφαρμοστέα ήταν, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ένατη σκέψη, και δη τόσο κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 66 (ήδη 72) παρ. 11 εδ. α΄ του ν. 4174/2013 (πρώτου Κ.Φ.Δ.) όσο και κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 70 παρ. 10 του ν. 4987/2022 (επόμενου Κ.Φ.Δ.), η διάταξη του άρθρου 102 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2961/2001, η οποία προβλέπει δεκαπενταετή παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου και προστίμου από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία για υποβολή της δήλωσης και όχι η διάταξη του άρθρο 36 των ως άνω διαδοχικών Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013 και 4987/2022), όπως αβασίμως προβάλλει ο προσφεύγων. Η μεταβατική δε διάταξη του άρθρου 70 παρ. 22 του ν. 4987/2022, που επικαλείται ο προσφεύγων, αφορά στη διαδικασία έκδοσης των πράξεων προσδιορισμού φόρου δωρεάς ή γονικής παροχής μετά την 01η.01.2014 ή την 01η.01.2015, κατά τις εκεί διακρίσεις, και όχι την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιήσει τις εν λόγω πράξεις για προηγούμενες του έτους 2014 χρήσεις, που ρυθμίζεται από την ειδική για την παραγραφή μεταβατική διάταξη του άρθρου 70 παρ. 10 του ν. 4987/2022, κατά τα προεκτεθέντα, απορριπτομένου και του ισχυρισμού αυτού ως αβασίμου. Εξάλλου, η διάταξη της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 102 του ν. 2961/2001 καταλαμβάνει την περίπτωση επιβολής φόρου και προστίμου όταν δεν υποβλήθηκε παντάπασι δήλωση φόρου γονικής παροχής, όπως συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση, διακρίνεται δε σαφώς από την περ. γ΄ της ίδιας διάταξης, που αφορά τη διαφορετική περίπτωση της επιβολής μόνο προστίμου όταν έχει συντελεστεί παράβαση του ανωτέρω ν. 2961/2001 διαφορετική από την προβλεπόμενη στην αμέσως προηγούμενη περ. β΄ της μη υποβολής δήλωσης φόρου γονικής παροχής, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει εφαρμοστέα η τελευταία αυτή διάταξη, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο προσφεύγων. Ενόψει των ανωτέρω και του ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προαναφερόμενη ένατη σκέψη, η εφαρμοστέα, εν προκειμένω, διάταξη του άρθρου 102 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2961/2001 δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και είναι συνταγματική, και δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν υπέβαλε δήλωση φόρου γονικής παροχής για το χρηματικό ποσό των 150.087,00 ευρώ που απέκτησε με γονική παροχή κατά το έτος 2013, η δεκαπενταετής παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φόρο γονικής παροχής και προστίμου και, ειδικότερα, πρόσθετου φόρου λόγω μη υποβολής δηλώσεως, κατ΄ άρθρο 75 του ν. 2961/2001 και 1 του ν. 2523/1997(πρβλ. ΔΕφΑθ 2158/2020 σκ. 10), η οποία άρχισε από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η εξάμηνη προθεσμία προς υποβολή της οικείας δηλώσεως, με αφετηρία την παράδοση του παρεχόμενου άνευ ανταλλάγματος χρηματικού ποσού, που έλαβε χώρα στις 30.06.2013, δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την κοινοποίηση σε αυτόν στις 04.04.2024, όπως ο ίδιος αναφέρει, της …/03.04.2024 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου, κυρίως και επικουρικώς, προβαλλομένων.
18. Επειδή, τέλος, ο προσφεύγων προβάλλει ότι, ενόψει του ότι το …/06.03.2024 σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου και η συνημμένη σε αυτό προσωρινή πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης αναρτήθηκαν μεν ηλεκτρονικά στον λογαριασμό του στο taxisnet στις 06.03.2024, πλην, όμως, δεν απεστάλη ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα από τον ίδιο διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με αποτέλεσμα να μην έχουν κοινοποιηθεί νομίμως και τυχαία να λάβει γνώση αυτών στις 26.03.2024, καταθέτοντας στις 28.03.2024 έγγραφο υπόμνημα αντιρρήσεων, επιβαρύνθηκε, αντίθετα προς την αρχή της χρηστής διοίκησης, με πρόστιμα, τόκους, πρόσθετους φόρους και προσαυξήσεις που υπερδιπλασιάζουν αδικαιολόγητα την οφειλή του και την καθιστούν δυσβάσταχτη, καθώς πριν από τις 26.03.2024 δεν γνώριζε ότι είχε κινηθεί εναντίον του οποιαδήποτε φορολογική διαδικασία, ώστε να φροντίσει για την εξόφληση του κύριου και μόνο φόρου.
19. Επειδή, καταρχάς, σε βάρος του προσφεύγοντος επιβλήθηκε, πλέον του κύριου φόρου γονικής παροχής, και πρόσθετος φόρος σε ποσοστό 2,50% για κάθε μήνα καθυστέρησης λόγω μη υποβολής δήλωσης φόρου γονικής παροχής στις 31.12.2013 και κατ΄ ανώτατο όριο 120%, κατ΄ άρθρο 75 του ν. 2961/2001 και 1 παρ. 1 περ. α΄ και 2 του ν. 2523/1997, που αντιστοιχεί σε 48 μήνες καθυστέρησης, ήτοι τέσσερα χρόνια εξικνούμενα έως 31.12.2017, με αποτέλεσμα ουδεμία επιρροή ως προς τον, καταρχήν, προσδιορισμό του εν λόγω πρόσθετου φόρου να ασκεί η τυχόν μη νόμιμη κοινοποίηση του επίμαχου …/06.03.2024 σημειώματος διαπιστώσεως ελέγχου και της συνημμένης σε αυτό ταυτάριθμης προσωρινής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού το έτος 2024, απορριπτομένου ως προς την άποψη αυτή του σχετικού ισχυρισμού του προσφεύγοντος ως αλυσιτελούς. Εξάλλου, ο καταλογισμός σε βάρος του προσφεύγοντος πρόσθετου φόρου δεν αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης, καθώς, εν προκειμένω, δεν είχε δημιουργηθεί από θετικές ενέργειες της Διοίκησης σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση στον προσφεύγοντα περί ότι η γονική παροχή του επίμαχου χρηματικού ποσού δεν υπόκειτο σε φόρο γονικής παροχής και συνακόλουθα ότι δεν είχε υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης (πρβλ. ΣτΕ 1195/2016 σκ. 12), ενώ σε περίπτωση που είχε αμφιβολίες αναφορικά με την υποχρέωση επίδοσης δήλωσης για την επίμαχη γονική παροχή, είχε το δικαίωμα να υποβάλει δήλωση στην οποία θα γινόταν ρητή γι’ αυτό επιφύλαξη, ώστε να αποφύγει την επιβολή σε βάρος του προσθέτων φόρων (πρβλ. ΣτΕ 1195/2016 σκ. 11, 3173/2014 Ολομ. σκ. 8). Επίσης, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην δέκατη σκέψη, ο ανωτέρω καταλογισθείς πρόσθετος φόρος, που προκύπτει από σταθερό ποσοστό πρόσθετου φόρου σε συνάρτηση με το ύψος του οφειλόμενου κύριου φόρου και τη διάρκεια της καθυστέρησης στην καταβολή του με προβλεπόμενο ανώτατο εύλογο ανώτατο όριο (120% του διαφυγόντος φόρου), στο οποίο μπορεί να ανέλθει το ποσοστό αυτό, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, πέραν της αοριστίας τους, είναι απορριπτέα και ως αβάσιμα. Περαιτέρω, και υπό την εκδοχή ότι ο προσφεύγων ήθελε προβάλει, με τον κατά τα ως άνω διατυπώμενο ισχυρισμό του, ότι ηδύνατο να υποβάλει εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση για την περιλαμβανόμενη στην επίμαχη εντολή ελέγχου υπόθεση μέχρι την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 18, 19 και 72 παρ. 18 του ν. 4987/2022 (Κ.Φ.Δ.), καθώς και να περιορίσει τον πρόσθετο φόρο στο 60%, σε περίπτωση που εξοφλούσε την προκύπτουσα οφειλή, εντός 30 ημερών από τον προσδιορισμό του φόρου, εξεταστέο είναι εάν του εδόθη η σχετική δυνατότητα. Από τα εκτεθέντα στο ιστορικό της παρούσας (δωδέκατη σκέψη), η …/…/…/07.02.2024 εντολή του Προϊσταμένου του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης περί διενέργειας μερικού ελέγχου φορολογίας κεφαλαίου-δήλωσης φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 για το φορολογικό έτος 2013, καθώς και το από 14.02.2024 έγγραφο γνωστοποίησης περί των ως άνω δυνατοτήτων του προσφεύγοντος, αναρτήθηκαν ηλεκτρονικά στον λογαριασμό του τελευταίου στο taxisnet στις 14.02.2024 και ώρα 11:08:58 και αυθημερόν και ώρα 11:15:20 απεστάλη και ειδοποίηση στο δηλωθέν ως email 1 αυτού «…» (βλ. στοιχεία ανάρτησης με αρ. καταχώρισης: …), ενώ το …/06.03.2024 σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου και η συνημμένη σε αυτό ταυτάριθμη προσωρινή πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής του ν. 2961/2001 του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης αναρτήθηκαν στον λογαριασμό του στο taxisnet στις 06.03.2024 και ώρα 14:13:40 και αυθημερόν και ώρα 14:15:17 απεστάλη και ειδοποίηση στο προαναφερόμενο δηλωθέν ως email 1 του «…» (βλ. στοιχεία ανάρτησης με αρ. καταχώρισης: …). Επομένως, νομίμως, κατά τα εκτεθέντα στην ενδέκατη σκέψη, συντελέστηκε η ηλεκτρονική κοινοποίηση των εν λόγω εγγράφων, τεκμαίρεται δε η γνώση τους εκ μέρους του προσφεύγοντος, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 4987/2022 (Κ.Φ.Δ.), μετά την παρέλευση 10 ημερών από την ημερομηνία ανάρτησής τους και αποστολής σχετικής ειδοποίησης στο email του, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτίζονται, ήτοι της μεν εντολής ελέγχου και του εγγράφου γνωστοποίησης περί των δυνατοτήτων του προσφεύγοντος να υποβάλει εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση και να περιορίσει τον πρόσθετο φόρο στις 24.02.2024, του δε σημειώματος διαπιστώσεων ελέγχου και της προσωρινή πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου στις 16.03.2024, δεδομένου ότι αναγνώστηκαν μεταγενέστερα (26.03.2024). Επομένως, ο προσφεύγων ηδύνατο ήδη από 24.02.2024 έως και 16.03.2024 να υποβάλει εκπρόθεσμη δήλωση φόρου γονικής παροχής για το επίμαχο ποσό και να καταβάλει τον κύριο φόρο με έκπτωση 60% επί του προκύπτοντος πρόσθετου φόρου, χωρίς, όμως, να προβεί στις ενέργειες αυτές, απορριπτομένου του οικείου, υπό την ανωτέρω εκδοχή, ισχυρισμού του ως αβασίμου.
20. Επειδή, κατ΄ ακολουθία, πρέπει η προσφυγή να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον προσφεύγοντα ποσού εκατόν ογδόντα ευρώ και έντεκα λεπτών (180,11 ευρώ) εκ του καταβληθέντος παραβόλου, κατά τα εκτεθέντα στην τέταρτη σκέψη, και η κατάπτωση του λοιπού παραβόλου, ποσού εκατόν πενήντα ευρώ και οκτώ λεπτών (150,08 ευρώ), υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ του Κ.Δ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο προσφεύγων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του καθ΄ ου, ποσού ογδόντα πέντε (85,00) ευρώ [άρθρο 275 παρ. 1 εδ. α΄ του Κ.Δ.Δ., σε συνδυασμό με Παράρτημα Ι του ν. 4194/2013 (Α΄ 208/27.09.2013), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4205/2013 (Α΄ 242/06.11.2013).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή.
Διατάσσει την επιστροφή στον προσφεύγοντα ποσού εκατόν ογδόντα ευρώ και έντεκα λεπτών (180,11 ευρώ) εκ του καταβληθέντος παραβόλου και την κατάπτωση του λοιπού παραβόλου, ποσού εκατόν πενήντα ευρώ και οκτώ λεπτών (150,08 ευρώ), υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα του καθ΄ ου, ποσού ογδόντα πέντε (85,00) ευρώ.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 27.02.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΡΒΑΡΑ ΤΣΙΤΛΑΚΙΔΟΥ ΕΥΘΥΜΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΟΥ
